Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Τὸ μηχάνημα


Markoglou,Prodromos-ToMichanima-Eikona-03


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Τὸ μηχάνημα


02-OmikronΗΛΙΟΣ χώ­ρι­ζε τὸ δρό­μο σὲ δύ­ο κομ­μά­τια. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης, στὸ ἰ­σκι­ε­ρὸ μέ­ρος, μιὰ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες καὶ λί­γους ἄν­δρες πε­ρί­με­ναν. Ἡ οὐ­ρὰ με­γά­λω­νε κα­θὼς κά­θε τό­σο κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν, κολ­λοῦ­σε ἐ­κεῖ ρω­τών­τας καὶ προσ­δο­κών­τας.

       «Γρά­φου­νε;»

       Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε ν’ ἀ­παν­τή­σει. Οἱ ἄν­δρες κά­πνι­ζαν κα­θι­σμέ­νοι στὸ πε­ζού­λι τοῦ δρό­μου. Τὰ μη­χα­νή­μα­τα ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας κα­πνοῦ εἶ­χαν τσα­κί­σει τὰ ἐρ­γα­τι­κὰ χέ­ρια.

       «Ἂν δὲν εἶ­χα μι­κρὰ παι­διὰ θά ­’­φευ­γα στὴ Γερ­μα­νί­α.»

       «Τὸ χει­μώ­να δού­λε­ψα στοὺς δρό­μους, στὸ χα­λί­κι, λί­γες μέ­ρες.»

       «Ἕ­να χρό­νο εἶ­μαι τώ­ρα χω­ρὶς δου­λειά, στὴ Γερ­μα­νί­α σοῦ λέ­ω, καὶ χέ­στους ἐ­δῶ.»

       «Οἱ Γερ­μα­νί­δες εἶ­ναι που­τά­νες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.

       Ἄ­νοι­ξε ἡ με­γά­λη σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα, βγῆ­κε ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας, κον­το­στά­θη­κε.

       «Θὰ μᾶς γρά­ψε­τε;»

       «Πά­λι τὰ ἴ­δια, δὲν γρά­φω ἐ­γώ, μὴν πε­ρι­μέ­νε­τε ἄ­δι­κα, τ’ ἀ­φεν­τι­κὰ τὰ κα­νο­νί­ζουν», σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του, «ἔ­τσι κι ἀλ­λιῶς φέ­τος θὰ πά­ρου­με πο­λὺ λι­γό­τε­ρους». Γύ­ρι­σε, ἔ­φυ­γε πρὸς τὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς Ἐ­φο­ρί­ας κα­πνοῦ.

       «Καὶ ’­μεῖς τί θ’ ἀ­πο­γί­νου­με;» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.

       «Ἅ­μα ἤ­σουν κα­μιὰ στρουμ­που­λὴ μι­κρού­λα θὰ σὲ γρά­φα­νε», εἶ­πε ἕ­νας ἄν­δρας ποὺ ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πε­ζού­λι καὶ τί­να­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του.

       «Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲν δου­λεύ­εις στὴν Αὐ­στρο­ελ­λη­νι­κή; Τί θέ­λεις ἐ­δῶ;»

       «Μ’ ἔ­σβη­σε ἡ Ἀ­σφά­λεια ἀ­π’ τὴ λί­στα προσ­λή­ψε­ων, εἶ­χα πά­ρει μέ­ρος πέρ­σι στὴν ἀ­περ­γί­α.»

       «Ἐ­γὼ πρέ­πει πά­σῃ θυ­σίᾳ νὰ δου­λέ­ψω, σὲ τρί­α χρό­νια θὰ πά­ω γιὰ σύν­τα­ξη.»

       «Ποι­ός θὰ σὲ πά­ρει, ποῦ θὰ βρεῖς δου­λεί­α, δὲν βλέ­πεις, μά­να μου, τί σφα­γὴ ἔ­φε­ραν τὰ μη­χα­νή­μα­τα.»

       Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε, σκού­πι­ζαν οἱ γυ­ναῖ­κες τὰ πρό­σω­πα καὶ τὸ λαι­μό τους. Ὁ ἥ­λιος ψή­λω­νε, ἡ σκιὰ εἶ­χε μεί­νει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι στὸ δρό­μο. Ἐ­κεῖ εἶ­χαν στρι­μω­χθεῖ καὶ πε­ρί­με­ναν.


       Ἕ­να Volvo φορ­τη­γό, ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ κόκ­κι­νο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ γω­νιὰ τοῦ δρό­μου, στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης. Πή­δη­ξαν ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα πέν­τε ἐκ­φορ­τω­τές. Κα­τέ­βη­κε ὁ ὁ­δη­γός, μπῆ­κε στὰ γρα­φεῖ­α. Σὲ λί­γο βγῆ­κε μ’ ἕ­ναν κον­τὸ φα­λα­κρό. Αὐ­τὸς τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ ξε­φορ­τώ­σουν. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε στὸ φορ­τη­γὸ κι ἔ­σβη­σε τὴ μη­χα­νή.

       «Ἐ­δῶ θὰ τὸ κα­τε­βά­σε­τε», εἶ­πε στοὺς ἐκ­φορ­τω­τὲς καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸ ση­μεῖ­ο.

       Οἱ ἐκ­φορ­τω­τὲς κα­τέ­βα­σαν δύ­ο χον­τρὰ κα­δρό­νια, ἀ­κούμ­πη­σαν τὴν μιά τους ἄ­κρη στὴν κα­ρό­τσα καὶ τὴν ἄλ­λη στὸ ἔ­δα­φος. Δέ­σα­νε μ’ ἕ­να σχοι­νὶ τὸ μη­χά­νη­μα, τὸ τρά­βη­ξαν, χω­ρι­σμέ­νοι σὲ δύ­ο ὁ­μά­δες, στὸ στό­μιο τῆς κα­ρό­τσας. Ἀ­νέ­βη­καν τρεῖς πά­νω στὴν κα­ρό­τσα καὶ δέ­σα­νε, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ φο­ρά, καὶ πά­λι μὲ σχοι­νιὰ τὸ μη­χά­νη­μα καὶ κρα­τών­τας κόν­τρα ἄ­φη­σαν τὸ μη­χά­νη­μα νὰ γλι­στρή­σει πά­νω στὰ κα­δρό­νια, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ κά­τω βά­ζα­νε κι αὐ­τοὶ ἕ­να χέ­ρι. Γλι­στρών­τας τὸ κα­τέ­βα­σαν στὸ δρό­μο. Με­τὰ πά­λι σὲ κα­δρό­νια καὶ σι­δε­ρέ­νιους σω­λῆ­νες σκουν­τών­τας ἀ­νέ­βα­σαν τὸ μη­χά­νη­μα στὸ πε­ζο­δρό­μιο μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης. Ἡ δου­λειὰ τε­λεί­ω­σε. Ἀ­νέ­βη­καν στὸ φορ­τη­γὸ καὶ φύ­γα­νε.

       Τὸ μη­χά­νη­μα ἔ­με­νε ἐ­πι­βλη­τι­κὸ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Οἱ ἐρ­γά­τες τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ταν. Ἦ­ταν σκέ­το μέ­ταλ­λο, μα­κρό­στε­νο στὸ ὕ­ψος καὶ τε­τρά­γω­νο. Τέσ­σε­ρις κο­λῶ­νες, μιὰ σὲ κά­θε γω­νιά, κρα­τοῦ­σαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ ἕ­να μο­τὲρ κα­θὼς καὶ δύ­ο ἔμ­βο­λα ποὺ κα­τέ­βαι­ναν, ὅ­ταν λει­τουρ­γοῦ­σαν, μέ­χρι κά­τω κι­νών­τας ἕ­να βα­ρί­διο γιὰ τὴν πί­ε­ση σὲ σχῆ­μα πλά­κας. Στὴ βά­ση ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς καὶ πα­τή­μα­τος τῶν φύλ­λων κα­πνοῦ. Ἐ­κεῖ δύο ἄλ­λα μο­τὲρ μὲ τρο­χα­λί­ες καὶ ἱ­μάν­τες. Τὸ μη­χά­νη­μα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι καὶ χυ­το­σί­δη­ρο ἄ­στρα­φτε στὸν ἥ­λιο.

       «Εἶ­ναι πα­τη­τι­κὸ μη­χά­νη­μα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, «βγά­ζει ἑ­ξήν­τα τόγ­κες τὴ μέ­ρα, ὅ­σες πέν­τε ἐρ­γά­τες.»

       «Κα­τα­ρα­μέ­να μη­χα­νή­μα­τα», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.


Κα­βά­λα, 1964


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ κειμένων Ἀκτὴ Νεαπόλεως, 1964-2010.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: