Ἀντώνης Ζέρβας: Μυστήριον μεγαλομανίας

Zerbas,Antonis-MystirionMegalomanias-Eikona-01


Ἀντώνης Ζέρβας


Μυ­στή­ριον με­γα­λο­μα­νί­ας


C’est jolie, la théologie

Beckett

02-Htta ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἔ­νοι­ω­σα χα­ρὰ μὲ τὸ κα­κὸ ποὺ βρῆ­κε κά­ποι­ον ἄλ­λο, ἦ­ταν μιὰ Κυ­ρια­κή, στοὺς ἀ­γῶ­νες τοῦ ἱπ­πι­κοῦ μας ὁ­μί­λου. Τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γο λε­γό­ταν Αὐ­γή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἑ­βραι­ο­πού­λα, μὲ τὰ ξαν­θω­πὰ μαλ­λιά της πι­α­σμέ­να κό­τσο, τὰ γα­λά­ζια μά­τια καὶ τὸ στα­ρέ­νιο δέρ­μα. Εἶ­χε κλεί­σει τὰ δε­κα­τέσ­σε­τα, μὰ τὸ λε­πτο­κα­μω­μέ­νο κορ­μί της, ριγ­μέ­νο ἀ­νά­σκε­λα, ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­το στὸ χῶ­μα. Ἡ φαι­ό­χρω­μη φο­ρά­δα πα­νι­κό­βλη­τη, ἀ­φοῦ τρό­χα­σε κάμ­πο­σα βή­μα­τα, εἶ­χε στρέ­ψει τὰ κα­πού­λια πρὸς τὸ στρω­μέ­νο κορ­μὶ τοῦ κο­ρι­τσιοῦ, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ τὴν πιά­σουν. Ἐ­ξί­σου πα­νι­κό­βλη­τη εἶ­χε πε­τα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς κερ­κί­δες καὶ ἡ μάν­να, κραυ­γά­ζον­τας «τὸ κε­φά­λι, τὸ κε­φά­λι…» Δι­έ­σχι­σε τὴν ἐ­ξέ­δρα τοῦ ἱπ­πο­δρο­μί­ου καὶ χύ­θη­κε ἀπ’ τὰ σκα­λά­κια μέ­σα στὸν στί­βο κα­τὰ τὴν κό­ρη της, γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ κάμ­πο­σοι ἱπ­πεῖς μὲ τὶς λευ­κὲς τε­ζα­ρι­στὲς κυλ­λό­τες καὶ τὶς μαῦ­ρες μπό­τες. Ὅ­σο νὰ φθά­σουν οἱ νο­σο­κό­μοι, ἡ φο­ρά­δα εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὸ πα­χνί της. Μὲ τὰ πολ­λά, ἡ Αὐ­γὴ το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ φο­ρεῖ­ο καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν ἐ­σπευ­σμέ­να.

        Τὴν οἰ­κο­γέ­νεια, δὲν τὴ συμ­πα­θοῦ­σα. Ψυ­χο­λό­γος σ’ ἕ­να γυ­μνά­σιο, ἡ μάν­να ἦ­ταν χω­ρι­σμέ­νη ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ἔ­με­ναν στὸ Κογ­κό. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν Αὐ­γή, εἶ­χε καὶ μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη θυ­γα­τέ­ρα ποὺ ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια ζοῦ­σε πλέ­ον ἀ­νε­ξάρ­τη­τη. Μοῦ ἄ­ρε­σε, ἀλ­λὰ μὲ θύ­μω­νε τὸ ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κό της βλέμ­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πό­σο κα­λὸς ἱπ­πέ­ας προ­σπα­θοῦ­σα νὰ εἶ­μαι. Πολ­λὲς φο­ρὲς μά­λι­στα τὴν ἔ­πι­α­να νὰ χα­μο­γε­λά­ει εἰ­ρω­νι­κὰ μα­ζὶ μὲ τὴ μάν­να της ἀ­πὸ τὶς κερ­κί­δες, σὰν κά­τι δὲν μοῦ πή­γαι­νε κα­λὰ καὶ τύ­χαι­νε νὰ περ­νά­ω μπρο­στά τους. Ὄ­χι πὼς ἐ­κεί­νη τὰ κα­τά­φερ­νε κα­λύ­τε­ρα· πλὴν ὅ­μως ἔ­φται­γε ἡ ποι­ό­τη­τα τῆς φο­ρά­δας τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, τὰ δι­κά μου ἄ­λο­γα ἦ­ταν ἔ­ξο­χα καὶ ἀ­νε­δεί­κνυ­αν τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές τους, ὁ­σά­κις τὰ ἵπ­πευ­ε ὁ Φερ­δι­νάν­δος. Τὸν ἐ­λά­τρευ­αν, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κῶς, σὲ πεῖ­σμα τῆς γε­νι­κό­τε­ρης ἀ­μη­χα­νί­ας του πρὸς ὁτι­δή­πο­τε ξε­περ­νοῦ­σε τὸν φρά­κτη τοῦ ἱπ­πο­δρο­μί­ου. Θὰ ἔ­κα­ναν ὅ­μως ὅ,τι τοὺς ζη­τοῦ­σε. Ὁ Φερ­δι­νάν­δος ὁ­ρι­σμέ­νως εἶ­χε ζη­τή­σει ἀρ­κε­τά. Πε­ρισ­σό­τε­ρα δὲν ξέ­ρω.

        Μὲ χαι­ρε­τοῦ­σαν πάν­τα καὶ οἱ δυ­ό τους, ἡ Αὐ­γὴ μά­λι­στα μὲ τὸν σε­βα­σμὸ ποὺ ἁρ­μό­ζει στοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Μὰ καὶ οἱ τρεῖς τυ­πι­κά· ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πό­στα­ση, ἂν ὄ­χι μὲ τὴν ψυ­χρό­τη­τα ποὺ προ­κα­λεῖ σι­γὰ σι­γὰ ἡ τα­κτι­κὴ ἐ­πα­φή, ἅ­μα δὲν κα­τα­λή­ξει σὲ οἰ­κει­ό­τη­τα. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ συ­ναν­τι­ῶν­ται κα­θη­με­ρι­νῶς χω­ρὶς νὰ συγ­χρω­τί­ζον­ται, εἶ­ναι μοι­ραῖ­ο νὰ γί­νουν σι­ω­πη­λοὶ ἐ­χθροί. Καὶ τί με­γα­λύ­τε­ρη τέρ­ψη ἀ­πὸ τὸ κα­κὸ ποὺ βρί­σκει ἕ­ναν ἐ­χθρό μας! Μάρ­τυ­ρας, ὁ ἴ­διος ὁ θεῖ­ος Πλά­των.

        Ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς ἀ­να­πάν­τε­χης μὲ συ­νε­πῆ­ρε τὴ στιγ­μὴ ποὺ εἶ­δα τὴν Αὐ­γὴ νὰ ἐ­ξα­κον­τί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γό της καὶ νὰ βου­τά­ει κα­τα­κέ­φα­λα στὸ λι­α­νι­σμέ­νο χῶ­μα. Μιὰ χα­ρὰ πρω­τό­γνω­ρη, αὐ­θεν­τι­κή. Ἀλ­λὰ καὶ ἀ­νε­ξή­γη­τη, ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὰ αἰ­σθή­μα­τα ποὺ προ­σπα­θοῦ­σα ἕ­ως τό­τε νὰ καλ­λι­ερ­γῶ ἔ­ναν­τι τῶν ἀν­θρώ­πων, κυ­ρί­ως ἔ­ναν­τί του ἑ­αυ­τοῦ μου, γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ στὴ θε­ο­λο­γι­κή μου συ­νεί­δη­ση τὴ συν­ταγ­μα­τι­κὴ ἰ­δέ­α τῶν χρη­στῶν ἠ­θῶν. «Ὥ­στε εἶ­μαι κα­κός;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα μ’ ἕ­να στιγ­μια­ῖο ρί­γος. «Εἶ­μαι κα­κὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ξέ­ρω;» Ἰ­δοὺ μιὰ σο­βα­ρὴ ἀ­να­κά­λυ­ψη. Αὐ­το­μά­τως ἡ χα­ρά μου δι­πλα­σι­ά­σθη­κε. Τό­σο ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω γύ­ρω μου, ἂν εἶ­ναι σο­βα­ρὰ ἡ Αὐ­γού­λα, ἂν ἔ­χα­σε τὶς αἰ­σθή­σεις κ.λπ., χω­ρὶς νὰ κου­νά­ω ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὶς ἐ­ρω­τή­σεις κα­τὰ τὴ σει­ρὰ τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς συν­τρο­φι­κῆς ἀλ­λη­λε­γύ­ης καὶ νοι­ώ­θον­τας πό­σο προ­σποι­η­τὰ ἦ­ταν ὅ­λα αὐ­τά, αἰ­σθα­νό­μουν τὴ χα­ρά μου νὰ τρι­πλα­σιά­ζε­ται. Μιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, μιὰ ἐ­λα­φρά­δα, ἕ­να εἶ­δος χα­ρι­σμέ­νης ἀ­τι­μω­ρη­σί­ας, σὰν νὰ εἶ­χαν κο­πεῖ ἀ­πὸ μέ­σα μου τὰ δε­σμὰ τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων.

        Τὴν φαν­τα­ζό­μουν νε­κρὴ κι­ό­λας, τὴ μάν­να της, μο­να­χὴ καὶ χω­ρι­σμέ­νη, νὰ δέρ­νε­ται, νὰ χτυ­πι­έ­ται, νὰ βρί­ζει, νὰ μα­στι­γώ­νει τὴ φο­ρά­δα, ἔ­τσι ποὺ στὴν κα­θι­σμέ­νη μου σι­ω­πή, ζοῦ­σα μί­αν ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη εὐ­δαι­μο­νί­α. Λὲς καὶ τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ ἴ­δια ἡ μάν­να της στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας νὰ τὴ χα­ϊ­δέ­ψω καὶ νὰ τὴν κά­νω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ὥ­στε τὴν ἔ­γδυ­να καὶ τὴν ἄγ­γι­ζα· κα­θό­ταν δα­σκα­λε­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ μάν­να της. Ὥ­στε τὴν φι­λοῦ­σα· ὑ­πά­κου­ε κά­πως φο­βι­σμέ­νη. Ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν, κά­πως γο­η­τευ­μέ­νη. Πρῶ­τα ἐ­λα­φρὰ πά­νω στὰ χεί­λη, ἔ­πει­τα πιὸ δυ­να­στι­κά, ψά­χνον­τας μὲ τὴ γλώσ­σα μου τὴ δι­κή της, ποὺ ξε­μυ­τοῦ­σε, κρυ­βό­ταν, ξα­να­φαι­νό­ταν δι­στα­κτι­κή, ὑ­πο­χω­ροῦ­σε, ὅ­πως ὅ­λα τὰ ὄν­τα τῆς γῆς ἀ­σκοῦν­ται γιὰ νὰ μά­θουν αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρουν ἐ­ξαρ­χῆς. Συν­δυ­α­σμέ­νη μὲ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ πράγ­μα­τος, ἡ δι­κή της ἀ­πει­ρί­α τὴν ἔ­κα­νε κά­πως σκλη­ρὴ καὶ ἄ­γαρ­μπη. Πλὴν ὅ­μως τὸ μι­κρό της στό­μα μα­λά­κω­νε λί­γο λί­γο ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου. Τὴν πί­ε­σα νὰ γο­να­τί­σει. Γο­νά­τι­σε. Εἶ­χα πυ­ρώ­σει ὅ­λος, ὥ­σπου ὁ ἀ­ναμ­μέ­νος δαυ­λὸς τσί­ρι­σε στὸ ἀ­νοι­κτὸ πη­γα­δά­κι της, τσου­ρου­φλί­ζον­τας γύ­ρω γύ­ρω τα τοι­χώ­μα­τα. Μούγ­κρι­ζε στ’ ἀ­λή­θεια, δί­χως προ­σπά­θεια, λὲς καὶ ἡ ἀ­νά­σα της ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἦ­ταν σκυμ­μέ­νη πί­σω της, χω­ρὶς νὰ φαί­νε­ται. Ἔ­νοι­ω­θα ὅ­μως τὰ μά­τια της ση­κω­μέ­να νὰ μὲ θε­ω­ροῦν μὲ μιὰ ὑ­περ­κό­σμια γλύ­κα. Ἔ­νοι­ω­θα τὰ χεί­λη της ἐ­ξί­σου ἀ­φρι­σμέ­να. Ξαφ­νι­κὰ τὴν ἄ­φη­σε, ὑ­ψώ­θη­κε σὰν ἴ­σκιος, ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἔ­θε­σε τὰ χέ­ρια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη μου. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ τὸ δε­ξί της, ἔ­τσι ποὺ τὸ σούρ­σι­μο μὲς ἀ­π’ τὶς θη­λι­ὲς ἀν­τή­χη­σε σὰν τὸ ἄ­να­μα τῆς μπα­ρού­της, καὶ ξα­να­γυρ­νών­τας ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε ψη­λώ­σει ὁ ἴ­σκιος της, στά­θη­κε ὀρ­θὴ πά­νω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη τῆς Αὐ­γού­λας, τρα­νὴ θε­ὰ μὲς στὸν ἀ­ρα­χνώ­δη χι­τώ­να καὶ τὰ λυ­τὰ μαλ­λιά, ξεν­τρο­πι­α­σμέ­νη. Πο­τὲ δὲν τὴ εἶ­χα δεῖ ὀ­μορ­φό­τε­ρη. Στάθ­μευ­σε τὸ βλέμ­μα ξα­νὰ πά­νω στὸ πρό­σω­πό μου, χω­ρὶς νὰ θι­γεῖ τὸ ὑ­περ­κό­σμιο χα­μό­γε­λο, κι ἔ­κα­νε τὴ ζώ­νη μου νὰ πλα­τα­γί­σει στὰ ψα­χνὰ τῆς Αὐ­γού­λας. Τὸ κο­ρί­τσι ξαφ­νι­ά­στη­κε λὲς καὶ εἶ­χε σκουν­του­φλή­σει, ἐ­νῶ κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ τὸ πά­νω πά­τω­μα. Στρά­βω­σε τὸ στό­μα, ποὺ μὲ πό­νε­σε, κοί­τα­ξε ἔν­τρο­μο, καὶ σκύ­βον­τας πά­λι ὑ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῶν δι­κῶν μου χε­ρι­ῶν, ἔ­βα­λε τὰ κλάμ­μα­τα κόν­τρα στὴν κοι­λιά μου. Ἡ μει­δι­ώ­σα θε­ὰ δυ­νά­μω­σε τὰ χτυ­πή­μα­τα. Ἡ ζώ­νη κρο­τοῦ­σε πά­νω στὶς τρυ­φε­ρές, δί­δυ­μες καμ­πύ­λες καὶ τὶς μω­λώ­πι­ζε. Τὸ κο­ρί­τσι στρίγ­κλι­ζε. Ἡ γυ­ναί­κα συ­νέ­χι­ζε ὅ­λο καὶ πιὸ δυ­να­τά, πιὸ ρυθ­μι­κά, πιὸ μα­νι­α­σμέ­να, λὲς κι ἐ­κτε­λοῦ­σε τὰ κε­λεύ­σμα­τα μιᾶς μυ­στι­κῆς βρο­χο­φο­ρί­ας. Ὁρ­μη­τι­κές, οἱ στά­λες ἀ­πὸ τὸ χι­ο­νό­νε­ρο στιγ­μά­τι­σαν τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴν πλά­τη τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Τρα­βή­χτη­κα· ἡ Αὐ­γὴ κύ­λη­σε ἀ­νά­σκε­λα μπρὸς ἀ­πὸ τὸν ψη­λὸ ἴ­σκιο ποὺ ἄ­χνι­ζε ἱ­δρω­μέ­νος. Μὲ κοι­τοῦ­σε ὄρ­θιος μὲ τὴν ἴ­δια ὑ­περ­κό­σμια γλύ­κα καὶ τὴ γλώσ­σα ἔ­ξω σὰν φί­δι.

        — «Μὴν εἶ­σαι τό­σο με­γα­λο­μα­νής! εἶ­πε μ’ ἕ­να μει­δί­α­μα, ξα­να­παίρ­νον­τας τὴ θέ­ση της δί­πλα μου, στὴν κερ­κί­δα. Δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα σο­βα­ρό. Μιὰ ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Πιὸ πο­λὺ ἡ τρο­μά­ρα της ἦ­ταν. Σὲ μιὰ βδο­μά­δα, θὰ ξα­να­κα­βαλ­λή­σει.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀν­τώ­νη Ζέρ­βα, Με­γά­λες καὶ μι­κρὲς δι­άρ­κει­ες (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, 2001).


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης(Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: