Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Πάσχα 1943


Markoglou,Prodromos-Pascha1943-Eikona-01


Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου


Πά­σχα 1943


10-hΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. Χα­ρά­μα­τα ἦρ­θε ὁ θεῖ­ος μου, ἀ­δελ­φὸς τῆς μη­τέ­ρας μου, μὲ τὸ κά­ρο του γιὰ νὰ μᾶς κου­βα­λή­σει στὸ χω­ριό. Σέ­λια­νη τὸ πα­λιό του ὄ­νο­μα, Φί­λιπ­ποι τὸ νέ­ο. Στὴν πό­λη ἡ πεί­να θέ­ρι­ζε. Ἀ­φοῦ πή­ρα­με τὴ σχε­τι­κὴ ἄ­δεια, ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α Κα­το­χῆς, ξε­κι­νή­σα­με. Ὁ οὐ­ρα­νὸς γε­μά­τος βα­ριὰ μαῦ­ρα σύν­νε­φα. Τὸ ἄ­λο­γο περ­πα­τοῦ­σε ἀρ­γὰ καὶ στα­θε­ρά. Φτά­σα­με στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Σί­λα. Τὰ πεῦ­κα φουν­τω­μέ­να καὶ οἱ θά­μνοι κα­τα­πρά­σι­νοι. Ὁ θεῖ­ος πό­τι­σε τὸ ἄ­λο­γο στὴ βρύ­ση. Εὐ­ω­δί­α­ζε θυ­μά­ρι καὶ ρε­τσί­νι.

       Τὸ κά­ρο πῆ­ρε τὶς στρο­φὲς ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὴν πε­διά­δα τῶν Φι­λίπ­πων. Στὸν Ἀ­μυ­γδα­λε­ώ­να μᾶς ἔ­πι­α­σε μιὰ ψι­λὴ βρο­χή. Σκε­πα­στή­κα­με μ’ ἕ­να κα­ρα­βό­πα­νο κι ὁ θεῖ­ος ἔ­ρι­ξε κά­τι τσου­βά­λια στὴ ρά­χη τοῦ ἀ­λό­γου. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι φτά­σα­με στὸ χω­ριό.

       Μᾶς ὑ­πο­δέ­χθη­καν ὁ παπ­πούς, ἡ για­γιά, ἡ θεί­α καὶ τὰ ξα­δέλ­φια μὲ χα­ρὲς καὶ γέ­λια. Στὸ χω­ριὸ τί­πο­τε δὲν θύ­μι­ζε τὴ βαρ­βα­ρό­τη­τα τῆς Κα­το­χῆς. Ὑ­πῆρ­χαν βέ­βαι­α οἱ βουλ­γα­ρι­κὲς ἀρ­χές, πρό­ε­δρος, γραμ­μα­τέ­ας, ἀ­γρο­φύ­λα­κας καὶ τέσ­σε­ρις χω­ρο­φύ­λα­κες, ἀλ­λὰ ἡ πα­ρου­σί­α τους ἦ­ταν σχε­τι­κὰ δι­α­κρι­τι­κὴ κα­θὼς ἤ­θε­λαν νὰ κα­λο­περ­νᾶ­νε.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, Με­γά­λο Σάβ­βα­το, ἄρ­χι­σαν οἱ προ­ε­τοι­μα­σί­ες. Τὸ μυ­στι­κὸ ἦ­ταν ἕ­να γου­ρου­νό­που­λο ποὺ θὰ σφά­ζον­ταν γιὰ τὸ πα­σχα­λι­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο κα­λὰ στὴν χορ­τα­πο­θή­κη, για­τὶ ἦ­ταν ἀ­δή­λω­το στὶς ἀρ­χές. Ἂν τὸ παῖρ­ναν χαμ­πά­ρι τὸ χά­να­με. Χώ­ρια τὸ ξύ­λο καὶ ἡ φυ­λα­κή. Οἱ ἄν­τρες τὸ σφά­ξαν μὲ τρό­πο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κό. Κα­νεὶς δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση. Ἡ για­γιὰ ἄ­να­ψε τὸ φοῦρ­νο κι ἔ­ψη­νε κου­λοῦ­ρες μὲ μέ­λι καὶ κο­λο­κύ­θες. Τὸ κα­κὸ ἔ­γι­νε σὲ λί­γο. Κά­ποι­ο σκυ­λὶ ἅρ­πα­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ το­μά­ρι. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ἢ κά­ποι­ος γεί­το­νας μᾶς κάρ­φω­σε στοὺς Βουλ­γά­ρους. Σὲ λί­γο κα­τα­φθά­σαν ὀρ­γι­σμέ­νοι δύ­ο χω­ρο­φύ­λα­κες ἀ­πὸ τὴν κοι­νό­τη­τα καὶ τρά­βη­ξαν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὴν χορ­τα­πο­θή­κη. Ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὸ σφά­γιο καὶ τὸ πέ­τα­ξαν στὸ χῶ­μα. Φώ­να­ζαν καὶ ἀ­πει­λοῦ­σαν. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει τούρ­κι­κα, τό­τε ὁ ἕ­νας ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε. Πι­ά­σα­νε μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη συ­ζή­τη­ση. Ἦ­ταν με­γά­λο πρό­βλη­μα κι ἔγ­κλη­μα ποὺ δὲν εἶ­χε δη­λω­θεῖ καὶ δὲν εἶ­χε πα­ρα­δο­θεῖ στὶς δυ­νά­μεις Κα­το­χῆς. Ἄ­ρα κλέ­ψα­τε τὸ βουλ­γα­ρι­κὸ κρά­τος, εἶ­πε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας.

       Ὁ πα­τέ­ρας τοὺς κέ­ρα­σε οὖ­ζο, «τὸ σφά­ξα­με», εἶ­πε, «γιὰ τὸ Πά­σχα». Τοὺς ἔ­δει­ξε τὶς ἄ­δει­ες ποὺ εἴ­χα­με βγά­λει, ζή­τη­σε κα­τα­νό­η­ση, ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γου­ρού­νι δὲν ἔ­χα­νε τί­πο­τε ἡ κυ­βέρ­νη­σή τους. Ἀ­φοῦ ἤ­πιαν ἕ­να μπου­κά­λι οὖ­ζο, με­τὰ ἀ­πὸ συ­ζη­τή­σεις, ἡ κα­τά­λη­ξη ἦ­ταν νὰ πά­ρουν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες τὸ γου­ρού­νι καὶ νὰ μὴν κου­βα­λή­σουν τοὺς ἄν­τρες στὸ κρα­τη­τή­ριο.

       Τύ­λι­ξαν τὸ σφά­γιο μ’ ἕ­να τσού­λι κα­πνῶν καὶ δι­έ­τα­ξαν τὸν θεῖ­ο καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου νὰ τὸ με­τα­φέ­ρουν στὴν αὐ­λὴ τῆς κοι­νό­τη­τας, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἐ­κεῖ κου­βά­λη­σαν ἕ­να κου­βὰ μὲ πρά­σι­νη μπο­γιὰ μὲ δη­λη­τή­ριο, ὅ­πως εἶ­παν, καὶ τοὺς ὑ­πο­χρέ­ω­σαν νὰ τὸ βά­ψουν πρά­σι­νο. Με­τὰ τοὺς ἔ­δω­σαν γκα­σμά­δες καὶ φτυά­ρια νὰ τὸ θά­ψουν. Γύ­ρω μα­ζεύ­τη­καν οἱ χω­ρι­κοὶ σι­ω­πη­λοὶ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν τοὺς ἔ­βα­λαν νὰ πα­τή­σουν μὲ δύ­να­μη τὸ χῶ­μα.       

       Τὴ νύ­χτα πή­γα­με πε­ρί­λυ­ποι στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Με­τὰ εἶ­χε στὸ τρα­πέ­ζι πα­τά­τες, χόρ­τα, κο­λο­κύ­θια καὶ αὐ­γά. Τὸ φά­σμα τοῦ ἀ­πο­λε­σθέν­τος χοί­ρου μᾶς κα­τε­δί­ω­κε.

       Πρὶν ἀρ­χί­σου­με τὸ φα­γη­τὸ ὁ παπ­ποὺς μᾶς δι­ά­βα­σε ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο του, «ὁ γὰρ ἄρ­τος τοῦ Θε­οῦ ἐ­στιν ὁ κα­τα­βαί­νων ἐκ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ζω­ὴν δι­δοὺς τῷ κό­σμω. Εἶ­πον οὖν πρὸς αὐ­τόν, Κύ­ρι­ε, πάν­το­τε δὸς ἡ­μῖν τὸν ἄρ­τον τοῦ­τον. Εἶ­πε δὲ αὐ­τοῖς ὁ Ἰ­η­σοῦς, Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς, ὁ ἐρ­χό­με­νος πρός με οὐ μὴ πει­νά­σῃ, καὶ ὁ πι­στεύ­ων εἰς ἐ­μὲ οὐ δι­ψή­σῃ πώ­πο­τε».


Τὸ κα­λο­καί­ρι σ’ ἕ­να μπλό­κο τῶν Βουλ­γά­ρων οἱ στρα­τι­ῶ­τες, ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­λα­βαν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις, πο­δο­πά­τη­σαν τὸν παπ­ποὺ ἕ­ως θα­νά­του. Δύ­ο μέ­ρες με­τὰ πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αἱ­μορ­ρα­γί­α.

       Ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη του ψυ­χὴ σὰν μαῦ­ρο καρ­τά­λι πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­πὸ θά­λασ­σες, ἀ­πὸ βου­νά, μπῆ­κε στὴν Προ­πον­τί­δα καὶ στὴν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα καὶ κούρ­νια­σε γιὰ πάν­τα στὰ χώ­μα­τα τοῦ Πόν­του καὶ τῆς Τρα­πε­ζούν­τας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: ἐφ. Κα­θη­με­ρι­νή, ἔν­θε­το «Κα­θη­με­ρι­νὴ τῆς Βό­ρειας Ἑλ­λά­δας», Μ. Πα­ρα­σκευ­ή, 21 Ἀ­πρι­λί­ου 1995.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.


		
Διαφημίσεις

Τεὸ Ρόμβος: Τὸ Παραμύθι τῆς Ἀνάπτυξης


Rombos,Teo-ToParamythiTisAnaptyksis-Eikona-04


Τε­ὸ Ρόμ­βος


Τὸ Πα­ρα­μύ­θι τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ (ΠΟΥ) ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΠΟΥΘΕΝΑ…

(Ἕ­να Πα­ρα­μύ­θι γιὰ τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀ­γρί­ους τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης)


01-MiΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, σ’ ἕ­να νη­σά­κι κα­τα­με­σῆς στὸ Αἰ­γαῖ­ο ἐ­ζοῦ­σε μέ­σα σὲ λι­τὰ με­γα­λεῖα ἕ­νας γε­ρο-Βα­σι­λέ­ας πα­λαι­ῶν ἀρ­χῶν καὶ γη­ρα­λέ­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων. Ἦ­τον πο­λὺ ἀ­γα­πη­τὸς στοὺς ὑ­πη­κό­ους του καὶ εἶ­χε ἕ­να μο­να­χο­παί­δι. Ἐ­τοῦ­το πά­λε τὸ Πριγ­κι­πό­που­λο εἶ­χεν ἀ­πὸ μι­κρὸ δεί­ξει μί­αν ἔ­φε­ση πρὸς τὰ τρα­νὰ με­γα­λεῖ­α καὶ τὴν ἄ­νευ ὁ­ρί­ων Ἀ­νά­πτυ­ξη. Κά­πο­τες ἡ θειά­κα τοῦ νε­α­ροῦ βλα­στοῦ ἐ­δώ­ρι­σε παί­γνια εἰς τὸν μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, ἤ­τοι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἐξκα­φέ­α, μί­αν μη­χα­νι­κὴ μπουλ­δό­ζα καὶ μί­αν μπε­του­νι­έ­ρα διὰ νὰ παί­ζει, καὶ ὁ μι­κρὸς Πρίγ­κηψ πλιὰ ὅ­λο στὰ ἀ­να­πτυ­ξι­ο­λά­γνα παί­γνια εἶ­χεν τὰ μυα­λά του.

       Ἐ­πε­ρά­σα­νε οἱ χρό­νοι καὶ μί­αν ἡ­μέ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος εἶ­χεν ἀ­νέ­βει στὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα καὶ ὁ γε­ρο­βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πλιὰ φτά­ξει σὲ βα­θύ­τα­τα γε­ρά­μα­τα, ἔ­τσι ὅ­πως ἐ­κά­θον­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δος στὸ θρό­νο, ἔ­γει­ρε τὴν κε­φα­λὴ του ἐ­νῶ ἐ­ψέλ­λι­ζε τὰ ἑ­ξῆς: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες» καὶ μπάφ, τὰ ἐ­τί­να­ξε καὶ μᾶς ἀ­φῆ­κε χρό­νους.


Βα­θιὰ ἦ­τον ἡ θλί­ψη ποὺ ἐ­σκέ­πα­σε τὴ Νῆ­σο. Σὰν ὅ­μως εἰ­πώ­θη ὅ­τι ὁ Πρίγ­κηψ θὰ γε­νεῖ Βα­σι­λέ­ας στὴ θέ­ση τοῦ Βα­σι­λέ­α, ἐ­γί­νη­κε χα­ρὰ με­γά­λη εἰς ὅ­λο τὸ Βα­σί­λει­ο. Ὁ νι­ό­βγαλ­τος Βα­σι­λέ­ας, γι­ο­μά­τος ὁρ­μὴ καὶ πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος σκέ­δια ἐ­φώ­να­ξε ἐν πρώ­τοις τοὺς μπι­στι­κοὺς καὶ τοὺς συμ­βού­λους τοῦ Θρό­νου στὴν με­γά­λη αἴ­θου­σα τῶν Συμ­βου­λί­ων καὶ τοὺς εἶ­πε: «Τρα­νοί μου Ἄρ­χον­τες, Ἐρ­γο­λῆ­πτες μου καὶ Ἐρ­γο­λά­βοι, στα­θεῖ­τε στὰ πλευ­ρά μου καὶ ‘γὼ θὰ εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς νὰ ὁ­δη­γή­σω τὸ ντό­πο μας πο­λὺ μα­κριὰ καὶ νὰ τὸν κά­μνω τὸν πιὸ ξα­κου­στὸ στὰ Βα­σί­λεια οὗλα. Ἔρ­γα νὰ ἰ­δοῦν τὰ ὀ­μά­τιά σας! Θὰ φτιά­ξω ἀ­ε­ρο­δρό­μια καὶ θὰ κά­μνω πλα­τεῖ­ες, θ’ ἀ­νοί­ξω δρό­μους, θὰ κα­τα­σκευά­σω λι­μά­νια, θὰ στουμ­πή­σω γι­ο­φύ­ρια, μὰ πά­νου ἀπ΄ οὗ­λα θὰ ἀ­νοί­ξω τὸν πιὸ Με­γά­λο Δρό­μο ποὺ θὰ πα­γαί­νει παν­τοῦ καὶ θὰ τὸν ζη­λεύ­ου­νε τὰ Βα­σί­λεια οὗ­λα.»


Ἀ­μ’ ἕ­πος ἀ­μ’ ἔρ­γο, καὶ διὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ἐ­πα­ρήγ­γει­λε γι­ω­τρύ­πα­να, κι ἐξ­κα­φεῖς καὶ χω­μα­το­φά­γους, τὶς πιὸ σύγ­χρου­νες μπουλ­δό­ζες, τὰ πιὸ λια­νὰ μη­χα­νι­κὰ σφυ­ριὰ καὶ τὶς πιὸ πει­να­σμέ­νες φα­γά­νες, τοὺς πιὸ βα­ριοὺς ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες κι ὅ,τι ἄλ­λο ἐ­χρει­ά­ζε­το. Τὸ λοι­πόν, δρό­μο ἀ­πῆ­ραν, δρό­μο ἀ­φή­νουν, ἐ­πὶ τὸ ἔρ­γον τὰ μα­κρυ­πό­δα­ρα γι­ω­τρύ­πα­να ὀ­ρε­ξά­τα-ὀ­ρε­ξά­τα, ἀ­νοί­γουν κρα­τῆ­ρες ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα βα­θιὰ στὴ γῆ, μὰ ἀν­τὶς γιὰ νε­ρὸ ἐ­βρί­σκαν θά­λασ­σα καὶ στὶς πη­γὲς ἀ­νά­βλυ­σε ἁρ­μυ­ρὸ νε­ρό. Ὁ κα­λός μας και­νο­τό­μος Βα­σι­λέ­ας ἔ­βα­ζε παν­τοῦ φουρ­νέ­λα μὲ φυ­τί­λια καὶ ἀ­φά­νι­ζε βου­νὰ ὁ­λά­κε­ρα ποὺ τά ’­φτια­νε με­τὰ γκω­νά­ρια. Τὰ μη­χα­νι­κά του σφυ­ριὰ λι­α­νί­ζα­νε τοὺς ὀγ­κό­βρα­χους καὶ τοὺς ἀ­ε­ρό­λι­θους καὶ τὰ κά­μναν φτε­νὲς πέ­τρες καὶ τὰ μη­χα­νι­κὰ κο­φτή­ρια μα­σοῦ­σαν, ἐ­λι­ά­νι­ζαν καὶ φτύ­ναν πε­τρα­δοῦ­λες καὶ χα­λί­κια. Καὶ οἱ ἐξ­κα­φεῖς σα­ρῶ­ναν τὸ γαρ­μπί­λι καὶ τὰ χώ­μα­τα καὶ σκέ­πα­ζαν μὲ δαῦ­τα οὗ­λες τὶς ρε­μα­τι­ές. Καὶ οἱ μπουλ­δό­ζες ἰ­σι­ῶ­ναν τὶς βου­νο­πλα­γι­ές, τοὺς κόρ­φους, τοὺς λόγ­γους, τὶς ἀγ­κά­λες καὶ τὰ λαγ­κά­δια. Καὶ οἱ φα­γά­νες στουμ­πώ­να­νε κα­λῶς κι ἐ­πα­τί­κω­ναν ὁ­λο­μα­ζὶ τὰ κα­κο­συ­φο­ρι­α­σμέ­να ἀ­δρα­νῆ ὑ­λι­κά. Κι οἱ φορ­τω­τὲς ἐ­γι­ο­μί­ζαν ἀγ­κω­νά­ρια, τρο­χα­λό­πε­τρες, ξε­ρό­βρα­χους καὶ κοκ­κι­νό­χω­μα ἴ­σα­με πά­νου στὰ φορ­τη­γὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Καὶ οἱ ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες στρῶ­ναν ὁ­λοῦ­θε δι­α­γω­νί­ως καὶ κα­θέ­τως δρό­μους, πλα­γι­νούς, βο­η­θη­τι­κούς, κα­ρο­δρό­μους, δι­α­δρό­μους, πε­ζο­δρό­μους, πε­λα­γο­δρό­μους, ἀ­ε­ρο­δι­α­δρό­μους.

       Καὶ ὅ­ταν πλιὰ εἶ­χαν ὅ­λα τε­λει­ώ­σει, ἀ­κού­στη­κε ἀ­π’ τὰ λί­γα ἄ­γρια πού ‘χαν δῶ καὶ κεῖ ξω­μεί­νει ἕ­νας ψί­θυ­ρος στὸν ἀ­γέ­ρα, καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ προ­φη­τι­κὰ λό­για τοῦ Μα­κα­ρί­τη: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες».

       Καὶ τό­τες, μό­νο τό­τες, ἔ­φτα­ξαν μὲ βόμ­βους με­γά­λους τ΄ἀ­ε­ρό­πλα­να καὶ τὰ ὑ­δρό­πλα­να καὶ ἐ­προ­σγει­ώ­νον­ταν τό ‘να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο καὶ ἐ­ξε­φόρ­τω­ναν μερ­μηγ­κι­ὲς ἀ­θρώ­πους. Καὶ νά, τὰ βα­πό­ρια, καὶ τὰ κα­ρά­βια. Καὶ νά, καὶ τὰ κρου­α­ζε­ρό­πλοι­α, νά, καὶ τὰ γι­ὼτ καὶ κό­τε­ρα, νά, καὶ οἱ Μα­χαρα­γιά­δες μὲ τὰ χα­ρέ­μια τους. Καὶ νά, κι οἱ Ντου­ρί­στες ποὺ ἐ­ξε­φώ­νι­ζαν: «Μπὲλ Κρου­α­ζιέρ! Γκρὰν Κρουα­ζάνς!».


Καὶ ὁ μέ­γας Δρό­μος μὲ τοὺς πα­ρα­δρό­μους ποὺ εἶ­χε πιὰ ἀ­πο­φτια­χτεῖ, ἐ­γι­ό­μι­σε πλή­θια, μι­λι­ού­νια καὶ μα­μού­νια ἀ­θρώ­πων. Καὶ τὸ νη­σὶ ἐ­γι­ό­μι­σε οἰ­κό­πε­δα. Καὶ τὰ οἰ­κό­πε­δα γι­ο­μί­σαν ὀ­τέ­λια κι ὀ­σπί­τια. Καὶ τὰ ὀ­τέ­λια γι­ο­μί­σαν ἀ­θρώ­πους. Καὶ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὸ Δρό­μο. Κι ὁ Δρό­μος ἐ­πλημ­μύ­ρι­σεν ἀ­θρώ­πους. Κι οἱ ἀ­θρῶ­ποι ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὴ Θά­λασ­σα κι ἡ Θά­λασ­σα ἐ­στέ­ρε­ψε κι ἔ­γι­νε Στε­ριὰ καὶ ἡ Στε­ριὰ ἐ­βού­λια­ξεν καὶ τὰ ὀ­ψά­ρια ἐ­βγῆ­καν καὶ περ­πά­τη­σαν στὴ Στε­ριὰ καὶ οἱ ἀ­θρῶ­ποι γε­νή­κα­νε ὀ­ψά­ρια καὶ ἑ­κα­τοί­κη­σαν τὰ ἄ­πα­τα τῆς Θα­λάσ­σης. Καὶ εἶ­ναι νὰ τοὺς κλαῖ­νε οἱ ρέγ­κες…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὶς 8 Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 (στὸ http://romvos.wordpress.com/)

Τε­ὸ Ρόμ­βος (Ἀ­θή­να, Κου­κά­κι, 1945). Ἔ­ζη­σε κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, τὶς Ἠ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὸ Κογ­κὸ καὶ μό­νι­μα στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴ Γερ­μα­νί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἐ­πί­σης σύ­στη­σε τὸ ἀ­ναρ­χι­κὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Octopus Press, ποὺ ἦ­ταν ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης γιὰ πε­ρι­θω­ρια­κούς, καλ­λι­τέ­χνες, ποι­η­τές, συγ­γρα­φεῖς ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν σὲ πλῆ­θος πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Βι­βλί­α του: Τρί­α φεγ­γά­ρια στὴν πλα­τεί­α, Κεί­με­νο Πά­θος, Γε­ώρ­γιος Νέ­γρος: Ὁ Τί­γρης τοῦ Αἰ­γαί­ου κ.ἄ.


Γιῶργος Τριλλίδης: Τζέ­νι­φερ rules

Trillidis,Giorgos-JenniferRules-Eikona-02


Γιῶργος Τριλλίδης


Τζέ­νι­φερ rules


02-TaphΩΡΑ ποὺ σᾶς μι­λῶ, Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ ἀ­να­κα­λύ­πτουν τὶς κρυ­φὲς χά­ρες τοῦ Ὁ­μό­δους, ἀ­φοῦ ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­να­κα­λύ­ψει τὶς φα­νε­ρὲς χά­ρες ἀλ­λή­λων. Γιὰ τὴν Τζέ­νι­φερ, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κυ­ρι­ο­λε­κτή­σω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ κα­θε­τὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι ἐκ­στα­σι­ά­ζε­ται νὰ δι­α­τυμ­πα­νί­ζει τὴν πα­ρου­σί­α του (τὰ μά­τια της γρά­φουν πά­νω «μα­τά­ρες», τὸ στῆ­θος της «βυ­ζά­ρες» κ.ο.κ.), λὲς καὶ θὰ μᾶς προ­σέ­βαλ­λε ἂν μᾶς ἄ­φη­νε νὰ ψά­ξου­με λί­γο τὸ ζή­τη­μα ἀ­πὸ μό­νοι μας. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­μιὰ χά­ρη τοῦ Ἰ­ω­νᾶ δὲν εἶ­ναι φα­νε­ρὴ (ὅ­πως καὶ κα­νε­νὸς Ἰ­ω­νᾶ, ἄλ­λω­στε), πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῆς Τζέ­νι­φερ.

        Πε­ρι­δι­α­βαί­νουν λοι­πὸν τὸ γρα­φι­κὸ χω­ριὸ καὶ κά­θε τό­σο στα­μα­τᾶ­νε νὰ δοῦν αὐ­τό, νὰ δο­κι­μά­σουν ἐ­κεῖ­νο, νὰ σχο­λιά­σουν τὸ ἄλ­λο – συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται, δη­λα­δή, σὰν κα­νο­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. Ἀλ­λὰ ἡ αὔ­ρα τους ἔ­χει κά­τι τὸ ἐ­πι­μνη­μό­συ­νο. Γύ­ρω τους μα­ζεύ­ον­ται του­ρί­στες μὲ δε­κά­δες πί­ξελ ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ βγά­ζουν φω­το­γρα­φί­ες ποὺ σὲ τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ σή­με­ρα θὰ ἔ­χουν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀν­τί­κρι­σμα ἴ­σο μὲ αὐ­τὸ

Trillidis,Giorgos-JenniferRules-Eikona-01

καὶ παίρ­νουν ὅρ­κο ὅ­τι Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ πα­ρι­στά­νουν κά­τι ποὺ ἦ­ταν, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι πιά. Ἀ­σφα­λῶς πέ­φτουν ἔ­ξω (ὅ­πως ὅ­λοι οἱ του­ρί­στες, ἄλ­λω­στε), ἀ­φοῦ Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ ἦ­ταν πάν­τα κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι.

        Τώ­ρα, στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, ἀ­πο­φα­σί­ζουν ὅ­τι πεί­να­σαν καὶ κά­θον­ται νὰ τσιμ­πο­λο­γή­σουν πτω­μα­τά­κια. Ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖ­α, λα­ϊ­κό­τρο­πες φω­νὲς ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται μὲ τα­χύ­τη­τα ποὺ ἀν­τα­γω­νί­ζε­ται τὸ πη­γαι­νέ­λα τῶν με­ζέ­δων, πά­ρα ταῦ­τα Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν στὴ δι­ά­θε­σή τους νὰ ξο­κεί­λει ἀ­πὸ τὴν πε­πα­τη­μέ­νη. Ἔ­χουν ἀρ­χές, Ἰ­ω­νᾶς καὶ Τζέ­νι­φερ, καὶ θὰ τὶς τη­ρή­σουν ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἂν τὸ σύμ­παν γύ­ρω τους κα­τε­δα­φί­ζε­ται σὲ ρυθ­μοὺς ἐν­νέ­α ὄ­γδο­α. Μὲ τὸ ποὺ ἔρ­χον­ται τὰ γλυ­κὰ τοῦ κου­τα­λιοῦ, ἡ συ­ζή­τη­ση ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται στὸ γνω­στὸ θέ­μα. Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν μο­νό­λο­γοι. Αὐ­τὸς τῆς Τζέ­νι­φερ, ὅ­μως, πλα­τειά­ζει ἐ­πι­κίν­δυ­να καὶ ὁ Ἰ­ω­νᾶς ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ κό­ψει δρό­μο.

        «Ἂν ὄ­χι ἐ­γώ, ποι­ός;» ἐ­ξα­νί­στα­ται καὶ συγ­κε­φα­λαι­ώ­νει ὁ Ἰ­ω­νᾶς. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μά του κα­θί­στα­ται ρη­το­ρι­κὸ γιὰ λό­γους ποὺ ἐν­το­πί­ζον­ται ἐ­κτὸς κει­μέ­νου (hors-texte).

        «Ἂν ὄ­χι τώ­ρα, πό­τε;» ἀν­τι­τεί­νει, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως πο­λὺ εὔ­στο­χα, ἡ Τζέ­νι­φερ, ἡ ὁ­ποί­α —πα­ρό­τι Τζέ­νι­φερ— εἶ­ναι ἕ­να δι­α­ο­λε­μέ­νο θη­λυ­κὸ ποὺ ἔ­χει δι­α­γνώ­σει ἐγ­καί­ρως πὼς ὁ μό­νος τρό­πος νὰ γυ­ρί­σει μπού­με­ρανγκ ἕ­να ρη­το­ρι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι νὰ ἀ­παν­τη­θεῖ μὲ ἕ­να ἄλ­λο ρη­το­ρι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα.

        Ὁ Ἰ­ω­νᾶς, χα­μέ­νος, ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται —ἴ­σως ἐν­στι­κτω­δῶς, πάν­τως σί­γου­ρα ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να— πὼς νό­μι­μη ἄ­μυ­να καὶ ἄ­δι­κη ἐ­πί­θε­ση εἶ­ναι ἁ­πλῶς οἱ δύ­ο ὄ­ψεις τοῦ ἴ­διου νο­μί­σμα­τος (κά­ποι­οι μά­λι­στα ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ἀρ­χαι­ό­τε­ρο νό­μι­σμα τοῦ κό­σμου καὶ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νο τοῦ 7ου π.Χ. αἰ­ώ­να, ποὺ ἐν­το­πί­στη­κε στὴ Λυ­δί­α). Μέ­νει μό­νο νὰ δοῦ­με ἐ­ὰν καὶ πό­τε θὰ ψυλ­λια­στεῖ ὁ Ἰ­ω­νᾶς ὅ­τι ἡ Τζέ­νι­φερ στρί­βει πάν­το­τε αὐ­τὸ τὸ νό­μι­σμα κα­τὰ τὴ γνω­στὴ φόρ­μου­λα «γράμ­μα­τα χά­νεις / κο­ρώ­να κερ­δί­ζω».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola): Ὁ ἐφευρέτης


MasóRahola,Jordi-OEfeyretis-Eikona-02


Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola)


Ὁ ἐφευρέτης

(L’inventor)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τῆς μη­χα­νῆς τῆς ἀ­να­στρο­φῆς τοῦ χρόνου ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρνστ Μί­λερ (1941-1867).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὸ μπλὸγκ γιὰ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα τοῦ Fer­nando Valls La na­ve de los lo­cos.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola) (Γκρανολιέρς, 1967). Ἔχει ἐκ­δώ­σει δύο βιβλία (Els re­ptes de Vla­di­mir, 2010 καὶ Ca­tà­leg de mon­stres, 2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Γαλήνη Σαουλίδου: Ἐκδικητής


10-Saoulidou,Galini-Ekdikitis-Eikona-01


Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου


Ἐκ­δι­κη­τής


11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΚΟΥΣ πρῶ­τα τα πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου στὴν ἄ­σφαλ­το, κοι­τά­ζεις ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­πί­στευ­το, ὁ Δὸν Κι­χώ­της, ὁ ἥ­ρω­ας τῶν παι­δι­κῶν σου χρό­νων, στέ­κε­ται ἐ­κεῖ, στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξεις. Σκου­πί­ζεις γρή­γο­ρα τὰ δά­κρυ­α, κα­τε­βαί­νεις μὲ τὶς παν­τό­φλες, ἦρ­θες τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, γεν­ναῖ­ε ἱπ­πό­τη, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο, ὁ δι­ευ­θυν­τής μου μὲ κά­νει κά­θε μέ­ρα σκου­πί­δι, τὰ ξέ­ρω ὅ­λα εὐ­γε­νέ­στα­τη δέ­σποι­να, ἂς μὴ χά­νου­με και­ρό. Νά ’­μα­στε κι­ό­λας στὸ γρα­φεῖ­ο του, ποι­ός εἶ­στε, κύ­ρι­ε; οἱ Ἀ­πό­κρι­ες ἀρ­γοῦν ἀ­κό­μα, τὰ λό­για στὴν πε­ρί­πτω­σή σου πε­ριτ­τεύ­ουν κα­τα­ρα­μέ­νο κά­θαρ­μα, τὸ σπα­θὶ τοῦ ἱπ­πό­τη κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη, χαρ­τιὰ αἰ­ω­ροῦν­ται καὶ δι­α­σκορ­πί­ζον­ται στὸ πά­τω­μα, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πέ­φτει αἱ­μό­φυρ­τος ἀ­π’ τὴν κα­ρέ­κλα, πλή­ρω­σε καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὴν ἀ­παί­σια συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀγ­κα­λιά­ζεις τὸν ἱπ­πό­τη γε­μά­τη εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ἀ­νε­βαί­νε­τε κι οἱ δύ­ο στὸν Ρο­σι­νάν­τη, δὲν καλ­πά­ζει, πε­τά­ει, τὰ πό­δια του ἴ­σα ποὺ ἀγ­γί­ζουν τὶς κε­ραῖ­ες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, ἄ­δι­κα στε­νο­χω­ρι­ό­σουν, ἡ λύ­ση ἦ­ταν τε­λι­κὰ τό­σο ἁ­πλῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου (Ἀθήνα, 1962). Σπού­δασε Παιδαγωγικὰ  καὶ Φιλολογία (τμῆ­μα Ἱ­στο­ρί­ας – Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας) καὶ μετεκπαιδεύτηκε στὴν Μα­ράσ­λει­ο Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δα­σκά­λα ἐ­πὶ 30 χρό­νια. Μὲ τὸ γρά­ψι­μο ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖται με­τὰ τὴ συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σή της, ὁ­πό­τε καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Γ. Ναλ­παν­τί­δη.


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Τὸ μηχάνημα


Markoglou,Prodromos-ToMichanima-Eikona-03


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Τὸ μηχάνημα


02-OmikronΗΛΙΟΣ χώ­ρι­ζε τὸ δρό­μο σὲ δύ­ο κομ­μά­τια. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης, στὸ ἰ­σκι­ε­ρὸ μέ­ρος, μιὰ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες καὶ λί­γους ἄν­δρες πε­ρί­με­ναν. Ἡ οὐ­ρὰ με­γά­λω­νε κα­θὼς κά­θε τό­σο κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν, κολ­λοῦ­σε ἐ­κεῖ ρω­τών­τας καὶ προσ­δο­κών­τας.

       «Γρά­φου­νε;»

       Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε ν’ ἀ­παν­τή­σει. Οἱ ἄν­δρες κά­πνι­ζαν κα­θι­σμέ­νοι στὸ πε­ζού­λι τοῦ δρό­μου. Τὰ μη­χα­νή­μα­τα ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας κα­πνοῦ εἶ­χαν τσα­κί­σει τὰ ἐρ­γα­τι­κὰ χέ­ρια.

       «Ἂν δὲν εἶ­χα μι­κρὰ παι­διὰ θά ­’­φευ­γα στὴ Γερ­μα­νί­α.»

       «Τὸ χει­μώ­να δού­λε­ψα στοὺς δρό­μους, στὸ χα­λί­κι, λί­γες μέ­ρες.»

       «Ἕ­να χρό­νο εἶ­μαι τώ­ρα χω­ρὶς δου­λειά, στὴ Γερ­μα­νί­α σοῦ λέ­ω, καὶ χέ­στους ἐ­δῶ.»

       «Οἱ Γερ­μα­νί­δες εἶ­ναι που­τά­νες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.

       Ἄ­νοι­ξε ἡ με­γά­λη σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα, βγῆ­κε ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας, κον­το­στά­θη­κε.

       «Θὰ μᾶς γρά­ψε­τε;»

       «Πά­λι τὰ ἴ­δια, δὲν γρά­φω ἐ­γώ, μὴν πε­ρι­μέ­νε­τε ἄ­δι­κα, τ’ ἀ­φεν­τι­κὰ τὰ κα­νο­νί­ζουν», σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του, «ἔ­τσι κι ἀλ­λιῶς φέ­τος θὰ πά­ρου­με πο­λὺ λι­γό­τε­ρους». Γύ­ρι­σε, ἔ­φυ­γε πρὸς τὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς Ἐ­φο­ρί­ας κα­πνοῦ.

       «Καὶ ’­μεῖς τί θ’ ἀ­πο­γί­νου­με;» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.

       «Ἅ­μα ἤ­σουν κα­μιὰ στρουμ­που­λὴ μι­κρού­λα θὰ σὲ γρά­φα­νε», εἶ­πε ἕ­νας ἄν­δρας ποὺ ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πε­ζού­λι καὶ τί­να­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του.

       «Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲν δου­λεύ­εις στὴν Αὐ­στρο­ελ­λη­νι­κή; Τί θέ­λεις ἐ­δῶ;»

       «Μ’ ἔ­σβη­σε ἡ Ἀ­σφά­λεια ἀ­π’ τὴ λί­στα προσ­λή­ψε­ων, εἶ­χα πά­ρει μέ­ρος πέρ­σι στὴν ἀ­περ­γί­α.»

       «Ἐ­γὼ πρέ­πει πά­σῃ θυ­σίᾳ νὰ δου­λέ­ψω, σὲ τρί­α χρό­νια θὰ πά­ω γιὰ σύν­τα­ξη.»

       «Ποι­ός θὰ σὲ πά­ρει, ποῦ θὰ βρεῖς δου­λεί­α, δὲν βλέ­πεις, μά­να μου, τί σφα­γὴ ἔ­φε­ραν τὰ μη­χα­νή­μα­τα.»

       Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε, σκού­πι­ζαν οἱ γυ­ναῖ­κες τὰ πρό­σω­πα καὶ τὸ λαι­μό τους. Ὁ ἥ­λιος ψή­λω­νε, ἡ σκιὰ εἶ­χε μεί­νει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι στὸ δρό­μο. Ἐ­κεῖ εἶ­χαν στρι­μω­χθεῖ καὶ πε­ρί­με­ναν.


       Ἕ­να Volvo φορ­τη­γό, ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ κόκ­κι­νο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ γω­νιὰ τοῦ δρό­μου, στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης. Πή­δη­ξαν ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα πέν­τε ἐκ­φορ­τω­τές. Κα­τέ­βη­κε ὁ ὁ­δη­γός, μπῆ­κε στὰ γρα­φεῖ­α. Σὲ λί­γο βγῆ­κε μ’ ἕ­ναν κον­τὸ φα­λα­κρό. Αὐ­τὸς τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ ξε­φορ­τώ­σουν. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε στὸ φορ­τη­γὸ κι ἔ­σβη­σε τὴ μη­χα­νή.

       «Ἐ­δῶ θὰ τὸ κα­τε­βά­σε­τε», εἶ­πε στοὺς ἐκ­φορ­τω­τὲς καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸ ση­μεῖ­ο.

       Οἱ ἐκ­φορ­τω­τὲς κα­τέ­βα­σαν δύ­ο χον­τρὰ κα­δρό­νια, ἀ­κούμ­πη­σαν τὴν μιά τους ἄ­κρη στὴν κα­ρό­τσα καὶ τὴν ἄλ­λη στὸ ἔ­δα­φος. Δέ­σα­νε μ’ ἕ­να σχοι­νὶ τὸ μη­χά­νη­μα, τὸ τρά­βη­ξαν, χω­ρι­σμέ­νοι σὲ δύ­ο ὁ­μά­δες, στὸ στό­μιο τῆς κα­ρό­τσας. Ἀ­νέ­βη­καν τρεῖς πά­νω στὴν κα­ρό­τσα καὶ δέ­σα­νε, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ φο­ρά, καὶ πά­λι μὲ σχοι­νιὰ τὸ μη­χά­νη­μα καὶ κρα­τών­τας κόν­τρα ἄ­φη­σαν τὸ μη­χά­νη­μα νὰ γλι­στρή­σει πά­νω στὰ κα­δρό­νια, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ κά­τω βά­ζα­νε κι αὐ­τοὶ ἕ­να χέ­ρι. Γλι­στρών­τας τὸ κα­τέ­βα­σαν στὸ δρό­μο. Με­τὰ πά­λι σὲ κα­δρό­νια καὶ σι­δε­ρέ­νιους σω­λῆ­νες σκουν­τών­τας ἀ­νέ­βα­σαν τὸ μη­χά­νη­μα στὸ πε­ζο­δρό­μιο μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κα­πνα­πο­θή­κης. Ἡ δου­λειὰ τε­λεί­ω­σε. Ἀ­νέ­βη­καν στὸ φορ­τη­γὸ καὶ φύ­γα­νε.

       Τὸ μη­χά­νη­μα ἔ­με­νε ἐ­πι­βλη­τι­κὸ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Οἱ ἐρ­γά­τες τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ταν. Ἦ­ταν σκέ­το μέ­ταλ­λο, μα­κρό­στε­νο στὸ ὕ­ψος καὶ τε­τρά­γω­νο. Τέσ­σε­ρις κο­λῶ­νες, μιὰ σὲ κά­θε γω­νιά, κρα­τοῦ­σαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ ἕ­να μο­τὲρ κα­θὼς καὶ δύ­ο ἔμ­βο­λα ποὺ κα­τέ­βαι­ναν, ὅ­ταν λει­τουρ­γοῦ­σαν, μέ­χρι κά­τω κι­νών­τας ἕ­να βα­ρί­διο γιὰ τὴν πί­ε­ση σὲ σχῆ­μα πλά­κας. Στὴ βά­ση ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς καὶ πα­τή­μα­τος τῶν φύλ­λων κα­πνοῦ. Ἐ­κεῖ δύο ἄλ­λα μο­τὲρ μὲ τρο­χα­λί­ες καὶ ἱ­μάν­τες. Τὸ μη­χά­νη­μα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι καὶ χυ­το­σί­δη­ρο ἄ­στρα­φτε στὸν ἥ­λιο.

       «Εἶ­ναι πα­τη­τι­κὸ μη­χά­νη­μα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, «βγά­ζει ἑ­ξήν­τα τόγ­κες τὴ μέ­ρα, ὅ­σες πέν­τε ἐρ­γά­τες.»

       «Κα­τα­ρα­μέ­να μη­χα­νή­μα­τα», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα.


Κα­βά­λα, 1964


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ κειμένων Ἀκτὴ Νεαπόλεως, 1964-2010.

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 

Λάκης Παπαστάθης: Χαρίκλεια

esmeralnta-531-600x600-01


Λά­κης Πα­πα­στά­θης


Χα­ρί­κλεια


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ὑ­πε­ρα­στι­κῶν λε­ω­φο­ρεί­ων, στὴν ὁ­δὸ Λι­ο­σί­ων, ὀ­χτὼ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πρω­ί. Στὴ θυ­ρί­δα τῶν εἰ­σι­τη­ρί­ων γιὰ τὸ Βό­λο ἔ­χει σχη­μα­τι­στεῖ μιὰ με­γά­λη οὐ­ρά. Ὅ­λοι βι­ά­ζον­ται νὰ προ­λά­βουν τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῶν ὀ­χτώ. Εἶ­ναι ἡ γραμ­μὴ ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πολ­λὰ χω­ριὰ καὶ κω­μο­πό­λεις τῆς Μα­γνη­σί­ας πρὶν κα­τα­λή­ξει στὸ Βό­λο.

         — Κά­νει στά­ση στὴν Κασ­σα­βέ­τεια;

         — Ναί.

         — Ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο. Ἡ μι­κρὴ δὲν πλη­ρώ­νει.

         — Πρέ­πει νὰ τῆς βγά­λεις μι­σό.

         — Μὰ εἶ­ναι μι­κρή.

         — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι;

         — Ἕ­ξι.

         — Πιὸ με­γά­λη φαί­νε­ται… Κα­λά.

         Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ποὺ ἔ­κο­βε τὰ εἰ­σι­τή­ρια κοί­τα­ξε μὲ συμ­πά­θεια τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς χα­μο­γέ­λα­σε.

         — Πῶς σὲ λέ­νε;

         — Χα­ρί­κλεια.

         Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε μὲ τ’ ὄ­νο­μα ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν τέ­λεια προ­φο­ρά της, για­τί τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν μαυ­ρά­κι μὲ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κι εὐ­κί­νη­τα μαῦ­ρα μά­τια. Ἡ μά­να της γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μὲ κό­τσο καὶ λου­λου­δια­στὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι.

         Ὁ ὁ­δη­γός, γύ­ρω στὰ τριά­ντα, μὲ γυα­λιὰ καὶ κα­λο­χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ καὶ αὐ­στη­ρά τοὺς ἐ­πι­βά­τες καὶ κά­πνι­ζε τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Με­τὰ τὰ πρῶ­τα δι­ό­δια ἔ­βα­λε τρα­γού­δια στὸ κα­σε­τό­φω­νο.

         Ἡ Χα­ρί­κλεια κοι­μό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας της. Ξύ­πνη­σε γιὰ λί­γο στὴ στά­ση κον­τὰ στὰ Κα­μέ­να Βοῦρ­λα, ἔ­φα­γε μιὰ με­γά­λη τυ­ρό­πι­τα κι ὅ­ταν τὸ αὐ­το­κί­νη­το ξε­κί­νη­σε, ξα­να­κοι­μή­θη­κε. Τὴν ξύ­πνη­σε ὁ­ρι­στι­κὰ ἕ­να κορ­νά­ρι­σμα καὶ τό­τε, ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας της, γλί­στρη­σε στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο τὸ δρό­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ γυρ­νών­τας στὴ μά­να της τὴ ρώ­τη­σε πό­τε φθά­νουν. Αὐ­τὴ τῆς ἀ­πάν­τη­σε: «Σὲ λί­γο».

         Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα ἄρ­χι­σε τὶς ἐ­ρω­τή­σεις, κά­πως ἀ­να­κρι­τι­κά.

         — Ποῦ μέ­νεις;

         — Στὴν Ἀ­θή­να

         — Καὶ ποῦ πᾶς τώ­ρα;

         — Στὴν Κασ­σα­βέ­τεια νὰ δῶ τὸν ἀ­δελ­φό μου.

         — Δου­λεύ­ει ἐ­κεῖ;

         — Ὄ­χι, εἶ­ναι στὴ φυ­λα­κή. Φυ­λα­κὲς Κασ­σα­βέ­τειας. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι…

         — Μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα!

         Ἀν­τὶ νὰ σω­πά­σει, ἡ Χα­ρί­κλεια συ­νέ­χι­σε…

         — Κι ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι φυ­λα­κή. Στὸν Κο­ρυ­δαλ­λό! Ἐ­μεῖς μέ­νου­με στὸ Με­νί­δι.

         Ἡ μά­να της τώ­ρα δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά της, σὰν νὰ ἀ­πο­μό­νω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον.

         Ἡ τε­λευ­ταί­α φρά­ση δη­μι­ούρ­γη­σε συγ­κί­νη­ση καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον στοὺς ἐ­πι­βά­τες ποὺ κά­θον­ταν κον­τά. Ἄλ­λοι τὴ ρω­τοῦ­σαν ἂν πά­ει σχο­λεῖ­ο, ἄλ­λοι ποῦ γεν­νή­θη­κε, ἄλ­λοι ἂν πά­ει στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ Χα­ρι­κλά­κι, τὸ πα­λιὸ τρα­γού­δι τοῦ Τούν­τα.

         «Μα­μά… μα­μά… τὸ Χα­ρι­κλά­κι… ἄ­κου!»

        Μπρο­στὰ στὰ ἔκ­πλη­κτα μά­τια ὅ­λων, ἡ μι­κρὴ πε­τά­χτη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, χο­ρεύ­ον­τας τσι­φτε­τέ­λι καὶ μουρ­μου­ρί­ζον­τας τὸ τρα­γού­δι. Οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τῆς χτυ­ποῦν πα­λα­μά­κια. Ἀ­κό­μη κι ὁ ὁ­δη­γός, ποὺ τὴν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ κα­θρε­φτὰκι, χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νέ­βα­σε τὴν ἔν­τα­ση τοῦ με­γα­φώ­νου. Χο­ρὸς μὲ τσαχ­πι­νιὰ κι ἐ­ρω­τι­σμὸ γυ­ναί­κας. Ὁ ρυθ­μός της, πα­ρὰ τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο, ἀ­βί­α­στος καὶ πλού­σιος. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸ τρα­γού­δι, γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ χο­ρεύ­ει. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση. Τὰ μπρά­βο καὶ τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα, σὰν νὰ ξύ­πνη­σαν τὴ μά­να της, ποὺ ἔ­βγα­λε μαν­τί­λι καὶ τῆς σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρώ­τα.

         — Χο­ρεύ­ω καὶ στὰ μα­γα­ζιά. Στὸν κύ­ριο Νί­κο στὸ Με­νί­δι, στὸν κύ­ριο Κώ­στα στὰ Λι­ό­σια, στὸ κέν­τρο Παν­δαι­σί­α στὴ Φυ­λή. Μὲ πά­ει ἡ μα­μά μου. Φο­ρά­ω ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο φό­ρε­μα. Μπλὲ χρῶ­μα.

         Τὰ εἶ­πε μό­νη της —χω­ρὶς νὰ ρω­τη­θεῖ— στὴ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα.

         Ὅ­ταν τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἔ­κα­νε στά­ση στὴν Κασ­σα­βὲτει­α καὶ κα­τέ­βη­κε ἡ μι­κρὴ μὲ τὴ μά­να της, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἐ­πι­βά­τες πῆ­γαν στὰ πα­ρά­θυ­ρα γιὰ νὰ τὶς χαι­ρε­τή­σουν. Κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια καὶ φώ­να­ζαν «γειά σου, Χα­ρι­κλά­κι». Ὁ ὁ­δη­γός, πρὶν ξε­κι­νή­σει, κορ­νά­ρι­σε σὰν σὲ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἡ Ἥ­συ­χη καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἔκδ. Νε­φέ­λη, 2005)

Λά­κης Πα­πα­στά­θης (Βό­λος, 1943). Πε­ζο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της. Ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει τρεῖς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους: Τὸν και­ρὸ τῶν Ἑλ­λή­νων (1981), Θε­ό­φι­λος (1987), Τὸ μό­νον τῆς ζω­ῆς του τα­ξεί­διον (2001) καὶ μί­α μι­κροῦ μή­κους: Γράμ­μα­τα ἀ­πό τὴν Ἀμε­ρι­κή (1972). Ἀ­πὸ τὸ 1976 εἶναι βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς τη­λε­ο­πτι­κῆς ἐκ­πομ­πῆς «Πα­ρα­σκή­νιο». Ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἡ νυ­χτε­ρί­δα πέ­τα­ξε (Νεφέλη, 2002) εἶ­ναι τὸ πρῶτο του βι­βλί­ο.