Σαμουέλε Λαρόκια (Samuele Larocchia)

Larocchia,Samuele-OdontobourtsaKynigiou-Eikona-01


Σα­μου­έ­λε Λα­ρό­κια (Samuele Larocchia)


Ὀ­δον­τό­βουρ­τσα κυ­νη­γιοῦ

(Spazzolino da riporto)


06-Delta-Chronica_Polonorum_DΕΝ ΠΑΡΑΠΟΝΙΟΤΑΝ γιὰ τὴ ζω­ή του. Εἶ­χε δου­λειὰ ἀ­κό­μα καὶ σπί­τι. Γευ­μά­τι­ζε κα­νο­νι­κὰ δύ­ο φο­ρὲς τὴ μέ­ρα, τὶς Κυ­ρια­κὲς πρω­ι­νὸ ἔ­ξω, τὰ Σάβ­βα­τα στὸν κου­ρέ­α. Δὲν πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, ὄ­χι, ὅ­μως ἦ­ταν μό­νος. Μό­νος στὴ δου­λειά, στὸ σπί­τι, στὸ κα­φὲ τὶς Κυ­ρια­κές, στὸν κου­ρέ­α τὰ Σάβ­βα­τα.

        Σύ­χνα­ζε στὸ σοῦ­περ μάρ­κετ ἐλ­πί­ζον­τας νὰ μπλε­χτεῖ σὲ κου­βέν­τα στὴν οὐ­ρὰ γιὰ τὸ τα­μεῖ­ο, ἀλ­λὰ κα­νεὶς πο­τὲ δὲν τοῦ εἶ­χε ἀ­πευ­θύ­νει τὸ λό­γο οὔ­τε κὰν γιὰ νὰ γκρι­νιά­ξει γιὰ τὴν ἀρ­γο­πο­ρί­α τῆς κο­πέ­λας στὸ τα­μεῖ­ο.

        Μιὰ μέ­ρα ἀ­γό­ρα­σε μιὰ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Δὲν τὴ χρει­α­ζό­ταν, ἡ πα­λιά του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα ἦ­ταν ἀ­κό­μα κα­λή, ἔ­πρε­πε πα­ρό­λα αὐ­τὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει κά­τι γιὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει στὴν οὐ­ρὰ κι ἐ­κεί­νη ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­χε μί­α ἀ­κα­τα­μά­χη­τη θή­κη τα­ξι­δί­ου. Τὴν πῆ­ρε, ἂν καὶ δὲν τα­ξί­δευ­ε πο­τέ. Ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι ἡ μο­να­ξιὰ εἶ­ναι ἡ ἴ­δια παν­τοῦ προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν πιὸ ἀρ­γὴ οὐ­ρά. Σκούν­τη­ξε μιὰ κυ­ρί­α.

        — Ἄχ, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε.

        — Δὲν πει­ρά­ζει.

        — Νὰ σᾶς βο­η­θή­σω.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ. Ἄ, τί ὡ­ραί­α ὀ­δον­τό­βουρ­τσα!

        Κου­βέν­τια­ζαν μέ­χρι τὸ τα­μεῖ­ο καὶ με­τά, γιὰ λί­γο στὸ δρό­μο. Πρὶν χω­ρί­σουν ἡ κυ­ρί­α τὸν προ­σκά­λε­σε νὰ γνω­ρί­σει τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, ἴ­σως τὴν Κυ­ρια­κὴ, γιὰ πρω­ι­νὸ ἔ­ξω, ναί, βε­βαί­ως.

        Κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του γνώ­ρι­σε κι ἕ­ναν κύ­ριο ποὺ πή­γαι­νε βόλ­τα τὸ σκύ­λο του.

        — Χαί­ρε­τε!

        — Χαί­ρε­τε, τί ὡ­ραῖ­ος σκύ­λος!

        — Κι ἐ­σεῖς τί ὡ­ραί­α ὀ­δον­τό­βουρ­τσα! Συγ­γνώ­μη, δὲν ἔ­χου­με ξα­να­συ­ναν­τη­θεῖ στὸν κου­ρέ­α;

        Ἀ­φοῦ ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, εἶ­χε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ κά­τσει καὶ νὰ ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­σει:

        Πά­ο­λο, ἐ­γώ,

        Στε­φά­νια, ἡ κυ­ρί­α στὸ σοῦ­περ μάρ­κετ,

        Ρό­κο, ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ σκύ­λο,

        Πί­λιο, ὁ σκύ­λος

        Καὶ ἐ­σύ, καὶ κοί­τα­ξε τὴν ὀ­δον­τό­βουρ­τσα ποὺ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸ τρα­πέ­ζι μπρο­στά του.

        Τὴ χά­ι­δε­ψε.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Δι­α­δι­κτυα­κὴ πη­γὴ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος:

http://viadellebelledonne.wordpress.com/2008/11/28/spazzolino-da-riporto/

Διαδι­κτυα­κὴ πη­γὴ βι­ο­γρα­φι­κῶν στοι­χεί­ων:

http://www.nonvendofumo.it/artista.php?nick=n3ko

 

Σα­μου­έ­λε Λα­ρό­κια (Samuele Larocchia) ἢ Νέ­κο (Neko) (Ρώ­μη, 1983). Σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο La Sapienza. Ὡς ἐ­πάγ­γελ­μα δη­λώ­νει: ἐρ­γά­της τοῦ πνεύ­μα­τος. Ζεῖ στὴ Ρώ­μη. Ἔχει γράψει συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των γιὰ με­γά­λους: Χω­ρὶς οὐ­ρά (Senza coda, 2005), Κά­τω ἀ­πὸ τὰ νύ­χια (Sotto le unghie, 2005), Ἱ­στο­ρί­ες μιᾶς λακ­κού­βας (Storie in una pozzanghera, 2006), Ἀ­νά­με­σα σὲ ψί­χου­λα καὶ μυρ­μήγ­κια (Tra briciole e formiche, 2007), Μί­α εἶ­ναι ἡ βα­λί­τσα (Una e la valigia, 2008).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰταλικά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­όν τοῦ μα­θή­μα­τος «Θε­ω­ρί­ας τῆς Με­τά­φρα­σης ΙΙΙ» τὸ ὁ­ποῖ­ο δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κῶν Σπου­δῶν «Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς» τοῦ Τμή­μα­τος Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ (κα­τεύ­θυν­ση Με­τά­φρα­ση, Δι­ερ­μη­νεί­α καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α) κα­τὰ τὰ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2011-2012. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ φοι­τή­τρι­ες: Μα­ριά­ννα Κα­πε­τα­νί­δου, Μα­τί­να Σι­α­μή­τρα, Μα­ρί­α Τυμ­βί­ου.


Διαφημίσεις

Ἄννα Γρίβα: Μιὰ εὐτυχία ἁπλῆ


03-Griba,Anna-MiaEytychiaApli-Eikona-01


Ἄν­να Γρί­βα


Μιὰ εὐ­τυ­χί­α ἁ­πλῆ


«Ο ΚΟΣΜΟΣ γέ­μι­σε τρε­λούς. Ἄλ­λοι νο­μί­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους θε­ό­σταλ­τους, ἄλ­λοι τρα­βοῦν πρὸς νό­το νὰ κουρ­σέ­ψουν τὸν κό­σμο καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­ναγ­γέλ­λουν τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α. Μιὰ φο­ρά, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­ο­πά­λα­βους ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦν στὴν ὕ­παι­θρο ἦρ­θε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μύ­λο μου καὶ χτυ­ποῦ­σε τὰ φτε­ρά του, φω­νά­ζον­τας ὅ­τι σκο­τώ­νει γί­γαν­τες. Ἐ­γὼ ἔ­μει­να μέ­σα, εἶ­χα σι­τά­ρι νὰ ἀ­λέ­σω. Ἂν ὅ­μως μοῦ ἔ­κα­νε ζη­μιά, θὰ τὸν κυ­νη­γοῦ­σα μὲ τὸ φτυά­ρι. Τὸ σκε­φτό­μουν καὶ γέ­λα­γα.

       »Μὰ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ γε­λά­σω. Τὸ κα­κό της τρέ­λας χτύ­πη­σε καὶ τὸ σπι­τι­κό μου. Ἡ μο­νά­κρι­βη κό­ρη μου, ἡ Χουά­να, ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει πνεύ­μα­τα καὶ νε­κροὺς ποὺ τῆς λέ­νε νὰ κα­τέ­βει στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ νὰ ζή­σει σὰν τὸν Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο, μέ­σα σὲ τά­φους καὶ πη­γά­δια, πα­λεύ­ον­τας τοὺς πει­ρα­σμούς. Δὲν ξέ­ρω πιὰ τί νὰ σκε­φτῶ. Στὶς μέ­ρες μας, κα­νέ­νας πλέ­ον δὲν ὀ­ρέ­γε­ται μιὰ εὐ­τυ­χί­α ἁ­πλῆ, ὅ­λοι θέ­λουν νὰ γί­νουν ἅ­γιοι, ἥ­ρω­ες καὶ βα­σι­λιά­δες.»


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Ἄν­να Γρί­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὴ Ρώ­μη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ τε­λευ­ταί­α μὲ τί­τλο Ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ που­λιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Ποι­ή­μα­τα, με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μια δη­μο­σι­εύ­ει σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Οἱ γάτες στὴν αἴθουσα ψυχαγωγίας τῆς φυλακῆς

Davis,Lydia-OiGatesStinAithousa...-Eikona-01


Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Οἱ γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς

(The Cats in the Prison Recreation Hall)


01-TaphΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς ἦ­ταν οἱ γά­τες. Ὑ­πῆρ­χαν πε­ριτ­τώ­μα­τα παν­τοῦ. Τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα τῆς γά­τας προ­σπα­θοῦν νὰ κρυ­φτοῦν σὲ μιὰ γω­νιὰ καὶ μό­λις κά­ποι­ος τὰ δεῖ, μοιά­ζουν θυ­μω­μέ­να καὶ ντρο­πι­α­σμέ­να συ­νά­μα, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως νι­ώ­θει ἕ­νας ἄ­στε­γος ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κοι­μη­θεῖ στὸ παγ­κά­κι.

        Ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ βρο­χή, οἱ γά­τες πα­ρέ­με­ναν στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς, κι ἀ­φοῦ ἔ­βρε­χε συ­χνά, ἡ αἴ­θου­σα βρό­μα­γε καὶ οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ὅ­λο γκρί­νια­ζαν. Ἡ μυ­ρω­διὰ δὲν προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ ζων­τα­νά. Ἦ­ταν μιὰ δυ­να­τή, δυ­σά­ρε­στη μυ­ρω­διά. Μιὰ ἐ­με­τι­κὴ βρό­μα.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει, αὐ­τὲς τὶς γά­τες. Ὅ­πο­τε τὶς κλώ­τσα­γαν, δὲν τό ’­σκα­γαν ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἀλ­λὰ δι­α­σκορ­πί­ζον­ταν ἀ­ρι­στε­ρά-δε­ξιά, τρέ­χον­τας μὲ χα­μη­λω­μέ­να τὰ πό­δια τους, καὶ μὲ τὶς κοι­λι­ὲς τους σχε­δὸν νὰ ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὸ πά­τω­μα. Πολ­λὲς ἐ­κτι­νάσ­σον­ταν τό­σο ψη­λά, κά­νον­τας σάλ­το ἀ­πὸ δο­κὸ σὲ δο­κό, καὶ τε­λι­κὰ κά­θον­ταν κά­που ψη­λά, κι ἔ­τσι οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι, ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἔ­παι­ζαν πίνκ-πόνκ, ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν καὶ δὲν ἀ­κου­γό­ταν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὸ θό­λο τῆς ὀ­ρο­φῆς, κά­τι ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει αὐ­τὲς τὶς γά­τες, για­τὶ μπαι­νό­βγαι­ναν στὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τρύ­πες κα­λὰ κρυμ­μέ­νες. Τὰ πα­τή­μα­τά τους ἦ­ταν ἀ­θό­ρυ­βα – μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν κά­ποι­ον μὲ πε­ρισ­σὴ ὑ­πο­μο­νή, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­ση ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

        Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἄλ­λες ἔ­γνοι­ες, ἀλ­λὰ σὲ κά­θε στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς της, ἡ γά­τα ἔ­χει μό­νο μί­α καὶ μο­να­δι­κή. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τῆς δί­νει μιὰ τό­σο τέ­λεια ἰ­σορ­ρο­πί­α, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­ξάλ­λου τὸ θέ­α­μα μιᾶς μπερ­δε­μέ­νης ἢ φο­βι­σμέ­νης γά­τας μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­νά­μει­κτα συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­φοῦ νι­ώ­θου­με οἶ­κτο καὶ ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γε­λά­σου­με. Ἡ γά­τα δὲ δι­στά­ζει ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὴν πη­γὴ προ­έ­λευ­σης τοῦ φό­βου ἢ τῆς σύγ­χυ­σης, ἔ­χον­τας ὡς μό­νο βο­ή­θη­μα μιὰ δύ­σο­σμη ἀ­νά­σα ποὺ βγαί­νει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ πι­τσι­λω­τά της οὖ­λα.

        Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά, οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οί. Εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει μι­κρο­α­δι­κή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖα δὲ θε­ω­ροῦν­ταν σο­βα­ρά, κι ἔ­τσι τοὺς συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν μὲ ἐ­πι­εί­κεια.. Ὅ­μως, ἂν καὶ οἱ ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οὶ συ­χνὰ ἀ­ρέ­σκον­ται νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται γιὰ τὴν κα­λὴ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας τους, οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι ἄρ­χι­σαν νὰ βγά­ζουν ἐ­ξαν­θή­μα­τα καὶ ἐκ­ζέ­μα­τα. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά τους καὶ στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κλεί­δω­ση στὸ ὕ­ψος τοῦ ἀγ­κώ­να εἶ­χαν ἀ­φό­ρη­τους πό­νους καὶ τὸ δέρ­μα εἶ­χε ξε­φλου­δί­σει παν­τοῦ. Ἔ­γρα­φαν ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες ἀ­γα­νά­κτη­ση στὸν Κυ­βερ­νή­τη τῆς Πο­λι­τεί­ας τους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν­τε­λῶς συμ­πτω­μα­τι­κὰ ἦ­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­σή­μαν­τος ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Οἱ γά­τες, ὑ­πο­στή­ρι­ζαν, τοὺς προ­κα­λοῦ­σαν ἀ­να­φυ­λα­ξί­α.

        Ὁ Κυ­βερ­νή­της λυ­πή­θη­κε τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ τῆς φυ­λα­κῆς νὰ φρον­τί­σει τὸ ζή­τη­μα.

        Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῆς φυ­λα­κῆς εἶ­χε χρό­νια νὰ πά­ει στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αἴ­θου­σα. Μπαί­νον­τας, ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει, νι­ώ­θον­τας ἀ­να­γού­λα ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ερ­γη μυ­ρω­διά.

        Στὸ τέ­λος ἑ­νὸς δι­α­δρό­μου, στρί­μω­ξε στὴ γω­νί­α ἕ­ναν ἄ­σχη­μο κε­ρα­μι­δό­γα­το. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπα­στού­νι καὶ ὁ γά­τος, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ θυ­μω­μέ­νη του φά­τσα, ἦ­ταν ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νο μὲ τὰ δόν­τια καὶ τὰ νύ­χια του. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κι ὁ γά­τος ἔ­κα­ναν ἑ­λιγ­μοὺς μπρὸς-πί­σω γιὰ λί­γη ὥ­ρα, καὶ τό­τε ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πῆ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει μὲ δύ­να­μη, κι ὁ γά­τος ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει τρι­γύ­ρω του κι ἔ­φυ­γε, χω­ρὶς νὰ κά­νει κά­ποι­α λαν­θα­σμέ­νη κί­νη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἔ­βλε­πε γά­τες παν­τοῦ.

        Με­τὰ τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ὅ­ταν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι εἶ­χαν ἐ­πι­στρέ­ψει στὰ κε­λιά τους, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐ­πέ­στρε­ψε κρα­τών­τας μιὰ κα­ραμ­πί­να. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἄ­κου­γαν τὸν ἦ­χο τῶν πυ­ρο­βο­λι­σμῶν ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα. Ἦ­ταν ἕ­νας ἦ­χος ὑ­πό­κω­φος καὶ ἀ­κου­γό­ταν κά­που ἀ­πὸ μα­κριά, σὰν νά ’­ταν πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἤ­ξε­ρε κα­λὸ ση­μά­δι καὶ σκό­τω­σε πολ­λὲς γά­τες – λὲς κι ἔ­βρε­χε γά­τες ἀ­πὸ τὸ θό­λο, ἦ­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς δι­α­δρό­μους γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­νά­πο­δα. Καὶ παρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­κό­μα ἔ­βλε­πε σκι­ὲς νὰ κι­νοῦν­ται στὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου, κα­θὼς ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ κτή­ριο.

        Ἡ δι­α­φο­ρὰ ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Τὸ δέρ­μα τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Ἂν καὶ ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε στὸν ἀ­έ­ρα τοῦ κτη­ρί­ου, δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο ἔν­το­νη ὅ­πως πρίν. Με­ρι­κὲς γά­τες ἀ­κό­μα ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπα­ρου­τιοῦ καὶ τοῦ αἵ­μα­τος κι ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν ἄλ­λων με­λῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους καὶ τῶν μι­κρῶν τους.

        Ἔ­πα­ψαν νὰ ἀ­να­πα­ρά­γον­ται καὶ πα­ρα­μό­νευ­αν στὶς γω­νί­ες συ­ρί­ζον­τας ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς τρι­γύ­ρω, κά­νον­τας ἐ­πί­θε­ση χω­ρὶς λό­γο σὲ ὁ­τι­δή­πο­τε κι­νοῦν­ταν.

        Οἱ γά­τες αὐ­τὲς δὲν τρέ­φον­ταν κα­λὰ καὶ δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου κα­θα­ρές, καὶ μιὰ-μιὰ, μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο καὶ στὸ δι­κό της χρό­νο πέ­θαι­νε, ἀ­φή­νον­τας πί­σω μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ δυ­να­τὴ μυ­ρω­διὰ ποὺ πλα­νι­ό­ταν στὸν ἀ­έ­ρα γιὰ κα­να­δυ­ὸ βδο­μά­δες καὶ με­τὰ δι­α­λυ­ό­ταν. Με­ρι­κοὺς μῆ­νες με­τὰ δὲν ὑ­πῆρ­χαν κα­θό­λου γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς. Στὸ με­τα­ξὺ τοὺς ἀ­σή­μαν­τους φυ­λα­κι­σμέ­νους εἶ­χαν δι­α­δε­χθεῖ κά­ποι­οι ἄλ­λοι, δια­­βό­η­τοι, κι ὁ δι­ευ­θυν­τὴς εἶ­χε ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄλ­λον, πιὸ φι­λό­δο­ξο. Μό­νο ὁ Κυ­βερ­νή­της πα­ρέ­μει­νε στὴ θέ­ση του.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (Νορθάμπτον, Μασσαχουσέττης, 1947): Διήγημα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, με­τά­φραση ἀ­πό τὴ γαλ­λι­κή καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κλα­σι­κὰ γαλ­λι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα, ὅπως τὸ Α­να­ζη­τών­τας τὸν Χα­μέ­νο Χρό­νο τοῦ Προύστ καὶ τὸ Μαν­τὰμ Μπο­βα­ρὺ τοῦ Φλομ­πέρ.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νά­για Δα­σκα­λο­πού­λου. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American Col­le­ge. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.