Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ ἀντάμωση

Aggeli,Nansy-IAntamosi-Eikona-01

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ



Ἡ ἀν­τά­μω­ση


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟΝ ΕΒΛΕΠΕ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ καὶ ἔ­πει­τα τὸν ἔ­χα­νε, πά­λι στιγ­μια­ῖα, σὲ κά­θε κί­νη­ση τῶν συ­ρό­με­νων με­ταλ­λι­κῶν φύλ­λων. Τὸν ἔ­ψα­χνε μὲ τὰ μά­τια στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στὸ δι­α­δο­χι­κὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα τῶν θυ­ρῶν, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νος νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν δεῖ. Τὴ δι­α­σκέ­δα­ζε αὐ­τό. Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν ἀ­γω­νί­α του, τὶς συ­σπά­σεις τοῦ προ­σώ­που του κα­θὼς πε­ρί­με­νε νὰ τὴν ἀν­τι­κρί­σει, ὅ­σο ἡ λα­χτά­ρα του ἔ­φτα­νε στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Χα­μο­γε­λοῦ­σε για­τὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, για­τὶ ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ, καὶ για­τί μέ­σα σὲ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ ἔ­σβη­νε τὰ ση­μά­δια τῆς ἀ­να­μο­νῆς καὶ τῆς ἐγ­καρ­τέ­ρη­σής του σφίγ­γον­τάς τον στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νά­ ‘τος πά­λι. Βη­μα­τί­ζει νευ­ρι­κὰ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Δὲν πρέ­πει νὰ τὴν δεῖ, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­πρό­σμε­νη ἡ ἐμ­φά­νι­σή της ποὺ νὰ τὸν κά­νει νὰ πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ χα­ρά. Τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­να­μο­νῆς ἦ­ταν τώ­ρα ἐ­λεγ­χό­με­νο, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τα­θεῖ λί­γο ἀ­κό­μη, μιᾶς καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν πιὰ στὰ πρό­θυ­ρα. Τὸ παι­χνί­δι δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πα­ρὰ μό­νο λί­γες στιγ­μές, μὰ τῆς ἔ­δι­νε μιὰ σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση, μιὰ αἴ­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας, ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κι­νοῦ­σε τὰ νή­μα­τα καὶ ἀ­πο­φά­σι­ζε τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῶν ἡ­ρώ­ων στὴ σκη­νή. Ἀλ­λά, καὶ γιὰ κεί­νη ἦ­ταν κά­πως δύ­σκο­λο. Ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴ χα­ρά της ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τὴν ὄ­ρε­ξή της νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Ἤ­θε­λε κού­ρε­μα, τὰ μαλ­λιὰ του εἶ­χαν μα­κρύ­νει, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ γκρι­ζά­ρει ἐ­λα­φρῶς ἢ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της;

        Νὰ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ κου­ρα­σμέ­νο, ἀ­νή­συ­χο, ἐκ­φρα­στι­κὸ πρό­σω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­σοῦ­σε πάν­τα ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πί­κρας, κά­νον­τας τὴν ὑ­πο­ψί­α χα­ρᾶς στὸ βά­θος τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα φευ­γα­λέ­α, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα ἄλ­λου τό­που, ἄλ­λης γῆς καὶ ἄλ­λων και­ρῶν; Τὸν κοί­τα­ζε καὶ συ­νέ­κρι­νε τὴ μορ­φή του μὲ αὐ­τὴ τῶν ξέ­νων, εὐ­ϋ­πό­λη­πτων πο­λι­τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν ποὺ τὴν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν, καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ βγαί­νει πάν­τα λί­γο χα­μέ­νος καὶ ὡ­στό­σο νὰ δί­νει ταυ­τό­χρο­να τὴν ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς φθαρ­μέ­νης ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ψυ­χι­κῆς ἀ­νά­τα­σης ποὺ ἂν καὶ τὴν κα­μου­φλά­ρι­ζε ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ (πί­σω ἀ­πὸ τὸν μό­χθο μιᾶς ζω­ῆς, τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­γα­νά­κτη­σή του, τὰ πα­ρά­πο­νά του γιὰ τὸν κό­σμο, τὸ με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­τό του), ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν αἰ­σθαν­θεῖ ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­να­δύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα του, ποὺ τώ­ρα βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ τὴ βάρ­κα του, τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ πε­ρι­βό­λι του, μέ­σα σ’ ἕ­ναν κλι­νι­κὰ λευ­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ κά­θε αὐ­τό­μα­το μη­χά­νη­μα ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε, δῆ­θεν, τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες του. Ναί, βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, ἦ­ταν μέ­ρος ἑ­νὸς ἀ­νε­παί­σθη­του συ­νό­λου ποὺ μό­νο ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ καὶ νὰ νι­ώ­σει ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ ψη­λὰ ὅ­σο τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἔ­φτα­νε στὸν προ­ο­ρι­σμό του καὶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­τοῦ­σε στὴ γῆ. Για­τί στὸ πρό­σω­πό του κα­θε­φτί­ζον­ταν ὅ­λη ἡ νο­σταλ­γί­α γι’ αὐ­τὴν τὴν πα­τρί­δα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει πί­σω της καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε πιὰ πα­ρὰ μό­νο σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης ἐ­φή­με­ρος καὶ —ἀ­να­πό­φευ­κτα— λί­γο ξέ­νος. Ἀ­γα­ποῦ­σε (τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σε μα­κριὰ τὸ ἤ­ξε­ρε) τὶς ρωγ­μὲς τῶν μαρ­μά­ρι­νων μνη­μεί­ων, σὰν τὶς ρυ­τί­δες τοῦ προ­σώ­που του, τὴ σκό­νη τῶν γκρί­ζων τοί­χων σὰν τὰ με­λαγ­χο­λι­κά του μά­τια, τὶς τσι­μεν­τέ­νι­ες τα­ρά­τσες καὶ τὶς δί­πα­τες, τε­τρά­γω­νες κα­τοι­κί­ες σὰν τὸ σκλη­ρὸ καὶ ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νο δέρ­μα τῶν χε­ρι­ῶν του. Τὴ μυ­ρω­διὰ αὐ­τῆς τῆς πο­λύ­πα­θης καὶ πο­λύ­βου­ης πρω­τεύ­ου­σας, σὰν τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ ποὺ πό­τι­ζε τοὺς πό­ρους του. Για­τί, ὅ­ταν ἄ­να­βε τὸ τσι­γά­ρο καὶ φούν­τω­νε ἡ καύ­τρα σὲ κά­θε ρου­φη­ξιά, ἦ­ταν σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ βά­λει μέ­σα του ὅ­λη τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φὴ τοῦ κό­σμου, αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου ποὺ τὸν ἔ­φτια­ξε. Καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, τὸ νὰ ρου­φά­ει ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, σὰν νὰ τὸν ἔ­θρε­φε ἡ προ­σπά­θειά του νὰ πά­ει κόν­τρα σ’ ὅ­λα, νὰ σπά­σει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α του πα­ΐ­δια σ’ αὐ­τὴ τὴ σύγ­κρου­ση, ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε πα­ρα­παί­ον­τας, ἀλ­λὰ ζων­τα­νός. Ναί, οἱ μπαμ­πά­δες ἦ­ταν γιὰ κεί­νη σὰν ἀ­κλό­νη­τοι βρά­χοι, ἐ­κεῖ ποὺ γεν­νι­οῦν­ται, ἐ­κεῖ πε­θαί­νουν, ἐ­κεῖ στέ­κον­ται ὄρ­θιοι ὅ­σος ἀ­έ­ρας κι ἂν φυ­σᾶ, ὅ­σες κα­ται­γί­δες κι ἂν προ­μη­νύ­ον­ται. Ἐ­κεῖ ποὺ τοὺς ἀ­φή­νει κα­νείς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς τοὺς βρί­σκει σὰν νὰ μὴν πέ­ρα­σε και­ρός, σὰν ὁ χρό­νος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση, ἕ­να δα­χτυ­λί­δι κα­πνοῦ ποὺ δι­α­λύ­ε­ται στὸν ἄ­νε­μο. Γιὰ κεί­νη ἦ­ταν ὁ βρά­χος ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε ἡ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ μο­να­δι­κὴ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ δι­κή της πα­τρί­δα. Αὐ­τὴ ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω της γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μεί­νει μέ­σα της.

        Πῆ­ρε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές της καὶ πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ συ­ρό­με­να με­ταλ­λι­κὰ φύλ­λα. Γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά, εἶ­χε φτά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας ( διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: