Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Μιὰ σακκούλα

Grammatikos,Aleksandros-MiaSakkoula-Eikona-01


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μιὰ σα­κού­λα


03-Htta ΔΥΝΑΜΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ὅ­ταν σὲ κυ­νη­γοῦν, ὄ­χι ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς. Σὲ κυ­νη­γοῦν οἱ δου­λειές, οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, ἡ ἀ­δι­κί­α, ἡ γυ­ναί­κα καὶ τὰ παι­διά σου, τὰ λά­θη τους, τὰ λά­θη ὅ­λων. Τὰ δι­κά σου. Ἐ­κεῖ δεί­χνεις τὴ δύ­να­μη. Τὴ δι­κή σου.

        Ἀ­νέ­βα­σα στὸ σπί­τι κα­μιὰ δε­κα­πεν­τα­ριὰ σα­κοῦ­λες, γε­μά­τες, ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ κι ἔ­φυ­γα σφαί­ρα γιὰ τὴ μα­ρί­να στὴν Ἀ­ρε­τσοῦ. Γιὰ τρέ­ξι­μο. Πῆ­ρα κι ἕ­να κομ­μα­τά­κι σο­κο­λά­τα γιὰ ἔξ­τρα ἐ­νέρ­γεια. Προ­πό­νη­ση στὴ φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, στὴν πνευ­μα­τι­κὴ δι­ά­νοι­α, στὴν ψυ­χι­κὴ ἀν­το­χή, στὸ κρύ­ο καὶ στὴ ζέ­στη, στὴ βρο­χὴ καὶ στὸν ἥ­λιο, στὸν πό­νο, στὴ ζω­ή. Στὴ δύ­να­μη. Τρέ­χεις γιὰ νὰ κερ­δί­σεις τὸ χρό­νο ποὺ σὲ κυ­νη­γᾶ, ποὺ σὲ σκο­τώ­νει, κά­νεις ρε­κόρ, εἶ­σαι δυ­να­τός, ὅ­μως χά­νεις, πάν­τα χά­νεις, ὅ­σα ρε­κὸρ κι ἂν κά­νεις, χά­νεις καὶ δυ­να­μώ­νεις, χά­νεις δυ­να­τά. Κι ἂν δὲν κα­τα­φέ­ρεις ρε­κόρ, βελ­τι­ώ­νε­σαι γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο δυ­να­μι­κὸ κυ­νη­γη­τό.

        Με­ση­με­ρά­κι, φθι­νο­πω­ρι­νό. Ἥ­λιος δυ­να­τός. Ἀ­ε­ρά­κι γλυ­κὸ καὶ βί­αι­ο. Ἀ­να­μέ­τρη­ση μὲ πό­νο κι ἀ­να­πνο­ές. Ἀν­το­χὴ καὶ συ­νο­μι­λί­α. Μὲ σέ­να. Μό­νος σου. Γύ­ροι δυ­να­τοί, γύ­ροι κου­ρα­σμέ­νοι, γύ­ροι ἀ­νά­τα­σης. Ἐν­δυ­νά­μω­σης. Σὲ σκλη­ρο­τρά­χη­λο ἔ­δα­φος. Στὸ πρῶ­το «πεν­τά­ρι» χι­λι­ό­με­τρα, στα­θε­ρὰ στὰ τέσ­σε­ρα λε­πτά το χι­λι­ό­με­τρο, ἀ­κρι­βὴς σὰν ρομ­πο­τά­κι. Ἀ­νέ­βα­ζα στρο­φές. Στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο ἔ­βλε­πα στὸ δα­σά­κι τῆς μα­ρί­νας νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν συγ­κεν­τρώ­νον­ταν θε­α­τές. Γιὰ μέ­να. Ἀ­να­τρί­χια­σα. Πῆ­ρα τὰ πά­νω μου, αἰ­σθάν­θη­κα σπου­δαῖ­ος, ὅ­τι κα­τά­λα­βαν τὴ μα­νί­α ποὺ μὲ κα­τα­δί­ω­κε γιὰ νὰ γρά­ψω στὸ κον­τὲρ τρε­λὰ ρε­κόρ. Ἔ­τρε­χα τέ­λεια, μὲ ἄ­ψο­γο στίλ, κάλ­πα­ζα. Κα­τέ­βα­ζα τὸ χι­λι­ό­με­τρο στὰ τρί­α λε­πτὰ καὶ σα­ράν­τα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Καὶ συ­νέ­χι­ζα. Ἀ­πί­θα­νη μέ­ρα. Συμ­πλή­ρω­να τὸ δεύ­τε­ρο «πεν­τά­ρι» καὶ ὁ κό­σμος ὁ­λο­έ­να πύ­κνω­νε, πρέ­πει νά ’­ταν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριά, ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ λί­γο πρὶν βόλ­τα­ραν καὶ λι­ά­ζον­ταν. Κα­νεὶς δὲ μὲ κοι­τοῦ­σε. Οὔ­τε κὰν πρὸς τὸ μέ­ρος μου, τὴ θά­λασ­σα, τὸν ἥ­λιο, τὰ ἱ­στι­ο­φό­ρα. Σκυμ­μέ­νοι. Ὅ­λοι τους. Στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο δὲν ἄν­τε­ξα. Παύ­ση στὸ ρο­λό­ι καὶ χώ­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸ μπού­γιο. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε.

        Σὲ κύ­κλο, κοι­τοῦ­σαν τὸ ἔ­δα­φος. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν προ­σεύ­χον­ταν. Πλη­σί­α­σα πιὸ κον­τά, εἶ­δα κι ἐ­γὼ τὴ σα­κού­λα. Μιὰ με­γά­λη, σκου­ρό­χρω­μη σα­κού­λα σκου­πι­δι­ῶν, μὲ ὅ­λα τὰ δι­α­κρι­τι­κά τῆς ἑ­ται­ρεί­ας πά­νω της καὶ ἕ­να πτῶ­μα μέ­σα της. Ἂν καὶ ζε­στός, μ’ ἔ­πι­α­σε τρέ­μου­λο. Κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε, κοι­τού­σα­με πα­γω­μέ­νοι. Δυ­ὸ-τρί­α χέ­ρια ἄ­νοι­ξαν χῶ­ρο, στὰ μά­τια καὶ στὴ σα­κού­λα. Τὸ πτῶ­μα ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρο. Ὄ­χι δι­α­με­λι­σμέ­νο, κά­θε ἄλ­λο, συμ­πι­ε­σμέ­νο γιὰ νὰ χω­ρέ­σει, δι­πλω­μέ­νο προ­σε­κτι­κά, μὲ μο­να­δι­κὲς πλη­γὲς στὰ τσα­κί­σμα­τα, ἐ­κεῖ, στὶς κλει­δώ­σεις, μὲ τὸ αἷ­μα ἀλ­λοῦ νω­πὸ κι ἀλ­λοῦ ξε­ρα­μέ­νο, σὰν τὰ φρέ­σκα καὶ ξη­ρὰ φροῦ­τα, ἕ­νας καρ­πὸς ποὺ δὲν εἶ­χε νὰ δώ­σει τί­πο­τε πιὰ πα­ρὰ μα­θή­μα­τα καλ­λι­έρ­γειας. Ἄρ­χι­σα νὰ κρυ­ώ­νω. Δὲν ἔ­πρε­πε, ἤ­θε­λα νὰ συ­νε­χί­σω τὴν κούρ­σα, νὰ τὴν πά­ω ἀ­κό­μη πιὸ γρή­γο­ρα. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε θο­λώ­σει, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω. Τὸ αὐ­το­κόλ­λη­το ἦ­ταν κι αὐ­τὸ ἐ­πι­με­λῶς γραμ­μέ­νο καὶ κολ­λη­μέ­νο πά­νω της «Πρό­σφυ­γας με­τα­νά­στης ποὺ πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἀ­φυ­δά­τω­ση. Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε. Ἔ­φυ­γε ἤ­ρε­μος».

        Ὁ χρό­νος μου μέ­χρι τὸ πτῶ­μα ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νος, τέ­τοι­ο «δε­κά­ρι» δὲν εἶ­χα ξα­να­κά­νει. Ἤ­θε­λα νὰ συ­νε­χί­σω μὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Μοῦ ’­χαν κο­πεῖ τὰ πό­δια. Κοι­τοῦ­σα τὴ σα­κού­λα καὶ τὸν κό­σμο τρι­γύ­ρω καὶ τὸ τρέ­μου­λο ἀ­νέ­βα­ζε τὶς δι­κές του στρο­φές. Κρύ­ω­να. Ἔ­χα­να τὴν πιὸ με­γά­λη νί­κη ἀ­πὸ τὸν ὕ­που­λο χρό­νο καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση. Πό­σο χρει­ά­ζε­ται; Γιὰ νὰ φτά­σεις ἐ­δῶ; Πό­σο ἀ­κρι­βὰ πρέ­πει νὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ νὰ μά­θεις ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες σου; Πό­σα χι­λι­ό­με­τρα νὰ τρέ­ξεις γιὰ νὰ κά­νεις ρε­κόρ; Ἁ­πλὰ ρε­κόρ, ζω­ῆς. Κά­θε δευ­τε­ρό­λε­πτο μὲ θέ­α τὴ σα­κού­λα καὶ τὸ τρέ­μου­λο δυ­νά­μω­νε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κου­νη­θῶ. Εἶ­χα κό­ψει τὸ νῆ­μα λί­γο πρίν, ἐν ἀ­γνοί­α μου κι ἀ­πρό­σμε­να. Βρι­σκό­μουν ἤ­δη στὴ γραμ­μὴ τερ­μα­τι­σμοῦ, στὴ γραμ­μὴ μέ­τρη­σης τῆς ἀν­το­χῆς καὶ τῆς δύ­να­μής μου, σ’ αὐ­τὴ ποὺ εἶ­χα κά­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό μου χρό­νο. Κρύ­ω­να, πο­λύ. Χρει­α­ζό­μουν κά­τι νὰ σκε­πα­στῶ. Μιὰ σα­κού­λα. Ὄ­χι ἀ­πορ­ρι­μά­των καὶ κυ­ρί­ως ὄ­χι μαύ­ρη, ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ δί­νουν στοὺς μα­ρα­θω­νο­δρό­μους, αὐ­τές, τὶς ἰ­ρι­δί­ζου­σες, αὐ­τὲς ποὺ χρυ­σα­φί­ζουν, ποὺ τυ­λιγ­μέ­νος μοιά­ζεις μὲ σο­κο­λα­τά­κι. Γε­μά­τος ἐ­νέρ­γεια. Αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πω τώ­ρα νὰ τυ­λί­γουν τὰ προ­σφυ­γό­που­λα καὶ τοὺς κα­τα­τρεγ­μέ­νους τῶν πο­λέ­μων, αὐ­τῶν ποὺ τρέ­χουν κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα μὲ ὅ­λη τους τὴ δύ­να­μη. Μιὰ «εἰ­δι­κὴ σα­κού­λα ζε­στα­σιᾶς».

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τσμουθ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας-δι­α­φή­μι­σης. Τὸ Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (Ἐκ­δό­σεις Νη­σί­δες, 2009). Συμ­με­τεῖ­χε στὸ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Βι­βλί­ων (Εκ­δό­σεις Κα­στα­νι­ώ­τη, 2014), μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ζων­τα­νὴ Βι­βλι­ο­θή­κη».

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: