Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ ἀντάμωση

Aggeli,Nansy-IAntamosi-Eikona-01

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ



Ἡ ἀν­τά­μω­ση


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟΝ ΕΒΛΕΠΕ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ καὶ ἔ­πει­τα τὸν ἔ­χα­νε, πά­λι στιγ­μια­ῖα, σὲ κά­θε κί­νη­ση τῶν συ­ρό­με­νων με­ταλ­λι­κῶν φύλ­λων. Τὸν ἔ­ψα­χνε μὲ τὰ μά­τια στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στὸ δι­α­δο­χι­κὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα τῶν θυ­ρῶν, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νος νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν δεῖ. Τὴ δι­α­σκέ­δα­ζε αὐ­τό. Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν ἀ­γω­νί­α του, τὶς συ­σπά­σεις τοῦ προ­σώ­που του κα­θὼς πε­ρί­με­νε νὰ τὴν ἀν­τι­κρί­σει, ὅ­σο ἡ λα­χτά­ρα του ἔ­φτα­νε στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Χα­μο­γε­λοῦ­σε για­τὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, για­τὶ ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ, καὶ για­τί μέ­σα σὲ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ ἔ­σβη­νε τὰ ση­μά­δια τῆς ἀ­να­μο­νῆς καὶ τῆς ἐγ­καρ­τέ­ρη­σής του σφίγ­γον­τάς τον στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νά­ ‘τος πά­λι. Βη­μα­τί­ζει νευ­ρι­κὰ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Δὲν πρέ­πει νὰ τὴν δεῖ, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­πρό­σμε­νη ἡ ἐμ­φά­νι­σή της ποὺ νὰ τὸν κά­νει νὰ πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ χα­ρά. Τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­να­μο­νῆς ἦ­ταν τώ­ρα ἐ­λεγ­χό­με­νο, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τα­θεῖ λί­γο ἀ­κό­μη, μιᾶς καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν πιὰ στὰ πρό­θυ­ρα. Τὸ παι­χνί­δι δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πα­ρὰ μό­νο λί­γες στιγ­μές, μὰ τῆς ἔ­δι­νε μιὰ σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση, μιὰ αἴ­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας, ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κι­νοῦ­σε τὰ νή­μα­τα καὶ ἀ­πο­φά­σι­ζε τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῶν ἡ­ρώ­ων στὴ σκη­νή. Ἀλ­λά, καὶ γιὰ κεί­νη ἦ­ταν κά­πως δύ­σκο­λο. Ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴ χα­ρά της ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τὴν ὄ­ρε­ξή της νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Ἤ­θε­λε κού­ρε­μα, τὰ μαλ­λιὰ του εἶ­χαν μα­κρύ­νει, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ γκρι­ζά­ρει ἐ­λα­φρῶς ἢ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της;

        Νὰ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ κου­ρα­σμέ­νο, ἀ­νή­συ­χο, ἐκ­φρα­στι­κὸ πρό­σω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­σοῦ­σε πάν­τα ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πί­κρας, κά­νον­τας τὴν ὑ­πο­ψί­α χα­ρᾶς στὸ βά­θος τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα φευ­γα­λέ­α, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα ἄλ­λου τό­που, ἄλ­λης γῆς καὶ ἄλ­λων και­ρῶν; Τὸν κοί­τα­ζε καὶ συ­νέ­κρι­νε τὴ μορ­φή του μὲ αὐ­τὴ τῶν ξέ­νων, εὐ­ϋ­πό­λη­πτων πο­λι­τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν ποὺ τὴν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν, καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ βγαί­νει πάν­τα λί­γο χα­μέ­νος καὶ ὡ­στό­σο νὰ δί­νει ταυ­τό­χρο­να τὴν ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς φθαρ­μέ­νης ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ψυ­χι­κῆς ἀ­νά­τα­σης ποὺ ἂν καὶ τὴν κα­μου­φλά­ρι­ζε ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ (πί­σω ἀ­πὸ τὸν μό­χθο μιᾶς ζω­ῆς, τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­γα­νά­κτη­σή του, τὰ πα­ρά­πο­νά του γιὰ τὸν κό­σμο, τὸ με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­τό του), ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν αἰ­σθαν­θεῖ ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­να­δύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα του, ποὺ τώ­ρα βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ τὴ βάρ­κα του, τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ πε­ρι­βό­λι του, μέ­σα σ’ ἕ­ναν κλι­νι­κὰ λευ­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ κά­θε αὐ­τό­μα­το μη­χά­νη­μα ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε, δῆ­θεν, τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες του. Ναί, βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, ἦ­ταν μέ­ρος ἑ­νὸς ἀ­νε­παί­σθη­του συ­νό­λου ποὺ μό­νο ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ καὶ νὰ νι­ώ­σει ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ ψη­λὰ ὅ­σο τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἔ­φτα­νε στὸν προ­ο­ρι­σμό του καὶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­τοῦ­σε στὴ γῆ. Για­τί στὸ πρό­σω­πό του κα­θε­φτί­ζον­ταν ὅ­λη ἡ νο­σταλ­γί­α γι’ αὐ­τὴν τὴν πα­τρί­δα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει πί­σω της καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε πιὰ πα­ρὰ μό­νο σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης ἐ­φή­με­ρος καὶ —ἀ­να­πό­φευ­κτα— λί­γο ξέ­νος. Ἀ­γα­ποῦ­σε (τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σε μα­κριὰ τὸ ἤ­ξε­ρε) τὶς ρωγ­μὲς τῶν μαρ­μά­ρι­νων μνη­μεί­ων, σὰν τὶς ρυ­τί­δες τοῦ προ­σώ­που του, τὴ σκό­νη τῶν γκρί­ζων τοί­χων σὰν τὰ με­λαγ­χο­λι­κά του μά­τια, τὶς τσι­μεν­τέ­νι­ες τα­ρά­τσες καὶ τὶς δί­πα­τες, τε­τρά­γω­νες κα­τοι­κί­ες σὰν τὸ σκλη­ρὸ καὶ ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νο δέρ­μα τῶν χε­ρι­ῶν του. Τὴ μυ­ρω­διὰ αὐ­τῆς τῆς πο­λύ­πα­θης καὶ πο­λύ­βου­ης πρω­τεύ­ου­σας, σὰν τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ ποὺ πό­τι­ζε τοὺς πό­ρους του. Για­τί, ὅ­ταν ἄ­να­βε τὸ τσι­γά­ρο καὶ φούν­τω­νε ἡ καύ­τρα σὲ κά­θε ρου­φη­ξιά, ἦ­ταν σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ βά­λει μέ­σα του ὅ­λη τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φὴ τοῦ κό­σμου, αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου ποὺ τὸν ἔ­φτια­ξε. Καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, τὸ νὰ ρου­φά­ει ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, σὰν νὰ τὸν ἔ­θρε­φε ἡ προ­σπά­θειά του νὰ πά­ει κόν­τρα σ’ ὅ­λα, νὰ σπά­σει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α του πα­ΐ­δια σ’ αὐ­τὴ τὴ σύγ­κρου­ση, ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε πα­ρα­παί­ον­τας, ἀλ­λὰ ζων­τα­νός. Ναί, οἱ μπαμ­πά­δες ἦ­ταν γιὰ κεί­νη σὰν ἀ­κλό­νη­τοι βρά­χοι, ἐ­κεῖ ποὺ γεν­νι­οῦν­ται, ἐ­κεῖ πε­θαί­νουν, ἐ­κεῖ στέ­κον­ται ὄρ­θιοι ὅ­σος ἀ­έ­ρας κι ἂν φυ­σᾶ, ὅ­σες κα­ται­γί­δες κι ἂν προ­μη­νύ­ον­ται. Ἐ­κεῖ ποὺ τοὺς ἀ­φή­νει κα­νείς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς τοὺς βρί­σκει σὰν νὰ μὴν πέ­ρα­σε και­ρός, σὰν ὁ χρό­νος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση, ἕ­να δα­χτυ­λί­δι κα­πνοῦ ποὺ δι­α­λύ­ε­ται στὸν ἄ­νε­μο. Γιὰ κεί­νη ἦ­ταν ὁ βρά­χος ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε ἡ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ μο­να­δι­κὴ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ δι­κή της πα­τρί­δα. Αὐ­τὴ ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω της γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μεί­νει μέ­σα της.

        Πῆ­ρε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές της καὶ πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ συ­ρό­με­να με­ταλ­λι­κὰ φύλ­λα. Γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά, εἶ­χε φτά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας ( διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Στὴ σπηλιὰ τοῦ Μοντεσίνος


06-Lykotrafitis,Giorgos-ODonKichotisStiSpiliaTouMontesinos-Eikona-02


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Στὴ σπη­λιὰ τοῦ Μον­τε­σί­νος


03-PiΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ νὰ ξε­χά­σω τὸν πρό­σφα­το θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα μου, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κα­τε­βῶ στὰ μυ­στη­ρι­ώ­δη ὑ­πό­γεια μπά­νια.

       Ἡ σπη­λαι­ώ­δης κά­θο­δος, μὲ τὰ ὑ­γρὰ σκα­λιά, δὲν ὑ­πο­σχό­ταν τί­πο­τα κα­λό. Ἀ­φοῦ κα­τέ­βη­κα τὰ σα­ράν­τα σκα­λο­πά­τια, στὸ ἀμ­φί­βο­λο φῶς ποὺ λαμ­πτῆ­ρες κα­λυμ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἔγ­χρω­μες ζε­λα­τί­νες δι­έ­χε­αν στὸ χῶ­ρο, δι­έ­κρι­να ἄν­τρες νὰ συ­νο­μι­λοῦν, πί­νον­τας στὸ μπὰρ ἢ ἁ­πλῶς πε­ρι­μέ­νον­τας.

       Ἡ ὑ­γρα­σί­α καὶ τὸ ἡ­μί­φως, ὑ­πο­βο­η­θού­με­να ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση τῆς μέ­ρας, με­τ’ ὀ­λί­γου μὲ ἔ­κα­ναν νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ. Ἂν καὶ ἐ­κεῖ­νος ὁ ὕ­πνος δὲν δι­ήρ­κε­σε πά­νω ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα, ὅ­πως τὸ ρο­λό­ι τοί­χου ἀ­πέ­δει­ξε, ἐ­γὼ αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι κοι­μή­θη­κα τρεῖς μέ­ρες καὶ τρεῖς νύ­χτες. Στὰ ὄ­νει­ρα αὐ­τοῦ τοῦ ἀμ­φί­βο­λου χρό­νου πα­ρου­σι­ά­στη­καν μορ­φὲς πού, ἀ­πὸ μα­θη­τή, μὲ συ­νό­δευ­αν: εἶ­δα τὸν Οἰ­δί­πο­δα τυ­φλό, τὸν Ἄμ­λετ καί, ἀ­κό­μη, τὸν Ἀ­λι­ό­σα καὶ τὸν Ἰ­βὰν Κα­ρα­μα­ζόφ.

       Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­λε­γε νὰ μὴν ἀ­φή­νω βι­βλί­α στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο, ἐ­πει­δή, ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν, δη­λη­τη­ρί­α­ζαν τὰ ὄ­νει­ρα καί, κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση, ὅ­λη τὴ ζω­ή.

       Ὅ­μως δὲν ὑ­πά­κου­σα.


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της (Πύλος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ καὶ ἰ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της στὴν σπη­λιὰ τοῦ Μον­τε­σί­νος». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).


Γιάννης Παπαγεωργίου: Κοινὸς βίος

Papageorgiou,Giannis-KoinosBios-Eikona-03


Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου

 

Κοι­νὸς βί­ος


02-GammaΥΡΙΖΕ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μὲ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων χω­μέ­να βα­θειὰ στὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τῆς τὸ φα­νε­ρώ­σει, μὰ σὰν τὸν εἶ­δε κα­τά­λα­βε. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ξε­γε­λά­σει. Ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν κα­κὸς ἠ­θο­ποι­ὸς καὶ κεί­νη σπίρ­το ἀ­ναμ­μέ­νο. Κά­πο­τε θὰ ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν κι αὐ­τό, εἶ­πε. Ὅ­λα μὲ τὴ σει­ρά τους.

        Εἶ­χαν γνω­ρι­στεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιά­τσες τοῦ πλη­ρω­μέ­νου ἔ­ρω­τα, μιὰ θε­ο­σκό­τει­νη νύ­χτα τοῦ χει­μώ­να γε­μά­τη ὑ­γρα­σί­α καὶ μο­να­ξιά. Τὸ πά­θος ποὺ τοὺς κυ­ρί­ευ­σε ἦ­ταν κε­ραυ­νο­βό­λο καὶ μοι­ραῖ­ο, σπά­νιο γιὰ τέ­τοι­ες πε­ρι­στά­σεις. Αὐ­τὴ εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­π’ τὸ χω­ριό της πρό­σφα­τα, δι­ωγ­μέ­νη κα­κὴν κα­κῶς. Τὴν ἔ­βγα­ζε στὸ δρό­μο, ὅ­πως ὅ­πως, καὶ γιὰ λί­γα κέρ­μα­τα τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα. Αὐ­τὸς δού­λευ­ε λο­γι­στὴς σὲ μιὰ με­γά­λη ἑ­ται­ρεί­α, ἔ­βγα­ζε κα­λὰ λε­φτά, ἀ­νύ­παν­τρος, εἶ­χε καὶ δι­κό του σπί­τι. Περ­νοῦ­σαν κα­λὰ μα­ζί, πα­ρό­λο ποὺ συγ­γε­νεῖς καὶ γεί­το­νες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ τοὺς κοι­τοῦ­σαν μὲ μι­σὸ μά­τι. Μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους πο­τὲ δὲν εἶ­χε πολ­λὰ πά­ρε δῶ­σε, οὔ­τε ἔ­δι­νε λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὴ ζω­ή του. Εἶ­χε του­λά­χι­στον δυ­ὸ-τρεῖς κα­λοὺς φί­λους ἐ­κτὸς δου­λειᾶς ποὺ τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­κλει­ναν μι­σὸ αἰ­ώ­να μα­ζί, πολ­λὰ χρό­νια, μὲ κά­ποι­α ἐν­δι­ά­με­σα δι­αλ­λεί­μα­τα. Τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα ἦ­ταν νέ­οι καὶ ἄ­μυα­λοι καὶ ἀ­χόρ­τα­γοι καὶ ζή­λευ­αν πο­λὺ καὶ δὲν συγ­χω­ροῦ­σαν τὶς ἀ­πι­στί­ες καὶ χώ­ρι­ζαν μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ἔ­στω καὶ ἂν με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τοὺς περ­νοῦ­σε καὶ ξα­να­σμί­γαν. Μὰ ὁ με­γά­λος κα­βγὰς ξέ­σπα­σε τὴ μέ­ρα ποὺ τοῦ εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὴν ἐ­πέμ­βα­ση, νὰ τὸν κό­ψει, νὰ νι­ώ­σει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, θὰ ἄλ­λα­ζε καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τά της, θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ παν­τρευ­τοῦν, ὁ νό­μος πλέ­ον δὲν θὰ στε­κό­ταν ἐμ­πό­διο.

        Δὲν ἦ­ταν κε­ραυ­νὸς ἐν αἰ­θρί­ᾳ. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν πο­λυ­δεί­χνει, οὔ­τε τὸν ἄ­φη­νε νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψει. Οἱ ρό­λοι τους ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νοι, τοῦ ἔ­λε­γε καὶ αὐ­τὸς θέ­λον­τας καὶ μὴ ὑ­πά­κου­ε. Για­τὶ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Ἕ­να πα­νέ­μορ­φο ξαν­θὸ ἀ­γό­ρι εἴ­κο­σι δύ­ο χρό­νων ὅ­λο γλύ­κα, σκέ­τος ἄγ­γε­λος, τὸ πιὸ κα­λὸ παι­δὶ ἦ­ταν, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε πε­ρά­σει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ φέ­ρει ἀν­τίρ­ρη­ση. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε δει­λὰ δει­λὰ νὰ βά­φε­ται καὶ νὰ φο­ρά­ει φοῦ­στες καὶ ψι­λο­τά­κου­να γο­βά­κια, ἀλ­λὰ μό­νο γι’ αὐ­τόν. Ἦ­ταν μέ­ρος τοῦ παι­χνι­διοῦ καὶ τοῦ ἄ­ρε­σε.

        Ὅ­ταν ξε­κί­νη­σε θε­ρα­πεί­α καὶ τὰ βυ­ζιά του ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν, ἔ­γι­νε πῦρ καὶ μα­νί­α. «Ἂν ἤ­θε­λα νὰ πιά­νω μα­στά­ρια, θὰ πή­γαι­να μὲ κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα» τοῦ εἶ­χε πεῖ τσαν­τι­σμέ­νος. Μὰ τὸ κα­τά­πι­ε κι αὐ­τό. Για­τί τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Τσα­κώ­θη­καν ἄ­γρια. Τὸν σκυ­λό­βρι­σε, τὸν χτύ­πη­σε ἄ­σχη­μα καὶ τὸν πέ­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι.

        Ἀ­μέ­σως, τὸ με­τά­νι­ω­σε πι­κρά. Ὅ­ταν ἔ­μει­νε μό­νος κα­τά­λα­βε πὼς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρὶς αὐ­τόν. Κι ἄς τὸν ἔ­κλε­ψε ἀ­πὸ πά­νω. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βγά­λει ἀ­π’ τὸ μυα­λό του. Οὔ­τε δέ­κα μέ­ρες δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ψά­χνει. Ἄ­φαν­τος. Τὸν ἔ­ψα­ξε παν­τοῦ. Στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α, στὰ νε­κρο­το­μεῖ­α, που­θε­νά. Φο­βή­θη­κε μὴν εἶ­χε κά­νει κα­μιὰ τρέ­λα. Ὥ­σπου ἔ­μα­θε πὼς εἶ­χε φύ­γει γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα καὶ ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως. Καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ξε­χά­σει.

        Τὴν ξα­να­συ­νάν­τη­σε τυ­χαί­α ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα στὸν μό­λο, λί­γο πρὶν νὰ πέ­σει ὁ ἥ­λιος. Κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι ὁ­λο­μό­να­χη, κά­πνι­ζε καὶ ἀ­γνάν­τευ­ε τὴν κί­τρι­νη θά­λασ­σα. Δυ­σκο­λεύ­τη­κε νὰ τὴν γνω­ρί­σει. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τρί­α χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει πο­λύ.

        Εἶ­χε μιὰ φί­λη κον­το­χω­ρια­νὴ στὴν πρω­τεύ­ου­σα ποὺ τὴ βο­ή­θη­σε νὰ κά­νει τὴν ἐγ­χεί­ρη­ση. Χά­λα­σε πολ­λὰ λε­φτά, ὅ­τι τοῦ ἔ­κλε­ψε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα ἐ­κεῖ πῆ­γαν. Κα­τό­πιν δού­λε­ψε σὲ κά­ποι­α μα­γα­ζιὰ —καὶ στὸ δρό­μο— μὰ δὲν τῆς ἄ­ρε­σε καὶ γύ­ρι­σε πί­σω. «Ζούγ­κλα ἡ με­γά­λη πό­λη», τοῦ εἶ­πε κι ἀγ­κα­λι­α­στή­κα­νε σφι­χτά. Τὴν πῆ­ρε πά­λι στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο παν­τρεύ­τη­καν καὶ δὲν ξα­να­χώ­ρι­σαν. Γιὰ κα­νέ­να λό­γο.

        Οἱ πό­νοι μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­ναν, ὁ πυ­ρε­τὸς πλέ­ον μό­νι­μος καὶ ὁ για­τρὸς τα­κτι­κὸς στὸ σπί­τι. Σπά­νια ση­κω­νό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἕ­λι­ω­νε, μὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει σὲ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Εἶ­ναι πο­λὺ δυ­να­τά τὰ φῶ­τα τῶν θα­λά­μων, δὲν τὰ ἀν­τέ­χει, τῆς εἶ­χε πεῖ. Αὐ­τὴ πάν­τα δί­πλα του καὶ ὁ­λο­μό­να­χη, δὲν ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κα­νέ­ναν βο­ή­θεια. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς οἱ φί­λοι μὲ τὰ χρό­νια εἶ­χαν λι­γο­στέ­ψει. Καὶ τού­τη ‘δῶ ἡ γά­τα ποὺ τὴν εἶ­χαν ἀ­πὸ νε­ο­γέν­νη­το, εἶ­χε γε­ρά­σει ἡ κα­κο­μοί­ρα, κου­ρα­σμέ­νη κι αὐ­τή, δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ πό­δια του.

        Στὸ τέ­λος ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη, οὔ­τε οἱ κορ­τι­ζό­νες τὸν ἔπια­ναν οὔ­τε ἄλ­λα παυ­σί­πο­να μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. Τρέ­μα­νε τὰ κό­κα­λά του, ἦ­ταν ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν. Ὁ για­τρὸς πλέ­ον συ­νι­στοῦ­σε ὑ­πο­μο­νή. Ὁ θε­ὸς εἶ­ναι με­γά­λος. Ἡ ἐ­πι­στή­μη ἔ­κα­νε τὸ χρέ­ος της, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βο­η­θή­σει ἄλ­λο.

        Του­λά­χι­στον ἦ­ταν ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τὴ σύν­τα­ξή του, εἶ­χε καὶ κά­ποι­α χρή­μα­τα στὴν ἄ­κρη. Εἶ­χε γρά­ψει καὶ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα στὸ ὄ­νο­μά της. Κα­νέ­νας ξε­χα­σμέ­νος ξά­δελ­φος ἀ­π’ τὸ που­θε­νὰ ἢ κα­νὰ κω­λο­α­νή­ψι τοῦ κε­ρα­τᾶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δι­εκ­δι­κή­σει ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα τῆς ζω­ῆς του, τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ κοι­μό­ταν δί­πλα του τὰ βρά­δια, αὐ­τὸν ποὺ ἀ­γά­πη­σε πιὸ πο­λὺ καὶ ἀ­π’ τὸν ἑ­αυ­τό του. Μό­νο νὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, τῆς εἶ­πε, εἶ­ναι ἄ­γριο πράγ­μα ἡ μο­να­ξιά, δὲν ἀν­τέ­χε­ται. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σουν. Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἄ­σχη­μα μα­ζί του, κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο. Ἴ­σως μό­νο κα­νὰ παι­δί, μὰ καὶ πά­λι ποι­ός ξέ­ρει, κά­θε ἐμ­πό­διο γιὰ κα­λό. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο σπά­νια ἔ­χει χά­πυ ἒντ.

        Μοί­ρα­σε τὸ μπου­κα­λά­κι στὰ ἴ­σα, τὸν ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο καὶ τοῦ ἔ­δω­σε νὰ πι­εῖ. Τοῦ φά­νη­κε πι­κρὸ μὰ δὲν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Ἤ­πι­ε κι αὐ­τή. Ἔ­νι­ω­θε κου­ρα­σμέ­νη καὶ ξά­πλω­σε δί­πλα του, κρα­τών­τας του ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι.

        Τοὺς βρῆ­καν με­τὰ ἀ­πὸ μέ­ρες καὶ τοὺς τρεῖς στὸ κρε­βά­τι, πλά­ι πλά­ι, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.



		

	

Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Μιὰ σακκούλα

Grammatikos,Aleksandros-MiaSakkoula-Eikona-01


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μιὰ σα­κού­λα


03-Htta ΔΥΝΑΜΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ὅ­ταν σὲ κυ­νη­γοῦν, ὄ­χι ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς. Σὲ κυ­νη­γοῦν οἱ δου­λειές, οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, ἡ ἀ­δι­κί­α, ἡ γυ­ναί­κα καὶ τὰ παι­διά σου, τὰ λά­θη τους, τὰ λά­θη ὅ­λων. Τὰ δι­κά σου. Ἐ­κεῖ δεί­χνεις τὴ δύ­να­μη. Τὴ δι­κή σου.

        Ἀ­νέ­βα­σα στὸ σπί­τι κα­μιὰ δε­κα­πεν­τα­ριὰ σα­κοῦ­λες, γε­μά­τες, ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ κι ἔ­φυ­γα σφαί­ρα γιὰ τὴ μα­ρί­να στὴν Ἀ­ρε­τσοῦ. Γιὰ τρέ­ξι­μο. Πῆ­ρα κι ἕ­να κομ­μα­τά­κι σο­κο­λά­τα γιὰ ἔξ­τρα ἐ­νέρ­γεια. Προ­πό­νη­ση στὴ φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, στὴν πνευ­μα­τι­κὴ δι­ά­νοι­α, στὴν ψυ­χι­κὴ ἀν­το­χή, στὸ κρύ­ο καὶ στὴ ζέ­στη, στὴ βρο­χὴ καὶ στὸν ἥ­λιο, στὸν πό­νο, στὴ ζω­ή. Στὴ δύ­να­μη. Τρέ­χεις γιὰ νὰ κερ­δί­σεις τὸ χρό­νο ποὺ σὲ κυ­νη­γᾶ, ποὺ σὲ σκο­τώ­νει, κά­νεις ρε­κόρ, εἶ­σαι δυ­να­τός, ὅ­μως χά­νεις, πάν­τα χά­νεις, ὅ­σα ρε­κὸρ κι ἂν κά­νεις, χά­νεις καὶ δυ­να­μώ­νεις, χά­νεις δυ­να­τά. Κι ἂν δὲν κα­τα­φέ­ρεις ρε­κόρ, βελ­τι­ώ­νε­σαι γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο δυ­να­μι­κὸ κυ­νη­γη­τό.

        Με­ση­με­ρά­κι, φθι­νο­πω­ρι­νό. Ἥ­λιος δυ­να­τός. Ἀ­ε­ρά­κι γλυ­κὸ καὶ βί­αι­ο. Ἀ­να­μέ­τρη­ση μὲ πό­νο κι ἀ­να­πνο­ές. Ἀν­το­χὴ καὶ συ­νο­μι­λί­α. Μὲ σέ­να. Μό­νος σου. Γύ­ροι δυ­να­τοί, γύ­ροι κου­ρα­σμέ­νοι, γύ­ροι ἀ­νά­τα­σης. Ἐν­δυ­νά­μω­σης. Σὲ σκλη­ρο­τρά­χη­λο ἔ­δα­φος. Στὸ πρῶ­το «πεν­τά­ρι» χι­λι­ό­με­τρα, στα­θε­ρὰ στὰ τέσ­σε­ρα λε­πτά το χι­λι­ό­με­τρο, ἀ­κρι­βὴς σὰν ρομ­πο­τά­κι. Ἀ­νέ­βα­ζα στρο­φές. Στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο ἔ­βλε­πα στὸ δα­σά­κι τῆς μα­ρί­νας νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν συγ­κεν­τρώ­νον­ταν θε­α­τές. Γιὰ μέ­να. Ἀ­να­τρί­χια­σα. Πῆ­ρα τὰ πά­νω μου, αἰ­σθάν­θη­κα σπου­δαῖ­ος, ὅ­τι κα­τά­λα­βαν τὴ μα­νί­α ποὺ μὲ κα­τα­δί­ω­κε γιὰ νὰ γρά­ψω στὸ κον­τὲρ τρε­λὰ ρε­κόρ. Ἔ­τρε­χα τέ­λεια, μὲ ἄ­ψο­γο στίλ, κάλ­πα­ζα. Κα­τέ­βα­ζα τὸ χι­λι­ό­με­τρο στὰ τρί­α λε­πτὰ καὶ σα­ράν­τα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Καὶ συ­νέ­χι­ζα. Ἀ­πί­θα­νη μέ­ρα. Συμ­πλή­ρω­να τὸ δεύ­τε­ρο «πεν­τά­ρι» καὶ ὁ κό­σμος ὁ­λο­έ­να πύ­κνω­νε, πρέ­πει νά ’­ταν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριά, ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ λί­γο πρὶν βόλ­τα­ραν καὶ λι­ά­ζον­ταν. Κα­νεὶς δὲ μὲ κοι­τοῦ­σε. Οὔ­τε κὰν πρὸς τὸ μέ­ρος μου, τὴ θά­λασ­σα, τὸν ἥ­λιο, τὰ ἱ­στι­ο­φό­ρα. Σκυμ­μέ­νοι. Ὅ­λοι τους. Στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο δὲν ἄν­τε­ξα. Παύ­ση στὸ ρο­λό­ι καὶ χώ­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸ μπού­γιο. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε.

        Σὲ κύ­κλο, κοι­τοῦ­σαν τὸ ἔ­δα­φος. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν προ­σεύ­χον­ταν. Πλη­σί­α­σα πιὸ κον­τά, εἶ­δα κι ἐ­γὼ τὴ σα­κού­λα. Μιὰ με­γά­λη, σκου­ρό­χρω­μη σα­κού­λα σκου­πι­δι­ῶν, μὲ ὅ­λα τὰ δι­α­κρι­τι­κά τῆς ἑ­ται­ρεί­ας πά­νω της καὶ ἕ­να πτῶ­μα μέ­σα της. Ἂν καὶ ζε­στός, μ’ ἔ­πι­α­σε τρέ­μου­λο. Κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε, κοι­τού­σα­με πα­γω­μέ­νοι. Δυ­ὸ-τρί­α χέ­ρια ἄ­νοι­ξαν χῶ­ρο, στὰ μά­τια καὶ στὴ σα­κού­λα. Τὸ πτῶ­μα ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρο. Ὄ­χι δι­α­με­λι­σμέ­νο, κά­θε ἄλ­λο, συμ­πι­ε­σμέ­νο γιὰ νὰ χω­ρέ­σει, δι­πλω­μέ­νο προ­σε­κτι­κά, μὲ μο­να­δι­κὲς πλη­γὲς στὰ τσα­κί­σμα­τα, ἐ­κεῖ, στὶς κλει­δώ­σεις, μὲ τὸ αἷ­μα ἀλ­λοῦ νω­πὸ κι ἀλ­λοῦ ξε­ρα­μέ­νο, σὰν τὰ φρέ­σκα καὶ ξη­ρὰ φροῦ­τα, ἕ­νας καρ­πὸς ποὺ δὲν εἶ­χε νὰ δώ­σει τί­πο­τε πιὰ πα­ρὰ μα­θή­μα­τα καλ­λι­έρ­γειας. Ἄρ­χι­σα νὰ κρυ­ώ­νω. Δὲν ἔ­πρε­πε, ἤ­θε­λα νὰ συ­νε­χί­σω τὴν κούρ­σα, νὰ τὴν πά­ω ἀ­κό­μη πιὸ γρή­γο­ρα. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε θο­λώ­σει, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω. Τὸ αὐ­το­κόλ­λη­το ἦ­ταν κι αὐ­τὸ ἐ­πι­με­λῶς γραμ­μέ­νο καὶ κολ­λη­μέ­νο πά­νω της «Πρό­σφυ­γας με­τα­νά­στης ποὺ πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἀ­φυ­δά­τω­ση. Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε. Ἔ­φυ­γε ἤ­ρε­μος».

        Ὁ χρό­νος μου μέ­χρι τὸ πτῶ­μα ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νος, τέ­τοι­ο «δε­κά­ρι» δὲν εἶ­χα ξα­να­κά­νει. Ἤ­θε­λα νὰ συ­νε­χί­σω μὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Μοῦ ’­χαν κο­πεῖ τὰ πό­δια. Κοι­τοῦ­σα τὴ σα­κού­λα καὶ τὸν κό­σμο τρι­γύ­ρω καὶ τὸ τρέ­μου­λο ἀ­νέ­βα­ζε τὶς δι­κές του στρο­φές. Κρύ­ω­να. Ἔ­χα­να τὴν πιὸ με­γά­λη νί­κη ἀ­πὸ τὸν ὕ­που­λο χρό­νο καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση. Πό­σο χρει­ά­ζε­ται; Γιὰ νὰ φτά­σεις ἐ­δῶ; Πό­σο ἀ­κρι­βὰ πρέ­πει νὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ νὰ μά­θεις ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες σου; Πό­σα χι­λι­ό­με­τρα νὰ τρέ­ξεις γιὰ νὰ κά­νεις ρε­κόρ; Ἁ­πλὰ ρε­κόρ, ζω­ῆς. Κά­θε δευ­τε­ρό­λε­πτο μὲ θέ­α τὴ σα­κού­λα καὶ τὸ τρέ­μου­λο δυ­νά­μω­νε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κου­νη­θῶ. Εἶ­χα κό­ψει τὸ νῆ­μα λί­γο πρίν, ἐν ἀ­γνοί­α μου κι ἀ­πρό­σμε­να. Βρι­σκό­μουν ἤ­δη στὴ γραμ­μὴ τερ­μα­τι­σμοῦ, στὴ γραμ­μὴ μέ­τρη­σης τῆς ἀν­το­χῆς καὶ τῆς δύ­να­μής μου, σ’ αὐ­τὴ ποὺ εἶ­χα κά­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό μου χρό­νο. Κρύ­ω­να, πο­λύ. Χρει­α­ζό­μουν κά­τι νὰ σκε­πα­στῶ. Μιὰ σα­κού­λα. Ὄ­χι ἀ­πορ­ρι­μά­των καὶ κυ­ρί­ως ὄ­χι μαύ­ρη, ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ δί­νουν στοὺς μα­ρα­θω­νο­δρό­μους, αὐ­τές, τὶς ἰ­ρι­δί­ζου­σες, αὐ­τὲς ποὺ χρυ­σα­φί­ζουν, ποὺ τυ­λιγ­μέ­νος μοιά­ζεις μὲ σο­κο­λα­τά­κι. Γε­μά­τος ἐ­νέρ­γεια. Αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πω τώ­ρα νὰ τυ­λί­γουν τὰ προ­σφυ­γό­που­λα καὶ τοὺς κα­τα­τρεγ­μέ­νους τῶν πο­λέ­μων, αὐ­τῶν ποὺ τρέ­χουν κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα μὲ ὅ­λη τους τὴ δύ­να­μη. Μιὰ «εἰ­δι­κὴ σα­κού­λα ζε­στα­σιᾶς».

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τσμουθ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας-δι­α­φή­μι­σης. Τὸ Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (Ἐκ­δό­σεις Νη­σί­δες, 2009). Συμ­με­τεῖ­χε στὸ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Βι­βλί­ων (Εκ­δό­σεις Κα­στα­νι­ώ­τη, 2014), μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ζων­τα­νὴ Βι­βλι­ο­θή­κη».

Π. Ἔνιγουεϊ: Δίποντο


05-Enigouei,P.-Diponto-Eikona-02


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Δί­πον­το


02-PiΕΤΑΧΤΗΚΑ στὸν ὕ­πνο μου ἀ­π’ τὴ φα­σα­ρί­α. Φό­ρε­σα τὶς παν­τό­φλες καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι. Ὁ ἕ­νας πε­τοῦ­σε βι­βλί­α στὸν ἄλ­λο! Τὰ μι­σὰ βι­βλί­α μου πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα!

       «Τί συμ­βαί­νει; Πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       «Αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε πρῶ­τος!»

       «Δὲν τὸν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Τὴ μιὰ μὲ βά­ζει νὰ ξι­φο­μα­χῶ μὲ του­λού­μια γε­μά­τα κρα­σί, τὴν ἄλ­λη νὰ ὁρ­μῶ μὲ τὸ δό­ρυ μου σὲ ἀ­νε­μό­μυ­λους, τὴν τρί­τη νὰ κυ­νη­γά­ω λευ­κὲς φά­λαι­νες στὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς… Δὲν ὑ­πο­φέ­ρε­ται πιά! Ἐ­μέ­να βρῆ­κε νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψει;»

       Καὶ συ­νέ­χι­σαν τὸ βι­βλι­ο­χα­μό!

       Τοὺς πῆ­ρα καὶ τοὺς δύ­ο καὶ τοὺς πέ­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κα­τευ­θεί­αν ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἀ­νοι­χτὸ κά­δο ἀ­να­κύ­κλω­σης.

       Τοὺς τό­μους.


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της τρελ­λαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση ἱπ­πο­τι­κῶν βι­βλί­ων». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).

Π. ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κεν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τὶ νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θράκα.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κι­χώ­της τρελ­λαί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν βι­βλί­ων». Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).


Ρόμπερτ Κοῦβερ (Robert Coover): Ἡ πίστη τοῦ ἔκπτωτου

Coover,Robert-IPistiTouEkptotou-Eikona-01


Ρόμ­περτ Κοῦ­βερ (Robert Coover)

 

Ἡ πί­στη τοῦ ἔκ­πτω­του

(The Fallguy’s Faith)


01-GammaΕΜΑΤΟΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ, μὲ κά­ποι­ου εἴ­δους ἔ­σχα­το τέ­χνα­σμα, κα­τέρ­ρευ­σε σὰν κα­τη­γο­ρού­με­νο δί­χως ὑ­πο­κεί­με­νο σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε χῶ­ρο (ἐ­νί­ο­τε καὶ χρό­νο) καὶ μὲ ἕ­ναν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ κρό­το τὰ ση­μαν­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του γνω­ρί­σμα­τα σκόρ­πι­σαν παν­τοῦ στὸ ἔ­δα­φος. Ὤ, μὰ ἦ­ταν μί­α ὑ­πέ­ρο­χη πτώ­ση, σκέ­φτη­κε κα­θὼς κεί­τον­ταν ἐ­κεῖ, μου­δι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τρό­μο, προ­σπα­θών­τας ἀ­πε­γνω­σμέ­να νὰ μα­ζέ­ψει τὰ κομ­μά­τια του. Σὲ αὐ­τὸν τὸ χρό­νο (ἢ ἔ­στω χῶ­ρο) πραγ­μα­τι­κὰ τὰ κα­τά­φε­ρα! Φυ­σι­κά, εἶ­χε ξα­να­πέ­σει. Χω­ρὶς προσ­δο­κί­ες, βου­τηγ­μέ­νος στὶς κα­τα­χρή­σεις, ἔ­ξω μὲ τοὺς φί­λους του, σὲ ἄ­σχη­μους και­ρούς, ἔ­χον­τας μπλε­ξί­μα­τα μὲ τὸ νό­μο, μὲ ἐ­ρω­τι­κὰ πά­θη, γε­μά­τος βά­σα­να —πράγ­μα­τι, λὲς καὶ τὸν πα­ρα­κι­νοῦ­σε κά­τι μο­χθη­ρό, δη­μι­ούρ­γη­μα τῆς κα­τά­στα­σης τὴν ὁ­ποί­α βί­ω­νε— μὰ δια­ρκῶς ἔ­πε­φτε, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Αὐ­τὴ ὅ­μως ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ ὅ­λες. Ἦ­ταν σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια, τ’ ἀ­στέ­ρια, ἡ Βα­βυ­λώ­να, τὰ λί­κνα, ἡ αὐ­λαί­α, οἱ ἄγ­γε­λοι, ἡ βρο­χὴ καὶ τὰ σπουρ­γί­τια, σὰ νὰ ἔ­πε­σε μί­α τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­συ­χί­α, σὰ νὰ ἔ­πε­σε θα­να­τι­κό. Οὕ­τως εἰ­πεῖν, ὅ­πως πλέ­ον κα­τά­λα­βε, κα­θὼς πα­ρα­δι­νό­ταν στὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ κομ­μά­τι τῆς οὐ­σί­ας, ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴν ὕ­στα­τη πτώ­ση (του­λά­χι­στον τὴ δι­κή του – ὅ­σο γιὰ τὰ τσίπς, ἀ­φή­νον­τάς τα ἔ­βγα­λε ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό, κι ἐ­κεῖ­να σκορ­πί­στη­καν ἀ­ρι­στε­ρά-δε­ξιὰ πέ­φτον­τας). Κι ὅ­μως, ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρει, γιὰ ποι­ό λό­γο ὅ­σα τοῦ συ­νέ­βη­σαν εἶ­χαν σχέ­ση μὲ τὴ γλώσ­σα; Ἀ­κό­μα κι αὐ­τό! Πε­ρί­που λὲς κι ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χαν λέ­ξεις, δὲ θὰ εἶ­χε συμ­βεῖ πο­τέ! Μή­πως ὕ­στε­ρα ἀ­π’ ὅ­λα ὅ­σα εἰ­πώ­θη­καν καὶ συ­νέ­βη­σαν, δὲν ἦ­ταν πλέ­ον τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ ἀ­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γη πα­ρά­φρα­ση, ἕ­να κε­νὸ σχῆ­μα λό­γου, στὰ πλαί­σια ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κό­τα­του συν­τα­κτι­κοῦ ὑ­παρ­ξια­κοῦ σφάλ­μα­τος; Εἶ­χε ἐ­πέλ­θει ἡ πτώ­ση;, σκέ­φτη­κε ἀ­νή­συ­χα, κα­θὼς ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια του γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πλέ­ον ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν (ἔν­δο­ξο ἢ ὄ­χι καὶ τό­σο), οἱ χυ­μοί του στὸ χῶ­μα (ἦ­ταν ὄν­τως χῶ­μα;), μό­νο καὶ μό­νο λέ­γον­τας ὅ­τι εἶ­χε πέ­σει; Ἄχ, δά­κρυ­α ἔ­πε­φταν κυ­λών­τας στὰ μά­γου­λά του, νο­τι­σμέ­να ἔ­τσι ἀν­τη­χών­τας τὴ με­γα­λύ­τε­ρη πτώ­ση, πλέ­ον πα­νάρ­χαι­η, τό­σο ποὺ κι ὁ ἴ­διος ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ξε­χνά­ει (μί­α ἀ­κό­μα πιὸ ξε­κομ­μέ­νη πτώ­ση ἀ­π’ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες, λη­σμο­νών­τας τοῦ­το: πὼς ἦ­ταν μιὰ πτώ­ση σὰν μέ­σα σὲ μιὰ πτώ­ση), καὶ τό­τε τοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ σ’ αὐ­τὲς τὶς ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες στιγ­μὲς ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε κάλ­λι­στα νὰ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι, γεν­νη­μέ­νος γιὰ νὰ πέ­φτει, εἶ­χε ἴ­σως πέ­σει ἁ­πλῶς, γιὰ νὰ γεν­νη­θεῖ (ὅ­που ἡ γέν­νη­ση δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να ξε­καρ­δι­στι­κὸ ἀ­στεῖ­ο, γιὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω μί­α φρά­ση)! Ναί, ναί, θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἰ­πω­θοῦν, ὅ­σα δὲν μπο­ροῦν νὰ εἰ­πω­θοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὰ πί­στευ­ε πραγ­μα­τι­κά, οὔ­τε πί­στευ­ε ὅ­τι ἡ κλί­ση πρὸς τυ­χαῖ­α πε­ρι­στα­τι­κὰ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λης ση­μα­σί­ας. Ὄ­χι, ἐ­ὰν εἶ­χε πί­στη σὲ κά­τι, αὐ­τὸς ὁ ἔκ­πτω­τος (ἐ­πα­νῆλ­θε ἐκ νέ­ου στὸ θέ­μα μας), αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: ἀρ­χι­κὰ ἦ­ταν τὸ νό­η­μα, καὶ τὸ νό­η­μα ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα του, γιὰ νὰ τὸ φω­νά­ξει (ἄ­ρα­γε γιὰ ν’ ἀ­πο­δεί­ξει τὸ ἕ­να ἢ τὸ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο;), ἀλ­λὰ ἦ­ταν πλέ­ον πο­λὺ ἀρ­γὰ – τὸ πρό­σω­πό του λύ­γι­σε μ’ ἕ­να στρα­βὸ χα­μό­γε­λο κι οἱ λέ­ξεις πέ­θα­ναν στὰ χεί­λη του…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Ρόμ­περτ Λό­ου­ελ Κοῦ­βερ (Robert Coover) (1932). Ἀ­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐ­πί­τι­μος κα­θη­γη­τὴς στὸ πρό­γραμ­μα Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Τε­χνῶν τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου Μπρά­ουν. Θε­ω­ρεῖ­ται γε­νι­κό­τε­ρα συγ­γρα­φέ­ας ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ στὶς ἱ­στο­ρί­ες του και χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται συγ­γρα­φέ­ας “με­τα­μυ­θο­πλα­σί­ας”.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ:

Νά­για Δα­σκα­λο­πού­λου. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American Col­lege. Δι­δά­σκων: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

Νίκος Δήμου: Σάντσο;


04-Dimou,Nikos-Sancho;-Eikona-02


Νί­κος Δή­μου


Σάν­τσο;


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΗΜΕΡΑ μοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν νέ­ο τρό­φι­μο. «Δὸν Κι­χώ­της». Ἡ καρ­τέ­λα του λέ­ει: «Ἤ­ρε­μος καὶ ἀ­βλα­βής».

(Ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει νού­με­ρο πα­λαι­ᾶς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ὑ­πάρ­χουν στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α μας καὶ Να­πο­λέ­ον­τες καὶ Με­γα­λέ­ξαν­δροι…)

       Ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν πα­ρα­δο­σια­κὸ Δὸν Κι­χώ­τη, ὅ­πως τὸν ζω­γρά­φι­σε ὁ Ντο­ρέ. Ψη­λός, ξε­ρα­κια­νός, μὲ μού­σι τρά­γου.

       «Ὁ ἀ­γώ­νας συ­νε­χί­ζε­ται», μοῦ εἶ­πε ἐμ­πι­στευ­τι­κά. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν γα­λα­νά, ξε­πλυ­μέ­να.

       «Εἴ­μα­στε πολ­λοί – κι ἂς μὴ φαι­νό­μα­στε», συ­νέ­χι­σε. «Θὰ τὸν ἀλ­λά­ξου­με τὸν κό­σμο.»

       Σώ­παι­να. Τί νὰ πῶ;

       Με­τὰ μὲ ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους καὶ κοι­τών­τας με στὰ μά­τια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὸ πρό­βλη­μά του. «Γιὰ νὰ πε­τύ­χου­με, ὅ­μως, χρει­α­ζό­μα­στε πι­στοὺς ὑ­πη­ρέ­τες. Πάν­τα ἐ­μεῖς οἱ ἱπ­πό­τες βα­σι­ζό­μα­σταν στοὺς ὑ­πη­ρέ­τες μας. Ὁ Σάν­τσο Πάν­τσα τά­ι­ζε καὶ ξύ­στρι­ζε τὸν Ρο­σι­νάν­τε, ἑ­τοί­μα­ζε καὶ τὸ δι­κό μου φα­γη­τό. Χω­ρὶς αὐ­τὸν εἶ­μαι ἄ­χρη­στος. Ἔ­χε­τε μή­πως κα­νέ­ναν ἐ­δῶ;»

       Τί νὰ τοῦ πῶ; Ὅ­τι τριά­ντα χρό­νια ψυ­χί­α­τρος εἶ­χα δεῖ ἀρ­κε­τοὺς Δὸν Κι­χῶ­τες, ἀλ­λὰ οὔ­τε ἕ­ναν Σάν­τσο;


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Νίκος Δήμου (Ἀθήνα, 1935). Συγ­γρα­φέ­ας, ἀρ­θρο­γρά­φος, ποι­η­τής, φω­το­γρά­φος, δια­φημι­στής. Σπού­δα­σε Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γία στὴν Ἀ­θή­να, Φι­λο­σο­φία καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λολ­ο­γία στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μο­νά­χου. Γνω­στό­τε­ρα στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ εἶ­ναι τὰ βι­βλί­α ὅ­που ἀ­να­λύ­ει καὶ κρί­νει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: Ἡ δυ­στυ­χί­α νὰ εἶ­σαι Ἕλ­λη­νας, Ἡ χα­μέ­νη τά­ξη, Ἀ­πο­λο­γί­α ἑ­νὸς ἀν­θέλ­λη­να κ.ἄ. Πιὸ πρό­σφα­τα βι­βλί­α του, ἡ ἐ­πα­νέκ­δο­ση τοῦ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κοῦ: Οἱ δρό­μοι μου. Μι­χα­ὴλ Βό­δα, Ρή­νου, Γα­λή­νης, Πα­ρά­σχου (2015) καὶ ὁ κα­τά­λο­γος τῆς ἔκ­δο­σης Ὁ μο­να­χι­κὸς πο­λυ­πράγ­μων (2015) ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κιχώτης πείθει τὸν Σάντσο νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει ὡς ὑ­πη­ρέ­της του». Χα­ρα­κτι­κὸ τοῦ Gustave Doré (1888).