Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ἡ ἀγελάδα καὶ τὸ φίδι

Christofilakis,Giorgos-IAgeladaKaiToFidi-Eikona-02


Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ἡ ἀ­γε­λά­δα καὶ τὸ φί­δι


05-Omikron ΚΟΥΝΑΒΗΣ ἔ­δε­σε τὴ γε­λά­δα του στὴν γκορ­τσιά. Νὰ φτά­νει μέ­χρι τὸ πε­ζου­λά­κι τοῦ γεί­το­να τὸ σκοι­νί. Τρά­βη­ξε γιὰ τὸν μπα­ξέ. Ἦ­ταν σώ­γα­μπρος καὶ γέ­ρος. Ἡ γυ­ναί­κα του πε­θα­μέ­νη. Μό­νη του πε­ρι­ου­σί­α ἡ γε­λα­δί­τσα καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ τοῦ­το τὸ Ρα­μέ­ι­κο χτῆ­μα – ἕ­ξι στρέμ­μα­τα. Με­τὰ τὸ θά­να­τό του οἱ Ρα­μέ­οι θὰ τὸ ἔ­δι­ναν ἀλ­λοῦ. Εἶ­χε μοι­ρά­σει τὸ χτῆ­μα στὰ τρί­α. Τό ‘­να τό ‘­σπερ­νε σι­τά­ρι. Τ’ ἄλ­λο τό ‘­χε φυ­τέ­ψει καρ­πο­φό­ρα δέν­τρα. Τὸ τρί­το, μὲ τὸ πη­γά­δι, ὁ μπα­ξές του.

       Κρέ­μα­σε στὸ φουρ­τζιά­το, δί­πλα στὸ πη­γά­δι, τὸ σα­κού­λι —ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ καὶ λί­γο τυ­ρὶ εἶ­χε μέ­σα— πῆ­ρε τὸ ξι­νά­ρι καὶ μὲ τὴ λά­τζα πό­τι­ζε σει­ρὰ σει­ρὰ τὸν μπα­ξέ του. Πρώ­ι­μα ὅ­λα. Ἀ­πὸ δε­ξιά, δυ­ὸ βρα­γι­ὲς ἀγ­γου­ρά­κια εἶ­χαν σκά­σει φύ­τρο, δί­πλα με­λι­τζά­νες, μπά­μι­ες, φα­σο­λά­κια μα­κρυ­νά­ρι­κα. Πιὸ πί­σω πα­τά­τες, ντο­μά­τες – φέ­τος ἔ­βα­λε τρεῖς σει­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρες. Καὶ κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ γοῦ­βες μπο­στά­νι. Πό­τι­σμα μό­νο σή­με­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο θά ‘­κο­βε λί­γα ξύ­λα ἀ­πὸ τὸ λόγ­γο, καὶ μὲ τὸ δεί­λι θὰ γύρ­να­γε στὸ κο­νά­κι. Δὲν τὴν μπό­ρα­γε τὴ μο­να­ξιά. Ἄλ­λα καὶ τί νά ‘­κα­νε. Δὲν ἔ­βγαι­νε καὶ σὲ κό­σμο. Ἦ­ταν λι­γό­λο­γος. Τὸν κερ­νά­γα­νε. Δὲν εἶ­χε λε­φτὰ νὰ κε­ρά­σει κι αὐ­τὸς κι ἀ­πό­φευ­γε τὰ βρά­δια νὰ πη­γαί­νει στὸ μα­γα­ζά­κι. Στὸ δρό­μο, ἅ­μα ἀ­πάν­τα­γε ἄν­θρω­πο, ρώ­τα­γε, μά­θαι­νε νέ­α. Κά­θε Σάβ­βα­το ἄ­να­βε καὶ τὸ καν­τη­λά­κι τῆς γυ­ναί­κας του στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Μό­νη συν­τρο­φιὰ ἡ γε­λά­δα καὶ τὸ χτῆ­μα. Πό­τι­ζε, ἔ­κο­βε τ’ αὐ­λά­κια κι ὅ­λο συλ­λο­γι­ό­ταν. Τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε μὲ τὴν κυ­ρά του. Χω­ρὶς παι­διά. Χρό­νια φτω­χὰ ἀλ­λὰ κα­λά. Δού­λευε, σκε­φτό­ταν καὶ φρόν­τι­ζε τὸν μπα­ξέ του. Τὰ φύ­τρα, τὰ δεν­τρά­κια, ἦ­ταν τὰ παι­διά του. Κορ­φο­λό­γα­γε τὶς φα­σου­λι­ὲς ν’ ἁ­πλώ­σουν. Χά­ζευ­ε τὰ λου­λου­δά­κια ἀ­πὸ τὶς με­λι­τζα­νι­ές. Κι ὅ­πως τό ‘­χε συ­νή­θει­ο ἡ γυ­ναί­κα του, φύ­τευ­ε κι αὐ­τὸς λο­γι­ῶν λου­λού­δια στὸν μπα­ξέ, νά ‘­ναι πιὸ ὄ­μορ­φος.

       Ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ πό­τι­σμα. Τρά­βη­ξε κα­τὰ τὶς ντομα­τι­ές. Τὸν εἶ­χαν παι­δέ­ψει φέ­τος. Τὶς ἔ­κο­βε ἡ ψυ­χα­λίθρα. Πῆ­ρε φάρ­μα­κο. Ἔ­ρι­ξε στὶς ρί­ζες τους καὶ τὶς γλί­τω­σε. Τώ­ρα εἶ­χαν γί­νει κο­τζὰμ δεν­τρά­κια, θέ­λαν φουρ­κάδες. Αὔ­ριο θά ‘­κο­βε μου­ρό­κλα­ρες καὶ θὰ τὶς φούρ­κι­ζε. Νὰ ψη­λώ­σουν. Πέ­ρα­σε μέ­σα στὶς ντο­μα­τι­ές. Ἡ πα­τά­τα εἶ­χε πε­τά­ξει ἄ­σπρα λου­λου­δά­κια. «Κα­λὴ χρο­νιὰ φέ­τος», σκέ­φτη­κε. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες εἶ­χε που­λή­σει καὶ τὸ μο­σχα­ρά­κι ποὺ τοῦ ‘­δω­κε ἡ γε­λά­δα του. Ὅ­λα κα­λά. Γύ­ρι­σε. Εἶ­δε τὸ ζό. Δὲν ἔ­βο­σκε. «Μπὰς καὶ τυ­λί­χτη­κε.» Τρά­βη­ξε κα­τα­κε­ῖ. Στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­το. Μό­λις εἶ­δε τὸν ἀ­φέν­τη νά ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω του, κού­νη­σε τὴν οὐ­ρά της. Ὁ Κου­να­βὴς βι­ά­στη­κε. «Θὰ μπερ­δεύ­τη­κε στὴν γκορ­τσιά. Καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ σκύ­ψει, νὰ βο­σκή­σει.» Ἡ γε­λά­δα τὸν εἶ­δε. Ἐρ­χό­ταν κα­τα­πά­νω της. Μουγ­γά­νι­σε. «Κά­τι μοῦ ἔ­πα­θε τὸ ζό.» Ἄρ­χι­σε νὰ τῆς μι­λά­ει ἀ­πὸ μα­κριά. «Ἔι! Τὰ κα­τά­φε­ρες;» Πλη­σί­α­σε στὰ δέ­κα μέ­τρα. Ἀ­κί­νη­το τὸ ζό. «Κα­κὸ πού ‘­πα­θα», μουρ­μού­ρι­σε ὁ γέ­ρος. «Ἔρ­χο­μαι. Τώ­ρα. Τυ­λί­χτη­κες πά­λι. Θὰ σὲ ξε­τυ­λί­ξω γώ. Δὲ βρῆ­κες βο­σκή; Σὲ πά­ω ἀλ­λοῦ νὰ χορ­τά­σεις…» Ἔ­φτα­σε μι­λών­τας δί­πλα στὸ ζό. Τὸν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια. «Τί θέ­λει νὰ μοῦ πεῖ…» Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ τὸ χα­ϊ­δέ­ψει. Στὴ μου­σού­δα. Τὸ ζὸ γύ­ρι­σε τὴ μου­σού­δα κα­τα­πί­σω. Κά­τι τοῦ ἔ­δει­χνε… Ὁ γέ­ρος κοί­τα­ξε.

       Ἕ­να φί­δι. Κον­το­σι­τέ­ρης. Εἶ­χε ἀ­νέ­βει τὸ δε­ξὶ πι­σι­νὸ πό­δι, ἔ­φτα­σε τὸ βυ­ζί της καὶ βύ­ζαι­νε τὸ γά­λα της. Ὁ Κου­να­βὴς τή­ρα­ξε μιὰ τὴ γε­λά­δα, μιὰ τὸ φί­δι. Δυ­ὸ βή­μα­τα δί­πλα ἕ­να πα­λού­κι ἀ­πὸ φρά­χτη. «Νὰ τό ‘­παιρ­νε, νὰ τὸ κο­πά­να­γε. Ἄλ­λα ἂν προ­λά­βαι­νε κεῖ­νο κι ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια του στὸ βυ­ζί της; Θὰ δη­λη­τη­ρι­α­ζό­ταν ἀ­μέ­σως.» Για­τί ὁ κον­το­σι­τέ­ρης ἔ­χει δη­λη­τή­ριο δυ­να­τό­τε­ρο κι ἀ­πὸ κρο­τα­λί­α. Ὁ γέ­ρος τή­ρα­ξε τὴ γε­λά­δα στὰ μά­τια. Ἄρ­χι­σε νὰ τῆς μι­λά­ει… Τῆς μί­λα­γε, κεί­νη ἄ­κου­γε, μέ­χρι ποὺ χόρ­τα­σε γά­λα τὸ φί­δι καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ χῶ­μα, πα­ρα­φου­σκω­μέ­νο καὶ βα­ρύ. Τὰ μά­τια τοῦ Κου­να­βῆ καὶ τῆς γε­λά­δας του ἔ­σμι­ξαν. Ζύ­για­σαν τὸ φί­δι. Μιὰ τοῦ δί­νει μὲ τὸ πι­σι­νὸ πό­δι της, τὸ κο­ψο­με­σιά­ζει. Ὁ Κου­να­βὴς ἁρ­πά­ζει τὸ πα­λού­κι, δυ­ὸ στὸ κε­φά­λι καὶ τ’ ἀ­πο­σώ­νει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: