Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ὁ Μαυρουδῆς


Markoglou,Prodromos-OMayroudis-Eikona-02


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ὁ Μαυ­ρου­δῆς


02-GammaΥΡΝΟΥΣΕ ὅ­λη μέ­ρα στοὺς δρό­μους. Στὰ σκου­πί­δια καὶ τοὺς μπαχ­τσέ­δες. Δὲν μι­λοῦ­σε, ἔ­βγα­ζε μό­νον μι­κρὲς κραυ­γές. Ξυ­πό­λυ­τος χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι περ­πα­τοῦ­σε. Πο­τὲ δὲν πεί­ρα­ξε ἄν­θρω­πο. Δὲν ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι νὰ ζη­τή­σει. Οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ δί­ναν φα­γη­τὸ καὶ κά­πο­τε ἕ­να πα­λιὸ ροῦ­χο. Ἦ­ταν ἐ­πο­χὲς ποὺ δὲν πε­ρίσ­σευ­αν. Ἀ­έ­ρας, ἥ­λιος καὶ βρο­χὴ χά­ι­δευ­αν τὸ κου­ρε­μέ­νο του κε­φά­λι. Τὰ βρά­δια κα­τέ­βαι­νε στὸ λι­μά­νι, στὰ μπλό­κια, ἔ­παι­ζε φυ­σαρ­μό­νι­κα. Οἱ κα­πνερ­γά­τες τοῦ δί­ναν κα­πνὸ νὰ στρί­βει τσι­γά­ρα. Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει. Τὸν φώ­να­ζαν Μαυ­ρου­δῆ.

       Ὕ­στε­ρα χά­θη­κε. Πρῶ­τες τὸ πρό­σε­ξαν οἱ γυ­ναῖ­κες κα­θὼς δὲν βλέ­παν τὴ σκιά του νὰ πέ­φτει στοὺς στε­νοὺς δρό­μους, στοὺς χα­μη­λοὺς τοί­χους.

       Ἕ­να πρω­ί, δε­μέ­νους χει­ρο­πό­δα­ρα, τοὺς πέ­τα­ξαν στὴν πλα­τεί­α. Πα­λι­κά­ρια σχε­δὸν ἀ­μού­στα­κα. Ἕ­να γύ­ρο στρα­τι­ῶ­τες νὰ τοὺς φρου­ροῦν. Χτυ­πη­μέ­νοι. Μὲ σχι­σμέ­να τ’ ἀ­πο­φό­ρια, μὲς στὸ αἷ­μα. Κι ἀ­νά­με­σά τους ὁ Μαυ­ρου­δῆς. Με­γά­φω­να με­τα­δί­δαν προ­τρο­πὲς καὶ πα­τρι­ω­τι­κὰ ἄ­σμα­τα. Ἐμ­βα­τή­ρια.

       Νὰ φτά­νουν μά­νες χα­ρο­κα­μέ­νες, νὰ κλαῖ­νε, νὰ φτύ­νουν, νὰ βρί­ζουν, νὰ προ­τρέ­πουν τοὺς φρου­ροὺς νὰ του­φε­κί­σουν τὰ κτή­νη.

      Κι ἄλ­λες μά­νες νὰ φτά­νουν, χα­ρο­κα­μέ­νες, στὰ μαῦ­ρα τους τριμ­μέ­να ροῦ­χα, νὰ μέ­νουν πα­ρά­με­ρα, νὰ δαγ­κώ­νουν τὰ μαν­τί­λια, πνιγ­μέ­νες στὸ κλά­μα, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν γιὰ τὰ παι­διά τους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν νὰ προ­σφέ­ρουν μιὰ κου­βέρ­τα, λί­γο ψω­μὶ στοὺς συν­τριμ­μέ­νους, νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν καὶ γιὰ τὸν Μαυ­ρου­δῆ ποὺ ἦ­ταν ὀρ­φα­νὸς καὶ χα­μέ­νος.

       Νὰ φυ­σά­ει ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­γέ­ρας στοὺς γο­να­τι­σμέ­νους, νὰ πέ­φτει τὸ χι­ό­νι στὰ κορ­μιὰ τὰ ριγ­μέ­να.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πε­ζῶν Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον. Ἐ­πάλ­λη­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2003).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: