Κίμων Θεοδώρου: Ὁ Κὰντ εἶναι μαλάκας


Theodorou,Kimon-OKantEinaiMalakas-Eikona-01b


Κίμων Θεοδώρου


Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ —ὁ ἐρ­γέ­νης καὶ ὁ παν­τρε­μέ­νος— συ­νή­θως λο­γο­μα­χοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ κα­τη­γο­ρι­κὴ προ­στα­γὴ ἢ ἐ­ὰν ὁ ἄν­θρω­πος γεν­νι­έ­ται tabula rasa. Σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ἐ­πά­νω στὴν ἠ­θι­κὴ καὶ τὰ ζῶ­α, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ξε­στο­μί­ζει πὼς «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ὁ πρῶ­τος βγαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα του, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας» ἀ­πο­τολ­μᾶ ὁ ἄλ­λος, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», ἡ στι­χο­μυ­θί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σὰν μάν­τρα ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς καὶ πά­νω ποὺ πλη­σιά­ζουν σὲ μιὰ ταν­τρι­κὴ νιρ­βά­να —ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ο πράγ­μα— «ὁ Κὰντ εἶ­ναι…», τὸ παι­δὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο ξυ­πνά­ει καὶ βά­ζει τὰ κλά­μα­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ση­κώ­νε­ται, πη­γαί­νει στὸ δω­μά­τιο καὶ τὸ φέρ­νει στὴν πα­ρέ­α, «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι γιὰ νὰ πέ­σει ἐ­πά­νω σε ἄρ­νη­ση, «μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ μω­ρό, φαν­τά­σου με­γα­λώ­νον­τας νὰ βγεῖ ὠ­φε­λι­μι­στὴς ἢ κα­μιὰ ἄλ­λη τέ­τοι­α βλα­κεί­α.» Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ρί­χνει φο­νι­κὴ μα­τιὰ καὶ στοὺς δύ­ο, κά­θε φο­ρὰ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει κά­ποι­α χον­τρὴ γκά­φα μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἀ­πό­γο­νο. Ὁ μπέμ­πης ξα­να­κοι­μᾶ­ται καὶ ὁ πρῶ­τος πρέ­πει νὰ φύ­γει. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τὸν κα­λεῖ στὸ κι­νη­τὸ κα­θὼς φτά­νει σπί­τι, ἔ­χει βρεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο κουμ­πί: «Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας!» τρα­βά­ει τὸ σχοι­νὶ ἀλ­λὰ δὲν λαμ­βά­νει ἀ­πάν­τη­ση, ὁ ἐρ­γέ­νης τὸ κλεί­νει προ­σπα­θών­τας νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ψυ­χραι­μί­α του, ἀλ­λὰ ἀ­λή­θεια, χά­νει τὸν ὕ­πνο του ὅ­λο το βρά­δυ. Ἀ­πο­φα­σί­ζει, λοι­πόν, τὴν ἑ­πο­μέ­νη ποὺ θὰ συ­ναν­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου νὰ τὸν δεί­ρει· ναί, ὑ­πήρ­ξα­με καν­τια­νοὶ κά­πο­τε· ὑ­πάρ­χει ἕ­να σέ­βας στὸ πα­ρελ­θόν, κύ­ριοι – συλ­λο­γί­ζε­ται. «Ἀ­γά­πη μου, ποι­ός σοῦ μαύ­ρι­σε τὸ μά­τι;» θὰ ρω­τή­σει ἡ σύ­ζυ­γος με­τὰ ἀ­πὸ τὸ συμ­βὰν καὶ ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νη τὶς ἐ­ξη­γή­σεις θὰ συμ­φω­νή­σει ὅ­πως συ­νη­θί­ζει μὲ τὸν ἄν­τρα της («Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ φί­λος σου»). Μιὰ ἄλ­λη φο­ρᾶ, πα­λι­ό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ σὲ σχε­τι­κὴ μπη­χτὴ τοῦ ἐρ­γέ­νη φί­λου: «Φυ­σι­κὰ καὶ πρέ­πει νὰ συμ­φω­νῶ μὲ τὸν ἄν­τρα μου, πῶς ἀλ­λι­ῶς νο­μί­ζεις ὅ­τι κρα­τά­ει ἕ­νας γά­μος;».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014).

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


		
Διαφημίσεις

Ἰωάννα Ἀμπατζῆ: Γιὰ τὴ Δόνια Δουλτσινέα


02-Ampatzi,Ioanna-GiaTinDoniaDulcinea-Eikona-02


Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ


Γιὰ τὴ Δό­νια Δουλ­τσι­νέ­α


02-TaphΟΥΣ ΤΟ ΕΙΧΕ ΨΙΘΥΡΙΣΕΙ ὁ ἄ­νε­μος ποὺ τὰ μαρ­τυ­ρά­ει ὅ­λα κι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ἔ­βρι­σκαν ἡ­συ­χί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­χαν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν ἕ­ναν τό­σο φο­βε­ρὸ κίν­δυ­νο, ἀ­λί­μο­νο, ἡ μοί­ρα τους ἦ­ταν προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ γνώ­ρι­ζαν χί­λια δύ­ο πράγ­μα­τα, μπο­ρεῖ νὰ σή­κω­ναν βου­νὰ μὲ τὰ χέ­ρια τους, νὰ ἔ­λι­ω­ναν πό­λεις στὸ πά­τη­μά τους, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν μά­θει πο­τὲ νὰ ἀ­γα­ποῦν. Ἦ­ταν γί­γαν­τες. Δὲν ἤ­ξε­ραν τὰ τερ­τί­πια τοῦ ἔ­ρω­τα, δὲν εἶ­χαν αἰ­σθαν­θεῖ πο­τὲ τὶς βου­τι­ές του, τὰ ρί­γη του, τὰ χτυ­πο­κάρ­δια του. Πῶς νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σεις κά­τι ποὺ δὲν γνω­ρί­ζεις; Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­νι­ω­σαν τὸ ζε­στὸ ἀ­έ­ρα στὸ πρό­σω­πό τους, ὕ­στε­ρα μιὰ λόγ­χη, ἕ­να βέ­λος, μιὰ αἰχ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς τρυ­πά­ει ἕ­ναν ἕ­ναν. Κου­νοῦ­σαν μὲ ἀ­πελ­πι­σί­α τὰ χέ­ρια τους κα­θὼς ἔ­βλε­παν τὰ πό­δια τους νὰ ρι­ζώ­νουν στὴ γῆ. Δυ­να­τὰ τὰ ξόρ­κια. Ἄ­νι­ση μά­χη. «Γιὰ τὴ Δό­νια Δουλ­τσι­νέ­α!» ἦ­ταν οἱ τε­λευ­ταῖ­ες λέ­ξεις ποὺ ἄ­κου­σαν πρὶν με­τα­μορ­φω­θοῦν σὲ ἀ­νε­μό­μυ­λους.


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πό­φοι­τος Γαλ­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, μὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Θε­α­τρο­λο­γί­α καὶ τὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­γρα­φί­α καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Ἔρ­γα της, ἀ­το­μι­κὰ ἢ συλ­λο­γι­κά, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρους ἐκ­δο­τι­κούς. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πα­ρά­θυ­ρα (ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἔκδ. Μο­λύ­βι, 2014).

Εἰκόνα: Juan Gallego.


Ἔτγκαρ Κέρετ (אתגר קרת): Κρίση ἄσθματος


Keret,Etgar-KrisiAsthmatos-Eikona-06


Ἔτ­γκαρ Κέρετ (אתגר קרת)


Κρί­ση ἄ­σθ­μα­τος


06-OmikronΤΑΝ ΣΕ ΠΙΑΝΕΙ κρί­ση ἄ­σθμα­τος δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις. Ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις δυ­σκο­λεύ­ε­σαι νὰ μι­λή­σεις. Ἡ πρό­τασή σου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­σό­τη­τα τοῦ ἀ­έ­ρα ποὺ μπο­ρεῖς νὰ βγά­λεις ἀ­π’ τὰ πνευ­μό­νια σου – πο­σό­τη­τα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ λι­γο­στή, τρεῖς μὲ τέσ­σε­ρις κου­βέν­τες πά­νω κά­τω. Αὐ­τὸ σὲ κά­νει νὰ δί­νεις ση­μα­σί­α στὴ λέ­ξη. Περ­νᾶς ἀ­πὸ κό­σκι­νο τοὺς σω­ροὺς τῶν λέ­ξε­ων ποὺ σοῦ κα­τα­κλύ­ζουν τὸ κε­φά­λι, δι­α­λέ­γεις τὶς πιὸ ση­μαν­τι­κές. Κι αὐ­τὲς ἀ­κό­μα σοῦ κο­στί­ζουν δὲν εἶ­σαι σὰν τοὺς ὑ­γι­εῖς ποὺ τὶς ξεφουρ­νί­ζουν ὅ­πως πε­τᾶ­με ἔ­ξω τὰ σκου­πί­δια. Ὅ­ταν κά­ποι­ος λέ­ει πά­νω στὴ κρί­ση «Σ’ ἀ­γα­πῶ», ἢ «Σ’ ἀ­γα­πῶ τρε­λά», ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά. Δι­α­φο­ρὰ μί­ας λέ­ξης, ποὺ εἶ­ναι ὅ­μως ὑ­πε­ραρ­κε­τή, ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἡ λέ­ξη: «Στά­σου», «Ἀ­να­πνευ­στή­ρας» ἢ ἀ­κό­μη «Ἀ­σθε­νο­φό­ρο».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ὁ ὁ­δη­γὸς λε­ω­φο­ρεί­ου ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει θεός (δι­η­γή­μα­τα, με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἐβραϊκὰ Μάγκυ Κοέν, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2004)

Ἔτ­γκαρ Κέρετ (אתגר קרת) (Τὲλ-Ἀ­βίβ, 1967). Ό ση­μαν­τι­κό­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας τῆς νέ­ας λο­γο­τε­χνι­κῆς γε­νιᾶς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. O κρι­τι­κὸς Νι­σὶμ Καλ­ντε­ρὸν ἔ­γρα­ψε ὅ­τι ὁ Κέρετ εἶ­ναι «ὁ Ἄ­μος Ὂζ τῆς γε­νιᾶς του», καὶ τὸ βι­βλί­ο του Missing Kissinger ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ δε­κα­πέν­τε ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἰσ­ρα­η­λι­νὰ βι­βλί­α ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν. Ἔ­χει λά­βει τὸ Πρω­θυ­πουρ­γι­κὸ Βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὸ Κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ. Δι­δά­σκει στὴν Κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τὲλ Ἀ­βίβ. Βιβλία του: Τὸ μπλοὺζ τῆς Γά­ζας (μα­ζὶ μὲ τὸν Πα­λαι­στί­νιο Σα­μὶρ Ἒλ Γι­οῦ­σεφ, 2005), Ὁ ἐ­κεῖ­νος (2007), κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἑβραϊκά:

Μάγ­κυ Κο­έν (1953). Με­τα­φρά­στρια ἀ­πὸ τὰ ἑ­βρα­ϊ­κά. Σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χά­ϊ­φα στὸ Ἰσ­ρα­ήλ. Με­τέ­φρα­σε τοὺς συγ­γρα­φεῖς Ἀ­βρα­ὰμ Γε­ο­σού­α, Ἔτ­γκαρ Κε­ρέτ, Ντά­βιντ Γκρό­σμαν, Ἀ­α­ρὼν Ἄ­πε­φελντ καὶ ἄλ­λους. Τὸ 2002 βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης Ἔρ­γου Ξέ­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Γλώσ­σα.



		

	

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ἡ ἀγελάδα καὶ τὸ φίδι

Christofilakis,Giorgos-IAgeladaKaiToFidi-Eikona-02


Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ἡ ἀ­γε­λά­δα καὶ τὸ φί­δι


05-Omikron ΚΟΥΝΑΒΗΣ ἔ­δε­σε τὴ γε­λά­δα του στὴν γκορ­τσιά. Νὰ φτά­νει μέ­χρι τὸ πε­ζου­λά­κι τοῦ γεί­το­να τὸ σκοι­νί. Τρά­βη­ξε γιὰ τὸν μπα­ξέ. Ἦ­ταν σώ­γα­μπρος καὶ γέ­ρος. Ἡ γυ­ναί­κα του πε­θα­μέ­νη. Μό­νη του πε­ρι­ου­σί­α ἡ γε­λα­δί­τσα καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ τοῦ­το τὸ Ρα­μέ­ι­κο χτῆ­μα – ἕ­ξι στρέμ­μα­τα. Με­τὰ τὸ θά­να­τό του οἱ Ρα­μέ­οι θὰ τὸ ἔ­δι­ναν ἀλ­λοῦ. Εἶ­χε μοι­ρά­σει τὸ χτῆ­μα στὰ τρί­α. Τό ‘­να τό ‘­σπερ­νε σι­τά­ρι. Τ’ ἄλ­λο τό ‘­χε φυ­τέ­ψει καρ­πο­φό­ρα δέν­τρα. Τὸ τρί­το, μὲ τὸ πη­γά­δι, ὁ μπα­ξές του.

       Κρέ­μα­σε στὸ φουρ­τζιά­το, δί­πλα στὸ πη­γά­δι, τὸ σα­κού­λι —ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ καὶ λί­γο τυ­ρὶ εἶ­χε μέ­σα— πῆ­ρε τὸ ξι­νά­ρι καὶ μὲ τὴ λά­τζα πό­τι­ζε σει­ρὰ σει­ρὰ τὸν μπα­ξέ του. Πρώ­ι­μα ὅ­λα. Ἀ­πὸ δε­ξιά, δυ­ὸ βρα­γι­ὲς ἀγ­γου­ρά­κια εἶ­χαν σκά­σει φύ­τρο, δί­πλα με­λι­τζά­νες, μπά­μι­ες, φα­σο­λά­κια μα­κρυ­νά­ρι­κα. Πιὸ πί­σω πα­τά­τες, ντο­μά­τες – φέ­τος ἔ­βα­λε τρεῖς σει­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρες. Καὶ κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ γοῦ­βες μπο­στά­νι. Πό­τι­σμα μό­νο σή­με­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο θά ‘­κο­βε λί­γα ξύ­λα ἀ­πὸ τὸ λόγ­γο, καὶ μὲ τὸ δεί­λι θὰ γύρ­να­γε στὸ κο­νά­κι. Δὲν τὴν μπό­ρα­γε τὴ μο­να­ξιά. Ἄλ­λα καὶ τί νά ‘­κα­νε. Δὲν ἔ­βγαι­νε καὶ σὲ κό­σμο. Ἦ­ταν λι­γό­λο­γος. Τὸν κερ­νά­γα­νε. Δὲν εἶ­χε λε­φτὰ νὰ κε­ρά­σει κι αὐ­τὸς κι ἀ­πό­φευ­γε τὰ βρά­δια νὰ πη­γαί­νει στὸ μα­γα­ζά­κι. Στὸ δρό­μο, ἅ­μα ἀ­πάν­τα­γε ἄν­θρω­πο, ρώ­τα­γε, μά­θαι­νε νέ­α. Κά­θε Σάβ­βα­το ἄ­να­βε καὶ τὸ καν­τη­λά­κι τῆς γυ­ναί­κας του στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Μό­νη συν­τρο­φιὰ ἡ γε­λά­δα καὶ τὸ χτῆ­μα. Πό­τι­ζε, ἔ­κο­βε τ’ αὐ­λά­κια κι ὅ­λο συλ­λο­γι­ό­ταν. Τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε μὲ τὴν κυ­ρά του. Χω­ρὶς παι­διά. Χρό­νια φτω­χὰ ἀλ­λὰ κα­λά. Δού­λευε, σκε­φτό­ταν καὶ φρόν­τι­ζε τὸν μπα­ξέ του. Τὰ φύ­τρα, τὰ δεν­τρά­κια, ἦ­ταν τὰ παι­διά του. Κορ­φο­λό­γα­γε τὶς φα­σου­λι­ὲς ν’ ἁ­πλώ­σουν. Χά­ζευ­ε τὰ λου­λου­δά­κια ἀ­πὸ τὶς με­λι­τζα­νι­ές. Κι ὅ­πως τό ‘­χε συ­νή­θει­ο ἡ γυ­ναί­κα του, φύ­τευ­ε κι αὐ­τὸς λο­γι­ῶν λου­λού­δια στὸν μπα­ξέ, νά ‘­ναι πιὸ ὄ­μορ­φος.

       Ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ πό­τι­σμα. Τρά­βη­ξε κα­τὰ τὶς ντομα­τι­ές. Τὸν εἶ­χαν παι­δέ­ψει φέ­τος. Τὶς ἔ­κο­βε ἡ ψυ­χα­λίθρα. Πῆ­ρε φάρ­μα­κο. Ἔ­ρι­ξε στὶς ρί­ζες τους καὶ τὶς γλί­τω­σε. Τώ­ρα εἶ­χαν γί­νει κο­τζὰμ δεν­τρά­κια, θέ­λαν φουρ­κάδες. Αὔ­ριο θά ‘­κο­βε μου­ρό­κλα­ρες καὶ θὰ τὶς φούρ­κι­ζε. Νὰ ψη­λώ­σουν. Πέ­ρα­σε μέ­σα στὶς ντο­μα­τι­ές. Ἡ πα­τά­τα εἶ­χε πε­τά­ξει ἄ­σπρα λου­λου­δά­κια. «Κα­λὴ χρο­νιὰ φέ­τος», σκέ­φτη­κε. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες εἶ­χε που­λή­σει καὶ τὸ μο­σχα­ρά­κι ποὺ τοῦ ‘­δω­κε ἡ γε­λά­δα του. Ὅ­λα κα­λά. Γύ­ρι­σε. Εἶ­δε τὸ ζό. Δὲν ἔ­βο­σκε. «Μπὰς καὶ τυ­λί­χτη­κε.» Τρά­βη­ξε κα­τα­κε­ῖ. Στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­το. Μό­λις εἶ­δε τὸν ἀ­φέν­τη νά ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω του, κού­νη­σε τὴν οὐ­ρά της. Ὁ Κου­να­βὴς βι­ά­στη­κε. «Θὰ μπερ­δεύ­τη­κε στὴν γκορ­τσιά. Καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ σκύ­ψει, νὰ βο­σκή­σει.» Ἡ γε­λά­δα τὸν εἶ­δε. Ἐρ­χό­ταν κα­τα­πά­νω της. Μουγ­γά­νι­σε. «Κά­τι μοῦ ἔ­πα­θε τὸ ζό.» Ἄρ­χι­σε νὰ τῆς μι­λά­ει ἀ­πὸ μα­κριά. «Ἔι! Τὰ κα­τά­φε­ρες;» Πλη­σί­α­σε στὰ δέ­κα μέ­τρα. Ἀ­κί­νη­το τὸ ζό. «Κα­κὸ πού ‘­πα­θα», μουρ­μού­ρι­σε ὁ γέ­ρος. «Ἔρ­χο­μαι. Τώ­ρα. Τυ­λί­χτη­κες πά­λι. Θὰ σὲ ξε­τυ­λί­ξω γώ. Δὲ βρῆ­κες βο­σκή; Σὲ πά­ω ἀλ­λοῦ νὰ χορ­τά­σεις…» Ἔ­φτα­σε μι­λών­τας δί­πλα στὸ ζό. Τὸν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια. «Τί θέ­λει νὰ μοῦ πεῖ…» Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ τὸ χα­ϊ­δέ­ψει. Στὴ μου­σού­δα. Τὸ ζὸ γύ­ρι­σε τὴ μου­σού­δα κα­τα­πί­σω. Κά­τι τοῦ ἔ­δει­χνε… Ὁ γέ­ρος κοί­τα­ξε.

       Ἕ­να φί­δι. Κον­το­σι­τέ­ρης. Εἶ­χε ἀ­νέ­βει τὸ δε­ξὶ πι­σι­νὸ πό­δι, ἔ­φτα­σε τὸ βυ­ζί της καὶ βύ­ζαι­νε τὸ γά­λα της. Ὁ Κου­να­βὴς τή­ρα­ξε μιὰ τὴ γε­λά­δα, μιὰ τὸ φί­δι. Δυ­ὸ βή­μα­τα δί­πλα ἕ­να πα­λού­κι ἀ­πὸ φρά­χτη. «Νὰ τό ‘­παιρ­νε, νὰ τὸ κο­πά­να­γε. Ἄλ­λα ἂν προ­λά­βαι­νε κεῖ­νο κι ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια του στὸ βυ­ζί της; Θὰ δη­λη­τη­ρι­α­ζό­ταν ἀ­μέ­σως.» Για­τί ὁ κον­το­σι­τέ­ρης ἔ­χει δη­λη­τή­ριο δυ­να­τό­τε­ρο κι ἀ­πὸ κρο­τα­λί­α. Ὁ γέ­ρος τή­ρα­ξε τὴ γε­λά­δα στὰ μά­τια. Ἄρ­χι­σε νὰ τῆς μι­λά­ει… Τῆς μί­λα­γε, κεί­νη ἄ­κου­γε, μέ­χρι ποὺ χόρ­τα­σε γά­λα τὸ φί­δι καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ χῶ­μα, πα­ρα­φου­σκω­μέ­νο καὶ βα­ρύ. Τὰ μά­τια τοῦ Κου­να­βῆ καὶ τῆς γε­λά­δας του ἔ­σμι­ξαν. Ζύ­για­σαν τὸ φί­δι. Μιὰ τοῦ δί­νει μὲ τὸ πι­σι­νὸ πό­δι της, τὸ κο­ψο­με­σιά­ζει. Ὁ Κου­να­βὴς ἁρ­πά­ζει τὸ πα­λού­κι, δυ­ὸ στὸ κε­φά­λι καὶ τ’ ἀ­πο­σώ­νει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.

Μανόλης Πρατικάκης: Τὸ πρῶτο λεωφορεῖο

Pratikakis,Manolis-ToProtoLeoforeio-Eikona-02


Μα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης


Τὸ πρῶ­το λε­ω­φο­ρεῖ­ο


01-ThitaΑ ΄ΡΘΕΙ, ΕΡΧΕΤΑΙ, ἦρ­θε. Πί­σω ἀ­πὸ χα­μη­λὰ βου­νά. Νά­το, νά­το με­γα­λό­σω­μο καὶ ψη­λὸ σὰν τὰ σπί­τια. Τί ρί­γη! Ἐ­μεῖς σὰν μπρο­στὰ σὲ ἀ­προσ­δό­κη­το «ἀ­γα­θὸ θη­ρί­ο». Ἀρ­γό­τε­ρα μὲ φλο­γε­ρὲς τρε­χά­λες μέ­σα στὴ θύ­ελ­λα τῆς σκό­νης. Πη­δών­τας κρα­τι­ό­μα­στε στὴ σχά­ρα, γαν­τζω­μέ­νοι ἐ­κεῖ σὰν τὰ τζι­τζί­κια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ μυ­θι­κὸ τρε­χού­με­νο κλω­νά­ρι. Στὴν πο­λύ­κλω­νη ἐ­κεί­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα Καὶ τό­τε ἡ πρώ­τη ἐ­πι­τά­χυν­ση πά­νω στὸ σῶ­μα. Τὸ πρῶ­το σφο­δρὸ κύ­μα. Τὸ ἀ­πό­το­μο ξε­κί­νη­μα κι ἡ κα­τρα­κύ­λα μας στὴ σκό­νη. Σὰν ἀ­λευ­ρω­μέ­νη μα­ρί­δα ποὺ τὴ γυρ­νᾶ ἡ θεί­α πα­ρου­σί­α τῆς ἀ­δρά­νειας. Κοι­τοῦ­με γύ­ρω. Ποιός μᾶς ἔ­σπρω­ξε; (ἀ­πό ‘κεί­νη νο­μί­ζω τὴ ρωγ­μού­λα μπῆ­κε στὸ νοῦ μας, σὰν παι­χνί­δι, τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­το).

        Ὕ­στε­ρα τὸ πρῶ­το μας τα­ξί­δι. Τυ­λιγ­μέ­νοι σὲ κεῖ­να τὰ χρω­μα­τι­στὰ μπρού­τζι­να πέ­πλα τοῦ ὀ­χή­μα­τος. Δι­πλω­μέ­νοι, στὶς γα­λά­ζι­ες φα­σκι­ὲς τοῦ τα­ξι­διοῦ: Κα­θι­σμέ­νοι καὶ νὰ προ­χω­ρᾶ­με! Νὰ βλέ­που­με δέν­τρα καὶ φρά­χτες μὲ πολ­λὰ πο­δά­ρια νὰ τρέ­χουν πρὸς τὰ πί­σω. Ἀ­γροὺς στὶς στρο­φὲς νὰ χο­ρεύ­ουν. Βου­νὰ νὰ μᾶς γυρ­νοῦν τὴ ρά­χη. Κι ἡ θά­λασ­σα λα­χα­νι­α­σμέ­νη νὰ μᾶς ξα­να­βρί­σκει πί­σω ἀ­πὸ χα­μη­λοὺς κί­τρι­νους λό­φους. Πα­λιὸ σκα­ρί, ἀ­πὸ δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Συ­χνὰ «μου­λά­ρω­νε» στὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Σὲ μι­κρὰ ρυά­κια ποὺ φάρ­δυ­νε ἡ χτε­σι­νὴ νε­ρο­πον­τή. Νὰ τὸ σπρώ­χνουν ὧ­ρες, κα­θὼς ἡ μα­νι­βέ­λα γύ­ρι­ζε στὰ χα­μέ­να, μὲ μι­κρὰ βογ­γη­τά, ἀλ­λὰ μπρο­στὰ δὲν ἔ­παιρ­νε. Ἔ­τσι γνω­ρί­σα­με τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψή του. Ξε­κοι­λι­α­σμέ­να κα­θί­σμα­τα μὲ κί­τρι­να φθαρ­μέ­να ἀ­φρο­λέξ. Τὰ ἐ­λα­τή­ρια κρυμ­μέ­να ἐ­κεῖ σὰν ἀ­γρί­μια. Καὶ ἡ συ­σπει­ρω­μέ­νη τους δύ­να­μη ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ ἀ­κυ­ρώ­σει ἡ ἀ­χρη­στί­α. Πα­ρά­ξε­νο, σκε­φτό­μα­στε. Σὲ σῶ­μα πε­θα­μέ­νο, με­ρι­κὰ ἐ­πι­μέ­ρους ὄρ­γα­να ἐ­πι­μέ­νουν νὰ πάλ­λουν! Ὁ ἄ­ξο­νάς του, ἄ­κου­γες τοῦ κε­νοῦ μι­κρὲς κραυ­γές, κι οἱ πε­λώ­ρι­ες ζάν­τες σὰν νάρ­κες Ἰ­τα­λῶν (κά­τι ξέ­ρα­με). Βα­θιὰ στὶς κόγ­χες τὰ ἠθ­μο­ει­δῆ. Καὶ δύ­ο τρί­α πο­λύ­χρω­μα κα­λώ­δια: Οἱ λε­πτὲς ὀ­φθαλ­μι­κὲς καὶ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ νεύ­ρου τὸ κο­λό­βω­μα. Ἕ­να ἀ­όμ­μα­το τέ­ρας Κοι­τᾶ­με ἐ­τοῦ­το τὸ κου­φά­ρι πά­νω στὰ θυ­μά­ρια. Αὐ­τὸν τὸν κραυ­γα­λέ­ο σκε­λε­τὸ ν’ ἀ­νοί­γει, σὰν χα­ρά­δρα (θ’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὸ πλά­νο, θ’ ἁ­πλω­θεῖ σὲ ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο σπρώ­χνον­τας στὸ χά­ος ὅ­λη μας τὴ χλό­η). Ὅ­τα­ν ήρ­θε το δεύ­τε­ρο λε­ω­φο­ρεῖ­ο κλώ­τση­σα τὰ με­ταλ­λι­κὰ φτε­ρά. Πό­νε­σα. Τοῦ φώ­να­ξα «κτῆ­νος». Ἦρ­θες νὰ μᾶς πά­ρεις τὴ χλό­η. Ἦρ­θες νὰ μᾶς πά­ρεις τὴ χλό­η. Νύ­χτα πή­γα­με.

        Τὸ μι­κρὸ ἀ­χτέ­νι­στο τσοῦρ­μο – δώ­δε­κα με­λα­χρι­νὰ μορ­τά­κια. Μὲ με­γά­λα καρ­φιὰ τρυ­πή­σα­με τὰ λά­στι­χα. Κά­θι­σε τα­πει­νω­μέ­νο. Μὲ τυ­λιγ­μέ­να γό­να­τα μέ­σα στὴν πυ­κνὴ σκό­νη. Μᾶς φά­νη­κε, χλώ­μια­σε. Νὰ φύ­γεις κτῆ­νος φω­νά­ξα­με. Γκρί­ζο, κα­κὸ μου­λά­ρι, ποὺ σκέ­φτε­σαι μὲ μέ­ταλ­λα. Νὰ φλο­μώ­νεις τὸν εὐ­ω­δια­στό μας ἀ­έ­ρα, μαῦ­ρο κα­πνό. Νὰ φύ­γεις ζῶ­ο, νὰ μὴν ἐ­πι­στρέ­ψεις. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἐ­δῶ εἶ­ναι μὲ μᾶς κι ἡ χλό­η εἶ­ναι τὸ μέ­ρος μας. Κι ἡ σκό­νη ξέ­ρει νὰ κρύ­βει στὸν ἀ­φρὸ τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα σαν­δά­λια μας. Νὰ φύ­γεις κτῆ­νος. Νὰ μὴν ἐ­πι­στρέ­ψεις.

        Κά­τι μ’ ἔ­σπρω­χνε νὰ τα­ξι­δέ­ψω στὴν Ἰν­δί­α. Μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἕλ­ξη. Ἰ­α­νουά­ριος 2008, Δελ­χί,, Τζαϊ­πούρ, Ἄ­γρα. Εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα, ἐ­παρ­χί­α Ρα­τζα­στάν. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ἀρ­γο­κί­νη­τες ἱ­ε­ρὲς ἀ­γε­λά­δες, γκα­μῆ­λες, βο­ϊ­δά­μα­ξες, μα­ϊ­μοῦ­δες, χα­μη­λὰ πάμ­φτω­χα σπί­τια καὶ χι­λιά­δες ἀ­κί­νη­τους ἢ κου­κου­βι­στοὺς ξε­χα­σμέ­νους μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἔν­δεια ἀν­θρώ­πους μὲ μιὰ καρ­τε­ρι­κὴ θλί­ψη νὰ χα­ρά­ζει τὸ πρό­σω­πό τους. Ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ ἀρ­γὸ πο­τά­μι τοῦ χρό­νου, τὸ εἶ­δα. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πα­νο­μοι­ό­τυ­πο. Μὲ τὴν ἴ­δια σχά­ρα, τὸ ἴ­διο σου­λού­πι, τὸ ἴ­διο τι­μό­νι, τὸν ἴ­διο θό­ρυ­βο τῆς μη­χα­νῆς (σὰν ἀ­ε­ρά­κι μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πα­λιὰ προ­κυ­μαί­α τῆς μνή­μης).

        Καὶ μέ­σα οἱ ἄν­θρω­ποι σαρ­δέ­λες, κι ἄλ­λοι κρε­μα­σμέ­νοι στὰ φτε­ρά, στὶς πόρ­τες, στὴ σχά­ρα (τὴν ἑ­πό­με­νη στὴ Τζα­ϊ­ποὺρ δε­κά­δες τέ­τοι­α παμ­πά­λαι­α λε­ω­φο­ρεῖ­α ἐν κι­νή­σει, πλά­ι σε γκα­μῆ­λες ποὺ ἔ­σερ­ναν κά­ρα καὶ βαμ­μέ­νους φορ­τω­μέ­νους ἐ­λέ­φαν­τες, μὲ ρά­χες στὸ ἴ­διο ὕ­ψος τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων). Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πα­νο­μοι­ό­τυ­πο λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ 1950 ποὺ πρω­το­ῆρ­θε στὸ Μύρ­τος. Καὶ ξυ­πό­λη­τα παι­διὰ ἔ­παι­ζαν στὶς ἀ­λά­νες πλά­ι σὲ στε­κά­με­να νε­ρά, μι­κρὲς λί­μνες μὲ τὰ ἴ­δια ὑ­δρό­βια που­λιὰ τῆς λί­μνης μας (κα­λαγ­κά­δες, νε­ρο­γούρ­νι­δες, νε­ρό­κο­τες). Τὸ ρο­λό­ι τοῦ χρό­νου ξαφ­νι­κὰ εἶ­χε γυ­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ 50 χρό­νια πί­σω (ἢ ὁ χρό­νος κυ­λών­τας τό­σο ἀρ­γὰ καὶ ρά­θυ­μα —σὰν μέ­σα σὲ με­λά­σα— σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ πλα­νή­τη νὰ εἶ­χε μεί­νει μι­σὸν αἰ­ώ­να πί­σω). Παι­διὰ 5-6 χρο­νῶν, ἄ­πλυ­τα, ἀ­νέ­με­λα, φτω­χον­τυ­μέ­να, σὰν ἀ­κό­μη ἄ­κο­πα ἀ­πὸ τοὺς κλώ­νους τῆς γῆς, πλά­ι σὲ κα­λά­μια καὶ βοῦρ­λα. Ἕ­να-δύ­ο ἦ­ταν σκαρ­φα­λω­μέ­να στὴ σχά­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου τῆς γραμ­μῆς ἀ­νά­με­σα στοὺς με­γά­λους. Ποι­ά ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ παι­διά; Καὶ ποι­ά ἡ δύ­να­μη ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε στὴν Ἰν­δί­α; Μή­πως μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ἀ­κό­μη τα­ξι­δεύ­ει καὶ ἀ­πὸ Μύρ­τος ἔ­φτα­σε μό­λις στὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Τζα­ϊ­πούρ; Σχε­δὸν ἔ­κα­να «Σα­τό­ρι»*. Ὁ θε­ὸς Σί­βα, εἶ­πα, ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα χο­ρεύ­ει, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ μό­ρια τῶν ὄν­των. Ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα γεν­νι­έ­ται καὶ ἀ­δι­ά­κο­πα κα­τα­στρέ­φε­ται. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α εἶ­χα ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ φύ­ση τῶν παι­δι­κῶν χρό­νων, ὄ­χι μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α νο­σταλ­γι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἐ­νο­ρα­τι­κὴ ἐ­πα­να­βί­ω­ση τοῦ πα­ρόν­τος μὲς στὸ πα­ρελ­θόν. Σὲ μιὰ ἕ­νω­ση τοῦ ἑ­νια­ίου ἀ­δι­αί­ρε­του χρό­νου, κα­θὼς κοί­τα­ζα ἐ­δῶ σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­κρη τῆς γῆς τὸ ἤ­δη ὀ­φθὲν (déjà vu)*. Ἄγ­γι­ξα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὰ νὰ ἄγ­γι­ζα ἕ­να πρω­ταρ­χι­κὸ ὄ­χη­μα νο­η­μά­των. Κοί­τα­ξα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό, πά­τη­σα τὸ πρῶ­το σκα­λο­πά­τι, μὲ τὸ ἴ­διο πα­λιὸ παι­δι­κὸ ρί­γος ποὺ δι­έ­σχι­σε τὸ ἀ­νε­πε­πτα­μέ­νο σὲ μυ­στι­κὴ ἀ­να­σύ­στα­ση κορ­μί μου, σὲ αἰφ­νί­δια δι­α­χρο­νί­α. Κι ὅ­ταν ἔ­δω­σα ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα (50 ρου­πί­ες) σ’ ἕ­να μι­κρού­λη Ἰνδό, τὸ πῆ­ρε μὲ τὴν ἴ­δια (γνώ­ρι­μη) ἔκ­πλη­κτη συγ­κί­νη­ση. Λὲς ἤ­μουν ὁ ἴ­διος ποὺ τὸ ἔ­παιρ­νε καὶ τὸ ἔ­δι­νε, κα­λὰ κρυμ­μέ­νος μέ­σα στὸν πα­ρά­ξε­νο ἐ­κεῖ­νο τα­ξι­δι­ώ­τη. Τὸ ἕ­να παι­δὶ τὸ δώ­ρι­ζε στὸ Ἄλ­λο. Κι ὅ­ταν μὲ κύ­κλω­σαν 8-10 μι­κρὰ παι­διά, τεί­νον­τάς μου τὸ χέ­ρι εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἤ­μουν τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ 8-10 μι­κρούς, φτω­χοὺς πει­να­σμέ­νους ἀγ­γέ­λους. Ὡς νὰ εἶ­χα ἀ­θε­τή­σει μιὰ πα­λιά μου ὑ­πό­σχε­ση. Καὶ τώ­ρα ἔ­δι­να τὸν ὀ­βο­λό μου. Ἀλ­λὰ ὅ­σο ἔ­δι­να, ἡ τσέ­πη μου γέ­μι­ζε ρουπί­ες. Ὅ­σο ἔ­δι­να, γέ­μι­ζε καὶ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λοῦ­θε ἐ­κεῖ μιὰ λάμ­ψη. Για­τί σκο­τει­νιὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ἀ­π’ ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ ἄγ­γε­λος (μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἔ­χου­με πεν­θή­σει καὶ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ). Ἀλ­λὰ ὄ­χι, ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν τὰ πρό­σω­πα τῶν πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τῶν μου, ποὺ τοὺς ὄ­φει­λα κά­τι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νεί­πω­το καὶ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το, σὰν παί­ζα­με παι­διά, κά­πως λυ­πη­μέ­να, μέ­σα στὸ ἄ­πει­ρο, για­τὶ δὲ στά­θη­κε βο­λε­τὸ νὰ τὸ ἐ­ξαν­τλή­σου­με. Καὶ τώ­ρα τοὺς ἔ­δι­να λί­γες λέ­ξεις κρυμ­μέ­νες στὸ μελ­τέ­μι. Αὐ­τὰ τὰ λί­γα νο­μί­σμα­τα τῆς ἔκ­φρα­σης, ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ ζων­τα­νέ­ψουν τὴ μι­κρὴ ἀ­λη­θι­νή μας πα­τρί­δα. Ποὺ κάποτε κω­πη­λα­τοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνη μέ­σα στὴν ἀ­θωότη­τα.

* Σα­τό­ρι: Πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ξαφ­νι­κὰ στὸν μό­λις φω­τι­σμέ­νο μα­θη­τὴ τοῦ Ζέν. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ τοῦ φω­τι­σμοῦ, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἕ­νω­ση τῶν ἀν­τι­θέ­των καὶ τὴ σύλ­λη­ψη τῆς δι­έ­που­σας ἀρ­χῆς τοῦ κό­σμου.

* Déjà vu (προμνησία): Πε­ρί­ερ­γη ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πη­γαί­νον­τας σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο μέ­ρος γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­χεις τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὸ ἔ­χεις ξα­να­δεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Mα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης (Μύρ­τος Ἱερά­πε­τρας, Κρή­τη, 1943). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰα­τρι­κή στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ψυ­χί­α­τρος. Πρῶτο του βι­βλί­ο: Θα­λασ­σι­νές φω­νές (1971), ἄλλα βι­βλί­α: Ἡ Κοί­μη­ση καὶ ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν Σω­μά­των τοῦ Δο­μή­νι­κου (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1997), Λι­βι­δώ (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀθή­να, 1978) κ.ἄ. Συ­γκε­ντρω­τικὴ ἔκδο­ση: Ποιή­ματα 1984-2000 (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀθή­να, 2003). Δη­μοσί­ευ­σε ἐπί­σης τὸ πεζό Τὰ ἀφη­γή­μα­τα ἑνὸς ψυ­χιά­τρου (ἐκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ἀθή­να, 2009).

Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου-Dr. Lauro Zavala(1): Μικρομυθοπλασία


Christodoulou-Zavala-Mikromythoplasia-Eikona-01


Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου – Δρ. Λάουρο Ζαβάλα (Dr. Lauro Zavala)(1)


VIII Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας

(Ὀ­κτώ­βριος 2014, Κεν­τά­κι, Η.Π.Α.)

μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά,

θε­ω­ρη­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ προ­ο­πτι­κὲς


01-TaphΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρη. Στὸ πρῶ­το, ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται μιὰ πα­ρου­σί­α­ση τῶν κύ­ρι­ων χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν καὶ θε­ω­ρη­τι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἑ­στι­ά­ζον­τας κυ­ρί­ως στὰ στοι­χεῖα ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο ἐν ἐ­ξε­λί­ξει καὶ ἴ­σως καὶ γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λό­γου. Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος, με­τα­φέ­ρον­ται πε­ρι­λη­πτι­κὰ οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι ἄ­ξο­νες(2) στοὺς ὁ­ποί­ους κι­νή­θη­καν οἱ ἀ­να­κοι­νώ­σεις τοῦ πιὸ πρό­σφα­του Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὶς Η.Π.Α., ὅ­πως τοὺς κα­τέ­γρα­ψε ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Dr.Lauro Zavala καὶ ἀ­να­δει­κνύ­ουν τὶς προ­ο­πτι­κές της.

       Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι γιὰ τὸν σκο­πὸ ποὺ κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­τε­λέ­σει τὸ πα­ρὸν κεί­με­νο, δη­λα­δὴ αὐ­τὸν τῆς ἄ­με­σης ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ δι­ε­θνῆ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ χῶ­ρο σὲ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὴ ρα­γδαί­α δι­ά­δο­ση καὶ πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­το­μων μυ­θο­πλα­στι­κῶν κει­μέ­νων, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­να­θροί­ζον­ται ὡς ὑ­πο­εί­δη στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ πε­δί­ο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θε­ω­ρή­θη­κε πλη­ρέ­στε­ρο ἕ­να σύν­θε­το κεί­με­νο. Μιὰ γε­νι­κὴ χαρ­το­γρά­φη­ση ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ γε­φυ­ρώ­σει τὰ βα­σι­κὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα μιᾶς νω­πῆς με­λέ­της στὴ χώ­ρα μας καὶ μιᾶς συλ­λο­γι­κῆς, ἐν­τα­τι­κῆς καὶ πο­λυ­ε­τοῦς δι­ε­ρεύ­νη­σης καὶ κα­τα­γρα­φῆς κει­μέ­νων ἀ­πὸ πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τῶν, κυ­ρί­ως τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ πρω­το­πό­ρη­σαν(3), ἀλ­λὰ καὶ τῶν Η.Π.Α. καὶ ἄλ­λων χω­ρῶν.


Α.


ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ἐν­το­πί­ζον­ται στὸν ἔμ­με­τρο καὶ πε­ζὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ λό­γο στὴν πα­ρά­δο­ση καὶ γραμ­μα­τεί­α δι­ά­φο­ρων προ­ϊ­στο­ρι­κῶν, κλα­σι­κῶν καὶ νε­ώ­τε­ρων πο­λι­τι­σμῶν. Ἡ πα­ράλ­λη­λη ἀ­νά­πτυ­ξή τους μὲ τὴν  ἀν­θρώ­πι­νη δι­α­νό­η­ση ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στὴν ἀρ­χι­κὴ ἐμ­φά­νι­σή τους στὸν προ­φο­ρι­κὸ λό­γο, ποὺ προ­η­γή­θη­κε τοῦ γρα­πτοῦ καὶ συ­νε­χί­στη­κε μὲ τὴ συ­νύ­φαν­σή τους μὲ αὐ­τόν, στὸν ἔμ­με­τρο καὶ πε­ζὸ λο­γο­τε­χνι­κό. Ἡ μι­κρὴ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­σή τους ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὸν δι­δα­κτι­κό τους ρό­λο καὶ γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τοῦ ἐγ­γε­νοῦς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ τους νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν φο­ρέ­α πα­ρα­δό­σε­ων, δι­α­κο­μι­στῆ θρη­σκευ­τι­κῶν μη­νυ­μά­των, μέ­σο ψυ­χα­γω­γί­ας ἢ κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς κρι­τι­κῆς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή. Μύ­θοι, πα­ρα­βο­λές, ἐ­πι­γράμ­μα­τα, ἀ­φο­ρι­σμοί, ἀ­νέκ­δο­τα, χα­ϊ­κού, δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν­δει­κτι­κὰ τέ­τοι­α εἴ­δη.

       Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, ὅ­μως, πα­ρα­τη­ρή­θη­κε μιὰ γε­νι­κευ­μέ­νη τά­ση πρὸς τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ἡ ὁ­ποί­α καλ­λι­ερ­γή­θη­κε συ­στη­μα­τι­κὰ με­τὰ τὰ μέ­σα τοῦ 20οῦ αἰ. κι ἔ­χει πά­ρει δι­α­στά­σεις δι­ε­θνοῦς πο­λι­τι­σμι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου. Σή­με­ρα, μπο­ρεῖ νὰ μι­λᾶ­με γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λό­γου, ποὺ συ­νή­θως ἀ­πο­κα­λεῖ­ται microfiction, flash fiction (ἢ micro/ minificción στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη κρι­τι­κή)(4) καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο φαί­νε­ται νὰ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη, ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴν εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­ση κι ἐ­ξέ­λι­ξή του, εἴ­τε λό­γῳ τῶν προ­γραμ­μά­των δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σιά­σει πα­ράλ­λη­λη καὶ κα­τα­κό­ρυ­φη ἄν­θη­ση μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δι­ε­θνῶς, εἴ­τε μέ­σῳ προ­σω­πι­κῆς ἀ­να­ζή­τη­σης κι ἔκ­φρα­σης.

       Ἡ σύγ­χρο­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐκ­δη­λώ­νει ἔν­το­να ὑ­βρι­δι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα (κα­θὼς ἐγ­γε­νὲς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εἶ­ναι νὰ κι­νεῖ­ται στὰ ὅ­ρια ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν) κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται μὲ δε­κά­δες ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ες καὶ ὀ­νό­μα­τα σὲ πολ­λὲς ἐ­θνι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ες. Τὰ κύ­ρια συ­στα­τι­κά της, εἶ­ναι ἡ ἀ­φή­γη­ση καὶ ἡ μυ­θο­πλα­σί­α. Τὰ κύ­ρια ζη­τού­με­να εἶ­ναι ἡ συν­το­μί­α, ἡ νο­η­μα­τι­κὴ συμ­πύ­κνω­ση, ἡ ὀρ­θο­έ­πεια καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, δη­λα­δὴ ἡ ρύθ­μι­ση στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ σὲ πο­λὺ μι­κρὸ κει­με­νι­κὸ (ἢ ἄλ­λο) χῶ­ρο, ποὺ προ­σι­διά­ζει σὲ ἕ­ναν κό­σμο μέ­σα σὲ μί­α φρά­ση ἢ σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ νὰ χω­ρά­ει στὸ μά­τι(5) (ἢ τὴν ὀ­θό­νη). Κα­τὰ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ἐν­το­πί­ζον­ται πολ­λοὶ γε­ω­γρα­φι­κοὶ πυ­ρῆ­νες δι­ε­θνῶς, μὲ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση νὰ πα­ρου­σιά­ζει ἐ­πί­σης ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ὡς ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος καὶ τὴν ὑ­φο­λο­γι­κὴ καὶ θε­μα­τι­κὴ ποι­κι­λο­μορ­φί­α ποὺ πα­ρου­σιά­ζει δι­α­χρο­νι­κὰ ἡ μι­κρὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα στὴ χώ­ρα μας.

       Σύμ­φω­να μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­δί­α, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τεί­νει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ καὶ νὰ δι­α­δρα­μα­τί­σει ἀ­να­νε­ω­τι­κὸ ρό­λο στὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνί­α. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση φαί­νε­ται νὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ πε­ρι­πλο­κό­τε­ρο τρό­πο ἀ­πὸ αὐ­τὸν ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ δι­ή­γη­μα στὰ τέ­λη τοῦ 19ου καὶ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, λό­γῳ τῆς καλ­λι­έρ­γειάς της σὲ ἔν­τυ­πη καὶ ψη­φια­κὴ μορ­φὴ ταυ­τό­χρο­να καὶ σὲ ἀ­φη­γή­μα­τα τό­σο ρη­μα­τι­κῆς φύ­σης, ὅ­σο καὶ μὲ ἄλ­λα μέ­σα. Ἔ­τσι, ἐν­δέ­χε­ται νὰ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀλ­λα­γὴ καὶ στὴν ἔν­νοι­α καὶ τὸ ρό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης στὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ τοῦ ψη­φια­κοῦ καὶ ὀ­πτι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Γι’ αὐ­τὸ καὶ στὸ πυ­κνὸ πλέγ­μα ποὺ ἀ­να­πτύσ­σε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ φύ­ση, τὸν ὁ­ρι­σμὸ καὶ τὴν προ­σέγ­γι­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­α­πλέ­κον­ται ἡ λο­γο­τε­χνι­κή, ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ κρι­τι­κή. Ἡ δι­ε­ρεύ­νη­σή της ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α(6) καὶ τὴ συ­στη­μα­τι­κὴ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς της ὑ­πό­στα­σης, ποὺ τε­λεῖ ὑ­πὸ δι­α­μόρ­φω­ση μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ με­λε­τῶν, ἡ­με­ρί­δων, ἐ­θνι­κῶν καὶ δι­ε­θνῶν συ­νε­δρί­ων(7), μὲ πιὸ πρό­σφα­τό το 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κεν­τά­κι(8).

       Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως δι­α­μορ­φώ­νε­ται σή­με­ρα, ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη τῆς στρο­φῆς στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω της σχε­δὸν ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἀ­να­λυ­τι­κῆς σκέ­ψης. Ἡ σύν­θε­τη φύ­ση της ἀ­πο­κα­λύ­πτει ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ τὸν ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῆς δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας ποὺ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὶς σύγ­χρο­νες ἀν­θρω­πι­στι­κὲς σπου­δὲς καὶ συ­σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ storytelling, ἢ τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμὸ ποὺ βι­ώ­νου­με, ὅ­που ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ μέ­χρι τὶς δι­α­προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις τὰ πάν­τα εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α.

       Ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω φαί­νε­ται νὰ συ­νά­δουν μὲ τὸ πνεῦ­μα τῆς ἐ­πο­χῆς: ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­πο­τε­λεῖ δί­κτυ­ο καὶ πα­ράλ­λη­λα μέ­σο δι­κτύ­ω­σης σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ καὶ κοι­νω­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Ἡ δι­κτύ­ω­ση γε­νι­κὰ δι­α­μορ­φώ­νει ἕ­ναν κοι­νό, δι­ε­θνῆ κώ­δι­κα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ δι­α­κτί­νω­σης ἰ­δε­ῶν. Εἰ­δι­κὰ γιὰ ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, ὅ­μως, δι­α­σφα­λί­ζει τὴ συ­νέ­χεια, τοὺς ἁρ­μοὺς καὶ τὶς συν­δέ­σεις καὶ μά­λι­στα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ταυ­τό­χρο­να στὸν πα­ρα­δο­σια­κὸ ἔν­τυ­πο καὶ στὸν νέ­ο ρευ­στὸ καὶ ἄυ­λο χῶ­ρο τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου. Κα­τὰ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, προ­κύ­πτει ἡ ἐ­κλέ­πτυν­ση καὶ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους κι ἐ­νι­σχύ­ε­ται ἡ αὐ­το­δι­ά­θε­σή του, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­παι­τη­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ (α) ἕ­ναν γλωσ­σι­κὸ δι­α­σπα­ραγ­μὸ καὶ (β) τὴν ἀ­να­σύν­θε­σή του. Δη­λα­δή: (α) προ­σε­χτι­κὴ κα­τα­βύ­θι­ση στὸ γλωσ­σι­κὸ σύμ­παν, χρο­νο­βό­ρα προ­σπά­θεια γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρων λέ­ξε­ων (ὅ­που σε ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ποί­η­ση, ἐ­δῶ ἐ­πι­λέ­γον­ται οἱ κα­ταλ­λη­λό­τε­ρες λέ­ξεις ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὴν ἀ­φή­γη­ση), ἐ­πι­λεγ­μέ­να ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ κε­νά, ἔ­λεγ­χος τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ καὶ δο­μι­κὴ σι­ω­πὴ(9)· (β) ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, κεί­με­νο -κό­σμος (σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ) σὲ ἐ­λά­χι­στο κει­με­νι­κὸ χῶ­ρο καὶ μὲ ἑ­στί­α­ση στὸν χρό­νο τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ κει­μέ­νου.

       Ἂν καὶ ἡ συ­ζή­τη­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­κό­μα ἀ­νοι­χτὴ καὶ ἀ­να­ζη­τοῦν­ται νέ­α με­θο­δο­λο­γι­κὰ ἐρ­γα­λεῖ­α καὶ μί­α κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὴ τυ­πο­λο­γί­α, τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα ποὺ προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πὸ τὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο στὸ Κεν­τά­κι, σκι­α­γρα­φοῦν τὴν πο­ρεί­α τῶν μελ­λον­τι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν συ­ναν­τή­σε­ων. Στὴ συ­νέ­χεια πα­ρα­τί­θεν­ται οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι ἄ­ξο­νες στοὺς ὁ­ποί­ους κι­νή­θη­καν οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μες ἀ­να­κοι­νώ­σεις, ὅ­πως τοὺς κα­τέ­γρα­ψε ὁ Δρ. Lauro Zavala.


Β.


ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ τοῦ 1οῦ Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 1998 στὸ Με­ξι­κό, τὰ πρα­κτι­κὰ τῶν ὑ­πό­λοι­πων συ­νε­δρί­ων εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μα σὲ ἔν­τυ­πη μορ­φὴ στὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ El Cuento en Red (http://cuentoenred.xoc.uam.mx). Πρό­σθε­το ση­μαν­τι­κὸ ὑ­λι­κὸ γιὰ τὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη αὐ­τοῦ του ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­δί­ου στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο στὸ Red Mini (www.redmini), τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­το­νί­ζουν οἱ Graciela Tomassini καὶ Stella Maris Co­lom­bo(10) ἀ­πὸ τὴν πό­λη Ρο­ζά­ριο τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἐ­πι­πλέ­ον, ση­μαν­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴν συγ­γρα­φι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐμ­φα­νί­ζον­ται τα­κτι­κὰ στὸ Ficcion Minima (http://ficcionminima.blogspot.gr/), τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­το­νί­ζει ἡ Vio­le­ta Rojo(11) ἀ­πὸ τὴ Βε­νε­ζου­έ­λα. Αὐ­τὸ τὸ δι­ε­θνὲς δί­κτυ­ο ἐ­ρευ­νη­τῶν τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔ­χει ὁ­δη­γή­σει στὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση ἐ­θνι­κῶν συ­νε­δρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­νον­ται κά­θε χρό­νο στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Κο­λομ­βί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ τὸ Πε­ρού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­φε­ρεια­κὲς συ­ναν­τή­σεις, στὶς ὁ­ποῖ­ες συμ­με­τεῖ­χαν πάν­τα ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ καὶ προ­σκε­κλη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῆς ἀ­ρι­στεί­ας, δι­ε­θνοῦς λο­γο­τε­χνι­κῆς ποι­ό­τη­τας καὶ ποι­κι­λο­μορ­φί­ας δι­ε­ξή­χθη τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα συ­νί­στα­το στὸ ὅ­τι πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς Η.Π.Α, γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε καὶ τὴν ἀ­θρό­α συμ­με­το­χὴ Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων.

       Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου ἀ­πο­φα­σί­στη­κε νὰ γί­νει ἀ­πο­δε­κτὴ ἡ πρό­τα­ση τῆς Δρ. Laura Pollastri(12) νὰ ὀρ­γα­νώ­σει τὸ 9ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο στὸ Universidad Nacional de Neuquén, στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὸ 2016. Τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση αὐ­τὴ ἔ­κα­νε στὴν τε­λε­τὴ λή­ξης ἡ Δρ. Rueda, ἡ ὁ­ποί­α συν­το­νί­ζει ἐ­πί­σης τὴν ἐκ­πό­νη­ση τῶν Πρα­κτι­κῶν τοῦ 8ου Συ­νε­δρί­ου καὶ τὸν σχε­δια­σμὸ ἑ­νὸς Ἄ­τλαν­τα τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (Atlas de la Minificción) σὲ γε­ω­γρα­φι­κὲς ζῶ­νες ποὺ ἐμ­φα­νί­ζουν μι­κρὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, σὲ συ­νέ­χεια τῆς πρώ­της ἀ­πό­πει­ρας χαρ­το­γρά­φη­σης τοῦ εἴ­δους στὸ Νo 26 τοῦ El Cuento en Red(13). Στὸ Συ­νέ­δριο στὸ Κεν­τά­κι συμ­με­τεῖ­χαν 30 ἐ­ρευ­νη­τὲς ἀ­πὸ 14 χῶ­ρες: Ἀρ­γεν­τι­νή, Κο­λομ­βί­α, Κού­βα, Χι­λή, Ἰ­σπα­νί­α, Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, Ἀγ­γλί­α, Ἰσ­λαν­δί­α, Με­ξι­κό, Πε­ρού, Πορ­το­γα­λί­α, Δο­μι­νι­κα­νὴ Δη­μο­κρα­τί­α κι Ἐλ­βε­τί­α. Ἐ­πί­σης, συμ­με­τεῖ­χαν με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴν Ἰ­σπα­νί­α, ὅ­πως ὁ Ginés Cutillas, ὁ David Roas, ὁ Raúl Brasca καὶ ἡ Ana María Shua.

       Σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χρο­νι­κὲς στιγ­μὲς τοῦ συ­νε­δρί­ου, συ­ζη­τή­θη­κε τὸ θε­ω­ρη­τι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο τῆς φαν­τα­στι­κῆς καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἡ σχέ­ση τους μὲ τὴ δι­ε­θνῆ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Πα­ράλ­λη­λα, δι­ε­ξή­χθη­σαν πολ­λὲς συ­ζη­τή­σεις ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὴ με­ξι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ εἴ­δους. Μί­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­κοι­νώ­σεις μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη προ­σέ­λευ­ση κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴν πα­ρου­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ Bárbara Fraticelli πα­ρου­σί­α­σε ἀ­πρό­σμε­νες καὶ συ­ναρ­πα­στι­κὲς μορ­φές της στὴν πορ­το­γα­λι­κή, ἰ­τα­λι­κὴ καὶ ρου­μα­νι­κὴ γλώσ­σα. Στὴν κα­τα­λη­κτι­κὴ συ­νε­δρί­α­ση, ἐ­πι­ση­μάν­θη­καν με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς πι­θα­νοὺς δρό­μους ποὺ ἐν­δεί­κνυ­ται νὰ ἀ­κο­λου­θη­θοῦν ὥ­στε στὸ μέλ­λον νὰ αὐ­ξη­θοῦν οἱ με­λέ­τες ποὺ θὰ ἑ­στιά­ζουν στὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ ὁ­δη­γή­σει στὴν αὔ­ξη­ση τῶν με­λε­τῶν (1) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, (2) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φὴ κει­μέ­νων, (3) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ (4) πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρευ­να κα­θε­αυ­τή. Οἱ προ­ο­πτι­κὲς ποὺ προ­έ­κυ­ψαν φαί­νε­ται νὰ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζουν τὸν πυ­ρή­να τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­να­κοι­νώ­σε­ων καὶ συ­ζη­τή­σε­ων ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου, καὶ ὡς ἐκ τού­του, χρή­ζουν ἰ­δι­αί­τε­ρης προ­σο­χῆς:

       1. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ ὀ­κτὼ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια ποὺ ἔ­χουν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα καὶ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα ἄλ­λα ποὺ ἔ­χουν δι­ορ­γα­νω­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ ἐ­πί­πε­δο, ἔ­χουν γί­νει στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα, ἀ­κό­μα καὶ σὲ χῶ­ρες ὅ­που ὁ­μι­λεῖ­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὴ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νι­κή, (ὅ­πως ἡ Ἐλ­βε­τί­α ἢ οἱ Η.Π.Α.). Ὡ­στό­σο, ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη αὔ­ξη­ση λο­γο­τε­χνι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς τῶν πο­λὺ σύν­το­μων κει­μέ­νων σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες, ὅ­πως πα­ρα­τη­ρή­θη­κε στὸ συ­νέ­δριο. Μά­λι­στα, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς δι­ε­ξα­γω­γῆς τοῦ τε­λευ­ταί­ου, ἐκ­δό­θη­κε ὁ συλ­λο­γι­κὸς τό­μος μὲ τί­τλο Short, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Alan Ziegler, κα­θη­γη­τῆ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Columbia. Σὲ αὐ­τὸν τὸν τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται ἑ­κα­τὸ κεί­με­να ἔ­κτα­σης ἀ­πὸ 100 ἕ­ως 1.250 λέ­ξεις ἀ­πὸ σχε­δὸν ἑ­κα­τὸ συγ­γρα­φεῖς ἀ­πὸ 24 χῶ­ρες τῆς Δύ­σης, μὲ κεί­με­να γραμ­μέ­να στὴ γερ­μα­νι­κή, γαλ­λι­κή, ἰ­τα­λι­κή, ἰ­σπα­νι­κή, πορ­το­γα­λι­κή, ρω­σι­κή, ἀγ­γλι­κή, τσέ­χι­κη, ρου­μα­νι­κή, πο­λω­νι­κή, ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ σου­η­δι­κὴ γλώσ­σα(14).

       Ἡ μελ­λον­τι­κὴ δι­ορ­γά­νω­ση συ­νε­δρί­ων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους στό­χους, δι­ό­τι ἂν καὶ κα­τα­γρά­φε­ται μιὰ ἀ­ξι­ό­λο­γη λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες ἐ­κτὸς τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς, δὲν ἔ­χει πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ μέ­χρι στιγ­μῆς κά­ποι­ο συ­νέ­δριο ποὺ νὰ με­λε­τᾶ τὸ εἶ­δος σὲ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη γλώσ­σα.

       2. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή. Ἡ πα­ρου­σί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ψη­φια­κὸ πε­ρι­βάλ­λον, εἶ­ναι ἕ­να φυ­σι­κὸ καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτο φαι­νό­με­νο ποὺ πρέ­πει νὰ συ­ζη­τη­θεῖ καὶ νὰ με­λε­τη­θεῖ μὲ προ­σο­χή. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς σχε­τι­κῆς ἀ­να­κοί­νω­σης γι’ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ὑ­πῆρ­ξε κα­ται­γι­σμὸς σχο­λί­ων ἀ­πὸ τοὺς συμ­με­τέ­χον­τες, γε­γο­νὸς ποὺ δεί­χνει ὅ­τι ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος τὸ τί συμ­βαί­νει στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἀ­πα­σχο­λεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ ἐ­ρευ­νη­τῶν.

       Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ (ἱ­στο)χῶ­ροι γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ τῆς ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νης ἔ­ρευ­νας γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀλ­λὰ ἡ ἴ­δια ἡ πα­ρου­σί­α τους θέ­τει ἐ­ρω­τή­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴ φύ­ση τῶν πη­γῶν αὐ­τῶν, λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη τὴ φύ­ση τοῦ ψη­φια­κοῦ χώ­ρου, τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ μη­χα­νι­σμοὶ ἐν­σω­μά­τω­σης ἀ­να­νε­ω­τι­κῶν τά­σε­ων εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀ­πὸ τὶς ἐγ­κρι­τι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες τῆς ἔν­τυ­πης πα­ρα­γω­γῆς. Αὐ­τὸ τὸ πε­δί­ο ἀ­ξί­ζει κά­θε φο­ρὰ με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χὴ ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς τοῦ εἴ­δους.

       3. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἂν καὶ σὲ ὅ­λα τα συ­νέ­δρια ὀρ­γα­νώ­νον­ται μί­α ἢ δύ­ο στρογ­γυ­λὲς τρά­πε­ζες ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὴ συ­ζή­τη­ση πε­ρὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ γρα­φι­κὰ καὶ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὰ μέ­σα, πο­τὲ ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἔ­χει συν­δι­ορ­γα­νω­θεῖ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο συ­νέ­δριο ἀ­πὸ μιὰ σχο­λὴ γραμ­μα­το­λο­γι­κῶν σπου­δῶν καὶ μιὰ σχο­λὴ σπου­δῶν μέ­σων κι ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ω­θεῖ, ὅ­μως, ὅ­τι ἂν συ­νέ­βαι­νε κά­τι τέ­τοι­ο ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύγ­κλι­σης αὐ­τῶν τῶν δύ­ο κα­τευ­θύν­σε­ων θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πή­σει τὴν πο­λυ­πλη­θῆ πα­ρου­σί­α τέ­τοι­ων σχο­λῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες πα­ρὰ τὰ κοι­νά τους ση­μεῖ­α σπά­νια ἀ­να­πτύσ­σουν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ δι­ά­λο­γο(15).

       Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια δι­ορ­γα­νώ­νον­ται πολ­λὰ φε­στι­βὰλ ται­νι­ῶν μι­κροῦ ἢ πο­λὺ μι­κροῦ μή­κους καὶ πο­λυ­με­σι­κῶν ται­νι­ῶν (ὅ­πως φὶλμ ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται ἀ­πὸ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο). Σὲ αὐ­τὰ τὰ φε­στι­βάλ, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι σπα­νι­ό­τα­τη ἡ πα­ρου­σί­α ἐ­ρευ­νη­τῶν τοῦ εἴ­δους. Αὐ­τὸ τὸ πε­δί­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει εὐ­ρὺ φά­σμα ὑ­λι­κῶν τῆς πο­λι­τι­στι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς (ὅ­πως πο­λι­τι­κὰ καὶ ἄλ­λου τύ­που τρέ­ι­λερ, δι­α­φη­μι­στι­κὰ σπότ, δη­μι­ουρ­γί­ες στα­θε­ρῆς καὶ κι­νού­με­νης εἰ­κό­νας, ἤ­χου καὶ βίν­τε­ο, κ.ἄ.), τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ με­λέ­τη καὶ ἀ­νά­λυ­ση προ­ϋ­πο­θέ­τει τὴ χρή­ση τῶν σω­στῶν με­θο­δο­λο­γι­κῶν ἐρ­γα­λεί­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται καὶ γιὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α.

       4. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρευ­να κα­θε­αυ­τή. Οἱ με­λέ­τες γιὰ τὸν ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ ρό­λο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, σὲ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γλώσ­σα, βα­σι­κὴ ἢ ὑ­πὸ δι­α­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα ἑλ­κυ­στι­κὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ πε­δί­ο γιὰ ὅ­σους ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ τὴν προ­ο­πτι­κή της μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ αὐ­στη­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κά, καλ­λι­τε­χνι­κὰ καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κά της ὅ­ρια.

       Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἐκ­μά­θη­ση μιᾶς ξέ­νης γλώσ­σας καὶ ἡ πρα­κτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ἀ­πο­τε­λοῦν φυ­σι­κὰ καὶ πρό­σφο­ρα ἐ­δά­φη στὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χει ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο, ὅ­πως εἶ­χε ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ σὲ προ­η­γού­με­να, ἀλ­λὰ καὶ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο(16).

       Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀ­πὸ ἐ­ρευ­νη­τι­κὴ κι ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ σκο­πιά, συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα καὶ μὲ αὐ­τὸ τὸ εὐ­ρὺ δι­ε­πι­στη­μο­νι­κὸ πε­δί­ο.


       Ἀ­ναμ­φί­βο­λα, τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο στοι­χεῖ­ο αὐ­τῆς τῆς συ­νάν­τη­σης ἦ­ταν ἡ ἐ­πι­με­λὴς δι­ορ­γά­νω­ση καὶ ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς εὐ­νο­ϊ­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος γιὰ ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κὴ κι ἔν­το­νη ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση ἰ­δε­ῶν, γιὰ ἀν­ταλ­λα­γὴ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ καὶ γιὰ τὴν πη­γαί­α χι­ου­μο­ρι­στι­κὴ δι­ά­θε­ση τῶν ὁ­μι­λη­τῶν.

Σημειώσεις τῆς Δήμητρας Ἰ. Χριστοδούλου:

(1) Μέ­λος τῆς Academia Norteamericana de la Lengua Española (ANLE)

(2) Πρό­κει­ται γιὰ τὴν συ­νο­πτι­κὴ πα­ρά­θε­ση στοι­χεί­ων, συμ­πε­ρα­σμά­των καὶ προ­τά­σε­ων ποὺ κα­τα­γρά­φη­καν κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ Συ­νε­δρί­ου καὶ τὰ ὁ­ποῖ­α μοῦ δι­έ­θε­σε ὁ Δρ.Lauro Zavala, κα­τό­πιν ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μας μὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α (Νο­έμ­βριος 2014 -Μά­ι­ος 2015). Ἡ ἐ­πι­λε­κτι­κὴ πα­ρά­θε­ση τῶν στοι­χεί­ων καὶ ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι δι­κή μου.

(3) Τὴν πι­θα­νό­τη­τα ὕ­παρ­ξης νέ­ου ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ πε­δί­ου ἔ­ρευ­νας ἀ­νέ­δει­ξε πρώ­τη ἡ Κου­βα­νέ­ζα Dolores Mercedes Koch (1928-2009) μὲ τὴ μο­νο­γρα­φί­α της El micro-relato en Mexico: Torri, Arreola, Monterroso ποὺ πα­ρου­σί­α­σε στὸ City University of New York τὸ 1981, ἐ­νῶ τὸ σχε­τι­κὸ ἄρ­θρο της στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Hispamérica, ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἔ­ρευ­να τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς.

(4) Ὁ ἀν­τί­στοι­χος ἑλ­λη­νι­κὸς ὅ­ρος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ῶ σὲ ὅ­λο το πα­ρὸν κεί­με­νο εἶ­ναι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α», ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φο­ρᾶ στὸ νέ­ο αὐ­τὸ εἶ­δος λό­γου γε­νι­κὰ καὶ τὸν χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐλ­λεί­ψει ἑ­νὸς κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτοῦ ὄ­ρου. Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ προ­σω­πι­κή μου πρό­τα­ση, ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρό­σφα­της με­λέ­της ποὺ ἔ­χω ἐκ­πο­νή­σει.

(βλ. http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&pid=iid:6267&lang=el σελ. 9-11).

(5) Rourke Lee, A brief history of fables: from Aesop to flash fiction, London: Hesperus Press, 2011.

(6) Ἡ θε­ω­ρη­τι­κὴ πο­λυ­φω­νί­α ὑ­φί­στα­ται ἐ­πει­δὴ ἡ συ­ζή­τη­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­νοι­χτὴ ὡς πρὸς τὸν ὁ­ρι­σμό του, τὰ εἰ­δο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του, ὡς πρὸς ἕ­να κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὄ­νο­μα, τὴ σύ­στα­ση μιᾶς νέ­α με­θο­δο­λο­γί­ας, ὡς πρὸς τὸ ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ ἢ ὄ­χι ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ἔν­τυ­πης ἢ ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἢ καὶ τὰ δύ­ο ταυ­τό­χρο­να, γιὰ τὸ ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀλ­λα­γὴ στὴ σκέ­ψη, ἢ δεί­κτη ἐ­πι­κρά­τη­σης τῆς ἀ­φή­γη­σης σὲ ὅ­λα τα εἴ­δη λό­γου, κ.ἄ. Ἂν ἀ­φο­ρᾶ, δη­λα­δή, σὲ ἀ­φη­γή­μα­τα αὐ­στη­ρὰ ρη­μα­τι­κῆς φύ­σης ἢ ἡ σύγ­χρο­νη ἔ­ρευ­να ὀ­φεί­λει νὰ συ­νε­ξε­τά­σει καὶ τὴν πο­λὺ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ ἄλ­λα μέ­σα, ὅ­πως ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος (ται­νί­ες πο­λὺ μι­κροῦ μή­κους, μὲ κά­με­ρα ἢ μὲ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο), ἡ μου­σι­κὴ (ὀ­λι­γό­λε­πτες ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες συν­θέ­σεις ἠ­λε­κτρο­νι­κῆς, πει­ρα­μα­τι­κῆς ἢ καὶ κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς), ὁ χο­ρὸς (π.χ. flash mob), κ.ἄ.

(7) Ἡ αὐ­το­δι­ά­θε­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας εἶ­χε ἤ­δη ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ ἀ­πὸ τὸ 1ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ὁ Δρ. Lauro Zavala πρὶν 16 χρό­νια (1998, Με­ξι­κό). Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἡ Σα­λα­μάν­κα (2002), ἡ Playa Ancha στὴ Χι­λή (2004), ἡ Ἐλ­βε­τί­α (2006), ἡ Ἀρ­γεν­τι­νή (2008), ἡ Κο­λομ­βί­α (2010) καὶ ἡ Γερ­μα­νί­α (Βε­ρο­λί­νο, 2012), ὅ­λα ὅ­μως στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα.

(8) http://microfiction.uky.edu/ Ἡ ἐ­πί­ση­μη ἰ­στο­σε­λί­δα τοῦ συ­νε­δρί­ου (πρό­γραμ­μα, πε­ρι­λή­ψεις ἀ­να­κοι­νώ­σε­ων, ὀρ­γα­νω­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, κ.ἄ.)

(9) Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ὡς ση­μαν­τι­κό­τε­ροι πρό­δρο­μοι τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς ἀ­να­φέ­ρον­ται οἱ F. Kafka, A. Chekhov, J.L. Borges (ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ τὴ συν­το­μί­α, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὸ ἀ­ναγ­καῖ­ον στὴ μι­μη­τι­κὴ λει­τουρ­γί­α, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς σω­στῆς ρύθ­μι­σης τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ, στὴν ὁ­ποί­α ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης δι­α­πι­στώ­νει τὴ γλωσ­σι­κὴ ἀ­φα­σί­α (ἄ­φα­τος = ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ λε­χθεῖ). Ἡ Ἀ­νεί­πω­τη Λέ­ξη (The Word), ἡ μπορ­χι­κὴ λέ­ξη, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὰ ἔρ­γα τοῦ Borges, ἀ­πο­τε­λεῖ δο­μι­κὸ πυ­λώ­να στὴν ἀ­φή­γη­σή του καὶ εἶ­ναι ἐ­ξ’ ὁ­ρι­σμοῦ ἀ­δύ­να­το νὰ ὁ­ρι­στεῖ. Σύμ­φω­να μὲ τὴν πα­νε­πι­στη­μια­κὸ Ἑ. Κε­φά­λα, ἡ μπορ­χι­κὴ αὐ­τὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­ω­ρη­τι­κὸ ὀ­ξύ­μω­ρο καὶ εἶ­ναι πρα­κτι­κὰ ἀ­δύ­να­το νὰ τι­θα­σευ­τεῖ μὲ τὶς φορ­μα­λι­στι­κὲς γλωσ­σο­κεν­τρι­κὲς με­θό­δους. Πρό­κει­ται, δη­λα­δὴ γιὰ μιὰ δο­μή, μιὰ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἀ­να­πα­ρι­στᾶ­ται ἡ σι­ω­πὴ ἀλ­λὰ ἐγ­γρά­φε­ται στὰ συ­στα­τι­κά της, ποὺ ἡ φορ­μα­λι­στι­κὴ τυ­πο­λο­γί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­αρ­ρή­ξει, πα­ρὰ μό­νο νὰ ἐν­το­πί­σει), J. Cortázar, A. Monterroso, E. Hemingway καὶ R. Carver. (βλ. ὅ­πως πα­ρα­πά­νω

http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&pid=iid:6267&lang=el σελ. 72-79)

(10) Μέ­λη τῆς ANLE.

(11) Μέ­λος τῆς ANLE.

(12) Μέ­λος τῆς ANLE καὶ συ­νε­πι­με­λή­τρια μὲ τὸν Carlos Paldao τοῦ συλ­λο­γι­κοῦ τό­μου Entre el ojo y la letra. El microrrelato hispanoamericano actual. Washington, Coleccion Pulso Herido, ANLE, 2014, 647 σ.

(13) http://cuentoenred.xoc.uam.mx/tabla_contenido.php?id_fasciculo=607 (Φθι­νό­πω­ρο 2012)

(14) Alan Ziegler, ed.: Short. An Inter­na­tio­nal An­tho­lo­gy of Fi­ve Cen­tu­ri­es of Short-Short Sto­ri­es, Pro­se Po­ems, Brief Es­sa­ys, and O­ther Short Prose Forms. New York, Persea Books, 2014

(15) Στμ.: ἡ ἀ­να­φο­ρὰ ἐ­δῶ γί­νε­ται γιὰ τὸ Με­ξι­κό.

(16) Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ συ­νε­δρί­ου δι­α­τέ­θη­κε στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ ἰ­δί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου τὸ ἀ­πο­λύ­τως σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θέ­μα βι­βλί­ο τοῦ ὑ­πεύ­θυ­νού του ἐρ­γα­στη­ρί­ου δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κοῦ λό­γου: How To Write Short. Word Craft for Fast Times. New York, Little, Brown and Company, 2014.

[Ὁ με­ξι­κα­νὸς ἐ­ρευ­νη­τὴς Λά­ου­ρο Ζα­βά­λα ἐκ­θέ­τει τὸ θέ­μα τοῦ στρογ­γυ­λοῦ τρα­πε­ζιοῦ ποὺ κλεί­νει τὶς ἐρ­γα­σί­ες τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε με­τα­ξὺ 15 καὶ 17 Ὀ­κτω­βρί­ου 2014 στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ): Τὸ μέλ­λον τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Lauro Zavala. Συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ VIII Δι­ε­θνοῦς Συ­νέ­δριου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, Ὀ­κτώ­βριος 2014, Κεν­τά­κι, Η.Π.Α. Πρώ­­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Γιάν­νης Πα­τί­λης Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015).

Δρ. Λάουρο Ζαβάλα (Dr. Lauro Zavala) (Με­ξι­κό, 1954). Εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τῆς Με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Με­ξι­κὸ καὶ δι­δά­σκει Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Autónoma Metropolitana, Xochimilco, τῆς Πό­λης τοῦ Με­ξι­κὸ ἀ­πὸ τὸ 1984. Εἶ­ναι γνω­στὸς γιὰ τὴν ἔ­ρευ­νά του στὴ θε­ω­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ ση­μει­ω­τι­κή, τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴ συ­στη­μα­τι­κὴ με­λέ­τη του τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς πο­λὺ μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας (minificción). Τὸ 1998 δι­όρ­γα­νω­σε τὸ πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Πό­λη τοῦ Με­ξι­κό.  Βι­βλί­α του (ἐν­δει­κτι­κά): La minificción bajo el micro­sco­pio (Me­xico: U­niversi­dad Na­cio­nal Autónoma de Me­xico, 2006), Cartografías del cuento y la minificción (Spain: Espuela de Plata, 2004)· ἄρ­θρα του (ἐν­δει­κτι­κά): «Seis pro­ble­mas p­ara la minificción, un género del ter­cer mi­le­nio: Bre­ve­dad, Di­ve­rsi­dad, Com­pli­ci­dad, Fra­cta­li­dad, Fu­ga­ci­dad, Vir­tu­ali­dad» (2010) καὶ «El cu­e­nto ultra­corto: Ha­cia un nu­evo ca­non li­te­ra­rio» (2010).

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Κώστας Ἀκρίβος: Ὁ δὸν Κιχότε δέσμιος· ὄχι μόνον ἀπὸ ἔρωτα


01-Akribos,Kostas-ODonKichoteDesmios.OchiMonoApoErota-Eikona-02


Κώ­στας Ἀ­κρί­βος


Ὁ δὸν Κι­χό­τε δέ­σμιος· ὄ­χι μό­νον ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα


06-OmikronΛΟΝΥΧΤΙΣ ἀ­κί­νη­τος, φι­γού­ρα ψι­λόλι­γνη στὸ φεγ­γα­ρό­φως. Τὸν ἐ­ξε­γέ­λα­σε ἡ Μα­ρι­τόρ­νες· πὼς τά­χα ἡ κυ­ρά της στέρ­γει νὰ φι­λή­σει τὸ γεν­ναῖ­ο του μπρά­τσο. Ἀ­νέ­βη ὀρ­θὸς στὴ σέ­λα μου, τό ’­χω­σε στὸ φεγ­γί­τη. Νὰ δεῖ πό­σο δυ­να­τοὶ οἱ μύ­ες, πῶς φου­σκώ­νουν οἱ φλέ­βες. Τὸ πα­λι­ο­γύ­ναι­ο ἔ­δε­σε τὴ χεί­ρα του μὲ τὸ κα­πί­στρι ἀ­πὸ τὸ μάν­τα­λο τῆς θύ­ρας· τὸν ἀ­φῆ­κε νὰ νο­μί­ζει πὼς μά­για τοῦ ’­χουν κά­νει. Ἦ­ταν νὰ κου­νη­θῶ ρού­πι; Ξη­με­ρω­θή­κα­με ἔ­τσι. Θὰ ἄν­τε­χα κι ἄλ­λες ὧ­ρες τὸ μαρ­τύ­ριο ἐ­γὼ τὸ ἄ­λο­γό του ὁ Ρο­θι­νάν­τε, ἂν δὲν μὲ πλη­σί­α­ζε φο­ρά­δα βαρ­βα­τω­μέ­νη. Κου­νή­θη­κα νὰ τὴ μυ­ρί­σω, νὰ χα­ϊ­δευ­τοῦ­με. Καὶ τό­τες ἐ­κρε­μά­στη μιὰ πι­θα­μὴ ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, μούγ­κρι­ζε ὁ κα­η­μέ­νος. Σω­ριά­στη κα­τα­γῆς σὰν τοῦ ’­κο­ψε τὰ δε­σμὰ ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα. Μὰ τὰ δε­σμὰ τοῦ μυα­λοῦ γιὰ μά­για καὶ ἱπ­πο­σύ­νες ποι­ός θὰ τοῦ τὰ κό­ψει; Ἢ μή­πως ὄ­χι; Κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι, φευ­γά­τος ἀ­πὸ τὰ ψέ­μα­τα τοῦ κό­σμου τοῦ ἀ­χρεί­ου;


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Κώ­στας Ἀ­κρί­βος (Γλα­φυ­ρὲς Μα­γνη­σί­ας, 1958). Μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴν μέ­ση δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα ἔ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει δε­κα­τέσ­σε­ρα βι­βλί­α του (μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των), ἐ­νῶ ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα. Δι­ηύ­θυ­νε τὴ σει­ρὰ «Μιὰ πό­λη στὴ λο­γο­τε­χνί­α» (Με­ταίχ­μιο) καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ο­ποι­εῖ τὴ γνώ­μη του γιὰ βι­βλί­α σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα μέ­σα. Τε­λευ­ταῖ­ο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κί­τρι­νο ρώ­σι­κο κε­ρί (Με­ταίχ­μιο, 2014).

Εἰκόνα: Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré.