Τάσος Καλούτσας: Ἡ πείνα

Kaloutsas,Tasos-IPeina-Eikona-01


 

Τά­σος Κα­λού­τσας

 


Ἡ πεί­να


 

05-Alpha-01 ΤΟΝ ΑΝΩΜΑΛΟ…», εἶ­χε πεῖ ὁ Μι­χά­λης, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τρέ­μον­τας ἀ­κό­μη, πα­τοῦ­σε τὰ κλά­μα­τα. Πλη­σι­ά­ζον­τας, πρό­σθε­σε: «Μὴ στε­να­χω­ρι­έ­σαι, βρὲ κου­τή· ὁ τύ­πος εἶ­ναι τοῦ χε­ριοῦ μου, μπο­ρῶ νὰ σοῦ τὸν στή­σω καρ­τέ­ρι καὶ νὰ τὸν κά­νω τσα­κω­τό· ἀρ­κεῖ νὰ μοῦ πεῖς ἐ­σὺ πό­τε θές».

 

       Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν γε­ρὸ παι­δί, μά­θαι­νε καὶ κα­ρά­τε. Δού­λευ­αν μαζὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο πα­τά­ρι, ποὺ ἡ τζα­μα­ρί­α του ἔ­βλε­πε στὶς πρα­σι­ὲς τῶν γύ­ρω πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Ὁ τύ­πος εἶ­χε στη­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι, σὲ μί­α ἀ­π’ αὐ­τές, στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δι­α­δρό­μου, ξε­γυ­μνώ­θη­κε ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω κι ἄρ­χι­σε τὶς χει­ρο­νο­μί­ες. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κι­ό­λας τὴν ἀ­πεί­λη­σε. Ὅλ’ αὐ­τά, λί­γο πρὶν κα­τα­φτά­σει ὁ Μι­χά­λης. Ὅ­ταν με­τὰ τὸν εἶ­δε νὰ μπαί­νει, δὲν ἄν­τε­ξε, καὶ ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα.

 

       Πε­ρι­πέ­τεια κι αὐ­τὴ πά­λι ἡ ση­με­ρι­νή, σκε­φτό­ταν, κοι­τά­ζον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μέ­σα σὲ λί­γες μέ­ρες ποὺ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὁ τύ­πος – τὴν πρώ­τη εἶ­χε ξε­φυ­τρώ­σει μπρο­στά της ἀ­πὸ ‘να πα­ρά­θυ­ρο πιὸ ψη­λά. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τό­τε ἀ­π’ τὴ ντρο­πή της, σὲ κα­νέ­να. Σή­με­ρα ὅ­μως φο­βή­θη­κε, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Κι ἂν τὸ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε πά­λι τ’ ἄλ­λο πρω­ί; Ἢ ἂν ἔ­κα­νε κά­τι χει­ρό­τε­ρο; Προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν τὸ σκέ­φτε­ται. Στὸ Τμῆ­μα, ὅ­που τῆς συ­νέ­στη­σαν νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρει, τὴν ἄ­κου­σαν προ­σε­χτι­κά, ἀλ­λὰ λυ­πή­θη­καν ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν τί­πο­τα. Χα­ρα­κτή­ρι­σαν τὸ γε­γο­νὸς «μᾶλ­λον τυ­χαῖ­ο» καὶ τῆς τὸ δή­λω­σαν ρη­τά: κα­νέ­να προ­λη­πτι­κὸ μέ­τρο· δη­λα­δή, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ γί­νει τὸ κα­κό, καὶ ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων… Ἀ­να­στέ­να­ξε, κά­τι τὴν πλά­κω­νε στὸ στῆ­θος· τὸ εἰ­σι­τή­ριο τό ‘­χε φτιά­ξει ἕ­να λε­πτὸ μα­σου­ρά­κι καὶ τὸ πέ­ρα­σε στὴ βέ­ρα της. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί θά ‘­βγαι­νε, ἄν —ὅ­πως τῆς εἶ­παν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες— ἐπι­σκε­φτό­ταν τ’ ἀ­πό­γευ­μα μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴν Ἀ­σφά­λεια, λὲς νά ‘­χαν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νοι τὸν τρό­πο νὰ τὴν βο­η­θή­σουν;

 

       Πάν­τως δὲν ἦ­ταν κου­βέν­τα κι ἐ­κεί­νη ποὺ πέ­τα­ξε ὁ Μι­χά­λης λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, κά­νον­τας τά­χα πλά­κα. «Εἶ­δες;» τῆς ἔ­κα­νε, «περ­νά­ει ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά σου…» καὶ τὴν κοί­τα­ξε πα­ρά­ξε­να. «Νὰ μοῦ λεί­πει τέ­τοι­α μπο­γιά», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε σο­βα­ρά. Στ’ ἀ­φεν­τι­κά της εἶ­πε πὼς τό ‘­βρι­σκε πιὸ λο­γι­κὸ νὰ βά­ψουν τὴν τζα­μα­ρί­α τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου ἢ νὰ πε­ρά­σουν κουρ­τί­νες, ἐλ­πί­ζον­τας τὸ θέ­μα νὰ λή­ξει ἐ­κεῖ.

 

       Στρά­φη­κε, κα­θὼς τῆς φά­νη­κε πὼς τὸ μά­τι της πῆ­ρε μιὰ γνω­στή της. Κι αὐ­τὸς ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας τί σπά­νιο, ἀ­λή­θεια, ν’ ἀ­κού­ει, με­ση­με­ρι­ά­τι­κα, μου­σι­κὴ ἀ­π’ τὸ ρα­δι­ο­φω­νά­κι! Τ’ ἄ­κου­γε σι­γα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν πλά­τη της, καὶ κά­ποι­ες εἰ­κό­νες στρο­βι­λί­ζον­ταν ξαφ­νι­κὰ μὲς στὸ μυα­λό της. «Χρί­στο, βάλς…». Τοῦ ‘­χε κό­ψει τὸ δρό­μο, κα­θὼς ἔ­στρι­βε νὰ χω­θεῖ στὴν του­α­λέ­τα. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὸ χο­ρέ­ψουν, ἀλ­λὰ τὴν πα­ρα­μέ­ρι­σε βι­α­στι­κὰ καὶ κλει­δώ­θη­κε μέ­σα. Ἔ­πια­σε τό­τε νὰ τὸ χο­ρέ­ψει μὲ τὸ γιό τους. «Ἄ­σ’ τα τὰ μαλ­λά­κια σου…» τι­τί­βι­ζε κι ὁ μι­κρός. Λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει αἰ­ώ­νας ποὺ χό­ρε­ψαν οἱ δυ­ό τους, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἦ­ταν χτές, τὸ ἀ­πό­γευ­μα.

 

       Στὴ στά­ση, τὸ βλέμ­μα της τρύ­πω­σε στὸ ἀ­πέ­ναν­τι ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἕ­νας ἄν­τρας, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ χρο­νῶ, προ­φα­νῶς οἰ­κο­δό­μος, κα­θό­ταν μό­νος του σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι κι ἔ­τρω­γε μὲ βου­λι­μί­α. Τῆς ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ὁ τρό­πος ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὶς μπου­κι­ές. Δὲ σή­κω­νε κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το, καὶ γέ­μι­ζε τὸ κου­τά­λι του καὶ μὲ τ’ ἄλ­λο χέ­ρι.

 

       «Μαῦ­ρο μπου­φάν, ἀ­νοι­χτὸ γα­λά­ζιο παν­τε­λό­νι…» ξα­να­σκέ­φτη­κε, ἀλ­λὰ τὸ πρό­σω­πό του δὲν τό ‘­δε κα­θα­ρά, για­τί φρόν­τι­ζε νὰ τὸ κρύ­βει στὸ πλα­ϊ­νὸ τοί­χω­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἴ­σως με­λα­χρι­νός. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη ἄλ­λα­ζε, φο­ρών­τας τὰ ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς. Κι ἂν ἔ­χει ξα­να­γί­νει πολ­λὲς φο­ρές, χω­ρὶς ἡ ἴ­δια νὰ τό ‘­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι; Πάν­τως ἀ­πο­ροῦ­σε καὶ μὲ τὸ θάρ­ρος της, νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ δι­πλα­νὴ πόρ­τα καὶ νὰ τοῦ μι­λή­σει. «Ἐν­τά­ξει εἶ­σαι τώ­ρα; Ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κες;» τοῦ φώ­να­ξε. Καὶ τό­τε τὸν ἄ­κου­σε μὲ πνι­χτὴ φω­νή, σὰν πλη­γω­μέ­νου σκύ­λου, νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ.

 

       Κα­τέ­βη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου γιὰ τὸ σπί­τι της. Στὸ στε­νό, στὶς προ­θῆ­κες τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, τὸ μά­τι της ἔ­πε­σε σὲ μιὰ μι­σο­σκε­πα­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α γυ­ναί­κας – «αὐ­στη­ρῶς ἀ­κα­τάλ­λη­λον», ἔ­γρα­φε πά­νω. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὸ ἀ­σαν­σέρ, σκε­φτό­ταν: «τί βλέ­πουν οἱ ἀν­θρω­ποι – τί νὰ σοῦ κά­νουν με­τά…». Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ γύ­ρι­ζε τὸ κλει­δί: «Καὶ τί φαν­τά­ζον­ται τά­χα πὼς θὰ βγεῖ, ἅ­μα σ’ τὸ δεί­ξουν; Ἄχ, μυα­λό…» καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ ὅ­λους μιὰ με­γά­λη λύ­πη.

 

       «Γειά σου, ἀ­γα­πού­λα», τὴν ὑ­πο­δέ­χτη­κε ὁ Χρί­στος. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε. Λι­γά­κι εἰ­ρω­νι­κός, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ τῆς ἄ­ρε­σε. Ξαφ­νι­κὰ τῆς ἦρ­θε νὰ ὁρ­μή­σει στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ τὰ λέ­ει ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα. Κρα­τή­θη­κε ὅ­μως. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­παι­ζε στὸ δω­μά­τιο. Μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να καὶ τὸν εἶ­δε. Εἶ­χε φτιά­ξει μιὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη πι­κάν­τι­κη σα­λά­τα, ζέ­σται­νε τὸ φα­γη­τὸ καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Με­τὰ θυ­μή­θη­κε, ἦ­ταν κι ἡ μέ­ρα τῆς πλη­ρω­μῆς του, σή­με­ρα.

 

       Πέ­ρα­σε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρη νὰ γδυ­θεῖ, κι ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πνεύ­σει τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ μέ­σα, νὰ νι­ώ­σει τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ της. Ὅ­λη μέ­ρα μέ­σα σ’ ἐ­κεί­νη τὴν τρύ­πα ρου­φοῦ­σε τὴ σκό­νη καὶ τὸ κα­κὸ ἀ­π’ τὶς ψά­θες ποὺ δού­λευ­ε. Ξα­να­πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, ἔ­σκυ­ψε μα­ζί του πά­νω ἀ­π’ τὶς κα­τσα­ρό­λες, κι ἄρ­χι­σαν ν’ ἀγ­γί­ζον­ται ρά­χη μὲ ρά­χη καὶ νὰ σκουν­τι­οῦν­ται γε­λών­τας καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας τὰ φα­γη­τά – κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα τ’ ἄ­φη­σε γιὰ με­τά.

 

       Ἔ­τσι σὲ λί­γο, ἀ­φοῦ στρώ­σα­νε τὸ τρα­πέ­ζι, ἡ φό­ρα τους εἶ­χε σχε­δὸν κο­πεῖ. Τὸ πράγ­μα φά­νη­κε κα­λύ­τε­ρα με­τὰ τὶς πρῶ­τες λαί­μαρ­γες μπου­κι­ές. Τὰ φα­σό­λια, λὲς κι εἶ­χαν χά­σει κά­θε γεύ­ση, σκά­λω­σαν στὸ λαι­μό τους. Ἔ­κα­ναν μιὰ παύ­ση.

 

       «Ξέ­ρεις κά­τι», εἶ­πε αὐ­τὸς σι­γά, σὰν νὰ ντρε­πό­ταν, «τὸ πρό­βλη­μά μας εἶ­ναι, μοῦ φαί­νε­ται, ὅ­τι δὲν πει­νᾶ­με ἀρ­κε­τά».

 

       Καὶ φυ­σι­κὰ ἦ­ταν ντρο­πή, ἰ­δί­ως ἂν ἔ­κα­νες κά­ποι­ες συγ­κρί­σεις. Ἐ­κεί­νη θυ­μή­θη­κε καὶ τὸν οἰ­κο­δό­μο, νὰ κα­τα­βρο­χθί­ζει χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. «Εἶ­ναι, λοι­πόν, φο­βε­ρὸ νὰ κό­βε­ται ξαφ­νι­κὰ ἡ πεί­να σου…, ἡ πεί­να», συλ­λο­γί­στη­κε μὲ δέ­ος, βλέ­πον­τας τὴ σκέ­ψη της ν’ ἀ­πο­χτᾶ ἀ­πί­θα­νες προ­ε­κτά­σεις στὸ μυα­λό της.

 

       «Δὲν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τό…» ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει, μὰ κον­το­στά­θη­κε, κα­θὼς στ’ αὐ­τιά της ἔ­φτα­ναν οἱ πα­ρά­ξε­νοι ἦ­χοι ἑ­νὸς πα­ρά­φω­νου βάλς.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πηγή: Τὸ κελεπούρι καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Διαγώνιος, 1987).

 

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: