Γιορντὰν Γιόφκωφ (Йордан Йовков): Τὸ ἄσπρο χελιδόνι


Giofkof,Giorntan-ToAsproChelidoni-LeykoChelidoni-03


Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков)


Τὸ ἄσπρο χελιδόνι

(Бялата Лястовица)


02-OmikronΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΝΙΝ, κα­θὼς μαύ­λι­ζε τὰ σκυ­λιά του, κα­τά­λα­βε πὼς ὁ ἄ­γνω­στος χω­ρι­κὸς δὲν ἐρ­χό­ταν ἔ­τσι δί­χως λό­γο κα­τὰ τὴ με­ριά του, μὰ πὼς κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια τὸν ἔ­φερ­νε. Τά ’­βα­ζε μὲ τὰ σκυ­λιά του ποὺ γά­βγι­ζαν κι ὕ­στε­ρα κοί­τα­ξε ξα­νὰ τὸ χω­ρι­κό. Ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο γι­λέ­κι του, τό ’­βλε­πες πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τοῦ Ντε­λῆ-Ὁρ­μάν. Με­γα­λό­σω­μος καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος — ὡ­στό­σο ξε­σποῦ­σε ἀ­μέ­σως στὸ μά­τι σου πὼς ἦ­ταν φτω­χὸς κι ἀ­πὸ φτω­χι­κιὰ φα­μί­λια. Τὸ που­κά­μι­σό του ἦ­ταν γι­ο­μά­το χον­τρομ­πα­λώ­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ ζώ­νη του. Ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Ἀ­πὸ πρώ­τη μα­τιὰ φαι­νό­τα­νε ἀ­σί­κης, λε­βέν­της, μὰ ὁ Μο­κά­νιν εἶ­δε πὼς ἔ­χει νὰ κά­μει μ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀν­θρώ­πους πού, ὅ­πως λέ­νε, πα­ρα­με­ρί­ζου­νε μπρο­στὰ καὶ σ’ ἕ­να μερ­μήγ­κι.

       Ὁ χω­ρι­κὸς χαι­ρέ­τη­σε, κά­τι μουρ­μού­ρι­σε, κά­τι σάν: «πῶς τὰ πο­ρεύ­ε­τε δῶ;», μὰ ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἀλ­λοῦ γύ­ρι­ζε τὸ μυα­λό του, πὼς με­γά­λες ἔ­γνοι­ες τὸν βα­σά­νι­ζαν.

       Κοί­τα­ξε ἴ­σα μπρο­στὰ καί, κου­νών­τας ἔ­τσι τὰ χέ­ρια, ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χει πο­λὺ δρό­μο ἀ­κό­μα ὣς τὸ χω­ριὸ Μαν­τζι­λά­ρι. Ὁ Μο­κά­νιν, κα­θὼς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, εἶ­δε κά­του στὸ δρό­μο ἕ­να κά­ρο ζε­μέ­νο σ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Τὸ δί­χως ἄλ­λο θά ’­ταν του­του­νοῦ τοῦ χω­ρι­κοῦ καὶ θὰ τό ’­χε ἀ­φή­σει ἐ­κεῖ γιὰ νά ’ρ­θει νὰ ρω­τή­σει. Μέ­σα στὸ κά­ρο κα­θό­ταν μιὰ γυ­ναί­κα, δι­πλω­μέ­νη στὰ δυ­ό, μὲ τὰ χέ­ρια της κρυμ­μέ­να κά­του ἀ­π’ τὸ ζα­κέ­το της, καὶ μὲ λυ­τὸ τὸ τσεμ­πέ­ρι της ποὺ οἱ δυ­ὸ ἄ­κρες του πέ­φταν στοὺς ὤ­μους της. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, μὰ ὁ Μο­κά­νιν ἤ­ξε­ρε πὼς οἱ γυ­ναῖ­κες λύ­νουν ἔ­τσι τὸ τσεμ­πέ­ρι τους σὰν εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νες ὄ­χι τό­σο ἀ­π’ τὴ ζέ­στη, μὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α βα­ριὰ ἔ­γνοι­α. Στὸ βά­θος τοῦ ἁ­μα­ξιοῦ ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ ἀ­χα­μνή — μιὰ νέ­α κο­πέ­λα φαι­νό­τα­νε, ξα­πλω­μέ­νη καὶ τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, μὲ τὸ κε­φά­λι της χω­μέ­νο σὲ κά­τι χω­ρι­ά­τι­κα σκου­ρό­χρω­μα μα­ξι­λά­ρια. Κοί­τα­ζε πλά­ι, καὶ δὲ φαι­νό­τα­νε τὸ πρό­σω­πό της.

       — Ἔ­χεις κά­ναν ἄρ­ρω­στο; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ναί. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη.

       Ὁ χω­ρι­κὸς ἔ­ρι­ξε τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα ποὺ στά­λια­ζαν γιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι στὸ ξέ­φω­το, μὰ δὲν τά ’­βλε­πε — τὰ μά­τια του ἔ­δει­χναν μο­νά­χα τὴ στε­νο­χώ­ρια του.

       — Ἄν σοῦ ’­λε­γα τὰ βά­σα­νά μας, εἶ­πε, μὰ κάλ­λιο μὴ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τά.

       — Δὲν εἶ­σαι ἀ­π’ τὰ μέ­ρη μας· ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ἀ­π’ τὸ Κι­τσοὺκ-Ἀκ­μέντ — τὸ λέ­νε Ναν­τέζ­ντα τώ­ρα, ἐ­κεῖ σι­μὰ στὸ Ρόκ. Πέ­ρα­σα κι­ό­λας ἀ­πὸ κεῖ. Πα­γαί­νω ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριὸ που­λών­τας ἀρ­γι­λό­χω­μα γιὰ λεύ­κα­σμα. Πολ­λοὶ δῶ πέ­ρα, καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­γο­ρά­ζουν. Σὰν φτά­νω ὣς κά­του στὴ θά­λασ­σα ἀ­γο­ρά­ζω τί­πο­τα ψά­ρια, τί­πο­τα στα­φύ­λια — ὅ,τι βρε­θεῖ. Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, κου­τσὰ στρα­βὰ τὰ βο­λεύ­ου­με. Ἂν δὲ μᾶς εἶ­χε βρεῖ τοῦ­το τὸ κα­κό…

       Κά­θι­σε κα­τα­γῆς, ἔ­βγα­λε τὴν πέ­τσι­νη κα­πνο­σα­κού­λα του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρί­βει τσι­γά­ρο. Ὁ Μο­κά­νιν κά­θι­σε δί­πλα του καὶ πρό­σε­ξε ποὺ τὰ χον­τρά, ρο­ζι­α­σμέ­να του δά­χτυ­λα τρέ­μα­νε.

       — Δὲν εἴ­χα­με τύ­χη μὲ τὰ παι­διά μας, ἄρ­χι­σε. Τὰ τρί­α πε­θά­να­νε μι­κρὰ μι­κρά. Δὲ μᾶς ἔ­μει­νε πά­ρεξ ἐ­τού­τη. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ κά­ρο. Τῆ­νε κοι­τά­ζα­με σὰν τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ μας. Ἔ­βγα­ζα τὴ μπου­κιά μου ἀ­π’ τὸ στό­μα, μὴ καὶ τῆς λεί­ψει τὸ κα­λὸ φου­στά­νι καὶ δεῖ τὶς ἄλ­λες ὀ­μορ­φον­τυ­μέ­νες καὶ μοῦ κα­κο­καρ­δι­στεῖ. Ὁ Θε­ὸς βο­ή­θη­σε καὶ τὴ φυ­λά­ξα­με ὣς τὰ τώ­ρα. Μὰ δῶ καὶ λί­γον και­ρὸ ἄρ­χι­σε νὰ μα­ρα­ζώ­νει. Ἀρ­ρώ­στια δὲν ἔ­χει τί­πο­τες, κι ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα σβή­νει. Ἄ­κου­σα πού ’­λε­γε στὴ μά­να της, οἱ ἄλ­λες, λέ­ει, οἱ φι­λε­νά­δες της παν­τρευ­τή­κα­νε κι αὐ­τὴ δὲν παν­τρεύ­τη­κε γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι πι­κρα­μέ­νη.

       — Ἔ, τῆς λέ­ω, τί σκᾶς μω­ρὲ παι­δί μου, θά ’ρ­θει κι ἡ ἀ­ρά­δα σου. Τὶς ἄλ­λες τη­ρᾶς; Ἐ­λό­γου τους εἶ­ναι πλού­σι­ες. Τὰ πα­λι­κά­ρια σή­με­ρις κοι­τᾶ­νε τὸν πα­ρά. Ἔ­γνοι­α σου, θὰ παν­τρευ­τεῖς κι ἐ­σύ, μὴ χο­λο­σκᾶς, δὲ σὲ πή­ρα­νε δὰ τὰ χρό­νια. Κα­λὴ καρ­διά.

       — Πό­σω χρο­νῶ εἶ­ναι;

       — Κον­τεύ­ει τὰ εἴ­κο­σι. Τῆς Πα­να­γί­ας θὰ τὰ κλεί­σει.

       — Ἄ­μ’ τό­τες εἶ­ναι νιά.

       — Ἔ­τσι λέ­ω καὶ λό­ου μου — νιά.

       Ὁ χω­ρι­κὸς σώ­πα­σε κι ἔ­ρι­ξε πά­λι τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα χω­ρὶς νὰ τὰ δεῖ. Κεῖ πλά­ι, στὸν πυ­ρω­μέ­νο ἀ­έ­ρα, ὑ­ψώ­θη­κε ἡ στριγ­γιὰ κραυ­γὴ τοῦ τζί­τζι­κα.

       — Τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι μ’ ἄρ­χε­ψε στὰ πα­ρα­κά­λια νὰν τὴν ἀ­φή­κω νὰ θε­ρί­σει μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες. Τί νὰ κά­νω; Φτω­χοὶ ἀν­θρῶ­ποι εἴ­μα­στε, ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τί­πο­τις πα­ρά­δες ἔ­χου­με, μὰ ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔ­γλε­πα ἀ­χα­μνή, σὰν ἀρ­ρω­στε­μέ­νη, δὲ μοῦ ’­κα­νε καρ­διὰ νὰ τὴν ἀ­φή­κω. Πα­ρα­κά­λια πά­λι: «ἄ­σε με, πα­τέ­ρα, ἄ­σε με νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἄλ­λες». Τί νά ’­κα­να; Κα­λά, μιὰ καὶ τὸ θές, πά­γαι­νε. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­τρε­ξε — δὲν ἤ­μα­στε κεῖ νὰ δῶ. Πλα­γι­ά­ζα­νε, λέ­ει, στὰ χω­ρά­φια. Δὲν ξέ­ρω πῶς μοῦ τά ’­πε. Μιὰ φο­ρά, λέ­ει, εἴ­χα­νε ὁ­λη­με­ρὶς θε­ρί­σει, τὸ βρα­δά­κι δει­πνή­σα­νε, τρα­γου­δή­σα­νε, γλεν­τή­σα­νε κι ἀ­πὲ πλα­γι­ά­σα­νε. Ἡ Νόν­κα, ἔ­τσι τὴ λέ­νε τὴ θυ­γα­τέ­ρα μου, πλά­για­σε κι αὐ­τὴ ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λες. «Εἶ­χα πλα­γιά­σει, πα­τέ­ρα», μοῦ ’­πε, «ἀ­νά­με­σα στὰ δε­μά­τια, πί­σω ἀ­πὸ μιὰ θη­μω­νιά, εἶ­χα κου­κου­λω­θεῖ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξάφ­νου, κά­τι ἔ­νι­ω­σα στὸ στῆ­θος μου, κά­τι βα­ρὺ καὶ κρύ­ο. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου. Ἕ­να φί­δι».

       — Λοι­πόν;

       — Ναί, ἕ­να φί­δι. Πλα­γι­α­σμέ­νο στὸν κόρ­φο της, κου­λού­ρα. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου φώ­να­ξε καὶ μ’ ὅ­λο της τὸν τρό­μο, ἅρ­πα­ξε τὸ φί­δι καὶ τὸ πέ­τα­ξε μα­κριά.

       — Τὸ πέ­τα­ξε, λοι­πόν; Κά­τι τέ­τοι­α λα­χαί­νουν τὸ θέ­ρο. Ἔ­χω ἀ­κου­στὰ ποὺ μιὰ βο­λὰ ἕ­να φί­δι μπῆ­κε στὸ στό­μα μιᾶς γυ­ναί­κας. Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε ὅ­μως; Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε, ἔ;

       — Ὄ­χι. Ἦ­ταν στὸν κόρ­φο της. Τ’ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ πέ­τα­ξε. Αὐ­τὸ μοῦ ’­πε. Ἀ­λή­θεια ἔ­γι­νε, τί­πο­τες ὄ­νει­ρο ἦ­ταν; δὲν ξέ­ρω. Μὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὅ­λο καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἡ κό­ρη μου ξε­ραί­νε­ται σὰν τὸ κλα­δί. Πο­νά­ει στὸ στῆ­θος. Ἔ­χω πό­νο, λέ­ει, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε πλα­γιά­σει τὸ φί­δι.

       — Ἄ­κου πρά­μα­τα, εἶ­πε ὁ Μο­κά­νιν σα­στι­σμέ­νος. Καὶ ποῦ τὴν πη­γαί­νεις τώ­ρα; Σὲ κά­να για­τρό;

       — Ἄ, οἱ για­τροί… Τὴν εἴ­δα­νε τό­σοι καὶ τό­σοι! Τώ­ρα τὴν πα­γαί­νω… πῶς νὰ στὸ πῶ… Ἂν ἤ­τα­νε μο­νά­χα στὸ χέ­ρι μου… ἐ­λό­ου μου δὲν τὰ πι­στεύ­ω αὐ­τά… μά, ξέ­ρεις, σὰν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ γυ­ναῖ­κες… Κι ὕ­στε­ρις, εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη, κι εἶ­ναι παι­δί μου…

       Ἡ φω­νή του τρε­μού­λια­σε. Σώ­πα­σε. Ἔ­ρι­ξε πά­λι γύ­ρω μιὰ μα­τιά, κι ὕ­στε­ρα τρά­βη­ξε μιὰ το ’­να μιὰ τ’ ἄλ­λο μου­στά­κι του, καὶ τὰ ψα­ρά, σκλη­ρά, κα­κο­ξυ­ρι­σμέ­να γέ­νια του. Ὁ Μο­κά­νιν κα­τα­λά­βαι­νε κα­λὰ πὼς ὅ­λες τοῦ­τες οἱ ἄ­σπρες τρί­χες ἦ­ταν ἀπ’ τὶς πολ­λὲς ἔ­γνοι­ες.

       — Τ’ ἄλ­λο βρά­δυ, ξα­νάρ­χι­σε ὁ χω­ρι­κός, εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὰ καρ­νά­για κά­τι ντό­πιοι ποὺ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ. Εἶ­παν τό ’­να, εἴ­πα­νε τ’ ἄλ­λο, ξέ­ρω κι ἐ­γώ… Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χου­νε σκο­τοῦ­ρες. Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρά­τευ­αν κι­ό­λας. Καὶ νά, ποὺ κα­τα­φτά­νει σπί­τι μας ἡ Στο­γι­έ­νι­τσα, ἡ πο­λυ­λο­γού, ποὺ δὲν εἶ­ναι πρά­μα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει.

       — Γκοῦν­τσο, φώ­να­ξε ἀ­π’ τὸ κα­τώ­φλι, εἶ­σαι τυ­χε­ρός. Κι ἐ­σύ, Νόν­κα — ἄ­νοι­ξε ἡ τύ­χη σου. Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

       — Μὰ τί τρέ­χει; λέ­ω. Τὸ καί τό. Ὁ Νι­κό­λας κι ὁ Πέ­νυ Σιν­τε­βό­ρι γυ­ρί­σα­νε ἀ­πὸ τὰ καρ­νά­για. Λέ­νε τὸ λοι­πὸν πὼς στὸ Μαν­τζι­λά­ρι ἔ­χει φα­νεῖ… λέ­ει, ἔ­χει φα­νεῖ ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι. Ὁ­λό­α­σπρο σὰν τὸ χι­ό­νι. — Ἔ, καί; — Μὰ δὲν ξέ­ρεις, λοι­πόν, ποὺ ἅ­μα ἕ­νας ἄρ­ρω­στος τὸ δεῖ γι­α­τρεύ­ε­ται με­μιᾶς ὅ,τι ἀρ­ρώ­στια νά ’­χει; Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μιὰ φο­ρὰ στὰ ’­κα­τό χρό­νια φαί­νε­ται. Ξέ­ρεις, Γκοῦν­τσο, λέ­ει, δὲν πρέ­πει ν’ ἀρ­γο­πο­ρᾶς! Πά­γαι­νε τὴ Νόν­κα κεῖ κά­του! Δὲν μπό­ρα­γα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς, ἡ μι­κρὴ ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ μά­να της καὶ νά μᾶς.

       — Μὰ νά ’­ναι ἀ­λή­θεια, τά­χα; Καὶ ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τὸ τὸ χε­λι­δό­νι;

       — Σοῦ τό ’­πα, φά­νη­κε στὸ Μαν­τζι­λά­ρι.

       — Ἄ­σπρο εἶ­πες;

       — Ὁ­λό­α­σπρο.

       Ὁ Μο­κά­νιν, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ κα­τὰ τὸ δρό­μο. Αὐ­τός, κά­θε μέ­ρα, στα­μά­τα­γε σὲ τοῦ­το τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ πρό­βα­τά του, μὰ τοῦ φαί­νε­ται πο­τὲ δὲν εἶ­χε δεῖ τό­σα χε­λι­δό­νια, ὅ­σα σή­με­ρα, πά­νω στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα. Καὶ τί τὸ πα­ρά­ξε­νο, μα­θές; Κον­το­ζύ­γω­νε τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καὶ σὲ τού­τη­να τὴν ἐ­πο­χὴ τὰ χε­λι­δό­νια καὶ τὰ λε­λέ­κια μα­ζεύ­ον­ται γιὰ νὰ ξα­να­γυ­ρί­σουν στὶς ζε­στὲς χῶ­ρες. Ἦ­ταν τό­σα χε­λι­δό­νια κολ­λη­τὰ κολ­λη­τά, ποὺ τὸ σύρ­μα λύ­γι­ζε ἀ­π’ τὸ βά­ρος του κι ἔ­μοια­ζε σὰν κομ­πο­λό­ι. Μι­λι­ού­νια χε­λι­δό­νια, μὰ ὅ­λα μαῦ­ρα.

       — Νὰ για­τὶ βρέ­θη­κα στὰ μέ­ρη σας, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κός, τού­τη τὴ φο­ρὰ ξε­θαρ­ρε­μέ­νος καὶ ξα­λα­φρω­μέ­νος. Καὶ σὰν εἶ­δα τοῦ λό­γου σου, συλ­λο­γί­στη­κα: δὲν πα­γαί­νω νὰν τό­νε ρω­τή­σω, μπο­ρεῖ καὶ νά ’­δε τ’ ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μπο­ρεῖ νά ’­χει ἀ­κού­σει νὰ λέ­νε…

       — Ὄ­χι, ἀ­δερ­φέ μου. Ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Μή­τε εἶ­δα, μή­τε ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε.

       Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε πὼς θ’ ἀ­πόλ­πι­ζε ὁ­λό­τε­λα τού­τους τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ξα­νά­πε:

       — Μὰ μπο­ρεῖ μιὰ χα­ρὰ νὰ ὑ­πάρ­χει. Ναί, καὶ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ. Για­τί ὄ­χι; Ὑ­πάρ­χου­νε ἄ­σπρα βου­βά­λια, ἄ­σπρα πον­τί­κια, ἄ­σπρες κου­ροῦ­νες. Για­τί τό­τε­νες νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει κι ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τό, στὰ σί­γου­ρα θὰ ὑ­πάρ­χει…

       — Ποι­ός ξέ­ρει; ἔ­κα­νε ὁ χω­ρι­κὸς μ’ ἕ­να στε­ναγ­μό. Ἐ­γὼ δὲν τὰ πι­στεύ­ω, μὰ οἱ γυ­ναῖ­κες, ξέ­ρεις…

       Ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει. Συγ­κι­νη­μέ­νος ὁ Μο­κά­νιν ση­κώ­θη­κε κι αὐ­τὸς νὰ τὸν ξε­βγά­λει καὶ γιὰ νὰ δεῖ τὴ νέ­α. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­σαν στὸ δρό­μο, ἡ μά­να, μιὰ γυ­ναί­κα χλω­μή, σκε­λε­τω­μέ­νη ἀ­π’ τὸ μό­χτο καὶ τὰ βά­σα­να, ξε­ψά­χνι­σε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἀ­κό­μα τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἄν­τρα της, πα­σκί­ζον­τας νὰ μαν­τέ­ψει τί μαν­τά­τα ἔ­φερ­νε. Ἡ κο­πέ­λα, ἔ­με­νε πάν­τα γυ­ρι­σμέ­νη στὸ πλά­ι καὶ κοί­τα­ζε τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ εἶ­χαν κουρ­νιά­σει στὸ τη­λε­γρα­φι­κὸ σύρ­μα.

       Ἡ κο­πέ­λα, ἀ­κού­γον­τας τὴ φω­νή του, γύ­ρι­σε. Ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη. Τὸ κορ­μί της κα­τα­φα­γω­μέ­νο ἀ­π’ τὴν ἀρ­ρώ­στια ὅ,τι ποὺ σχε­δι­ά­ζον­ταν κά­τω ἀ­π’ τὴν κου­βέρ­τα. Στὸ κέ­ρι­νο πρό­σω­πό της μο­νά­χα τὰ μά­τια ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη μὲ τὴν ἀ­στρα­πὴ τῆς νι­ό­της. Κοί­τα­ζε πό­τε τὸν πα­τέ­ρα της, πό­τε τὸν Μο­κά­νιν.

       — Νόν­κα, αὐ­τὸς ἐ­δῶ, τό ’­χει δεῖ κι­ό­λας τὸ χε­λι­δό­νι, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κὸς βά­ζον­τας μάρ­τυ­ρα τὸν Μο­κά­νιν. Εἶ­ναι κεῖ κά­τω, στὸ χω­ριό. Φτά­νει μο­νά­χα νὰ τὸ δοῦ­με κι ἐ­μεῖς.

       Ὁ Μο­κά­νιν ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βά­ρος, ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ λαι­μό, τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν.

       — Θὰ τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς, παι­δί μου, εἶ­πε δυ­να­μώ­νον­τας τὴ φω­νή του. Μιὰ καὶ τό ‘δὰ ἐ­γώ, για­τί τά­χα νὰ μὴν τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς; Τό ’­δα μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια, ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, κά­τα­σπρο. Θὰ τὸ δεῖς κι ἐ­σύ. Ὁ Θε­ὸς θὰ σοῦ κά­νει τού­τη τὴ χά­ρη, θὰ τὸ δεῖς, παι­δί μου, καὶ θὰ γιά­νεις… εἶ­σαι τό­σο νέ­α! Στὸ λέ­ω, θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ γιά­νεις, μὴ φο­βᾶ­σαι τί­πο­τις…

       Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­κρυ­ψε τὰ μά­τια της στὰ χέ­ρια της καὶ ξέ­σπα­σε σ’ ἀ­να­φι­λη­τά. Ὁ με­γα­λό­σω­μος γε­ρο­δε­μέ­νος ἄν­τρας σι­γό­βη­ξε, ἅρ­πα­ξε τὰ γκέ­μια τοῦ ἀ­λό­γου καὶ ξε­κί­νη­σε.

       — Ἄν­τε τέ, στὸ κα­λό, κα­λὴ τύ­χη! φώ­να­ξε ὁ Μο­κά­νιν. Τὸ χω­ριὸ δὲν εἶ­ναι μα­κριά. Θὰ τρα­βή­ξε­τε ἴ­σα ὅ­πως πᾶ­νε τὰ σύρ­μα­τα τοῦ τη­λέ­γρα­φου!

       Ἔ­μει­νε κάμ­πο­σο στὸ δρό­μο κοι­τά­ζον­τας τὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε. Μιὰ κοί­τα­ζε τὴ μά­να μὲ τὸ μαῦ­ρο τσεμ­πέ­ρι, μιὰ τὴν κο­πέ­λα πλα­γι­α­σμέ­νη στὸ πλευ­ρό της, μιὰ τὸν ψη­λό­κορ­μο χω­ρι­κὸ ποὺ πή­γαι­νε σκυ­φτὸς τρα­βών­τας τ’ ἄ­λο­γο ἀ­π’ τὰ γκέ­μια, καὶ τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν πά­νω τους, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νοι περ­νοῦ­σαν, κι ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ξα­να­γύ­ρι­ζαν νὰ κά­τσουν στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα.

       Ὁ Μο­κά­νιν ξα­να­γύ­ρι­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος στὸ κο­πά­δι του καὶ ξα­νάρ­χι­σε τὴ δου­λειά του — ἔ­κο­βε ἀ­πὸ πε­τσὶ ἀ­λό­γου τσα­ρού­χια. Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε. Καὶ μή­πως εἶ­ναι αὐ­τὸ μο­νά­χα;

       Ἔ­νι­ω­θε με­γά­λο βά­ρος στὸ στῆ­θος, κά­τι τὸν τυ­ρα­γνοῦ­σε. Ὕ­στε­ρα, πα­ρα­τών­τας τὸ σου­βλί του ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, σή­κω­σε τὰ μά­τια στὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­πε:

       — Κύ­ρι­ε Με­γα­λεύ­σπλα­χνε, τί βά­σα­να σὲ τού­τη τὴ γῆς!

       Κι ἔ­ρι­ξε ξα­νὰ τὴ μα­τιά του στὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε πέ­ρα στὸ δρό­μο.


μαυ­λί­ζω: φω­νά­ζω κά­ποι­ο ζῶ­ο ἢ που­λὶ μι­μού­με­νος τὴ φω­νή του.

ἀ­σί­κης: πα­λι­κα­ράς, λε­βέν­της.

στα­λιά­ζω: ξε­κου­ρά­ζο­μαι στὴ σκιά.

λεύ­κα­σμα: ἄ­σπρι­σμα, ἀ­σβέ­στω­μα.

καρ­νά­γιο: σκά­ρα ὅ­που πλα­γιά­ζουν τὰ πλοῖ­α γιὰ κα­θα­ρι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 Πη­γή:

http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4445,19947/index_b_08.html

Giofkof,Giorntan-Eikona-01Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков) (Ζέραβ­να, 1880 – Πλόβ­ντιβ, 1937). Βούλ­γα­ρος πε­ζο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δὲν μπό­ρε­σε νὰ τε­λει­ώ­σει τὰ Νο­μι­κὰ καὶ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀρ­χι­κά, ὡς δά­σκα­λος. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς πρε­σβευ­τὴς στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης καὶ χῶ­ρος δρά­σης τῶν ἔρ­γων τοῦ εἶ­ναι τὰ Βαλ­κά­νια. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα (Θρύ­λοι τοῦ βου­νοῦ Στά­ρα Πλά­νι­να, 1927), μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (Τὸ τσι­φλί­κι κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα, 1934) καὶ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα (Βρα­δι­ὲς στὸ παν­δο­χεῖ­ο τοῦ Ἀν­τί­μο­βο, 1928· Ὁ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, 1930· Ἡ καρ­διὰ μιᾶς γυ­ναί­κας, 1935).

Με­τά­φρα­ση (ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά):

Γιά­ννης Ρί­τσος (Μο­νεμ­βα­σιά, 1 Μα­ΐ­ου 1909 – Ἀ­θή­να, 11 Νο­εμ­βρί­ου 1990). Ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, με­τά­φρα­ση, με­λέ­τη. Πολ­λὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Δη­μο­σί­ευ­σε πά­νω ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ συν­θέ­σεις, ἐν­νέ­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρα θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ με­λέ­τες.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου:

Ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ φί­λος καὶ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας μας, με­τα­φρα­στὴς ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς, στὶς 12 Ἰ­ου­λί­ου 2010 ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να σπά­νιο ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι στὴν πό­λη Ταρ­γκό­βι­στε τῆς Βουλ­γα­ρί­ας! Ἐ­δῶ βλέ­που­με τὸ σχε­τι­κὸ βίν­τε­ο:



			
Διαφημίσεις

Ἀλέξανδρος Κεφαλᾶς: Ἀποχαιρετισμός


Kefalas,Aleksandros-Apochairetismos-Eikona-02


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός


01-ThitaΚΟΣΜΟΣ ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ δει­λὰ-δει­λὰ νὰ συγ­κεν­τρώ­νε­ται στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Πρω­ὶ σὲ κά­ποι­ον ἐ­παρ­χια­κὸ να­ό. Ἡ ἔκ­θε­ση τῆς σο­ροῦ, κα­τὰ τὸ μα­κά­βριο συ­νή­θει­ο τῶν μι­κρῶν κοι­νω­νι­ῶν, εἶ­χε ξε­κι­νή­σει μιὰ ὥ­ρα πρὶν τὴ νε­κρώ­σι­μο ἀ­κο­λου­θί­α. Ἐ­κεί­νη κεί­τον­ταν μέ­σα στὴν κά­σα στὸ κέν­τρο κά­τω ἀ­πὸ τὸν με­γά­λο κρυ­στάλ­λι­νο πο­λυ­έ­λαι­ο. Τὸ σά­βα­νο, τὰ ἄν­θη, ὅ­λα εὐ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­να γύ­ρω της, ὕ­στα­τη πα­ρά­στα­ση στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ὑ­πό­στα­ση πρὶν ἀ­πὸ τὴν τε­λι­κὴ αὐ­λαί­α. Οἱ στε­νοὶ συγ­γε­νεῖς, πρό­σω­πα πα­ρα­μορ­φω­μέ­να σὰν γοτ­θι­κὰ ἀ­κρο­κέ­ρα­μα, ἀ­πέ­ναν­τι πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νοι· μά­ζα ὁ­μοι­ό­μορ­φη ἀ­π’ τὸν πό­νο, πα­ρα­δο­μέ­νη στὴ θλί­ψη. «Τί φτιά­νεις; Μὲ θυ­μᾶ­σαι; Βρὲ πῶς ἄλ­λα­ξες; Δὲ θὰ σὲ γνώ­ρι­ζα, κα­η­μέ­νε…» ψι­θύ­ρι­ζε τὸ λοι­πὸ συγ­γε­νο­λό­ι κα­θι­σμέ­νο σὲ πη­γα­δά­κια, ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νο, συ­ναγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ πέ­ρα­τα γιὰ τὸ θλι­βε­ρό τὸ χρέ­ος. Προ­σπα­θοῦ­σαν μὲ λύσ­σα μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτὰ νὰ ἀ­να­πλη­ρώ­σουν τὰ χρό­νια ποὺ κύ­λη­σαν δί­χως νὰ τοὺς ρω­τή­σουν… Οἱ συ­στά­σεις με­τα­ξύ τῶν ἄ­γνω­στων συγ­γε­νῶν ἔ­παιρ­ναν κι ἔ­δι­ναν. Χαρ­μο­λύ­πη· λύ­πη γιὰ τὴν ἀ­πώ­λεια, χα­ρὰ γιὰ τὴ συ­νεύ­ρε­ση, ὑ­πεν­θύ­μι­ση τῆς θνη­τῆς τους φύ­σης. Τὰ νε­ό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ἔ­βγα­ζαν μὲ τὰ ὑ­περ­σύγ­χρο­να κι­νη­τά τους «ἀ­να­μνη­στι­κὲς» φω­το­γρα­φί­ες τῆς νε­κρῆς καὶ κα­τευ­θύ­νον­ταν βι­α­στι­κὰ πρὸς τὸ προ­αύ­λιο γιὰ νὰ κα­πνί­σουν. Η post mortem βι­κτω­ρια­νὴ πα­ρά­δο­ση ἀ­να­βί­ω­νε χά­ριν τῆς τε­χνο­λο­γί­ας τοῦ εἰ­κο­στοῦ πρώ­του αἰ­ώ­να…

       Μιὰ φι­γού­ρα σκε­βρω­μέ­νη δι­ά­βη­κε ἀ­νά­με­σά τους σι­ω­πη­λή. Λί­γοι τὴν πα­ρα­τή­ρη­σαν, λι­γό­τε­ροι τῆς ἔ­δω­σαν ση­μα­σί­α. Πλη­σί­α­σε τὸ ἀ­νοι­χτὸ φέ­ρε­τρο, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε μὲ εὐ­λά­βεια καὶ προ­σκύ­νη­σε τὸν «ἐ­πι­τά­φιο» τρεῖς φο­ρές. Ἔ­κο­ψε ἔ­πει­τα μὲ δυ­σκο­λί­α, μὲ στρε­βλω­μέ­να δά­χτυ­λα ἀ­πὸ ἀρ­θρι­τι­κά, τὰ λευ­κὰ ἄν­θη ἀ­πὸ τὰ χρυ­σάν­θε­μα καὶ τὰ γα­ρύ­φαλ­λα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει μα­ζί της καὶ τὴν ἔρ­ρα­νε. Φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο χω­ρὶς νὰ αἰ­σθαν­θεῖ τὴν κρυά­δα τοῦ θα­νά­του. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια στά­θη­κε γιὰ λί­γο πρὶν ἀ­πο­χω­ρή­σει κου­νών­τας τὰ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια της τρυ­φε­ρά.

       «Ἄν­τε… ἄν­τε… σύ­ρε, Βα­σι­λι­κού­λα μου…» εἶ­πε σι­γα­λὰ κι ἔ­φυ­γε βου­βή.

       Δὲν ἦ­ταν συγ­γε­νὴς μή­τε γει­τό­νισ­σα, φί­λη παι­δι­κὴ ἦ­ταν…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κε­φα­λᾶς (Ἀ­θή­να, 1977). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στο Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λε­γί­ο τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔχει ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς ἔκ­θε­σης σὲ γκα­λε­ρὶ, καὶ ἔχει δι­δά­ξει Ἱ­στο­ρί­ας τῆς τέ­χνης. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Ἡ Ἀγ­γλί­δα κυ­ρί­α (ἐκδ. Δι­ό­πρα). Ἔ­χει γράψει καὶ ἐκ­δώ­σει ἱ­στο­ρι­κὰ και σύγ­χρο­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ τὸ 2012 συ­νερ­γά­σθη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ fanzin Ἀσ­τυ­δρό­μος. Σή­με­ρα ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ὁ Πο­λί­της.


Ἀνδρέας Μαλόρης: Ρὸκ, ρόκ γύρω ἀπὸ τὴ Βίβλο

Closeup of wooden crucifix on yellow music sheet


Ἀνδρέας Μαλόρης


Ρόκ, ρὸκ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο

02-Omikron ΘΕΟΣ τοῦ ρὸκ μα­ζί σου!» Νὰ φά­ω τη­γα­νη­τὸ χε­λι­δό­νι, αὐ­τὸ ἄ­κου­σα. Εἶ­χε μό­λις τε­λει­ώ­σει ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Νά ‘­ταν πα­ρά­κρου­ση, ἀ­πὸ κεῖ­νες τῶν λω­λῶν πρὶν τοὺς κου­κου­λώ­σουν; Κουμ­πώ­θη­κα. Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος ἄν­θρω­πος στὴν καρ­διὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους καὶ Ρόκ; Δὲν ἔ­δε­νε.

Ψυλ­λι­ά­ζε­ται ὅ­μως τὴν ἔκ­πλη­ξη καὶ σκύ­βει. Μοῦ τὸ ξα­να­σφυ­ρί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ γέ­νια ἀ­πα­ράλ­λα­χτο: «Ὁ θε­ὸς τοῦ Ρὸκ μα­ζί σου ἀ­δελ­φέ» καὶ μοῦ χώ­νει στὸ χέ­ρι ἀν­τί­δω­ρο. Τό­σα χρό­νια νη­στεί­α καὶ προ­σευ­χὴ θὰ τοῦ δό­θη­κε θεί­α χά­ρι­τι τη­λε­πά­θεια, σκέ­φτη­κα. Δι­εῖ­δε ποὺ ἤ­μουν ἄ­πι­στος Θω­μᾶς, ἀλ­λὰ καὶ πα­λιὸς ρο­κὰς ἀ­πὸ τοὺς λί­γους. Θά ‘­ξε­ρε καὶ γιὰ τὸ κα­τά­στη­μά μου τῶν μου­σι­κῶν ὀρ­γά­νων, για­τί ἀ­πο­ρη­μέ­νος κά­νω νὰ φύ­γω καὶ μὲ τρα­βά­ει ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι: «Θὰ πε­ρά­σω μιὰ μέ­ρα ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ σου, νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νεις. Κι ἀ­δελ­φέ…», συ­νε­χί­ζει σχε­δὸν ἀ­πνευ­στί, «ἐν ὅ­λῃ τῇ ψυ­χῇ σου εὐ­λα­βοῦ τὸν Κύ­ριον καὶ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς αὐ­τοῦ θαύ­μα­ζε».

       Ἀ­πρί­λης τοῦ ἐ­νε­νήν­τα-ὀ­κτώ, ἀ­ρω­μα­το­πνί­χτης. Μὲ τὸ Γι­ώρ­γη τὸν κα­ψου­ρο-τρα­γου­δι­στή, ζή­σα­με κεῖ­νο τὸ μή­να τρεῖς μέ­ρες ἐ­ξω­κο­σμι­κὲς στὴ Μο­νὴ Με­γί­στης Λαύ­ρας. Ψά­χνα­με ὁ κα­θέ­νας τὴ δι­κιά του λύ­τρω­ση. Ἐ­γὼ ἀ­πὸ βί­δα ὅ­τι τὰ πάν­τα ἐ­δῶ πλη­ρώ­νον­ται ζη­τοῦ­σα γραμ­μή, κι αὐ­τὸς ἐ­ρω­το­χτυ­πη­μέ­νος ἀ­παλ­λα­γὴ ἀ­πὸ τὰ βέ­λη τοῦ ἔ­ρω­τα. Δὲν ἔ­πα­ψαν πο­τὲ νὰ τὸν κα­τα­δι­ώ­κουν. Κι ἂς τὰ ξόρ­κι­ζε με­ρό­νυ­χτα στὰ σκυ­λά­δι­κα.

       Χύ­θη­κε πο­λὺ νε­ρὸ ἀ­πὸ τό­τε. Μέ­χρι ποὺ χθὲς γλι­στρά­ει στὸ κα­τά­στη­μα κεῖ­νο τὸ ἀ­ε­ρι­κὸ μὲ τὸ ρά­σο, καὶ μ’ ἀ­να­μο­χλεύ­ει. Στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­σα πὼς μπῆ­κε γι’ ἁ­για­σμό, μὰ τὸ κα­λαν­τά­ρι χτυ­πι­ό­ταν στὸν τοῖ­χο πὼς δὲν ἦ­ταν τῶν Θε­ο­φα­νί­ων κι εἶ­πα μᾶλ­λον γιὰ εἰ­σφο­ρά. Κτί­ζα­νε τό­τες, μ’ ἐν­το­λὴ τῆς Μη­τρό­πο­λης, να­ὸ δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­π’ τὸ δη­μό­σιο γη­ρο­κο­μεῖ­ο, γιὰ νά ‘χει κι ἡ δι­κιά μας ἐ­νο­ρί­α ἕ­να πά­γιο ἔ­σο­δο. Ἂς εἶ­ναι κι ἀ­πὸ κη­δεῖ­ες. Κο­ψο­χρο­νιὰ τό­τες, τὰ μό­να ποὺ κρα­τοῦ­σαν τι­μὴ ἦ­ταν τὰ φα­στφουν­τά­δι­κα καὶ οἱ κη­δεῖ­ες. Εἰ­δι­κά τα κη­δευ­τι­κὰ εἶ­χαν ἀ­νέ­βει σὲ τέ­τοι­α ἀ­πί­στευ­τα ὕ­ψη, ποὺ σκε­φτό­σουν πο­λὺ ν’ ἀ­πο­δη­μή­σεις. Θά ‘­χαν μεί­νει ρέ­στοι ἀ­πὸ λε­φτά, ὑ­πο­ψι­ά­στη­κα, γι’ αὐ­τὸ καὶ στέλ­να­νε πα­τέ­ρες νὰ εἰ­σπρά­ξουν. Ἦ­ταν πιὸ πι­στευ­τοί, ἐ­νέ­πνε­αν.

       Μπαί­να­νε στὸ κα­τά­στη­μα δι­ά­φο­ροι. Εἶ­χα πά­ρε δῶ­σε μὲ κά­θε κα­ρυ­διᾶς κα­ρύ­δι, ἀ­πὸ μα­θη­τὲς καὶ δα­σκά­λους μέ­χρι ντα­βα­τζῆ­δες κι ἰ­δι­ο­κτῆ­τες καμ­πα­ρέ. Πα­πὰ ὅ­μως πο­τέ. Κι ἐ­νῶ τὸν πε­ρι­μέ­νω πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο, ἔ­χον­τας ἤ­δη κτι­σμέ­νο τὸ χα­μό­γε­λο ποὺ που­λᾶ, αὐ­τὸς μ’ ἀ­γνο­εῖ καὶ προ­χω­ρᾶ κα­τευ­θεί­αν στὰ ὄρ­γα­να.

       Ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται ἕ­να ἕ­να σὰν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας μου­σι­κός, κά­νον­τας ἀρ­χὴ ἀρ­χὴ ἀ­π’ τὰ πνευ­στά. Ἀγ­κα­λιά­ζει τὴν γκραν­κά­σα, ἴ­δια ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζεις μω­ρὸ ποὺ κλαί­ει, μὰ δὲν τὴν παί­ζει, περ­νά­ει στὴν πα­χου­λὴ τούμ­πα: Τὴν παίρ­νει στὰ χέ­ρια, κά­θε­ται στὸ σκα­μνί, τὴν κλεί­νει κα­λὰ ἀ­νά­με­σα στὰ γό­να­τα κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ στό­μα στὴν κου­πί­τσα τοῦ πε­ρι­στο­μί­ου. Τὴν ξε­φω­νί­ζει μιὰ μὲ δυ­ὸ φο­ρὲς κι ὅ­λα γύ­ρω ξυ­πνᾶ­νε, τρέ­μουν ὁ­μα­δι­κὰ σὰν σει­σμός. Ξε­κολ­λά­ει τὰ χεί­λη, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται γιὰ λί­γο τὸ γλυ­κὸ θά­να­το τῶν κρα­δα­σμῶν καὶ παίρ­νει στὰ χέ­ρια τὸ τρομ­πό­νι. Τὸ χα­ϊ­δεύ­ει, τὸ γυ­α­λί­ζει μὲ τοὺς ἀγ­κῶ­νες κι ἀ­φοῦ τοῦ σκου­πί­σει τὸ στό­μιο τὸ φέρ­νει στὰ χεί­λη. Παίρ­νει βα­θιὰ ἀ­νά­σα, φου­σκώ­νει τὰ μά­γου­λα καὶ με­τά, μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη, ἐκ­πνέ­ει φι­λὶ ζω­ῆς στὸ λα­ρύγ­γι τοῦ ὀρ­γά­νου ποὺ στριγ­κλί­ζει σὰν ἐ­λέ­φαν­τας ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος.

       Φτά­νει με­τὰ στὶς κι­θά­ρες: Παίρ­νει στὰ χέ­ρια πρῶ­τα-πρῶ­τα τὴν κλα­σι­κή, καὶ με­τὰ προ­σέ­χω ποὺ κολ­λά­ει πιὸ πο­λὺ στὴν ἠ­λε­κτρι­κή, τὴ Στρα­το­κά­στερ. Τὴν κοι­τά­ζει ἀ­μί­λη­τος καὶ μοιά­ζει νὰ τῆς ἐ­ξη­γεῖ ἢ καὶ νὰ ζη­τᾶ συγ­χώ­ρε­ση γιὰ κά­τι ποὺ τὴν πλή­γω­σε ἄ­θε­λά του. Ρυθ­μί­ζει ὅ­μως τὰ πο­τεν­σι­ό­με­τρα κι ἀρ­χί­ζει νὰ τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, στὴν ἀρ­χὴ ἁ­πα­λὰ ἁ­πα­λά, μὰ ὕ­στε­ρα τὴ γρα­τζου­νά­ει, τῆς γδέρ­νει τὶς χορ­δὲς μὲ μα­νί­α καὶ τὴν τα­λαι­πω­ρεῖ, τὴν ἐ­κνευ­ρί­ζει ἀ­φάν­τα­στα, τὸ νι­ώ­θω στὶς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες της ποὺ μοῦ τρυ­πᾶ­νε τὰ τύμ­πα­να. Ἀ­πό­το­μα τὴν πα­ρα­τά­ει. Σὰν ἁ­μαρ­τω­λὸς φαί­νε­ται νὰ με­τα­νι­ώ­νει. Δεί­χνει νὰ ἀ­σέλ­γη­σε.

       Περ­νά­ει ἕ­να χέ­ρι καὶ τ’ ἄλ­λα ἔγ­χορ­δα, κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ βά­θος δε­ξιά, ἐ­κεῖ ὅ­που ἔ­χω παρ­κά­ρει τὰ ντρὰμς κι ἀ­πό­το­μα φρε­νά­ρει. Ἀ­να­σκουμ­πώ­νε­ται. Συμ­μα­ζεύ­ει μὲ τὸ δε­ξὶ τὸ ρά­σο, τὸ τρα­βά­ει πά­νω ἀ­π’ τὰ γό­να­τα, κι ἀ­να­πη­δών­τας ψη­λὰ σὰν ζαρ­κά­δι αἰ­ω­ρεῖ­ται ἐ­λά­χι­στα στὸ κε­νὸ καὶ με­τὰ πέ­φτει στὴν πε­ρι­στρε­φό­με­νη κα­ρε­κλί­τσα, ὅ­που ἰ­σορ­ρο­πεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­κουμ­πά­ει που­θε­νά! Βά­ζει ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ χέ­ρι κά­τω ἀ­π’ τὸ ρά­σο κι ἐμ­φα­νί­ζει τὶς δυ­ὸ μπαγ­κέ­τες μὲ τὰ βυ­ζά­κια στὶς ἄ­κρες, πού ‘­χουν ὅ­λοι οἱ ντρά­μερς. Ρί­χνει δυ­ὸ μὲ τρεῖς ὁ­μο­βρον­τί­ες στὰ ταμ­που­ρά, κλο­τσᾶ ταυ­τό­χρο­να κι ἀ­πα­νω­τὰ τὴν μπό­τα, καὶ βα­ρών­τας τὰ χάλ­κι­να πι­α­τί­νια τ’ ἀ­ναγ­κά­ζει νὰ τσι­ρί­ξουν ὅ­λα μα­ζὶ σὰν βρα­χνὲς κάρ­γι­ες. Κα­θη­συ­χά­ζει τὰ που­λιά, ἀ­κουμ­πών­τας τα τρυ­φε­ρὰ μὲ τὰ ξύ­λι­να πλῆ­κτρα μέ­χρι ποὺ σι­ω­ποῦν, κι ἀ­μέ­σως πε­τά­γε­ται κά­τω.

       Ἔρ­χε­ται κα­τὰ πά­νω μου τὸ ἴ­διο σβέλ­τα σὰν πε­τει­νά­ρι. Πλη­σιά­ζει κι ἀ­να­δύ­ον­ται ἀ­π’ τὸ πα­ρελ­θὸν κεῖ­να τὰ γλα­ρὰ κι αἰ­ω­νί­ως ὑ­γρὰ μά­τια μὲ τὴ γαμ­ψὴ μύ­τη ἀ­πὸ κά­τω. Πιὸ κον­τὰ κι ἀρ­γο­σα­λεύ­ουν μέ­σα μου Ἀ­πρί­λης κι Ἅ­γιο Ὅ­ρος, Θεί­α Κοι­νω­νί­α κι Ἀ­πό­λυ­ση, ἀν­τί­δω­ρο καὶ Ρόκ. Εἶ­ναι καὶ τὸ βά­δι­σμα ἀ­λὰ Ντά­στιν Χόφ­μαν κι εἶ­μαι σί­γου­ρος: Ὁ Εὐ­τύ­χιος εἶ­ναι! Τὸ μου­σι­κὸ αὐ­τὶ ἀ­π’ τὸ Λύ­κει­ο, ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σα­με δί­σκους καὶ πορ­νο­πε­ρι­ο­δι­κὰ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­χα νὰ τὸν δῶ πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια.

       Νέ­ος φέ­ρελ­πις, μὲ λαμ­πρὸν μέλ­λον, φεύ­γει γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να, ἀλ­λὰ φεῦ! Μὲ πρε­ζά­κη­δες καὶ χε­βι­με­τα­λά­δες κα­τα­λή­γει πρε­ζό­νι, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα τὸ τη­λέ­φω­νο χτυ­πᾶ μου­σκε­μέ­νο: Ὁ Εὐ­τύ­χιος στὴν ἐν­τα­τι­κή. Μι­σο­πνι­μέ­νο τὸν βρῆ­καν ν’ ἀ­φρί­ζει, τὸ μα­νί­κι ἀ­νε­βα­σμέ­νο, τὴ σύ­ριγ­γα μπη­μέ­νη στὴ φλέ­βα καὶ στὸ πὶκ-ἂπ νὰ οὐρ­λιά­ζουν οἱ Ντὶπ Πὲρπλ στὸ Χά­ι­γου­ε­η Στάρ.

       Στὸ τσὰκ ὅ­μως τὴ σκα­που­λά­ρει, τὸν στέλ­λουν στὴν Ἐλ­βε­τί­α, ἀ­πο­το­ξι­νώ­νε­ται καὶ μᾶς ξα­νάρ­χε­ται. Πί­σω στὶς ρί­ζες του, ἐ­δῶ ποὺ ἀρ­χί­ζουν ὅ­λα γιὰ ὅ­λους, στὴ γει­το­νιά. Στε­γνὸς κα­τά­στε­γνος ἔ­κα­νε μπὰμ ἡ ἀ­παλ­λα­γή του, ἀλ­λὰ τὸ Ρόκ, Ρόκ. Τὸ Ρὸκ γιὰ κεῖ­νον ἦ­ταν δεύ­τε­ρη φύ­ση, ἠ­χη­τι­κὸ ὀ­ξυ­γό­νο, θε­ὸς κι ἀ­φι­ό­νι μα­ζί. Γιὰ νὰ δεῖς, πιὸ μι­κρὸς σὰν ἤ­θε­λε νὰ γί­νει πι­στευ­τὸς γιὰ κά­τι ἀ­κραῖ­ο ἢ καὶ ἀ­πί­θα­νο, ὁρ­κι­ζό­ταν στὸ θε­ὸ τοῦ Ρόκ: Ἀ­να­σή­κω­νε γιὰ λί­γο τ’ ἀ­κου­στι­κὰ τοῦ Γου­όκ­μαν, σοῦ ‘­λε­γε: «Μὴ σώ­σω καὶ πο­σώ­σω, ὁ θε­ὸς τοῦ Ρὸκ φω­τιὰ νὰ ρί­ξει νὰ μὲ κά­ψει ἂν λέ­ω ψέ­μα­τα» καὶ τὰ ξα­νά­βα­ζε πί­σω στ’ αὐ­τιά.

       Ἡ μου­σι­κὴ αὐ­τὴ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τοῦ στου­πώ­νει, καὶ με­τὰ τὴν Ἐλ­βε­τί­α ἀ­κό­μη, κύ­ριος οἶ­δε πό­σες δι­αρ­ρο­ὲς στὴν ἄ­βυσ­σο τῆς ψυ­χῆς του. Μὰ ἐ­νῶ μα­ϊ­μού­δι­ζε θαυ­μα­στὰ στὴν κι­θά­ρα τὶς κο­ρό­νες τῶν μέ­τρ —εἰ­δι­κὰ κεί­νου τοῦ Τζί­μι Πέ­ι­τζ τῶν Λὲντ Ζέπ­πε­λιν— μὴν ἀ­κού­σει ξα­νὰ νό­τα ἀ­πὸ Ντὶπ Πέρπλ. Οὔ­τε σ’ ἀ­φί­σα!

       Λί­γους μό­νο μῆ­νες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του, οἱ γο­νεῖς ἀ­να­θέ­τουν σὲ γνω­στὸ πνευ­μα­τι­κὸ τῆς ἐ­νο­ρί­ας νὰ τὸν πά­ρει ἀ­πὸ κον­τά. Ὁ­δη­γεῖ­ται ἔ­τσι ἀ­γά­λι, ἀ­γά­λι στοὺς κό­σμους τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας καὶ τῆς ἐλ­πί­δας. Ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὴ μα­ται­ό­τη­τα τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τῆς λο­γι­κῆς. Κα­τα­πι­ά­νε­ται μὲ συ­να­ξά­ρια, εὐ­αγ­γέ­λια κι ἐ­ξι­στο­ρή­σεις θαυ­μά­των ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι καὶ λά­ου λά­ου γα­λη­νεύ­ει, ἀ­πο­κτᾶ ὕ­φος ἀ­λὲ-πα­σέ, ται­ριά­ζει μ’ ὅ­λους καὶ ὅ­λα.

       Ὧ­ρες ὧ­ρες, σὰν ψι­λο­μπού­χτι­ζε μὲ τοὺς ἁ­γί­ους, ἐρ­χό­ταν καὶ κα­τα­δῶ. Μέ­να­με τό­τε στὴ Βί­κτο­ρος Οὐγ­κῶ κον­τὰ στὸ σφαι­ρι­στή­ριο τοῦ Δι­ο­μή­δη. Τὰ παι­διὰ πα­ρα­τοῦ­σαν ἀ­μέ­σως τὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια καὶ ξέ­ρον­τας τὴν ἀ­πέ­χθειά του γιὰ τοὺς Ντὶπ Πέρπλ, τὸν ἄρ­χι­ζαν τὴν κα­ζού­ρα. Τοῦ ζη­τοῦ­σαν, δῆ­θεν, τί­πο­τα νέ­α ἀ­π’ τὸ συγ­κρό­τη­μα κι αὐ­τὸς φούν­τω­νε. Κοκ­κί­νι­ζε, μὰ συγ­κρα­τι­ό­ταν. Ἴ­διος ὁ Ἅ­γιος Νε­ό­φυ­τος ὁ Ἔγ­κλει­στος μπρο­στὰ στὶς ὀρ­δὲς τῶν θη­λυ­κῶν πει­ρα­σμῶν. «Ρὲ παι­διά, νὰ τὸ ξέ­ρε­τε», τοὺς ἔ­λε­γε, «ἐ­γὼ ρο­κὰς γεν­νή­θη­κα, ρο­κὰς θε­νὰ πε­θά­νω, μό­νο τοὺς Ντὶπ Πὲρπλ μὴ μοῦ θυ­μί­ζε­τε, για­τί πα­θαί­νω, ξυ­πνά­ει κεί­νη ἡ σύ­ριγ­γα καὶ μοῦ τυ­λί­γει τὸ μα­νί­κι, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, ἥ­μαρ­τον!»

       Τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο χά­θη­κε. Λέ­γα­νε ὅ­τι «ἀ­να­χώ­ρη­σε» γιὰ τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, ὅ­που πε­ρι­ε­βλή­θη τὸ μονα­χι­κὸ σχῆ­μα, ἀ­φή­νον­τας πί­σω ἐ­μᾶς τοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς, ν’ ἀν­τι­πα­λεύ­ου­με τοὺς χί­λιους-δυ­ὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νους Βελ­ζε­βού­λη­δες τῆς πό­λης.

       Μοῦ συ­στή­θη­κε: «Πά­τερ Ἐ­φραίμ, κα­τὰ κό­σμον Εὐ­τύ­χιος». Σὰν εἶ­δε ποὺ τὸν θυ­μή­θη­κα ἔ­λαμ­ψε! Ἴ­δια ὅ­πως καὶ τό­τε ποὺ τρε­λαι­νό­ταν κά­θε ποὺ ‘­βλέ­πε και­νού­ριο δί­σκο τῶν Πὶνκ Φλό­ιντ. Τὸν τρά­τα­ρα χυ­μό. Δὲν τὸ δέ­χτη­κε κι ἀ­νά­βον­τας εὐ­θὺς τσι­γά­ρο, μοῦ ζη­τά­ει κα­φέ: «Ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ δὲν ξεμ­πέρ­δε­ψα ἀ­κό­μη», μοῦ λέ­ει, «ἀλ­λὰ ποῦ θὰ πά­ει θὰ τὸν κό­ψω, νὰ τὸ δεῖς. Θυ­μᾶ­σαι τό­τε μὲ τὰ ναρ­κω­τι­κά, ἐ; Ἔ­τσι καὶ μὲ δαῦ­τον, θὰ τοῦ κλο­τσή­σω τ’ ἀρ­χί­δια, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο».

       Καὶ σὲ κά­τι ἄλ­λο πα­ρέ­μει­νε πι­στός: Στὸ Γου­όκ­μαν! Τὸ ἀ­να­σέρ­νει εὐ­λα­βι­κὰ σὰν φυ­λα­χτὸ μὲς ἀ­πὸ χει­ρο­ποί­η­τη θή­κη πού ‘­χει στὴ μέ­ση, καὶ μοῦ τὸ δεί­χνει μὲ πε­ρη­φά­νια μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὰ κε­φα­λῆς: «Ἐ­κεῖ, ὅ­ταν κα­μιὰ φό­ρα μὲ πλα­κώ­νουν νο­σταλ­γί­α καὶ μο­να­ξιὰ ἢ κι ἀ­κό­μη ὅ­ταν αἰ­σθά­νο­μαι πο­νη­ρὰ πνεύ­μα­τα νὰ εἰ­σβάλ­λουν στὸ κε­λί, τὸ βά­ζω στὴ δι­α­πα­σών, φο­ρά­ω τ’ ἀ­κου­στι­κὰ σφι­κτὰ καὶ τό­τε δὲν ἀ­κού­ω δι­α­βό­λου φω­νή, μὰ οὔ­τε κι ἀν­θρώ­που. Ἀ­κού­ω Ρὸκ καὶ μό­νο Ρόκ. Ὅ­ταν ἡ μου­σι­κὴ τε­λει­ώ­νει, βγά­ζω τ’ ἀ­κου­στι­κὰ κι ἡ γύ­ρω μου σι­ω­πή μου λέ­ει πὼς εἶ­μαι πιὰ ἀ­σφα­λὴς καὶ δὲ φο­βᾶ­μαι κα­νέ­να».

       Ξαφ­νι­κὰ συν­νε­φιά­ζει. Κά­τι θέ­λει νὰ πεῖ. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα καὶ τὸ ξα­να­κλεί­νει, τὸ ξα­να­νοί­γει, τὸ ξα­να­κλεί­νει, τὸ ξα­να­νοί­γει, τὸ ξα­να­κλεί­νει. Δὲν ἀν­τέ­χει ἄλ­λο: «Ξέ­ρεις… ὁ ἡ­γού­με­νος τῆς μο­νῆς, κεῖ­νο τὸ ξό­α­νο, ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Γου­όκ­μαν καὶ τοῦ σφη­νώ­θη­κε ἰ­δέ­α πὼς ἅ­μα παί­ζεις τὶς κα­σέ­τες ἀ­νά­πο­δα ἀ­κοῦς μη­νύ­μα­τα σα­τα­νι­κά. Νά ‘­χα μό­νο μιὰ ἠ­λε­κτρι­κὴ κι­θά­ρα…».

       Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ πὼς ἔ­χει καὶ κόλ­πο νὰ μὴ ξε­τρε­λαί­νει τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους ἁ­γί­ους: θὰ μπό­λια­ζε τὴν κι­θά­ρα μὲ εἰ­δι­κὸ πρό­γραμ­μα σι­γα­στή­ρα, ποὺ λει­τουρ­γεῖ καὶ μὲ κοι­νὲς μπα­τα­ρί­ες. Τοῦ τὸ χά­ρι­σε Ἐγ­γλέ­ζος ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς ποὺ βρέ­θη­κε πέρ­σι στὸ μο­να­στή­ρι κυ­νη­γη­μέ­νος ἀ­πὸ κα­κὸ δι­α­ζύ­γιο. Ρο­κὰς κι αὐ­τὸς φα­να­τι­κός, ἔ­φτια­ξε ὁ Ρο­κό­βιος τσὶπ μὲ λο­γι­σμι­κὸ τρε­λό, ποὺ σ’ ἀ­φή­νει νὰ γλυ­καί­νε­σαι τὶς κλαί­ου­σες χορ­δὲς μὲ εἰ­δι­κὰ ἀ­κου­στι­κά, ἐ­νῶ γύ­ρω οἱ ἄλ­λοι τρα­βᾶ­νε τὰ μαλ­λιά τους ποὺ σὲ βλέ­πουν νὰ κου­νι­έ­σαι κι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­κοῦ­νε γρύ!

       Στὸ βω­μὸ τῶν πα­λι­ῶν ἀν­ταλ­λα­γῶν τοῦ δι­α­λείμ­μα­τος τοῦ χα­ρί­ζω τὴ Στρὰτ κι­θά­ρα, καὶ συγ­κι­νη­μέ­νος πέ­φτει στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Μέ­νου­με ἐ­κεῖ χα­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν κόρ­φο τοῦ ἄλ­λου γιὰ δύ­ο λε­πτά. Τὸ ρά­σο, ποὺ μὲ μι­σο­σκε­πά­ζει, ἀ­πο­πνέ­ει μιὰ ὑ­πο­ψί­α πί­στης, μὰ με­τὰ ξε­κολ­λά­ει ἀ­πὸ πά­νω μου ὅ­πως κα­κιὰ σκέ­ψη καὶ μὲ τὰ πό­δια τοῦ Ντά­στιν Χόφ­μαν πε­τά­γε­ται ἔ­ξω στὸ δρό­μο. Μὲ τὴν κι­θά­ρα κά­τω ἀ­π’ τὸ ρά­σο ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Δὲν τὸν ξα­νά­δα.

       Προ­χτὲς ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ ὁ Γι­ώρ­γης, μοῦ δι­η­γή­θη­κε ἱ­στο­ρί­α ἀλ­λό­κο­τη γιὰ φι­γού­ρα μο­να­χοῦ ποὺ σκι­ά­ζον­ται οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες τῆς Μο­νῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας τὰ σού­ρου­πα. Ἀ­κρο­περ­πα­τά­ει, λέ­νε, στ’ ἀγ­γρί­φια τῆς ἀ­κτῆς κι ἀ­κρο­βα­τών­τας ζη­λευ­τὰ στοὺς βρά­χους, φαί­νε­ται νὰ παί­ζει μ’ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ κα­τάρ­τι­ση κι­θά­ρα ἠ­λε­κτρι­κή. Τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ὅ­μως εἶ­ναι πού, ἐ­νῶ φι­γου­ρά­ρει τέ­λεια τὸ παί­ξι­μο, κα­νεὶς δὲν ἀ­κού­ει τί­πο­τα! Μᾶλ­λον θὰ πρό­κει­ται γιὰ φάν­τα­σμα.

       Ἔ­τσι μοῦ ‘­πε ὁ Γι­ώρ­γης ὁ κα­ψού­ρης, ποὺ ξα­να­πῆ­γε στὸ Ἅ­γιο Ὅ­ρος χω­ρὶς ἐ­μέ­να, μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια μπὰς κι ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­π’ τοὺς δαί­μο­νες τοῦ ἔ­ρω­τα. Καλ­λι­τέ­χνης αἰ­σθη­μα­τί­ας αὐ­τός, πι­στεύ­ει πο­λὺ σὲ ψυ­χὲς καὶ φαν­τά­σμα­τα.


https://www.youtube.com/watch?v=Wr9ie2J2690


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τίποτα, τίποτα. (ἐκδ. Ἀρμίδα, Λευ­κω­σία, 2003).

Ἀν­δρέ­ας Μα­λό­ρης (Ἀ­χέ­λεια Πά­φου, Κύ­προς, 1955). Δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὸ Γι­ο­χάν­νεσ­μπουργκ τῆς Νό­τιας Ἀ­φρι­κῆς. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρὸς στὴ Λε­με­σό. Δη­μο­σί­ευ­σε: Τὰ τριά­ντα ποι­ή­μα­τα (1983) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ μπα­λό­νια ἄ­φαν­τα (Βι­βλι­ο­εκ­δο­τι­κὴ «Κι­νύ­ρας», Λευ­κω­σί­α, 1997) καὶ Τί­πο­τα, τί­πο­τα (ἐκδ. Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2003).

Τρισεύγενη Γιαννακοπούλου: Τέσσερα Σαντέ


Giannakopoulou,Triseygeni-TesseraSante-Eikona-01


Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου

 

Τέσ­σε­ρα Σαν­τέ

 

H-Itta-SomataΒΑΣΟΥΛΑ ξύ­πνη­σε χα­ρού­με­νη. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ σχο­λεί­ου. Ἔ­τρε­ξε ἀ­πέ­ναν­τι στὸ φοῦρ­νο τοῦ Ζα­γο­ραί­ου ἔ­δω­σε μι­σὴ δραχ­μὴ καὶ ἀ­γό­ρα­σε τὸ κα­θη­με­ρι­νό της φραν­τζο­λά­κι «τῶν πεν­τα­κο­σί­ων» – ἔ­τσι τὸ λέ­γα­νε τό­τε. Στὴ γει­το­νιὰ δὲν ἀ­γα­πού­σα­νε τὸ Ζα­γο­ραῖ­ο. Ἤ­τα­νε τσιγ­κού­νης δὲν ἐ­λε­οῦ­σε φτω­χό, ἤ­τα­νε κλέ­φτης – λέ­γα­νε, ὅ­τι ἔ­κο­βε με­ζέ­δες ἀ­πὸ τὰ ψη­τὰ ποὺ στέλ­να­νε στὸ φοῦρ­νο οἱ νοι­κο­κυ­ρὲς τὴν Κυ­ρια­κή. Τὸ ψω­μὶ τὸ ἄ­φη­νε ἐ­πί­τη­δες μι­σο­ψη­μέ­νο, γιὰ νὰ εἶ­ναι πιὸ βα­ρὺ καὶ ἔ­κλε­βε καὶ στὸ ζύ­γι. «Εἶ­ναι πα­λι­άν­θρω­πος, ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τὶς φτω­χὲς ποὺ ἔ­χου­νε ἀ­νάγ­κη» εἶ­χε ἀ­κού­σει τοὺς με­γά­λους νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν. Ἡ Βα­σού­λα στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ὅ­ταν τὸ ἄ­κου­γε αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί. Μό­νον αὐ­τὸς εἶ­χε τη­λέ­φω­νο καὶ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τὴ γει­το­νιά. Συ­χνὰ φώ­να­ζε καὶ τὴ μα­μά της: «Κυ­ρί­α Κι­κή, τη­λέ­φω­νο, ὁ κύ­ριος Κώ­στας».

       Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο στε­κό­τα­νε ὁ μπαρ­μπα-Θα­νά­σης ὁ μα­νά­βης μὲ τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι καὶ τὴ σού­στα του. Οἱ νοι­κο­κυ­ρὲς ψω­νί­ζα­νε μὲ τὴ ρόμ­πα τοῦ σπι­τιοῦ καὶ τὶς παν­τό­φλες. Ἡ Βα­σού­λα κα­μά­ρω­σε τὴ μα­μά της ποὺ ἦ­ταν ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­λες. Πάν­τα ἔ­βγαι­νε στὸ δρό­μο μὲ ἕ­να λου­λου­δά­το φό­ρε­μα καὶ κομ­ψὰ πα­σου­μά­κια. Ἔ­πια­νε τὰ κο­λο­κυ­θά­κια καὶ τὶς ντο­μά­τες μὲ τὰ ὄ­μορ­φα χέ­ρια της μὲ τὰ ὁ­λο­κόκ­κι­να νύ­χια καὶ ρώ­τα­γε: «Πό­σο ἔ­χουν αὐ­τὰ κυρ-Θα­νά­ση;» Ἡ Βα­σού­λα ἔ­με­νε μὲ τὴ μα­μά της σὲ ἕ­να δω­μα­τιά­κι μὲ τὴ δι­κή του εἴ­σο­δο στὸ δρό­μο. Εἴ­χα­νε καὶ τὸ δι­κό τους κου­ζι­νά­κι καὶ καμ­πι­νέ. Μπά­νιο κά­να­νε στὸ πλυ­στα­ριό, ἐ­κεῖ τὴν ἔ­λου­ζε ἡ μα­μὰ της κά­θε Σάβ­βα­το. Ὁ μπαμ­πὰς της ἔ­λει­πε.

       Οἱ κα­λοὶ νοι­κο­κυ­ραῖ­οι ψω­νί­ζα­νε κά­θε Σάβ­βα­το ἀ­πὸ τὴν Κεν­τρι­κὴ Ἀ­γο­ρὰ ἀρ­νά­κι γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς Κυ­ρια­κῆς, φέ­τα βα­ρε­λί­σια, βού­τυ­ρο κα­λό. Τὰ ψώ­νια τὰ κου­βα­λού­σα­νε τὸ ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὴ δου­λειὰ σὲ με­γά­λες πά­νι­νες τσάν­τες. Συ­χνά, ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἐρ­χό­ταν μὲ μιὰ τέ­τοι­α τσάν­τα γε­μά­τη ψώ­νια. Εἶ­χε μέ­σα καὶ ζα­χα­ροῦ­χο νου­νοῦ ποὺ ἄ­ρε­σε πο­λὺ στὴ Βα­σού­λα νὰ τὸ πί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­τί. Ἡ Βα­σού­λα πέ­ρα­σε τὸ δρό­μο γιὰ νὰ μὴν πε­ρά­σει ἔ­ξω ἀ­πὸ τοῦ Μα­νώ­λη τοῦ κομ­μω­τῆ. Ὅ­ταν τὴν ἔ­στελ­νε ἡ μα­μά της νὰ κου­ρευ­τεῖ, ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὴν κοι­λιὰ του πά­νω της. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σε αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, δὲν εἶ­χε πεῖ τί­πο­τα σὲ κα­νέ­να, οὔ­τε στὴ μα­μά της.

       Τὸ με­ση­μέ­ρι ποὺ ἡ Βα­σού­λα γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο εἴ­χα­νε φα­σο­λά­κια καὶ ψω­μὶ ἀ­πὸ τοῦ Ζα­γο­ραί­ου. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε για­τί ἡ μα­μά της ἔ­παιρ­νε ψω­μὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ δὲν ἤ­τα­νε κα­λο­ψη­μέ­νο. Με­τὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ βγῆ­κε ἔ­ξω νὰ παί­ξει. Τὰ παι­διὰ παί­ζα­νε στὸ χῶ­μα μὲ ὡ­ραῖ­ες γυ­ά­λι­νες μπί­λι­ες, καὶ γυ­α­λε­νά­κια καὶ γυ­α­λέ­νι­ες καὶ γκα­ζὲς τὶς λέ­γα­νε. Παί­ζα­νε καὶ μὲ κόκ­κι­νους, μπλὲ καὶ κί­τρι­νους χω­μά­τι­νους βό­λους. Ἔ­παι­ζε ὁ Κω­στά­κης ὁ καρ­πα­ζο­ει­σπρά­κτο­ρας, ὁ με­γά­λος ἀ­δελ­φός του ὁ Λά­κης ποὺ ἔ­ρι­χνε στοὺς μι­κρό­τε­ρους τὶς πιὸ πολ­λές, ὁ Μπάμ­πης, ὁ μά­στο­ρας στοὺς βό­λους ποὺ ὁ με­γά­λος ἀ­δελ­φός του ἦ­ταν στὰ κα­ρά­βια, ὁ Ἀν­τώ­νης ὁ λι­γνὸς ποὺ χό­ρευ­ε ρο­κά­κια, ὁ μι­κρὸς ἀ­δελ­φός του ὁ Γι­ωρ­γά­κης ὁ ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος καὶ ἡ με­γά­λη ἀ­δελ­φή τους ἡ Μαί­ρη ποὺ ἔ­δι­ω­χνε ὅ­ποι­ον τὸν πεί­ρα­ζε. Ἀ­πὸ κο­ρί­τσια παί­ζα­νε μό­νο ἡ Βα­σού­λα καὶ ἡ Στα­μα­τού­λα – ὅ­σες εἴ­χα­νε με­γα­λώ­σει δὲν τὶς ἀ­φή­να­νε πιὰ ἔ­ξω. Ἡ Στα­μα­τού­λα τρα­γού­δα­γε Εἶ­μαι ἄν­τρας καὶ τὸ κέ­φι μου θὰ κά­νω, τῆς ἄ­ρε­σε πο­λὺ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Εἶ­χε πα­τέ­ρα τὸν πε­ρι­πτε­ρὰ ποὺ περ­πά­τα­γε μὲ δυ­ὸ μαγ­κοῦ­ρες πά­νω σε ξύ­λι­να πό­δια, σὰν φα­σου­λής. «Ἔ­χα­σε τὰ πό­δια του στὸ Ἀλ­βα­νι­κό, γι’ αὐ­τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ πε­ρί­πτε­ρο» λέ­γα­νε στὴ γει­το­νιά.

       Ἡ Βα­σού­λα ἄ­κου­σε σὲ λί­γο τὶς γει­τό­νισ­σες νὰ φω­νά­ζουν: «Μα­ζευ­τεῖ­τε μέ­σα, εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι» καὶ «Θὰ πε­ρά­σει ὁ με­ση­με­ράς» καὶ «Θὰ δεῖς ὅ­ταν ἔρ­θει ὁ πα­τέ­ρας σου». Τὰ παι­διὰ κά­να­νε τὸν κου­φό. «Θὰ σοῦ πά­ρω πα­γω­τὸ» λέ­γα­νε στὸ τέ­λος. Ἡ γει­το­νιὰ ἄ­δεια­σε ἀ­μέ­σως. Ἡ μα­μὰ τῆς Βα­σού­λας εἶ­πε: «Θὰ ἔρ­θει ὁ κύ­ριος Κώ­στας. Ἐ­σύ, Βα­σού­λα, νὰ μεί­νεις ἔ­ξω νὰ παί­ξεις. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα θὰ σοῦ πά­ρω πα­γω­τό». Ὅ­ταν ἦλ­θε ὁ κύ­ριος Κώ­στας τῆς εἶ­πε: «Βα­σού­λα, ἄν­τε νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σεις τέσ­σε­ρα Σαν­τὲ καὶ κρά­τα τὰ ρέ­στα.»

       «Εἶ­ναι τὰ τε­λευ­ταῖ­α, θέ­λεις τὸ πα­κέ­το;» τῆς εἶ­πε ὁ πε­ρι­πτε­ράς. Ἡ κο­πέ­λα στὸ σκέ­πα­σμα ἔ­μοια­ζε μὲ τὴ μα­μά της – ἤ­θε­λε νὰ γί­νει κι αὐ­τὴ ἔ­τσι ὄ­μορ­φη ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­νε. Ὅ­πως ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χώ­μα­τα στὴ σκιὰ τοῦ σπι­τιοῦ τους βρῆ­κε τὴν ὄ­μορ­φη γυ­α­λέ­νια ποὺ ἔ­χα­σε τὸ πρω­ὶ ὁ Λά­κης ποὺ μοί­ρα­ζε σφα­λιά­ρες. Τὴν ἔ­βα­λε στὴ τσέ­πη της, ἀρ­γό­τε­ρα θὰ τὴ φύ­λα­γε στὸ κου­τὶ μὲ τοὺς θη­σαυ­ρούς της. Ὁ πα­γω­τα­τζὴς πέ­ρα­σε πά­νω ποὺ ἄρ­χι­σαν τὰ παι­διὰ νὰ βγαί­νουν ἔ­ξω γιὰ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ παι­χνί­δι. Τὸ ἔ­πα­θλο τῆς Βα­σού­λας ἤ­τα­νε ξυ­λά­κι μὲ σο­κο­λά­τα ποὺ τῆς ἀ­γό­ρα­σε ὁ κύ­ριος Κώ­στας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1950).  Εργάστηκε ως ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Οἰ­κο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Μη­χα­νι­κῶν του Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα καὶ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο: Συ­στή­μα­τα, Οἰ­κο­συ­στή­μα­τα καὶ Βι­ω­σι­μό­τη­τα. Φαι­νό­με­να Θερ­μο­δυ­να­μι­κῆς καὶ Αὐ­το­ορ­γά­νω­σης στὸ Σύγ­χρο­νο Κό­σμο (2008). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Στέλλα Παρασχᾶ: Πόσο κάνει ἕνα παγωτό;

Parascha,Stella-PosoKaneiEnaPagoto;-Eikona-05


Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ


Πό­σο κά­νει ἕ­να πα­γω­τό;

 

01-EpsilonΝΑ ΚΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ ΓΙΑΓΙΑ.» Ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πάν­τη­ση, συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸ πρῶ­το πα­γω­τὸ γιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου. Ἴ­σα ποὺ πρό­λα­βε. «Ὁ­λό­κλη­ρο κα­λο­καί­ρι ζη­τάω ἀ­πὸ τὸν Γι­ῶρ­γο νὰ μοῦ φέ­ρει καὶ τὸ ξε­χνά­ει.» Γι­ῶρ­γος ἦ­ταν ὁ μπαμ­πάς, ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, «ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις, για­γιά…», μὲ ἔ­κο­ψε, «ἐν­τά­ξει εἶ­μαι, τὸ ἔ­φα­γα καὶ ἡ­σύ­χα­σα».

       Πα­γω­τὸ ξυ­λά­κι μὲ ἐ­πι­κά­λυ­ψη σο­κο­λά­τας καὶ κρέ­μα βα­νί­λια – τὴ νό­στι­μη, αὐ­τὴ ποὺ τὴ λέ­νε βα­νί­λια Μα­γα­δα­σκά­ρης. Τα­ξί­δι στὴν ἀ­νε­με­λιά – τό­τε πού. Τὸ δυ­να­τὸ σῶ­μα τῆς για­γιᾶς ἁ­λώ­νι­ζε τὴν Πο­λί­χνη. Ὁ σφι­χτὸς κό­τσος ἀ­πὸ γκρί­ζα μαλ­λιὰ ἔ­φτα­νε ὣς τὴ μέ­ση ὅ­ταν τὸν ἔ­λυ­νε. Λού­σι­μο, πλέ­ξι­μο, «σγου­ρά», ἔ­λε­γε, «σὰν τὰ δι­κά σου».

       Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας χρει­ά­στη­κε νὰ κον­στο­στα­θῶ, ἦ­ταν κι ἕ­να ξυ­λά­κι μη­δὲν τοῖς ἑ­κα­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πορ­ρί­φθη­κε πά­ραυ­τα. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ γιὰ δι­α­τή­ρη­ση τῆς φόρ­μας, ἔ, για­γιά;

       Ἡ για­γιὰ εἶ­ναι κλει­σμέ­νη στὸ σπί­τι ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σα χρό­νια – τὰ πό­δια της δὲ τὴ βα­στᾶ­νε. Ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τέ­βει τὶς σκά­λες γιὰ νὰ κά­νει μιὰ βόλ­τα στὴν πυ­λω­τή, νὰ πο­τί­σει τὰ λου­λού­δια. Ἀρ­γὰ καὶ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη κά­νει τὴ δι­α­δρο­μὴ ντι­βά­νι-μπαλ­κό­νι-μπά­νιο, οὔ­τε λό­γος γιὰ πιὸ πέ­ρα. Μό­νι­μη προ­σπά­θεια ὅ­λων νὰ μὴν πέ­σει. Φαί­νε­ται δὲν προ­σπα­θοῦ­με ἀρ­κε­τά, για­τί ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη της ἐ­ξι­στό­ρη­ση εἶ­ναι τὰ ἐν­νιὰ πε­σί­μα­τα. Τρί­α ἀ­π’­αὐ­τὰ στὴ σκά­λα, κά­ποι­α στὸ μπά­νιο, ἄλ­λα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὅ­λα μὲ τὴν ἴ­δια πε­ρί­που κα­τά­λη­ξη. Ρά­γι­σμα ἰ­σχύ­ου. Μώ­λω­πες. Πό­νος. Μὲ χει­ρό­τε­ρη τὴ βα­σα­νι­στι­κή, πο­λύ­ω­ρη ἀ­να­μο­νή. Για­τὶ γιὰ νὰ πέ­σει κα­νεὶς δὲ χρει­ά­ζε­ται βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ γιὰ ρώ­τα, ἰ­σχύ­ει τὸ ἴ­διο γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ;

       «Τὸ χαν­τά­κω­σαν τὸ σπί­τι, οὔ­τε ἕ­να ἀ­σαν­σὲρ δὲν ἔ­χου­με. Τό­σο ξέ­ρα­με. Τά­χα δὲ χω­ροῦ­σε στὰ σχέ­δια.» Τὸ ἀ­σαν­σὲρ ποὺ ἀ­μέ­λη­σε ὁ ἀρ­χι­τέ­κτο­νας νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει στὴ με­λέ­τη γιὰ τὸ δι­ώ­ρο­φο, ἔ­χει με­ρί­διο εὐ­θύ­νης. Ἂν ὑ­πῆρ­χε, τό­τε ἡ για­γιὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­κάμ­ψει τὴν ἀ­πό­το­μη σκά­λα καὶ νὰ περ­πα­τή­σει κού­τσα-κού­τσα μέ­χρι τὸ ψι­λι­κα­τζί­δι­κο στὸ τέ­λος τοῦ στε­νοῦ. Νὰ δεῖ τὰ παι­δά­κια νὰ παί­ζουν ἀμ­πά­ρι­ζα. Νὰ μι­λή­σει μὲ τὴ γει­τό­νισ­σα. Νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να κι­λὸ νε­κτα­ρί­νια ἀ­πὸ τὸν μα­νά­βη μὲ τὴν κα­ρό­τσα.

       Ἡ ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ξέ­κλε­ψα γιὰ νὰ τῆς κά­νω πα­ρέ­α ἄ­χνι­ζε θλί­ψη. Τὴν ἔ­βλε­πα μα­ρα­μέ­νη νὰ πέ­φτει γιὰ ὕ­πνο, νὰ ξυ­πνά­ει, νὰ τρώ­ει δί­χως νὰ εὐ­φραί­νε­ται. Ποὺ καὶ ποὺ νὰ ἀγ­γο­μα­χά­ει. «Τί θέ­λεις νὰ σοῦ πά­ρω ἀ­πὸ τὸ μάρ­κετ για­γιά;» Ὁ ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χος μᾶς ἔ­γνε­φε. «Πα­γω­τό, για­γιά; Σο­κο­λά­τα; Μπι­σκό­τα;». Φω­τί­στη­κε τὸ πρό­σω­πό της, «ναί», συμ­φώ­νη­σε ἀ­νυ­πό­μο­να, «ἕ­να πα­γω­τὸ νὰ μοῦ φέ­ρεις, ξυ­λά­κι».

       Τὴν κοί­τα­ζα νὰ τρώ­ει, γή­ι­νη, ὅ­πως κά­πο­τε. Τό­ση εὐ­χα­ρί­στη­ση αἰ­σθάν­θη­κα, ποὺ ἦ­ταν σὰ νὰ τὸ ἔ­τρω­γα ἐ­γώ. Ἐ­τοῦ­το τὸ ξυ­λά­κι ἦ­ταν τὸ μό­νο ἱ­κα­νὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα ἐ­νάν­τια στὴ μουν­τὴ ἐ­ναλ­λα­γὴ τῶν ἀ­δει­ῶν με­ρό­νυ­χτων τῆς ἐν­νε­νην­τά­χρο­νης γη­ραι­ᾶς κυ­ρί­ας ποὺ μό­νο της μέ­λη­μα εἶ­ναι νὰ φύ­γει. Τὸ ἄλ­λο­τε δυ­να­τό της σῶ­μα ἔ­χει ζα­ρώ­σει, τὴ μα­κριὰ κο­τσί­δα της τὴν ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ μιὰ ψα­λι­διά. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς, τέ­ρα­τα ἐ­γω­ϊ­σμού, ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ τὴν κρα­τᾶ­με κον­τά μας. Προ­σπα­θοῦ­με νὰ ξε­γε­λά­σου­με τὸ βαρ­κά­ρη τοῦ Ἀ­χέ­ρον­τα καὶ τὴν ἴ­δια μὲ πα­γω­τὸ ξυ­λά­κι ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στέλ­λα Πα­ρα­σχᾶ. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση. Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις της λο­γο­τε­χνι­κῆς/ποι­η­τι­κῆς ὑ­φῆς βρί­σκονται στοὺς ἱ­στό­το­πους Ποι­εῖν, Θρά­κα, Bibliotheque. Συμ­με­τέ­χει στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Πό­λη αὐ­τὴ τὴ Νύ­χτα, Τό­μος Α’ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις poema.

Κὶμ Μονζό (Quim Monzó): Ρωσικὲς κοῦκλες

Monzo,Quim-RosikesKoukles-Eikona-02


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)

 

Ρωσικὲς κοῦκλες

(Nines russes)


 02-DeltaΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ τὰ λι­βά­δια, κρύ­βε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ψη­λὰ χόρ­τα, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς κί­ο­νες. Τὸ σπί­τι βρί­σκε­ται κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ μα­κριά. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης καί, κά­που κά­που, μιὰ πι­να­κί­δα ἀ­πὸ ἄ­σπρο ξύ­λο μὲ μαῦ­ρα γράμ­μα­τα: BADEN VERBOTEN. Ὅ­λα τὰ μι­κρὰ μο­νο­πά­τια, κά­θε­τα στὸ κεν­τρι­κό, τε­λει­ώ­νουν σὲ σκά­λες ποὺ βυ­θί­ζον­ται στὴ λί­μνη, μὲ κου­πα­στὲς δι­α­κο­σμη­μέ­νες μὲ πέ­τρι­να βά­ζα καὶ λου­λού­δια. Ἀγ­κο­μα­χεῖ. Ἱ­δρώ­νει. Εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Στη­ρί­ζε­ται στὴν κου­πα­στή. Κοι­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω καὶ πρὸς τὸ νε­ρό, ἐ­ναλ­λὰξ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Τώ­ρα περ­πα­τᾶ, πη­γαί­νον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη μέ­χρι τὴν προ­βλή­τα ποὺ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι, ἂν ἀρ­γή­σουν πο­λύ, θὰ τὸν πιά­σουν. Γυρ­νᾶ πί­σω πρὸς τὶς σκά­λες. Πη­δά­ει τὴν κου­πα­στή. Κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ἀ­πὸ κεῖ δι­α­κρί­νει τὴ λί­μνη. Εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Κοι­τά­ει συ­νε­χῶς τὸ ρο­λό­ι. Δὲν ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται: στὸ βά­θος, με­τα­ξὺ τῶν σκού­ρων μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τοῦ νε­ροῦ, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μιὰ ἐ­ξω­λέμ­βιος. Ἕ­να που­λὶ σχί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ κλα­διά, κοι­τᾶ πρὸς τὸν δρό­μο, πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα ποὺ μᾶλ­λον ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­βλή­τα, ἀ­κού­ει πί­σω του ἕ­να θό­ρυ­βο. Γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό.

       Ἡ ὀ­θό­νη γί­νε­ται μαύ­ρη, ἔ­πει­τα λευ­κή. Ὁ κό­σμος σφυ­ρί­ζει. Κά­ποι­οι φω­νά­ζουν. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα χα­μη­λώ­νει ὁ θό­ρυ­βος. Ἔ­πει­τα περ­νοῦν δέ­κα ἀρ­γὰ λε­πτά, κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ κοι­νὸ γλι­στρᾶ ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ ἀ­να­μο­νὴ στὴν ἐ­νό­χλη­ση: χτυ­πᾶ τὰ πό­δια καὶ ζη­τᾶ ἐ­ξη­γή­σεις. Σύγ­χυ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἕ­νας ἀν­τι­πρό­σω­πος κα­τε­βαί­νει νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ, σα­στι­σμέ­νος, καὶ ἐ­ξη­γεῖ πὼς συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο: τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας δὲν ὑ­πάρ­χει. Καὶ δὲν φαί­νε­ται, προ­σθέ­τει, νὰ τὸ ἔ­χει κό­ψει κά­ποι­ος, για­τὶ, χω­ρὶς κα­νέ­να ρα­κόρ, με­τὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες εἰ­κό­νες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μαύ­ρου φίλμ. Ζη­τᾶ εἰ­λι­κρι­νὰ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἐ­νό­χλη­ση, κυ­ρί­ως για­τὶ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι γε­γο­νό­τα ὅ­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της προ­βο­λῆς. Κα­τα­λή­γει ὅ­τι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ χρή­μα­τα τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κα­λεῖ τὸ κοι­νὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αἴ­θου­σα μὲ σει­ρὰ καὶ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἐκ­δο­τή­ρια. Προ­σθέ­τει πὼς μί­λη­σαν μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α δι­α­νο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα καὶ ὑ­πό­σχε­ται νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α. Ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας κά­νει στὸ τέ­λος μί­α χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πό­γνω­σης καὶ φεύ­γει. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἔ­κρη­ξη πα­ρα­πό­νων, τὸ κοι­νὸ βγαί­νει ἀρ­γά. Ὁ θε­α­τὴς (ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους: ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε) χα­σμου­ρι­έ­ται, ση­κώ­νε­ται νω­θρά, βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο. Ἡ οὐ­ρὰ γιὰ τὸ ἀν­τί­τι­μο τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου στὰ ἐκ­δο­τή­ρια μπλέ­κε­ται μὲ ἐ­κεί­νη ὅ­σων πε­ρί­με­ναν γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­βο­λὴ καὶ ποὺ τώ­ρα, μπερ­δε­μέ­νοι, δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν προ­νο­μι­ού­χα θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἡ ἀ­να­μο­νή τους. Ὁ ἄν­θρω­πός μας δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη νὰ πε­ρι­μέ­νει: θε­ω­ρεῖ τὰ χρή­μα­τά του χα­μέ­να καὶ ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὸ δρό­μο. Στὰ μι­σὰ τῆς οὐ­ρᾶς ἀ­κού­ει πὼς τὰ νέ­α φτά­νουν δι­α­στρε­βλω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος ἔ­κλε­ψε τὸ φὶλμ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­ω­θή­σει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ πρό­τζε­κτ ποὺ δὲν εἶ­χε βρεῖ στή­ρι­ξη ἀ­πὸ κα­μί­α ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς. Στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τὰ νέ­α κυ­κλο­φο­ροῦν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος τη­λε­φώ­νη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο γιὰ νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ κτί­ριο εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ βόμ­βα. Ὁ κό­σμος δι­α­λύ­ε­ται στοὺς πα­ρά­πλευ­ρους δρό­μους, δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Ἐ­κεῖ­νος μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το, βά­ζει μπρο­στά. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ὁ Dizzy Gillespie. Ἐ­πι­λέ­γει δρό­μους τῶν προ­α­στί­ων, κα­λυμ­μέ­νους μὲ μί­α ἀ­δι­α­πέ­ρα­στη λευ­κὴ ὁ­μί­χλη. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­νας τραυ­λὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος παίρ­νει συ­νέν­τευ­ξη ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς χέ­ρια ποὺ γέν­νη­σε ἕ­να παι­δὶ χω­ρὶς πό­δια. Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς συμ­πε­ραί­νει ξαφ­νι­α­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει Πέμ­πτη χω­ρὶς Πα­ρα­σκευ­ή, κι ἀ­μέ­σως, βά­ζει ξα­νὰ Gillespie, τὸ Russian Lullaby, τρα­γού­δι ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­κού­ει ἐ­πί­σης (καὶ ξαφ­νι­ά­ζε­ται) ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ποὺ μό­λις μπαί­νει. Μό­λις κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι, πα­ραγ­γέλ­νει ἕ­να γα­στρο­νο­μι­κὸ πα­λίν­δρο­μο (γιὰ πρῶ­το πιά­το, πε­πό­νι μὲ προ­σοῦ­το· γιὰ δεύ­τε­ρο, ζαμ­πόν· γιὰ ἐ­πι­δόρ­πιο, πε­πό­νι) μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ κα­τα­πλή­ξει τὸν μέ­τρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­στό­σο δὲν φαί­νε­ται δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­φή­σει νὰ τὸν ἐκ­πλή­ξουν τό­σο εὔ­κο­λα. Σὲ ἕ­να δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ μιὰ Αὐ­στρα­λὴ ποὺ ἀ­σκεῖ τη­λε­πά­θεια καὶ πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ ἕ­να ὄ­νει­ρο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ ἕ­νας συ­νά­δελ­φός της, Ἐλ­βε­τός, ἔ­παιρ­νε μιὰ με­γά­λη τρο­μά­ρα ἀ­πὸ μιὰ παι­χνι­διά­ρα ἀ­νι­ψιὰ ποὺ ἀ­ρε­σκό­ταν σὲ ἀ­κραῖ­ες με­ταμ­φι­έ­σεις. Ὁ ἄν­θρω­πός μας γε­λᾶ καὶ τὸ γέ­λιο δυ­να­μώ­νει ὅ­ση ὥ­ρα δει­πνεῖ, μέ­χρι πού, στὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, εἶ­ναι ἕ­νας πί­δα­κας ἀ­πὸ κου­δου­νί­σμα­τα καὶ κύμ­βα­λα ποὺ ἀν­τη­χοῦν σὲ ὅ­λα τα μπουν­τρού­μια τοῦ κά­στρου.

       Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Ση­κώ­νε­ται μὲ νω­θρό­τη­τα, πλέ­νε­ται, ξυ­ρί­ζε­ται, ντύ­νε­ται. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό του στὸ μπὰρ ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­πει­τα μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το: ἡ πό­λη σύν­το­μα μέ­νει πί­σω καὶ γιὰ δέ­κα λε­πτὰ ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Βλέ­πει τὸ σπί­τι στὸ βά­θος. Σταθ­μεύ­ει κα­λὰ στὴν ἄ­κρη. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης. Στὶς ὄ­χθες της, προ­βο­λεῖς, κα­λώ­δια καὶ πί­να­κες μὲ πρί­ζες.

       Τὸν πε­ρί­με­ναν ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­α ὥ­ρα. Ἀλ­λά­ζει στὴ στιγ­μή. Τὸν μα­κι­γιά­ρουν. Ὁ σκη­νο­θέ­της δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀρ­χί­σουν τὸ γύ­ρι­σμα. Ἐ­κεῖ­νος κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Γυ­ρί­ζουν δι­ά­φο­ρα πλά­να. Ἔ­πει­τα πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει δύ­ο φο­ρές. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα, ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο πί­σω του· γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὴ σκη­νή: δύ­ο φο­ρὲς ἡ κο­πέ­λα ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι κι ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν γιὰ τρί­τη φο­ρά: ἡ κο­πέ­λα τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι, ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν δι­α­κό­πτει τὸ γύ­ρι­σμα. Ἡ κο­πέ­λα πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος.

       Στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ στιγ­μὴ σύγ­χυ­σης: ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τὲς ἔ­χει πέ­σει κι αὐ­τὸς στὸ ἔ­δα­φος. Τὸν με­τα­φέ­ρουν καὶ ἡ ται­νί­α τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury (ἔκδ. Crema,1980).

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.

 

Οὔρσουλα Φωσκόλου: Νέκυια

Foskolou,Oursoula-Nekyia-Eikona-01b


Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου


Νέ­κυι­α

 

12-EpsilonΠΕΣΑ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ ἕ­να βρά­δυ, βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μπάρ. Δὲν εἶ­χα πι­εῖ πο­λύ, πα­ρα­πα­τοῦ­σα, ὡ­στό­σο, ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση καὶ στὸ πρό­σω­πό μου βρι­σκό­ταν, καρ­φω­μέ­νο, ἕ­να ἀ­ναί­τιο χα­μό­γε­λο. Κρα­τοῦ­σα ἀ­κό­μη ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρας, ποὺ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ χυ­θεῖ στὸ φό­ρε­μά της. Εἶ­χε τὰ μαλ­λιὰ πια­σμέ­να στὴ βά­ση τοῦ λαι­μοῦ, ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της κρε­μό­ταν ἕ­νας κρί­κος ποὺ ἀ­σή­μι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναμ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ μα­γα­ζιοῦ. Στὸ φῶς μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις ὁ­ρι­σμέ­νες λευ­κὲς τρί­χες, ποὺ πε­τά­γον­ταν, σὰν ἠ­λε­κτρι­σμέ­νες, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Εἶ­χε πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη τσάν­τα καὶ στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι ψη­λο­τά­κου­νες γό­βες. Τὴν κοί­τα­ξα, θυ­μᾶ­μαι, ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ἕ­ως τὰ νύ­χια: δὲν μοῦ φά­νη­κε ὄ­μορ­φη. Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, φι­λι­ό­μα­σταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ Γιά­ρις. Περ­νοῦ­σα τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ μου ἀ­πὸ τὴν πλά­τη της κι ἔ­μοια­ζε νὰ γουρ­γου­ρί­ζει εὐ­τυ­χι­σμέ­να, σὰν γα­τί. Ξυ­πνοῦ­σαν, θαρ­ρεῖς, οἱ σπόν­δυ­λοί της κά­τω ἀ­πὸ κά­θε μου ἄγ­γιγ­μα καὶ τὸ σῶ­μα της φού­σκω­νε, ζε­στὸ ζυ­μά­ρι, στὸ πλευ­ρό μου.

        Ὁ­δή­γη­σα μέ­χρι τὸν Λυ­κα­βητ­τὸ καὶ πάρ­κα­ρα κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς. Δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε, πα­ρά μοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ πῆ­ρε νὰ γδύ­νε­ται. Εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο καὶ πε­ρί­ερ­γο τα­του­ὰζ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ χα­μη­λὰ στὴ μέ­ση, τὴν ἀγ­κά­λια­ζε κι ἔ­φτα­νε ὣς τὴν κλεί­δα. Ἔ­μοια­ζε μὲ τε­ρά­στιο κύ­μα, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρά­δερ­ναν, πνιγ­μέ­να, χί­λια δυ­ὸ πράγ­μα­τα: κι­νέ­ζι­κα ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα, ὑ­ά­κιν­θοι, παι­ώ­νι­ες, ἕ­να μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νιο πε­ρι­δέ­ραι­ο παρ­μέ­νο, ἔ­λε­γες, ἀ­πὸ τ’ ἀμ­πά­ρια τοῦ Ναυ­τί­λου. Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου κι ἔμ­πη­ξε ἐ­λα­φρά τὰ νύ­χια της στὰ μά­γου­λά μου. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τῆς ἔ­πι­α­να σφι­χτὰ τὸ στῆ­θος καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο τὴν τρα­βοῦ­σα ἐ­πά­νω μου. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­ζε μι­λιά. Μό­νο κοι­τοῦ­σε: ἔ­ξω ἀ­πὸ μέ­να, πί­σω ἀ­π’ τὸ βου­νό, μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα καὶ μαῦ­ρα.

        Ὅ­πως τε­λεί­ω­να, κόλ­λη­σα τὸ πρό­σω­πό μου στὸ δι­κό της. Ἤ­θε­λα νὰ μὲ βλέ­πει καὶ τῆς τό ‘­πα. Τὴν ἔ­πι­α­σα γε­ρὰ ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ πλά­τη της με­τα­μορ­φω­νό­ταν σὲ ἄ­καμ­πτο τό­ξο. Ἔ­νι­ω­σα κά­θε φλέ­βα στὸ κορ­μί μου νὰ φου­σκώ­νει σὰν τὸ ζω­γρα­φι­σμέ­νο κύ­μα. Τό­σο ποὺ πλέ­ον ἀ­δυ­να­τοῦ­σα νὰ σκε­φτῶ. Ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια καὶ φα­νε­ρώ­θη­καν ἐμ­πρός μου χί­λια πρό­σω­πα: ἡ Νί­κη, ἡ Μα­ρί­α, ἡ Ἑ­λέ­νη… κι ἔ­πει­τα ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Νι­κό­λας, ὁ Φί­λιπ­πος, ἡ μά­να μου. Ξέ­βρα­ζε ἡ θά­λασ­σα στὰ πό­δια μου πό­τε τὸν ἕ­να καὶ πό­τε τὸν ἄλ­λο.

        «Θὰ σὲ ξα­να­δῶ;», ρώ­τη­σα.

        Κι ἔ­πει­τα, σὰν νὰ με­τά­νι­ω­σα: «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις». Τῆς ἔ­δω­σα ὅ­σα χρή­μα­τα εἶ­χα καὶ τὴν ἄ­φη­σα ἐ­κεῖ πά­νω, μό­νη της, μπρο­στὰ στὸ ἄ­δει­ο θέ­α­τρο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (1986). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γρα­φί­στρια. Ἡ πρώ­τη της ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2012, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, τοῦ Δη­μή­τρη Ἀγ­γε­λῆ. Δι­η­γή­μα­τα, κρι­τι­κὲς καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, Τὸ Δέν­τρο, Δε(κα­τά), Πλα­νό­διον, Νέ­ο Ἐ­πί­πε­δο, Ἕ­νε­κεν. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Φρέ­αρ, ὅ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων δι­α­χει­ρί­ζε­ται καὶ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει προ­σε­χῶς ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κί­χλη.