Νίκος Κουφάκης: Τὰ ἄκρα της

Koufakis,Nikos-TaAkraTis-Eikona-03


Νί­κος Κου­φά­κης


Τὰ ἄ­κρα της


 

02-SigmaΚΕΦΤΟΜΟΥΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΜΨΟ, χα­μη­λὸ πα­πού­τσι ποὺ φο­ροῦ­σες μέ­σα στὴν τα­βέρ­να μὲ τὰ χον­τρά, ξύ­λι­να βα­ρέ­λια, τοὺς κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ τσι­γά­ρα καὶ τὸ χω­ρι­ά­τι­κο τζά­κι. Μι­κρὰ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς ἀ­νά­με­σα σὲ βρον­τώ­δη γέ­λια καὶ σμι­ξί­μα­τα γυ­ά­λι­νων πο­τη­ρι­ῶν, γιὰ τὴν ὑ­γεί­α. Ἐ­σύ, κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι, σταύ­ρω­νες τὶς γάμ­πες μὲ μι­κρές, προ­σε­κτι­κὲς κι­νή­σεις, σὰν νὰ δι­εύ­θυ­νες τὰ λό­για σου, ἀ­φα­νῶς, μὲ τὶς λε­πτὲς μπαγ­κέ­τες τῶν πο­δι­ῶν σου. Μέ­σα στὸ μα­λα­κὸ δέρ­μα τοῦ πα­που­τσιοῦ, τὰ δά­χτυ­λά σου θὰ τρί­βον­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα στὴ μεμ­βρά­νη τοῦ καλ­σόν, σί­γου­ρα καὶ ἀ­σφα­λῆ, νευ­ρι­κὰ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Προ­σπα­θοῦ­σες νὰ το­νί­σεις ὅ­σα ἔ­λε­γες κα­θη­λώ­νον­τας τὶς μύ­τες στὸ δά­πε­δο, μὲ τὶς φτέρ­νες νὰ ἀ­να­ση­κώ­νον­ται σχε­δὸν γυ­μνὲς καὶ ἀ­προ­στά­τευ­τες στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ἀ­κα­ρια­ία αἴ­σθη­ση τοῦ χι­οῦ­μορ λεια­ίνει γιὰ λί­γο τὶς γω­νί­ες τοῦ προ­σώ­που σου, ποὺ σὲ λί­γο ξα­να­παίρ­νουν τὸ κα­νο­νι­κό τους σχῆ­μα, κο­φτε­ρὸ ὅ­πως ἡ ἀ­λή­θεια ποὺ βγαί­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ μαν­δύ­α τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σκέ­φτε­σαι τὴν ἀ­προ­θυ­μί­α τῶν ἄλ­λων νὰ σὲ ἀ­κού­σουν, σχε­δὸν σὲ προ­σβάλ­λει, ὅ­μως ἐ­σύ, πι­στὴ σὲ κά­τι ποὺ νι­ώ­θεις μέ­σα σου σὰν πε­πρω­μέ­νο, συ­νε­χί­ζεις νὰ ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­σαι ἕ­να αἴ­σθη­μα ἱ­ε­ρό­τη­τας, ὅ­πως τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῶν οἰ­κο­γε­νεια­κῶν γι­ορ­τῶν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι, μὲ οἶ­νο καὶ ἄρ­το, ὅ­ταν ἤ­σουν παι­δί. Στὰ τρα­πέ­ζια γύ­ρω μας φτη­νὲς κα­να­τοῦ­λες τοῦ κρα­σιοῦ στὸ χρῶ­μα τοῦ χαλ­κοῦ γέρ­νουν στὰ πο­τή­ρια καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν στὴν ἀ­κι­νη­σί­α, οἱ τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες ἀ­χνί­ζουν χρυ­σά­φι στὸ πιά­το, στὰ στό­μα­τά μας στρι­φο­γυ­ρί­ζουν ἐ­ρω­τι­κὰ σα­λιγ­κά­ρια ποὺ σὲ λί­γο ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται ἀ­πὸ τὸ κέ­λυ­φός τους. Καὶ πά­λι μι­κρὲς με­τα­το­πί­σεις τῶν πο­δι­ῶν σου, οἱ ἀγ­κρά­φες ἐ­πι­στρέ­φουν τὴ λάμ­ψη ἀ­πὸ τὸ φῶς ποὺ δέ­χον­ται. Πλά­ι τους ἕ­νας λε­κὲς ἀ­πὸ σάλ­τσα πά­νω στὸ δά­πε­δο κι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ κομ­μα­τά­κι τυ­ριοῦ ποὺ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ πα­τή­σεις. Ἕ­να φί­νο ζευ­γά­ρι γυ­ναι­κεί­α πα­πού­τσια, ἐ­κροὺ μὲ σκοῦ­ρο μπὲζ φι­όγ­κο καὶ ἀγ­κρά­φα, τό­σο ἀ­ταί­ρια­στα δί­πλα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, σκέ­φτο­μαι. Τὰ φαν­τά­ζο­μαι νὰ πα­τοῦν πά­νω σε ἀ­στρα­φτε­ρὰ δά­πε­δα μου­σεί­ων, μὲ τὸν ἀ­στρά­γα­λό σου λί­γο ψη­λό­τε­ρα νὰ ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὴ γύ­μνια ἑ­νὸς κλα­σι­κοῦ γλυ­πτοῦ. Ἢ νὰ ἀ­κουμ­ποῦν σὲ με­τα­ξω­τὰ χα­λιὰ ἀ­στι­κοῦ σπι­τιοῦ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, ὅ­που δί­νε­ται συ­ναυ­λί­α μὲ ἔρ­γα γιὰ πιά­νο τοῦ Ἐ­ρὶκ Σα­τί, κι ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ τὴν ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α τῶν Γυ­μνο­παι­δι­ῶν καὶ τῶν Gnossiennes, τὰ χα­λιὰ νὰ ἀ­πο­σύ­ρον­ται καὶ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα πα­πού­τσια σου νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν σὲ ρυθ­μὸ ρὸκ ἐν ρὸλ μέ­χρι ἀρ­γά, μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους κα­λε­σμέ­νους. Ἐ­κεῖ­να, ὅ­μως, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ πα­τοῦν στὸ λε­ρω­μέ­νο δά­πε­δο τῆς τα­βέρ­νας, πολ­λὲς φο­ρὲς προ­βάλ­λουν ἐ­λά­χι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μας καὶ συ­χνό­τε­ρα κρύ­βον­ται ντρο­πα­λὰ πί­σω ἀ­πὸ τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο. Κά­πο­τε σκύ­βεις στὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τα­το­πί­ζεις τὰ πό­δια πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως τό­τε ποὺ ἤ­σουν μι­κρή, ἢ σὰν ἐ­λα­τή­ριο ποὺ συ­σπει­ρώ­νε­ται γιὰ τὴν πτή­ση του σὲ ἄλ­λες ἠ­πεί­ρους. Ἐ­ξάλ­λου εἶ­σαι μιὰ φα­να­τι­κή τῶν τα­ξι­δι­ῶν, μί­α συλ­λέ­κτρια ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν το­πί­ων καὶ και­νούρ­γι­ων τό­πων. Οἱ ἀγ­γε­λι­κοὶ κα­ταρ­ρά­κτες τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας, οἱ κα­τα­θλι­πτι­κὲς φα­βέ­λες τῆς Βρα­ζι­λί­ας, τὰ ἀ­θῶ­α βο­ο­ει­δῆ στὶς ἀ­χα­νεῖς ἐ­κτά­σεις τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, οἱ ἐ­ξω­τι­κὲς φυ­τεῖ­ες κα­πνοῦ στὴν Κού­βα, μὲ φύλ­λα ποὺ τυ­λί­γον­ται ἡ­δο­νι­κὰ στὴ με­λα­ψὴ σάρ­κα πο­δι­ῶν μυ­θι­κῶν κο­ρι­τσι­ῶν. Ἀ­κού­ω τὶς δι­η­γή­σεις ἀ­πὸ τὰ τα­ξί­δια σου. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὰ πα­πού­τσια σου εἶ­ναι τό­σο ἄ­νε­τα καὶ βο­λι­κὰ στὸ βά­δι­σμα καὶ πό­σο μα­κριὰ θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ φτά­σεις μὲ αὐ­τά, ἀλ­λὰ ἡ γο­η­τεί­α τους μοῦ ὑ­πο­βάλ­λει κυ­ρί­ως το­πί­α ἐ­σω­τε­ρι­κῶν χώ­ρων καὶ σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας. Κα­θι­σμέ­νη στὸ κρε­βά­τι ση­κώ­νεις ἀ­νε­παί­σθη­τα τὸ ἕ­να σου πό­δι ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος καὶ ἐ­λευ­θε­ρώ­νεις δι­α­δο­χι­κὰ τὶς πα­τοῦ­σες. Πρὶν τὰ ἀ­κουμ­πή­σεις στὸ πά­τω­μα ἴ­σως τὸ χέ­ρι σου περ­νᾶ φευ­γα­λέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νειά τους, ἁ­πα­λὰ σὰν χά­δι. Ὅ­πως δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μη τὴ ζε­στα­σιὰ τοῦ σώ­μα­τός σου, τὰ αἰ­σθά­νε­σαι ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ σέ­να, ὅ­μως πρέ­πει νὰ τὰ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖς καὶ νὰ τὰ ἀ­πο­θέ­σεις στορ­γι­κὰ στὴ θέ­ση τους μέ­χρι τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πορ­σε­λά­νη (διηγήματα, ἔκδ. Κέ­δρος, 2014).

 

 

Νί­κος Κου­φά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Πε­ζο­γρα­φί­α, Δι­ή­γη­μα, Δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Αἰ­γαί­ου. Με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­ας στὴν Ἀ­θή­να (Μ.Ι.Θ.Ε.). Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς με­τα­φρα­στῆς καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἡ Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πορ­σε­λά­νη εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο.

 


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: