Κωνσταντῖνος Καπετανάκης: Πορσελάνη

Kapetanakis,Konstantinos-Porselani-Eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Κα­πε­τα­νά­κης


Πορ­σε­λά­νη


OΛΑ φτιά­χνουν.

       Ἀγ­γί­ζω. Ἡ πω­λή­τρια ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους καὶ δὲν μὲ ρω­τά­ει πιά, ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ ἄλ­λον. Δὲν τὴν ἀ­κού­ω, σὰν νὰ ἔ­φυ­γα. Αὐ­τὸ συ­νή­θως κά­νω, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν μέ­νω.

       Τρέ­χει αἷ­μα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό του. Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, μοῦ λέ­ει, σκί­στη­κε λί­γο τὸ φρύ­δι· ἐ­σύ, χτύ­πη­σες; Πιά­νει τὸ κε­φά­λι μου. Τὸ παρ­μπρὶζ ἔ­χει σπά­σει καὶ κομ­μά­τια του σκε­πά­ζουν τὸ ταμ­πλό, τὸ φλὰς ἀ­να­βο­σβή­νει. Τὸ δε­ξί μου γό­να­το, ὄ­χι πο­λὺ ὅ­μως. Τὸ τρί­βει ἁ­πα­λά. Πή­γαι­νε σπί­τι, ἐ­γὼ θὰ ἔρ­θω σὲ λί­γο. Μυ­ρί­ζει βεν­ζί­νη κι ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ βγαί­νει κα­πνός.

       Τὸ αἷ­μα του, γραμ­μὴ ποὺ κα­τη­φο­ρί­ζει δι­στα­κτι­κά, λο­ξο­δρο­μεῖ δί­πλα στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μά­τι καὶ στα­μα­τά­ει στὸ πά­νω χεῖ­λος· τὸ γλύ­φει. Τὰ χέ­ρια μου σφίγ­γουν ἀ­κό­μα τὸ τι­μό­νι· τὰ χα­ϊ­δεύ­ει. Θὰ κά­νου­με μά­θη­μα πά­λι ὅ­ταν φτιά­ξω τὸ ἁ­μά­ξι, στὸ ὑ­πό­σχο­μαι. Νό­μι­ζα ὅ­τι τὸ δε­ξὶ πε­τά­λι εἶ­ναι τὸ φρέ­νο, μπαμ­πά. Ἀ­φή­νω τὸ τι­μό­νι καὶ κοι­τά­ζω τὶς ἱ­δρω­μέ­νες μου πα­λά­μες. Κι ἐ­γὼ μπερ­δεύ­ο­μαι συ­χνά, μὴ νο­μί­ζεις, πή­γαι­νε, καὶ μὴν πεῖς στὴ μα­μὰ ὅ­τι ἤ­μα­σταν μα­ζί.

       Ἀ­πὸ κά­που μα­κριὰ νι­ώ­θω ὅ­τι ἡ πω­λή­τρια κοι­τά­ζει πρὸς ἐ­μέ­να. Χά­νο­μαι στὸν χρό­νο καὶ γί­νο­μαι ρε­ζί­λι σὲ ὅ­λο τὸ κα­τά­στη­μα, κα­θυ­στε­ρῶ, ἡ κάρ­τα στάθ­μευ­σης ὅ­που νά ’­ναι λή­γει, θὰ μοῦ κό­ψουν κλή­ση, θ’ ἀρ­γή­σω σπί­τι. Λὲς καὶ κά­ποι­ος εἶ­ναι ἐ­κεῖ καὶ θὰ μὲ μα­λώ­σει.

       Ὅ­λα τα λά­στι­χα εἶ­ναι σκα­σμέ­να καὶ τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἔ­χει ἀ­να­ση­κω­θεῖ, ἕ­νας βρά­χος σφη­νώ­θη­κε ἀ­πὸ κά­τω. Γε­λά­ει – τρί­χες, θὰ δεῖς, ὅ­λα φτιά­χνουν. Θέ­λω νὰ πῶ κά­τι, ἀλ­λὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν ἀν­τι­κρύ­ζου­με τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα καὶ κοι­τά­ζω γύ­ρω μου, τὸν ξα­πλω­μέ­νο φρά­χτη ποὺ ἔ­σπα­σε ὅ­ταν πά­τη­σα τὸ γκά­ζι καὶ ὁρ­μή­σα­με στὸ ἄ­δει­ο οἰ­κό­πε­δο, τὸ δι­α­λυ­μέ­νο κα­πό, τὶς τσα­λα­κω­μέ­νες πόρ­τες, τὸ δέν­τρο ποὺ μᾶς στα­μά­τη­σε. Κα­τα­λή­γω στὸ πρό­σω­πό του· χα­μό­γε­λο ποὺ λέ­ει ὅ­τι κά­να­με ἀ­τα­ξί­α. Μοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι. Τό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ τὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σει ὅ­λα, νὰ τὰ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σει, σὰν νὰ μὴν μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει πο­τὲ κά­τι κα­κό.

       Δὲν ἔ­κλα­ψα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, κα­μιὰ φο­ρὰ μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­κλα­ψα στὴν κη­δεί­α του δὲν ἔ­χω κλά­ψει πο­τέ, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται, ἴ­σως νὰ μπερ­δεύ­ο­μαι.

       Ἀ­πο­μα­κρύ­νο­μαι ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το κου­τσαί­νον­τας καὶ κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πί­σω. Στέ­κε­ται δί­πλα στὸ ἁ­μά­ξι, σὰν νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νὰ τὸ ἀγ­κα­λιά­σει, σκου­πί­ζει τὸ αἷ­μα καὶ μὲ χαι­ρε­τά­ει ση­κώ­νον­τας τὸ χέ­ρι. Νὰ μὴν πῶ τί­πο­τα, τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω στὸ δρό­μο. Ἀ­νοί­γω τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ καὶ ἐ­κεί­νη στέ­κε­ται στὸ δι­ά­δρο­μο, μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να. Μὲ ρω­τά­ει ποῦ ἤ­μουν. Κοι­τά­ζω κά­τω. Ἔ­παι­ζα μπά­λα στὴ δι­α­σταύ­ρω­ση. Δι­στά­ζει, κρα­τά­ει τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να καὶ πα­ρα­κα­λά­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου, πάν­τα αὐ­τὸ πα­ρα­κα­λοῦ­σα, νὰ μὴν στα­μα­τή­σει νὰ τὰ ἔ­χει ἔ­τσι, νὰ μὴν θέ­λει νὰ ξε­σπά­σει.

       Ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα λά­θη ἀ­πὸ ὅ­σα τῆς ἀ­να­λο­γοῦ­σαν, τὸ ξέ­ρω. Ἦ­ταν, λέ­ει, νέ­α καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε κι ἔ­κα­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, μό­νη ἀ­πὸ τό­σο νω­ρίς. Αὐ­τὰ μοῦ ἔ­λε­γε, χρό­νια με­τά, συ­νέ­χεια, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ἔ­πα­ψα νὰ τὴν ἀ­κού­ω.

       Ἔ­λα νὰ φᾶς, ὁ μπαμ­πὰς θ’ ἀρ­γή­σει, τρά­κα­ρε. Τὸ βλέμ­μα μου δεί­χνει νὰ τὴν πα­ρα­ξε­νεύ­ει· πά­ει νὰ μὲ πλη­σιά­σει καὶ κά­νω ἀ­πό­το­μα δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, ἀλ­λὰ με­τὰ ὁρ­μά­ω πά­νω της, μιὰ ἄ­τσα­λη ἀγ­κα­λιά. Σι­γά, πὼς κά­νεις ἔ­τσι, δὲν χτύ­πη­σε, τὸ ἁ­μά­ξι δι­έ­λυ­σε. Πῆ­γε νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να σκυ­λί, ἀλ­λὰ ἄν­τε βρὲς ἄ­κρη τί ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια, τὸν ξέ­ρω ἐ­γώ. Κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι καὶ πη­γαί­νει στὴν κου­ζί­να. Μουρ­μου­ρί­ζει, χα­μη­λό­φω­νη πρό­βα ὅ­σων θὰ φω­νά­ζει γιὰ μέ­ρες. Στέ­κο­μαι δί­πλα στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ με­γά­λο πορ­σε­λά­νι­νο ἄ­γαλ­μα τοῦ Κι­νέ­ζου. Κρα­τά­ει ἕ­να κα­λά­μι ψα­ρέ­μα­τος κι ἔ­χει βλέμ­μα ἔκ­πλη­κτο· τὸν ἀγ­γί­ζω, τὸ μυ­τε­ρὸ γε­νά­κι, τὸ κα­πέ­λο. Θέ­λω νὰ τῆς πῶ ὅ­τι ἐ­γὼ τὸ ζή­τη­σα κι ὁ μπαμ­πὰς μοῦ ἔ­λε­γε πάν­τα ναί, πά­τη­σα γκά­ζι, φο­βή­θη­κα. Τὸ μό­νο ποὺ κά­νω εἶ­ναι νὰ χα­ϊ­δεύ­ω τὸ ἄ­γαλ­μα καὶ νὰ τὸ σπρώ­χνω ἁ­πα­λά, μὲ ἕ­να δά­χτυ­λο, ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ὁ Κι­νέ­ζος τα­λαν­τεύ­ε­ται στὴ κό­χη, τὸν συγ­κρα­τῶ. Ἐ­γὼ φταί­ω· δο­κι­μά­ζω τὶς δύ­ο λέ­ξεις στὸ στό­μα μου, σὰν νὰ μι­λά­ω ἄ­γνω­στη γλώσ­σα. Μ’ ἕ­να ἀ­νε­παί­σθη­το ἄγ­γιγ­μα ἡ πορ­σε­λά­νη πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Κοι­τά­ζω τὰ σπα­σμέ­να κομ­μά­τια, ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν μπο­ρῶ νὰ τὰ κολ­λή­σω μὲ τὶς λέ­ξεις. Τὰ μουρ­μου­ρη­τὰ ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να στα­μα­τοῦν, βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα. Τὰ χέ­ρια της δὲν εἶ­ναι πιὰ σταυ­ρω­μέ­να.

       «Προ­σέξ­τε». Σπρώ­χνω πρὸς τὴν ἄ­κρη τῆς γυ­ά­λι­νης βι­τρί­νας ἕ­ναν πορ­σε­λά­νι­νο Κι­νέ­ζο, μι­κρὸ καὶ ἄ­σχη­μο, μὲ πρό­σω­πο ζα­ρω­μέ­νο· κρα­τά­ει ἕ­να κα­λά­θι. Σὰν νὰ ξυ­πνά­ω, τρα­βι­έ­μαι καὶ κοι­τά­ζω τὸ χαρ­τὶ ποὺ ἔ­χω στὸ χέ­ρι: «κού­ρε­μα, σοῦ­περ-μάρ­κετ, κα­θα­ρι­στή­ριο, δῶ­ρο γά­μου προ­ϊ­στα­μέ­νης 50 εὐ­ρώ, σπί­τι, θερ­μο­σί­φω­νας/ἀ­σφά­λεια, ναί, ὄ­χι». Για­τί ἔ­γρα­ψα αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο; Κά­ποι­ες κυ­ρί­ες μὲ πα­ρα­τη­ροῦν, ἡ πω­λή­τρια ἁρ­πά­ζει τὴν πορ­σε­λά­νη. «Εἶ­ναι πα­νά­κρι­βο, θὰ τὸ ἀ­γο­ρά­σε­τε; Δὲν μι­λᾶ­τε;».

       Πάν­τα ὑ­πάρ­χουν σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Καὶ οἱ λέ­ξεις μό­νες δὲν κα­τα­φέρ­νουν νὰ κολ­λή­σουν κα­νέ­να. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὅ­μως μι­λᾶς, ἔ­στω γιὰ νὰ σπά­σεις τὴ σι­ω­πή.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Κα­πε­τα­νά­κης (Ἀ­θή­να 1971). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἀγ­γλί­α. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Κώ­στα Κα­τσου­λά­ρη.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: