Μάκης Μωραΐτης: Ἡ στενοχώρια τῶν γλάρων


Moraitis,Makis-IStenochoriaTonGlaron-Eikona-01


Μάκης Μωραΐτης


Ἡ στε­νο­χώ­ρια τῶν γλά­ρων


06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ βή­μα­τα ἔ­κα­νε ὁ Τζέ­ρυς ἐ­τοῦ­το τὸ σού­ρου­πο τῆς συν­νε­φιᾶς τοῦ φθι­νο­πώ­ρου. Πολ­λα­πλα­σι­α­σμέ­να ὅ­μως ἐ­πὶ τὸ δέ­κα. Ἄρ­χι­σε τὸ μέ­τρη­μα ἀ­μέ­σως μό­λις βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ χάρ­τι­νο για­πί του δί­πλα στὸ πο­τά­μι καὶ τὸ ξα­νάρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τριά­ντα δύ­ο.

       Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἀ­νά­με­σα στὰ ἀ­πο­κα­θη­λω­μέ­να κα­ΐ­κια τῆς ξη­ρᾶς καὶ ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὸ δέ­κα­το τριά­ντα δύ­ο ἔ­φθα­σε στὴν ἄ­κρη τοῦ ἔ­ρη­μου λι­με­νο­βρα­χί­ο­να μὲ τὸ πό­δι του με­τέ­ω­ρο πά­νω ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, ἕ­τοι­μος χω­ρὶς δι­σταγ­μό, νὰ ἀρ­χί­σει τὸ μέ­τρη­μα τοῦ νέ­ου τριά­ντα δύ­ο. Ἦ­ταν τὸ δε­ξί του πό­δι, τὸ κα­λό, αὐ­τὸ ποὺ με­τε­ώ­ρι­ζε. Τὸ στή­ρι­ξε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὸν συμ­πα­γῆ ἀ­γέ­ρα καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του ποὺ τὸ πά­τη­σε κα­νο­νι­κὰ πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς ἀ­κύ­μαν­της θά­λασ­σας. Συ­νέ­χι­σε τὸ βη­μα­τι­σμό του μὲ τὸ δε­ξί, ἤ­δη ἔ­χον­τας φθά­σει τὸ νέ­ο μέ­τρη­μα στὸ τρία.

       Περ­πα­τών­τας καὶ με­τρών­τας ἔ­τσι πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας ἔ­φθα­σε στὸ φά­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ὅ­που κούρ­νια­ζαν δύ­ο με­γά­λοι γλά­ροι. Κου­ρα­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν ὁ­λο­ή­με­ρη ἀ­να­ζή­τη­ση τρο­φῆς ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ πᾶ­νε γιὰ ὕ­πνο.

       Πα­ρὰ τὴν γκρί­νια τους δὲν τοὺς ἄ­φη­σε νὰ κλεί­σουν μά­τι ὅ­λη νύ­χτα. Μέ­χρι ποὺ πρό­βα­λε ὁ ἥ­λιος πά­νω ἀ­πὸ τὸ βου­νὸ στὸ βά­θος τοῦ κόλ­που γιὰ νὰ φω­τί­σει τὰ συμ­βάν­τα τῆς ἀ­να­τέλ­λου­σας νέ­ας ἡ­μέ­ρας, ὁ Τζέ­ρυς τοὺς εἶ­χε ἐ­ξι­στο­ρή­σει ὅ­λα τὰ βά­σα­να τῆς ἄ­θλιας ζω­ῆς του, ἐ­κεῖ­να τοῦ σώ­μα­τος καὶ τὰ ἄλ­λα τοῦ μυα­λοῦ του. Καὶ ἦ­ταν πολ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ τὸν βα­σά­νι­σαν μιὰ ὁ­λά­κε­ρη ζω­ή. Εἶ­χε ἐ­πί­σης ἀ­παν­τή­σει σὲ ὅ­λες τὶς μά­ται­ες ἐ­ρω­τή­σεις τους.

       Ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα οἱ δύ­ο γλά­ροι δὲν πέ­τα­ξαν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ φά­ρο. Ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ ὁ­λό­γυ­ρα πέ­τα­ξαν. Βου­τι­ὲς δὲν ἔ­κα­ναν στὴ θά­λασ­σα καὶ νη­στι­κοὶ τὴν ἔ­βγα­λαν μέ­χρι τὸ βρά­δυ. Οὔ­τε κὰν πρό­σε­χαν τὰ κο­πά­δια τῶν ψα­ρι­ῶν ποὺ περ­νοῦ­σαν δί­πλα ἀ­πὸ τὸ φά­ρο καὶ σὰν νὰ τοὺς προ­κα­λοῦ­σαν. Βα­ρί­δια ἀ­σή­κω­τα ἔ­νι­ω­θαν πά­νω στὶς φτε­ροῦ­γες τους καὶ στὰ πό­δια τους ἐ­πί­σης.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Μά­κης Μω­ρα­ΐ­της (Λη­ξού­ρι, 1951). Κι­νη­μα­το­γρά­φος, σκη­νο­θε­σί­α, με­λέ­τη, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν ὡς σκη­νο­θέ­της στὴν κρα­τι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ δί­δα­ξε σὲ σχο­λὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ στὸ ΤΕΙ Φω­το­γρα­φί­ας Ἀ­θη­νῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε πολ­λὰ βι­βλί­α γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν: Ἡ ποι­η­τι­κὴ εἰ­κό­να (1987). Ὁ ποι­η­τὴς Ἀν­τρέ­ι Ταρ­κόφ­σκι (1996), Ἀ­κό­μη σοῦ χρω­στᾶ­με Νί­κο. Ἡ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Νί­κου Σταυ­ρί­δη (2001). Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τὸ πο­τά­μι κα­τέ­βα­σε κυ­δώ­νια (1985) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ὁ Μου­νέ­λης (2004) καὶ Μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ Λη­ξού­ρι (2015). Ἐ­ξέ­δω­σε τὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά Σι­νε­μά (1978-1981) καὶ Κα­θρέ­φτης (1997-2001).

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: