Βάνια Σύρμου: Στρῶμα διπλό


Syrmou,Bania-StromaDiplo-Eikona-01


Βά­νια Σύρ­μου


Στρῶ­μα δι­πλό


03-PiΟΥΘΕΝΑ ὅ­μως δὲ βο­λευ­ό­ταν γιὰ νὰ βγά­λει τὴ νύ­χτα. Μο­να­δι­κό του φορ­τί­ο μιὰ σα­κού­λα φαρ­διὰ πλα­στι­κή. Μιὰ ἀλ­λα­ξιὰ καὶ μιὰ κου­βέρ­τα ὅ­λη του ἡ πε­ρι­ου­σί­α. Τὸ βῆ­μα του ἀρ­γό, νω­χε­λι­κό, πα­ρά­φω­νο στὴν βου­ε­ρὴ κί­νη­ση τοῦ Σαβ­βα­τό­βρα­δου στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης.

       Τὸ βρά­δυ τὸν βρῆ­κε στὴν πλα­τεί­α Κο­λο­κο­τρώ­νη, στὴν πα­λιὰ Βου­λή. Συ­χνὰ τοῦ πρό­σφε­ρε δι­α­μο­νὴ στὸ γρα­σί­δι τοὺς μῆ­νες τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ. Τώ­ρα ὅ­μως ἀ­κό­μα κι αὐ­τὴ τὴν ἔ­βρι­σκε ἀ­φι­λό­ξε­νη. Συ­νε­χί­ζον­τας τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴ Στα­δί­ου. Πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ φα­νά­ρι, ἡ μα­τιά του στά­θη­κε στὴν ἐ­σο­χὴ τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρο­μί­ου. Κομ­μά­τια ἀ­πὸ με­γά­λες χάρ­τι­νες κοῦ­τες, ὄρ­θια στη­μέ­να, ἔ­κλει­ναν σχε­δὸν ὅ­λη τὴ γω­νί­α τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου. Πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι θέ­λον­τας νὰ τὸ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Ἕ­να ἄ­νοιγ­μα στὴ ἄ­κρη τοῦ πρό­χει­ρου χάρ­τι­νου «τεί­χους» ἄ­φη­νε νὰ φα­νεῖ τὸ κου­φά­ρι ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος ὑ­πο­δη­μά­των. Τὸ κλει­στὸ κα­τά­στη­μα σχη­μά­τι­ζε ἕ­να γάμ­μα μὲ τὴν ἐ­πι­τοί­χια πλα­ϊ­νή του βι­τρί­να, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας ἔ­τσι ἕ­να ἀ­πά­νε­μο κα­τα­φύ­γιο. Πλη­σι­ά­ζον­τας στὸ ἄ­νοιγ­μα καὶ κρυ­φο­κοι­τών­τας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του, δι­έ­κρι­νε κά­τι ποὺ ἀρ­χι­κὰ τὸν ξάφ­νια­σε. Στὸ δά­πε­δο τοῦ αὐ­το­σχέ­διου «δω­μα­τί­ου» ἦ­ταν το­πο­θε­τη­μέ­νο πά­νω σὲ στρω­μέ­να χαρ­τό­νια ἕ­να δι­πλὸ στρῶ­μα κα­λυμ­μέ­νο μὲ δι­πλὴ κου­βέρ­τα. Τό­σο και­ρὸ στὸ δρό­μο, ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἀν­τί­κρι­ζε τέ­τοι­α «κομ­φὸρ» καὶ μά­λι­στα στὴ μέ­ση τῆς Στα­δί­ου. Στὴν ἄ­κρη τοῦ χάρ­τι­νου δω­μα­τί­ου ἀ­φη­μέ­νες δυ­ὸ γε­μά­τες πλα­στι­κὲς σα­κοῦ­λες. Σκέ­φτη­κε πρὸς στιγ­μὴ νὰ πε­ρι­μέ­νει γιὰ νὰ δεῖ τὸν κά­το­χο τοῦ ὑ­παί­θριου κα­τα­λύ­μα­τος. Ὕ­στε­ρα τὸ με­τά­νοι­ω­σε. Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Συ­νέ­χι­σε τὸ δρό­μο του ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δι­κό του λη­μέ­ρι.

       Βρῆ­κε προ­στα­σί­α ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς νύ­χτας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μιᾶς ἐμ­πο­ρι­κῆς στο­ᾶς. Τὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λα κλει­στά. Ποῦ καὶ ποῦ περ­νοῦ­σε κα­νεὶς βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ μπρο­στά του, ρί­χνον­τάς του μιὰ κλε­φτὴ μα­τιὰ ἀ­να­μι­κτου φό­βου καὶ οἴ­κτου. Τυ­λί­χτη­κε μὲ τὴν κου­βέρ­τα καὶ ξά­πλω­σε κου­λου­ρι­α­σμέ­νος στὸ φαρ­δὺ πε­ζού­λι ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια σφι­χτὰ σὲ μιὰ προ­σπά­θεια νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­π’ ὅ­σα τὸν πε­ρι­έ­βαλ­λαν. Ὁ ὕ­πνος ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα πιά, ση­κώ­θη­κε κι ἄ­φη­σε τὰ πράγ­μα­τά του ἐ­κεῖ, κα­το­χυ­ρώ­νον­τας τὸ χῶ­ρο.

       Περ­πά­τη­σε ξα­νὰ πρὸς τὸ μέ­ρος ποὺ ἡ ἀ­νάγ­κη του τὸν τρα­βοῦ­σε. Σὲ λί­γα λε­πτὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πλη­σί­α­σε. Τὸ χάρ­τι­νο τεῖ­χος ἦ­ταν τώ­ρα πε­ρί­κλει­στο. Τὸ ἄ­νοιγ­μα ποὺ πρὶν ἐ­πέ­τρε­πε στοὺς ἔ­ξω νὰ δοῦν τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του, εἶ­χε κλεί­σει μ’ ἕ­να ἀ­κό­μα χαρ­τό­νι. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Ἔ­πει­τα ἔ­σπρω­ξε προ­σε­κτι­κὰ τὸ χαρ­τό­νι καὶ ἔ­ρι­ξε μιὰ λα­θραί­α μα­τιά. Ἡ θέ­α τοῦ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νου ζευ­γα­ριοῦ ποὺ βρι­σκό­ταν ξα­πλω­μέ­νο στὸ δι­πλὸ στρῶ­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πι­σω­πα­τή­σει. Θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κοι­τά­ξει. Δὲν πρό­λα­βε ὅ­μως νὰ δεῖ πολ­λά. Μιὰ ἀ­δέ­ξια κί­νη­ση ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ κά­νει τὸν ξα­πλω­μέ­νο ἄν­τρα νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιος στὸ λε­πτὸ καὶ νὰ τὸν ἀ­πει­λή­σει μ’ ἕ­να σου­γιά: «Φύ­γε ἀ­πὸ δῶ ρὲ ἀ­νώ­μα­λε, για­τὶ σοῦ τὴν ἄ­να­ψα!». Τα­ραγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα καὶ τὴν ἀ­πει­λὴ τό ‘βά­λε στὰ πό­δια.

       Ἔ­φτα­σε ξέ­πνο­ος στὸ κα­τά­λυ­μα τῆς στο­ᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι. Ἄ­κου­γε τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ δυ­να­τὰ κι ἕ­να πό­νο στὸ στο­μά­χι σὰν ἀ­πὸ γρο­θιά. Σκυμ­μέ­νος μὲ τὸ κε­φά­λι στὰ γό­να­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς ὁ πό­νος δι­α­χέ­ον­ταν σ’ ὅ­λο του σῶ­μα. Τὸν δι­α­περ­νοῦ­σαν ρί­γη.

       Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ ὁ πό­νος ἔ­δι­νε σι­γὰ σι­γὰ τὴ θέ­ση του στὸ θυ­μὸ καὶ τὴ ζή­λεια ποὺ θέ­ρι­ευ­αν μέ­σα του.

       Ξη­με­ρώ­μα­τα Κυ­ρια­κῆς. Οἱ δρό­μοι ἄ­δει­οι. Ἡ ἀ­γρύ­πνια τῆς νύ­χτας τὸν ἔ­χει κα­τα­βά­λει. Ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο καὶ βγαί­νει στὸ δρό­μο νὰ περ­πα­τή­σει. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ὁ­δη­γοῦν πά­λι ἐ­κεῖ. Ἀ­πὸ μα­κριὰ βλέ­πει τὰ χαρ­τό­νια ριγ­μέ­να πά­νω στὸ στρῶ­μα. Πλη­σιά­ζει . Ἡ ἐ­ρη­μιὰ τῆς πό­λης εἶ­ναι σύμ­μα­χός του. Κοι­τά­ζει γύ­ρω του δῆ­θεν ἀ­δι­ά­φο­ρα καὶ ἐν­τε­λῶς φυ­σι­κὰ ἀ­φή­νει τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο τσι­γά­ρο νὰ πέ­σει πά­νω στὰ χαρ­τό­νια. Συ­νε­χί­ζει τὸ δρό­μο του μὲ βῆ­μα γορ­γό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο Ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.


			
Διαφημίσεις

Χουὰν Χοσὲ Μιγιάς (Juan José Millás): Μπέρδεμα

Millas,JuanJose-Mperdema-Eikona-04


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Μπέρ­δε­μα

(Confusión)


 

01-PiΡΙΝ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ξε­τυ­λί­ξω τὸ δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων μου, ἀ­κού­στη­κε μέ­σα ἀπ’ τὸ πα­κέ­το ἕ­να κου­δού­νι­σμα: ἦ­ταν ἕ­να κι­νη­τό. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄ­κου­σα τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ μοῦ εὔ­χε­ται γε­λών­τας ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου. Τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὴ ζω­ή: γιὰ τὰ χρό­νια ποὺ ἤ­μα­σταν μα­ζὶ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἐ­πέ­μει­νε ὅ­μως νὰ τὸ κά­νου­με ἀ­π’ τὸ τη­λέ­φω­νο, κι ἔ­τσι πῆ­γε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε στὸ σα­λό­νι, ὅ­που εἶ­χα ἀ­πο­μεί­νει ἐ­γὼ μὲ τὸ μα­ρα­φέ­τι στὴν τσέ­πη. Μό­λις τε­λει­ώ­σα­με τὴν κου­βέν­τα πῆ­γα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ τὴ βρῆ­κα νὰ κά­θε­ται στὸ κρε­βά­τι, σκε­φτι­κή. Μοῦ εἶ­πε πὼς εἶ­χε μό­λις μι­λή­σει στὸ τη­λέ­φω­νο μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε σ’ αὐ­τόν. Ἡ ἱ­στο­ρί­α μας τῆς προ­κα­λοῦ­σε ἐ­νο­χές. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κός της σύ­ζυ­γος, κι ἔ­τσι ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξέ­λα­βα ὡς σε­ξου­α­λι­κὴ πρό­κλη­ση. Κά­να­με ἔ­ρω­τα μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α δύ­ο μοι­χῶν. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ἤ­μουν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­τρω­γα ἕ­να σάν­του­ιτς γιὰ κο­λα­τσιό, ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη, φυ­σι­κά. Εἶ­πε ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ μοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ πὼς εἶ­χε ἐ­ρα­στή. Ἐ­γὼ πῆ­γα μὲ τὰ νε­ρά της για­τὶ μοῦ φά­νη­κε πὼς ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­χνί­δι μᾶς βό­λευ­ε καὶ τοὺς δύο. Τῆς ἀ­πάν­τη­σα λοι­πὸν νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ: εἴ­χα­με ξε­πε­ρά­σει κι ἄλ­λες κρί­σεις, κι ἔ­τσι θὰ ξε­περ­νού­σα­με κι αὐ­τήν. Τὸ βρά­δυ ξα­να­μι­λή­σα­με στὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­πως τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα, καὶ μοῦ εἶ­πε πὼς σὲ λί­γο θὰ συ­ναν­τι­ό­ταν μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της. Αὐ­τὸ μὲ δι­ή­γει­ρε πο­λύ, τὸ ἔ­κλει­σα ἀ­μέ­σως, πῆ­γα στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ κά­να­με ἔ­ρω­τα μέ­χρι τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ὅ­λη ἡ βδο­μά­δα κύ­λη­σε ἔ­τσι. Τὸ Σάβ­βα­το, τε­λι­κά, ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα με­τὰ ἀ­πὸ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τη­λε­φω­νι­κὴ συ­νο­μι­λί­α, μοῦ εἶ­πε πὼς μ’ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε νὰ μ’ ἀ­φή­σει για­τὶ ὁ ἄν­τρας της τὴ χρει­α­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­γώ. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση, τὰ μά­ζε­ψε καὶ ἔ­φυ­γε· ἀ­πὸ τό­τε τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν ἔ­χει ξα­να­χτυ­πή­σει. Εἶ­μαι μπερ­δε­μέ­νος.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Por favor, sea breve 2 (ἐπ. Clara Obligado, Editorial Paginas de Espuma, Madrid, 2009).

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν αὐ­τό, Βλά­κας, νε­κρός, μπά­σταρ­δος καὶ ἀ­ό­ρα­τος, Λά­ου­ρα καὶ Χού­λιο (καὶ Μα­νου­έλ).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες: Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Στε­φα­νί­α Κω­στού­ρου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μα­ρά, Μα­ρί­α Στερ­γί­ου, Μα­ρί­α Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Νίκος Κουφάκης: Τὰ ἄκρα της

Koufakis,Nikos-TaAkraTis-Eikona-03


Νί­κος Κου­φά­κης


Τὰ ἄ­κρα της


 

02-SigmaΚΕΦΤΟΜΟΥΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΜΨΟ, χα­μη­λὸ πα­πού­τσι ποὺ φο­ροῦ­σες μέ­σα στὴν τα­βέρ­να μὲ τὰ χον­τρά, ξύ­λι­να βα­ρέ­λια, τοὺς κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ τσι­γά­ρα καὶ τὸ χω­ρι­ά­τι­κο τζά­κι. Μι­κρὰ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς ἀ­νά­με­σα σὲ βρον­τώ­δη γέ­λια καὶ σμι­ξί­μα­τα γυ­ά­λι­νων πο­τη­ρι­ῶν, γιὰ τὴν ὑ­γεί­α. Ἐ­σύ, κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι, σταύ­ρω­νες τὶς γάμ­πες μὲ μι­κρές, προ­σε­κτι­κὲς κι­νή­σεις, σὰν νὰ δι­εύ­θυ­νες τὰ λό­για σου, ἀ­φα­νῶς, μὲ τὶς λε­πτὲς μπαγ­κέ­τες τῶν πο­δι­ῶν σου. Μέ­σα στὸ μα­λα­κὸ δέρ­μα τοῦ πα­που­τσιοῦ, τὰ δά­χτυ­λά σου θὰ τρί­βον­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα στὴ μεμ­βρά­νη τοῦ καλ­σόν, σί­γου­ρα καὶ ἀ­σφα­λῆ, νευ­ρι­κὰ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Προ­σπα­θοῦ­σες νὰ το­νί­σεις ὅ­σα ἔ­λε­γες κα­θη­λώ­νον­τας τὶς μύ­τες στὸ δά­πε­δο, μὲ τὶς φτέρ­νες νὰ ἀ­να­ση­κώ­νον­ται σχε­δὸν γυ­μνὲς καὶ ἀ­προ­στά­τευ­τες στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ἀ­κα­ρια­ία αἴ­σθη­ση τοῦ χι­οῦ­μορ λεια­ίνει γιὰ λί­γο τὶς γω­νί­ες τοῦ προ­σώ­που σου, ποὺ σὲ λί­γο ξα­να­παίρ­νουν τὸ κα­νο­νι­κό τους σχῆ­μα, κο­φτε­ρὸ ὅ­πως ἡ ἀ­λή­θεια ποὺ βγαί­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ μαν­δύ­α τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σκέ­φτε­σαι τὴν ἀ­προ­θυ­μί­α τῶν ἄλ­λων νὰ σὲ ἀ­κού­σουν, σχε­δὸν σὲ προ­σβάλ­λει, ὅ­μως ἐ­σύ, πι­στὴ σὲ κά­τι ποὺ νι­ώ­θεις μέ­σα σου σὰν πε­πρω­μέ­νο, συ­νε­χί­ζεις νὰ ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­σαι ἕ­να αἴ­σθη­μα ἱ­ε­ρό­τη­τας, ὅ­πως τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῶν οἰ­κο­γε­νεια­κῶν γι­ορ­τῶν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο τρα­πέ­ζι, μὲ οἶ­νο καὶ ἄρ­το, ὅ­ταν ἤ­σουν παι­δί. Στὰ τρα­πέ­ζια γύ­ρω μας φτη­νὲς κα­να­τοῦ­λες τοῦ κρα­σιοῦ στὸ χρῶ­μα τοῦ χαλ­κοῦ γέρ­νουν στὰ πο­τή­ρια καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν στὴν ἀ­κι­νη­σί­α, οἱ τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες ἀ­χνί­ζουν χρυ­σά­φι στὸ πιά­το, στὰ στό­μα­τά μας στρι­φο­γυ­ρί­ζουν ἐ­ρω­τι­κὰ σα­λιγ­κά­ρια ποὺ σὲ λί­γο ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται ἀ­πὸ τὸ κέ­λυ­φός τους. Καὶ πά­λι μι­κρὲς με­τα­το­πί­σεις τῶν πο­δι­ῶν σου, οἱ ἀγ­κρά­φες ἐ­πι­στρέ­φουν τὴ λάμ­ψη ἀ­πὸ τὸ φῶς ποὺ δέ­χον­ται. Πλά­ι τους ἕ­νας λε­κὲς ἀ­πὸ σάλ­τσα πά­νω στὸ δά­πε­δο κι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ κομ­μα­τά­κι τυ­ριοῦ ποὺ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ πα­τή­σεις. Ἕ­να φί­νο ζευ­γά­ρι γυ­ναι­κεί­α πα­πού­τσια, ἐ­κροὺ μὲ σκοῦ­ρο μπὲζ φι­όγ­κο καὶ ἀγ­κρά­φα, τό­σο ἀ­ταί­ρια­στα δί­πλα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, σκέ­φτο­μαι. Τὰ φαν­τά­ζο­μαι νὰ πα­τοῦν πά­νω σε ἀ­στρα­φτε­ρὰ δά­πε­δα μου­σεί­ων, μὲ τὸν ἀ­στρά­γα­λό σου λί­γο ψη­λό­τε­ρα νὰ ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὴ γύ­μνια ἑ­νὸς κλα­σι­κοῦ γλυ­πτοῦ. Ἢ νὰ ἀ­κουμ­ποῦν σὲ με­τα­ξω­τὰ χα­λιὰ ἀ­στι­κοῦ σπι­τιοῦ τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, ὅ­που δί­νε­ται συ­ναυ­λί­α μὲ ἔρ­γα γιὰ πιά­νο τοῦ Ἐ­ρὶκ Σα­τί, κι ἀρ­γό­τε­ρα, με­τὰ τὴν ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α τῶν Γυ­μνο­παι­δι­ῶν καὶ τῶν Gnossiennes, τὰ χα­λιὰ νὰ ἀ­πο­σύ­ρον­ται καὶ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα πα­πού­τσια σου νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν σὲ ρυθ­μὸ ρὸκ ἐν ρὸλ μέ­χρι ἀρ­γά, μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους κα­λε­σμέ­νους. Ἐ­κεῖ­να, ὅ­μως, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ πα­τοῦν στὸ λε­ρω­μέ­νο δά­πε­δο τῆς τα­βέρ­νας, πολ­λὲς φο­ρὲς προ­βάλ­λουν ἐ­λά­χι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μας καὶ συ­χνό­τε­ρα κρύ­βον­ται ντρο­πα­λὰ πί­σω ἀ­πὸ τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο. Κά­πο­τε σκύ­βεις στὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τα­το­πί­ζεις τὰ πό­δια πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως τό­τε ποὺ ἤ­σουν μι­κρή, ἢ σὰν ἐ­λα­τή­ριο ποὺ συ­σπει­ρώ­νε­ται γιὰ τὴν πτή­ση του σὲ ἄλ­λες ἠ­πεί­ρους. Ἐ­ξάλ­λου εἶ­σαι μιὰ φα­να­τι­κή τῶν τα­ξι­δι­ῶν, μί­α συλ­λέ­κτρια ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν το­πί­ων καὶ και­νούρ­γι­ων τό­πων. Οἱ ἀγ­γε­λι­κοὶ κα­ταρ­ρά­κτες τῆς Βε­νε­ζου­έ­λας, οἱ κα­τα­θλι­πτι­κὲς φα­βέ­λες τῆς Βρα­ζι­λί­ας, τὰ ἀ­θῶ­α βο­ο­ει­δῆ στὶς ἀ­χα­νεῖς ἐ­κτά­σεις τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, οἱ ἐ­ξω­τι­κὲς φυ­τεῖ­ες κα­πνοῦ στὴν Κού­βα, μὲ φύλ­λα ποὺ τυ­λί­γον­ται ἡ­δο­νι­κὰ στὴ με­λα­ψὴ σάρ­κα πο­δι­ῶν μυ­θι­κῶν κο­ρι­τσι­ῶν. Ἀ­κού­ω τὶς δι­η­γή­σεις ἀ­πὸ τὰ τα­ξί­δια σου. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὰ πα­πού­τσια σου εἶ­ναι τό­σο ἄ­νε­τα καὶ βο­λι­κὰ στὸ βά­δι­σμα καὶ πό­σο μα­κριὰ θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ φτά­σεις μὲ αὐ­τά, ἀλ­λὰ ἡ γο­η­τεί­α τους μοῦ ὑ­πο­βάλ­λει κυ­ρί­ως το­πί­α ἐ­σω­τε­ρι­κῶν χώ­ρων καὶ σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας. Κα­θι­σμέ­νη στὸ κρε­βά­τι ση­κώ­νεις ἀ­νε­παί­σθη­τα τὸ ἕ­να σου πό­δι ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος καὶ ἐ­λευ­θε­ρώ­νεις δι­α­δο­χι­κὰ τὶς πα­τοῦ­σες. Πρὶν τὰ ἀ­κουμ­πή­σεις στὸ πά­τω­μα ἴ­σως τὸ χέ­ρι σου περ­νᾶ φευ­γα­λέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νειά τους, ἁ­πα­λὰ σὰν χά­δι. Ὅ­πως δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μη τὴ ζε­στα­σιὰ τοῦ σώ­μα­τός σου, τὰ αἰ­σθά­νε­σαι ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ σέ­να, ὅ­μως πρέ­πει νὰ τὰ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖς καὶ νὰ τὰ ἀ­πο­θέ­σεις στορ­γι­κὰ στὴ θέ­ση τους μέ­χρι τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πορ­σε­λά­νη (διηγήματα, ἔκδ. Κέ­δρος, 2014).

 

 

Νί­κος Κου­φά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Πε­ζο­γρα­φί­α, Δι­ή­γη­μα, Δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Αἰ­γαί­ου. Με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Ἐ­πι­στη­μο­λο­γί­ας στὴν Ἀ­θή­να (Μ.Ι.Θ.Ε.). Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς με­τα­φρα­στῆς καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἡ Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πορ­σε­λά­νη εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο.

 



		

	

Κάρλος Ἕκτ. Γκ. Πουχεάου (Carlos H. G. Pugeau): Τὸ ἐρωτικὸ τρίγωνο


ToErotikoTrigono-Eikona-01


Κάρ­λος Ἕ­κτ. Γκ. Που­χε­ά­ου (Carlos Η. G. Pugeau)


Τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ τρί­γω­νο

(El triangulo amoroso)


H-Itta-SomataΑΡΣΕΝΙΚΗ ΦΑΛΑΙΝΑ ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη για­τὶ τὸ ταί­ρι της εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

 

Κάρ­λος Ἕ­κτορ Γκον­σά­λες Που­χε­ά­ου (Carlos Hector Gonzalez Pugeau). Γεν­νή­θη­κε στὴ Χι­λή, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ 1969 δι­έ­με­νε στὴν Το­λού­κα τοῦ Με­ξι­κοῦ, ὅ­που καὶ ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1983. Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος συγ­γρα­φέ­ας ἄ­φη­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, 12 τό­μους μὲ φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα καὶ ἀ­φο­ρι­σμοὺς ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Pildorillas. To «El triangulo amoroso» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ νού­με­ρο 102 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ El Cuento τὸ 1987.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Χοσὲ Ἐμίλιο Πατσέκο (José Emilio Pacheco): Οἱ συνομῶτες


 

Pacheco,JoseEmilio-OiSynomotes-Eikona-01

 


Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο (José Emilio Pacheco)


 

Οἱ συνομῶτες

 

(Los conspiradores)

 


02-DeltaΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ νὰ τὴν ἀ­φή­σου­με σὲ ἡ­συ­χί­α. Πρὶν αὐ­το­κτο­νή­σει, ἡ Β. τη­λε­φώ­νη­σε στοὺς φί­λους της. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα γιὰ τὸ σχέ­διό της οὔ­τε κὰν πῆ­γε τὸ μυα­λό μας ἐ­κεῖ.

       Ἡ Β. δὲν εἶ­χε κά­νει οὔ­τε ψεύ­τι­κες ἀ­πό­πει­ρες, οὔ­τε γε­νι­κὲς δο­κι­μές. Κα­νεὶς δὲν ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε στὸ τη­λε­φώ­νη­μα. Τέ­τοι­α ἐγ­κα­τά­λει­ψη εἶ­ναι ἀ­συγ­χώ­ρη­τη. Ἀλ­λά, ὅ­πως κα­τα­λα­βαί­νει κα­νείς, ἔ­χου­με ἐ­λα­φρυν­τι­κά, ἔ­χου­με δι­και­ο­λο­γί­ες. Τὸ τη­λέ­φω­νο χτυ­πᾶ στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας. Ὑ­πάρ­χουν φό­βοι. Δὲν εἴ­μα­στε αὐ­τοὶ ποὺ ἤ­μα­σταν κά­πο­τε. Τώ­ρα ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ὑ­πο­χρε­ώ­σεις καὶ ἀ­νάγ­κη νὰ ση­κω­θεῖ νω­ρίς.

       Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α εἶ­ναι μιὰ δρα­στι­κὴ κρι­τι­κὴ στὸν τρό­πο τῆς ζω­ῆς μας καί, κυ­ρί­ως, μιὰ συμ­βο­λι­κὴ δο­λο­φο­νί­α. Ὅ­λοι νι­ώ­θου­με ὅ­τι σκο­τώ­σα­με τὴν Β. κι ἐ­κεί­νη, ἐκ­δι­κού­με­νη, ἔ­κλει­σε τοὺς λο­γα­ρια­σμοὺς της μα­ζί μας. Ὑ­πε­ρε­κτι­μᾶ­με τοὺς ἑ­αυ­τοὺς μας πι­στεύ­ον­τας ὅ­τι μιὰ λέ­ξη, μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης, οἱ πα­ρη­γο­ρι­ὲς τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἢ τῆς Στω­ι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἡ ἐλ­πί­δα τῆς παγ­κό­σμιας ἐ­πα­νά­στα­σης, ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῶν ὄ­μορ­φων στιγ­μῶν τῆς φι­λί­ας, ἡ ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ὅ­λων τῶν ἀ­πο­τυ­χι­ῶν καὶ τῶν ἐ­ξευ­τε­λι­σμῶν μας, ἕ­νας ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸς σαρ­κα­σμὸς τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή… κά­τι ἀπ` ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ ἔ­φθα­νε γιὰ νὰ ἀ­πο­τρέ­ψει τὴν αὐ­το­κτο­νί­α.

       Πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸν βα­θύ­τε­ρο πό­νο μας, μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ φρί­κη τῆς ὕ­παρ­ξης. Τό­σο πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι ποὺ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ φορ­τω­θεῖ τὴν ἐ­νο­χή.  Ἀ­νά­με­σα σὲ ψι­θύ­ρους καὶ ἀ­νοι­χτὰ ἀλ­λη­λο­καρ­φώ­μα­τα, ὅ­λοι ἀ­πο­τε­λοῦ­με μέ­ρος μιᾶς κρυ­φῆς συμ­φω­νί­ας, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἐ­μᾶς θὰ δι­ώ­ξει τὶς τύ­ψεις, κρα­τών­τας στὴ Β., στὸ θά­να­το, τὴ συν­τρο­φιὰ ποὺ δὲν ξέ­ρα­με νὰ τῆς κρα­τή­σου­με στὴ ζω­ή.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Minificciones.com.ar

Χο­σὲ Ἐ­μί­λιο Πα­τσέ­κο (José Emilio Pacheco) (Με­ξι­κό 1939). Εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 2009 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να 1970). Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (ἐκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

Κωνσταντῖνος Καπετανάκης: Πορσελάνη

Kapetanakis,Konstantinos-Porselani-Eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Κα­πε­τα­νά­κης


Πορ­σε­λά­νη


OΛΑ φτιά­χνουν.

       Ἀγ­γί­ζω. Ἡ πω­λή­τρια ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους καὶ δὲν μὲ ρω­τά­ει πιά, ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ ἄλ­λον. Δὲν τὴν ἀ­κού­ω, σὰν νὰ ἔ­φυ­γα. Αὐ­τὸ συ­νή­θως κά­νω, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν μέ­νω.

       Τρέ­χει αἷ­μα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό του. Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, μοῦ λέ­ει, σκί­στη­κε λί­γο τὸ φρύ­δι· ἐ­σύ, χτύ­πη­σες; Πιά­νει τὸ κε­φά­λι μου. Τὸ παρ­μπρὶζ ἔ­χει σπά­σει καὶ κομ­μά­τια του σκε­πά­ζουν τὸ ταμ­πλό, τὸ φλὰς ἀ­να­βο­σβή­νει. Τὸ δε­ξί μου γό­να­το, ὄ­χι πο­λὺ ὅ­μως. Τὸ τρί­βει ἁ­πα­λά. Πή­γαι­νε σπί­τι, ἐ­γὼ θὰ ἔρ­θω σὲ λί­γο. Μυ­ρί­ζει βεν­ζί­νη κι ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ βγαί­νει κα­πνός.

       Τὸ αἷ­μα του, γραμ­μὴ ποὺ κα­τη­φο­ρί­ζει δι­στα­κτι­κά, λο­ξο­δρο­μεῖ δί­πλα στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μά­τι καὶ στα­μα­τά­ει στὸ πά­νω χεῖ­λος· τὸ γλύ­φει. Τὰ χέ­ρια μου σφίγ­γουν ἀ­κό­μα τὸ τι­μό­νι· τὰ χα­ϊ­δεύ­ει. Θὰ κά­νου­με μά­θη­μα πά­λι ὅ­ταν φτιά­ξω τὸ ἁ­μά­ξι, στὸ ὑ­πό­σχο­μαι. Νό­μι­ζα ὅ­τι τὸ δε­ξὶ πε­τά­λι εἶ­ναι τὸ φρέ­νο, μπαμ­πά. Ἀ­φή­νω τὸ τι­μό­νι καὶ κοι­τά­ζω τὶς ἱ­δρω­μέ­νες μου πα­λά­μες. Κι ἐ­γὼ μπερ­δεύ­ο­μαι συ­χνά, μὴ νο­μί­ζεις, πή­γαι­νε, καὶ μὴν πεῖς στὴ μα­μὰ ὅ­τι ἤ­μα­σταν μα­ζί.

       Ἀ­πὸ κά­που μα­κριὰ νι­ώ­θω ὅ­τι ἡ πω­λή­τρια κοι­τά­ζει πρὸς ἐ­μέ­να. Χά­νο­μαι στὸν χρό­νο καὶ γί­νο­μαι ρε­ζί­λι σὲ ὅ­λο τὸ κα­τά­στη­μα, κα­θυ­στε­ρῶ, ἡ κάρ­τα στάθ­μευ­σης ὅ­που νά ’­ναι λή­γει, θὰ μοῦ κό­ψουν κλή­ση, θ’ ἀρ­γή­σω σπί­τι. Λὲς καὶ κά­ποι­ος εἶ­ναι ἐ­κεῖ καὶ θὰ μὲ μα­λώ­σει.

       Ὅ­λα τα λά­στι­χα εἶ­ναι σκα­σμέ­να καὶ τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἔ­χει ἀ­να­ση­κω­θεῖ, ἕ­νας βρά­χος σφη­νώ­θη­κε ἀ­πὸ κά­τω. Γε­λά­ει – τρί­χες, θὰ δεῖς, ὅ­λα φτιά­χνουν. Θέ­λω νὰ πῶ κά­τι, ἀλ­λὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν ἀν­τι­κρύ­ζου­με τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα καὶ κοι­τά­ζω γύ­ρω μου, τὸν ξα­πλω­μέ­νο φρά­χτη ποὺ ἔ­σπα­σε ὅ­ταν πά­τη­σα τὸ γκά­ζι καὶ ὁρ­μή­σα­με στὸ ἄ­δει­ο οἰ­κό­πε­δο, τὸ δι­α­λυ­μέ­νο κα­πό, τὶς τσα­λα­κω­μέ­νες πόρ­τες, τὸ δέν­τρο ποὺ μᾶς στα­μά­τη­σε. Κα­τα­λή­γω στὸ πρό­σω­πό του· χα­μό­γε­λο ποὺ λέ­ει ὅ­τι κά­να­με ἀ­τα­ξί­α. Μοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι. Τό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ τὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σει ὅ­λα, νὰ τὰ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­σει, σὰν νὰ μὴν μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει πο­τὲ κά­τι κα­κό.

       Δὲν ἔ­κλα­ψα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, κα­μιὰ φο­ρὰ μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­κλα­ψα στὴν κη­δεί­α του δὲν ἔ­χω κλά­ψει πο­τέ, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται, ἴ­σως νὰ μπερ­δεύ­ο­μαι.

       Ἀ­πο­μα­κρύ­νο­μαι ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το κου­τσαί­νον­τας καὶ κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πί­σω. Στέ­κε­ται δί­πλα στὸ ἁ­μά­ξι, σὰν νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νὰ τὸ ἀγ­κα­λιά­σει, σκου­πί­ζει τὸ αἷ­μα καὶ μὲ χαι­ρε­τά­ει ση­κώ­νον­τας τὸ χέ­ρι. Νὰ μὴν πῶ τί­πο­τα, τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω στὸ δρό­μο. Ἀ­νοί­γω τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ καὶ ἐ­κεί­νη στέ­κε­ται στὸ δι­ά­δρο­μο, μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να. Μὲ ρω­τά­ει ποῦ ἤ­μουν. Κοι­τά­ζω κά­τω. Ἔ­παι­ζα μπά­λα στὴ δι­α­σταύ­ρω­ση. Δι­στά­ζει, κρα­τά­ει τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να καὶ πα­ρα­κα­λά­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου, πάν­τα αὐ­τὸ πα­ρα­κα­λοῦ­σα, νὰ μὴν στα­μα­τή­σει νὰ τὰ ἔ­χει ἔ­τσι, νὰ μὴν θέ­λει νὰ ξε­σπά­σει.

       Ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα λά­θη ἀ­πὸ ὅ­σα τῆς ἀ­να­λο­γοῦ­σαν, τὸ ξέ­ρω. Ἦ­ταν, λέ­ει, νέ­α καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε κι ἔ­κα­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, μό­νη ἀ­πὸ τό­σο νω­ρίς. Αὐ­τὰ μοῦ ἔ­λε­γε, χρό­νια με­τά, συ­νέ­χεια, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ἔ­πα­ψα νὰ τὴν ἀ­κού­ω.

       Ἔ­λα νὰ φᾶς, ὁ μπαμ­πὰς θ’ ἀρ­γή­σει, τρά­κα­ρε. Τὸ βλέμ­μα μου δεί­χνει νὰ τὴν πα­ρα­ξε­νεύ­ει· πά­ει νὰ μὲ πλη­σιά­σει καὶ κά­νω ἀ­πό­το­μα δύ­ο βή­μα­τα πί­σω, ἀλ­λὰ με­τὰ ὁρ­μά­ω πά­νω της, μιὰ ἄ­τσα­λη ἀγ­κα­λιά. Σι­γά, πὼς κά­νεις ἔ­τσι, δὲν χτύ­πη­σε, τὸ ἁ­μά­ξι δι­έ­λυ­σε. Πῆ­γε νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να σκυ­λί, ἀλ­λὰ ἄν­τε βρὲς ἄ­κρη τί ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια, τὸν ξέ­ρω ἐ­γώ. Κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι καὶ πη­γαί­νει στὴν κου­ζί­να. Μουρ­μου­ρί­ζει, χα­μη­λό­φω­νη πρό­βα ὅ­σων θὰ φω­νά­ζει γιὰ μέ­ρες. Στέ­κο­μαι δί­πλα στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ με­γά­λο πορ­σε­λά­νι­νο ἄ­γαλ­μα τοῦ Κι­νέ­ζου. Κρα­τά­ει ἕ­να κα­λά­μι ψα­ρέ­μα­τος κι ἔ­χει βλέμ­μα ἔκ­πλη­κτο· τὸν ἀγ­γί­ζω, τὸ μυ­τε­ρὸ γε­νά­κι, τὸ κα­πέ­λο. Θέ­λω νὰ τῆς πῶ ὅ­τι ἐ­γὼ τὸ ζή­τη­σα κι ὁ μπαμ­πὰς μοῦ ἔ­λε­γε πάν­τα ναί, πά­τη­σα γκά­ζι, φο­βή­θη­κα. Τὸ μό­νο ποὺ κά­νω εἶ­ναι νὰ χα­ϊ­δεύ­ω τὸ ἄ­γαλ­μα καὶ νὰ τὸ σπρώ­χνω ἁ­πα­λά, μὲ ἕ­να δά­χτυ­λο, ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ὁ Κι­νέ­ζος τα­λαν­τεύ­ε­ται στὴ κό­χη, τὸν συγ­κρα­τῶ. Ἐ­γὼ φταί­ω· δο­κι­μά­ζω τὶς δύ­ο λέ­ξεις στὸ στό­μα μου, σὰν νὰ μι­λά­ω ἄ­γνω­στη γλώσ­σα. Μ’ ἕ­να ἀ­νε­παί­σθη­το ἄγ­γιγ­μα ἡ πορ­σε­λά­νη πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Κοι­τά­ζω τὰ σπα­σμέ­να κομ­μά­τια, ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν μπο­ρῶ νὰ τὰ κολ­λή­σω μὲ τὶς λέ­ξεις. Τὰ μουρ­μου­ρη­τὰ ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να στα­μα­τοῦν, βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα. Τὰ χέ­ρια της δὲν εἶ­ναι πιὰ σταυ­ρω­μέ­να.

       «Προ­σέξ­τε». Σπρώ­χνω πρὸς τὴν ἄ­κρη τῆς γυ­ά­λι­νης βι­τρί­νας ἕ­ναν πορ­σε­λά­νι­νο Κι­νέ­ζο, μι­κρὸ καὶ ἄ­σχη­μο, μὲ πρό­σω­πο ζα­ρω­μέ­νο· κρα­τά­ει ἕ­να κα­λά­θι. Σὰν νὰ ξυ­πνά­ω, τρα­βι­έ­μαι καὶ κοι­τά­ζω τὸ χαρ­τὶ ποὺ ἔ­χω στὸ χέ­ρι: «κού­ρε­μα, σοῦ­περ-μάρ­κετ, κα­θα­ρι­στή­ριο, δῶ­ρο γά­μου προ­ϊ­στα­μέ­νης 50 εὐ­ρώ, σπί­τι, θερ­μο­σί­φω­νας/ἀ­σφά­λεια, ναί, ὄ­χι». Για­τί ἔ­γρα­ψα αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο; Κά­ποι­ες κυ­ρί­ες μὲ πα­ρα­τη­ροῦν, ἡ πω­λή­τρια ἁρ­πά­ζει τὴν πορ­σε­λά­νη. «Εἶ­ναι πα­νά­κρι­βο, θὰ τὸ ἀ­γο­ρά­σε­τε; Δὲν μι­λᾶ­τε;».

       Πάν­τα ὑ­πάρ­χουν σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Καὶ οἱ λέ­ξεις μό­νες δὲν κα­τα­φέρ­νουν νὰ κολ­λή­σουν κα­νέ­να. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὅ­μως μι­λᾶς, ἔ­στω γιὰ νὰ σπά­σεις τὴ σι­ω­πή.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Κα­πε­τα­νά­κης (Ἀ­θή­να 1971). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἀγ­γλί­α. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Κώ­στα Κα­τσου­λά­ρη.

Μάριο Μπενεντέτι (Mario Benedetti)

OiAggeloiKaiToSex-03


Μά­ριο Μπε­νεν­τέ­τι (Mario Benedetti)


Οἱ ἄγ­γε­λοι καὶ τὸ σέξ

(El sexo de los ángeles)


  02-EpsilonΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΛΥΠΗΡΑ κε­νὰ πλη­ρο­φό­ρη­σης ποὺ ἔ­χουν τα­λα­νί­σει ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων. Τὸ στοι­χεῖ­ο, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ἐ­πι­βε­βαι­ω­θεῖ, ὅ­τι οἱ ἄγ­γε­λοι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα, ἴ­σως νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ὅ­πως οἱ θνη­τοί.

         Ἄλ­λη ἐκ­δο­χή, ἐ­πί­σης ἀ­νε­πι­βε­βαί­ω­τη ἀλ­λὰ πιὸ ἀ­λη­θο­φα­νής, ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι μπο­ρεῖ μὲν οἱ ἄγ­γε­λοι νὰ μὴν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὰ σώ­μα­τά τους (γιὰ τὸν ἁ­πλού­στα­το λό­γο ὅ­τι δὲν ἔ­χουν) τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νουν ὅ­μως μὲ λέ­ξεις, ἐν­νο­εῖ­ται μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες.

         Ἔ­τσι, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ Ἄγ­γε­λος καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα συ­ναν­τι­οῦν­ται στὸ σταυ­ρο­δρό­μι δύ­ο δι­α­φα­νει­ῶν, ἀρ­χί­ζουν νὰ κοι­τά­ζον­ται, νὰ ξε­λο­γι­ά­ζον­ται καὶ νὰ μπαί­νουν σὲ πει­ρα­σμὸ ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας βλέμ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α, ἀ­σφα­λῶς, εἶ­ναι αγγελικά.

        Καὶ ἂν ὁ Ἄγ­γε­λος, γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν κα­τά­στα­ση, πεῖ: «Σπό­ρος», ἡ Ἀγ­γέ­λα, γιὰ νὰ τὸν φουν­τώ­σει, ἀ­παν­τά­ει: «Αὐ­λά­κι». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Χι­ο­νο­στι­βά­δα» καὶ ἐ­κεί­νη, τρυ­φε­ρά: «Ἄ­βυσ­σος».

         Οἱ λέ­ξεις δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη ρυθ­μὸ σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἢ στορ­γι­κὲς σὰν νι­φά­δες.

        Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Κορ­μός». Καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα: «Σπη­λιά».

         Κά­που ἐ­κεῖ κον­τὰ φτε­ρο­κο­ποῦν ἕ­νας Φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λος, μι­σο­γύ­νης καὶ ἀ­θό­ρυ­βος, καὶ ἕ­νας Ἄγ­γε­λος τοῦ Θα­νά­του, χῆ­ρος καὶ ζο­φε­ρός. Ἀλ­λὰ τὸ ζευ­γά­ρι τῶν ἐ­ρα­στῶν δὲν στα­μα­τά­ει, συ­νε­χί­ζει νὰ συλ­λα­βί­ζει τὸν ἔ­ρω­τά του.

         Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Πη­γή». Καὶ ἐ­κεί­νη: «Κοι­λά­δα».

         Οἱ συλ­λα­βὲς δι­α­πο­τί­ζον­ται μὲ δρο­σο­στα­λί­δες καί, ἐ­δῶ καὶ κεῖ, ἀ­νά­με­σά σὲ κρυ­στάλ­λους χι­ο­νιοῦ, κυ­κλο­φο­ροῦν ὁ ἀ­έ­ρας καὶ οἱ προσ­δο­κί­ες τους. Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Σπα­θί», καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα, ἀ­πα­στρά­πτου­σα: «Πλη­γή». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Κω­δω­νο­κρου­σί­α», καὶ ἐ­κεί­νη: «Συ­να­γερ­μός».

         Καὶ τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς τοῦ ὑ­περ­κό­σμιου ὀρ­γα­σμοῦ, οἱ θύσ­σα­νοι καὶ οἱ σω­ρεῖ­τες, τὰ στρώ­μα­τα καὶ οἱ με­λα­νί­ες, ρι­γοῦν, σεί­ον­ται, ἐ­κρή­γνυν­ται, καὶ ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ἀγ­γέ­λων πέ­φτει σὰν κα­ται­γι­στι­κὴ βρο­χὴ πά­νω στὸν κό­σμο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Μά­ριο Μπε­νεν­τέ­τι (Mario Benedetti): (Πά­σο δὲ λὸς Τό­ρος, ἐ­παρ­χί­α Τα­κου­α­ρεμ­πό, Οὐρουγουάη – Μον­τε­βι­δέο τῆς Ἀρ­γε­ντι­νῆς, 2009). Οὐ­ρου­γουα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὲς μορ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς γε­νιᾶς τοῦ ’45 στὴν πα­τρί­δα του καί, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, ὁ χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴ φω­τιά (μτφ. Ἀγ­γε­λι­κὴ Ἀ­λε­ξο­πού­λου). Τὸ «El sexo de los angeles» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ βι­βλί­ο De­spi­stes y fran­que­zas (1989). Βλ. ἐ­­δῶ καὶ τὸ ἀ­φιέρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέα σὲ ἐ­πιμέλεια τῆς συ­νερ­γά­τι­δάς μας Νάν­συ Ἀγ­γελῆ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.