Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ὑστεροφημία

Pàmies,Sergi-Ysterofimia-Eikona-01


 

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)

 


Ὑ­στε­ρο­φη­μί­α

(La posteritat)


 

02-Htta ΚΗΔΕΙΑ ΣΟΥ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α εὐ­και­ρί­α ποὺ ἔ­χεις νὰ κά­νεις κου­μάν­το καὶ νὰ ὀρ­γα­νώ­σεις τὰ πράγ­μα­τα. Δι­ά­λε­ξες τὸ νε­κρο­φυ­λακεῖο, τὸν τύ­πο φε­ρέ­τρου, τὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων λό­γων, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ θὰ παί­ξει καὶ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς Βί­βλου ποὺ θὰ δι­α­βά­σει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Ἄ­φη­σες τὰ πάν­τα ση­μει­ω­μέ­να μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια σὲ ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ μὲ ὅ­λες τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­θυ­μί­ες σου ὥ­στε νὰ μὴν φορ­τώ­σεις μὲ αὐ­τὰ οὔ­τε τὰ παι­διά σου οὔ­τε τὴν τρί­τη σύ­ζυ­γό σου. Ἐ­ξα­σφά­λι­σες μα­ζι­κὴ προ­σέ­λευ­ση, ἂν καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι το ἔ­κα­ναν ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση πα­ρὰ ἀ­πὸ φι­λί­α. Δὲν θέ­λη­σες νὰ σὲ ἀ­πο­τε­φρώ­σουν: κα­πά­ρω­σες τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο νε­κρο­στά­σιο γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο καὶ ξό­δε­ψες πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ καλ­λω­πί­σουν τὸ πτῶ­μα σου γε­γο­νὸς ποὺ θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους ἔ­χον­τας κά­νει τὸ μα­νι­κιούρ σου, μὲ ἔκ­φρα­ση πιὸ κα­λο­συ­νά­τη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ εἶ­χες ζων­τα­νὸς καί, φυ­σι­κά, τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ κου­στού­μι ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες σου. Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ κει­μέ­νου στὸ ἀ­ναγ­γελ­τή­ριο θα­νά­του προ­σέ­λα­βες ἕ­ναν ποι­η­τὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ­σα σὲ μό­λις τρεῖς γραμ­μές, συ­νέ­πτυ­ξε τὴ θλί­ψη τῶν οἰ­κεί­ων σου. Οὔ­τε λα­τι­νι­κὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα οὔ­τε στί­χοι ἐ­θνι­κῶν ποι­η­τῶν. Μό­νο ἕ­να ἐ­πι­τά­φιο ἐγ­κώ­μιο ποὺ θὰ λα­ξευ­τεῖ καὶ στὴ μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ἑ­νὸς μνή­μα­τος μὲ προ­νο­μια­κὴ θέ­α στὴ θά­λασ­σα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ ἔ­βλε­πες ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ εἶ­χες νι­ώ­σει ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἐ­πει­δή, γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, εἶ­χες προ­βλέ­ψει τὰ πάν­τα. Ἢ σχε­δόν. Δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι θὰ ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα καὶ ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ ἔ­φτα­νε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, κα­κό­κε­φος καὶ μὲ βρό­μι­κα πα­πού­τσια. Οὔ­τε ὅ­τι, τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ παι­ζό­ταν τὸ Πρε­λού­διο σὲ σὶ μπε­μὸλ τοῦ Μπλὰνς-Μον­τέν, θὰ ἔ­πε­φτε τυ­χαῖα τὸ δο­ξά­ρι ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ. Καὶ βέ­βαι­α δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι ὁ βή­χας θὰ με­τα­δι­δό­ταν ἀ­πὸ σει­ρὰ σὲ σει­ρά, οὔ­τε τὶς φο­ρὲς ποὺ κά­ποι­ος θὰ κά­λυ­πτε τὸ στό­μα του γιὰ νὰ κρύ­ψει κά­ποι­ο χα­σμου­ρη­τό. Γιὰ νὰ μὴν μι­λή­σου­με γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­φυ­γαν πρὶν ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ τε­λε­τή, δί­χως νὰ δώ­σουν τὰ συλ­λυ­πη­τή­ριά τους, τρέ­χον­τας πρὸς τὸ πάρ­κινγκ γιὰ νὰ γλυ­τώ­σουν τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ τοὺς δεῖς θὰ εἶ­χες κα­τα­λά­βει πολ­λὰ πράγ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴ ζω­ή σου, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἂν εἶ­χες ἀ­νέ­βει μα­ζί τους στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τοὺς εἶ­χες πα­ρα­τη­ρή­σει, τσαν­τι­σμέ­νους ἐ­ξαι­τί­ας τῆς βρο­χῆς, νὰ βά­ζουν τὸ ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὶς εἰ­δή­σεις —ἀ­θλη­τι­κὲς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κές— καί, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­ο φα­νά­ρια καὶ κά­τι λί­γα λε­πτὰ ὁ­δή­γη­σης, νὰ σὲ ξε­χνοῦν γιὰ πάν­τα.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Cancons d’amor i de pluja (Quaderns Crema, 2013).

 


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: