Ράνια Καραχάλιου: Ἀβραὰμ κατὰ συρροήν


Karachaliou,Rania-AbraamKataSyrroin-Eikona-05


Ρά­νια Καρα­χά­λιου


 

Ἀ­βρα­ὰμ κα­τὰ συρ­ρο­ήν


02-OmikronΘΕΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ δὲν ἔκανε πο­τὲ παι­διά, εἶ­χε ὅ­μως κα­μιὰ τε­τρα­κο­σα­ριὰ γι­δο­πρό­βα­τα κι ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὰ χα­ρά­μα­τα ὣς τὶς ἐν­νιά τὸ βρά­δυ ἤ­τα­νε στὸ πό­δι. Ἄρ­μεγ­μα τὸ πρω­ί, ἄρ­μεγ­μα τ’ ἀ­πό­γευ­μα, τά­ι­σμα, σά­ρω­μα καὶ πά­ει κο­πι­ά­ζον­τας. Εὐ­τυ­χῶς τὸν βό­η­θα­γε κι ἡ θεί­α ὅ­λη μέ­ρα, για­τί μο­νά­χος του μι­σὲς δου­λει­ὲς θὰ ἔ­κα­νε.

       Τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τοὺς εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φτεῖ, πρὶν χρό­νια, κον­τὰ στὴ Λαμ­πρή, τό­τε ποὺ σφά­ζα­νε τὰ ζῶ­α. Τσι­λιμ­πί­θρι­κο φά­ε τί­πο­τα, χω­ρὶς πι­α­σί­μα­τα πε­ρι­μέ­νεις νὰ βρεῖς ἄν­τρα μοῦ ’­λε­γε ὁ θεῖ­ος καὶ τρό­χι­ζε κά­τι χαν­τζά­ρες νά. Ἔ­λα πά­νω γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ποῦ νὰ πλη­σιά­σω τοῦ φο­νι­κοῦ τὸν τό­πο, οὔ­τε τὰ το­μά­ρια ποὺ κρέ­μα­γε στὰ σύρ­μα­τα δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε τὸ σφά­ξι­μο καὶ κά­θι­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μί­λα­γε μὲ κα­μά­ρι γιὰ τὰ ζων­τα­νὰ πού ’­σφα­ξε, γιὰ τὴ Μού­σκα ποὺ τὸ ’­χε σκά­σει δυ­ὸ φο­ρές, τὴ μιὰ εἶ­χε πέ­σει στὸ λαγ­κά­δι, τὴν ἄλ­λη εἶ­χε τσα­κι­στεῖ σὲ κά­τι βρά­χια, γιὰ τὸ Ροῦσ­σο πού ’­πι­νε γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπιμ­πε­ρό. Τέ­τοι­ες νύ­χτες ἔ­πι­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ὁ θεῖ­ος κι ἡ γλώσ­σα του πή­γαι­νε ρο­δά­νι. Ποὺ καὶ ποὺ στά­λες γλί­στρα­γαν στὸ πρό­σω­πό του, ἄι στὸ διά­τσο ἡ βρω­μο­ζέ­στη ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν πὼς δά­κρυ­α ἦ­ταν γιὰ τὶς κα­τὰ συρ­ρο­ὴν θυ­σί­ες.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: