Παναγιώτης Κουσαθανᾶς: Ἡ μάνα μου

Kousathanas,Panagiotis-IManaMou-Eikona-01

Παναγιώτης Κουσαθανᾶς

 

Ἡ μά­να μου


 

09-Kappa-Letter_K_from_the_Fantastic_AlphabetΑΝΟΝΙΚΑ τὴ φρόν­τι­ζε ἡ ἀ­δελ­φή μου. Καὶ λέ­ω κα­νο­νι­κά, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς της —εἶ­χε ξε­νο­δο­χεῖ­ο— ἔ­με­να ἐ­γὼ στὴ θέ­ση της. Γιὰ νο­σο­κό­μα οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν. Τί θά ‘­λε­γε ὁ κό­σμος; Τρεῖς ἄν­θρω­ποι, ὁ πα­τέ­ρας, ἐ­γώ, ἡ ἀ­δελ­φή μου καὶ νὰ πέ­σει στὰ νύ­χια μιᾶς ξέ­νης; Ὕ­στε­ρα μᾶς εἶ­χαν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νει κι οἱ φῆ­μες. Τοὺς δέρ­νουν τοὺς γέ­ρους, τοὺς τσιμ­ποῦν. Ὅ­ταν δὲν ὑ­πάρ­χει στορ­γὴ συμ­βαί­νουν ἄ­γρια πράγ­μα­τα.

 


Τά ‘­χε πε­ρά­σει τὰ ὀ­γδόν­τα. Σχε­δὸν τυ­φλή – «με­γά­λος κα­η­μὸς νὰ μὴ σὲ βλέ­πω ἀ­πὸ ζων­τα­νή…». Ἀ­π’ τὶς λί­γες φο­ρὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ πρῶ­το ρη­μα­τι­κὸ πρό­σω­πο. Οἱ ἀ­νάγ­κες, τὰ αἰ­σθή­μα­τά της εἶ­χαν πνι­γεῖ μέ­σα στὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τοῦ τρί­του. «Νυ­στά­ζει, μὴν τὸ σκώ­σε­τε! Πει­νᾶ, τα­ΐ­σε­τέ το!» Δὲ θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε πο­τὲ στὴν ἀγ­κού­σα καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ «ἐ­γώ».

       Τὰ χέ­ρια της, ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε ἀ­φρά­τα σὰν τὴν κου­λού­ρα τῆς Λαμ­πρῆς, τὰ μυ­ρω­δά­τα της δά­χτυ­λα ποὺ μὲ ξε­μά­τια­ζαν μὲ τὸ μο­σκο­κάρ­φι, τὰ δά­χτυ­λά της τὰ ζε­στά, ποὺ τὰ βου­τοῦ­σε στὸ καυ­τὸ λά­δι τοῦ καν­τη­λιοῦ τὸ χει­μώ­να, γιὰ νὰ μοῦ τρί­ψει τὰ πο­νε­μέ­να μου κον­τύ­λια καὶ τὰ γαρ­γα­λώ­νια στὶς δι­χά­λες τῆς φύ­σης μου, εἶ­ναι τώ­ρα ξε­ρά, πα­γω­μέ­να. Σφίγ­γει ἕ­να κου­τά­κι σπίρ­τα στὴ χού­φτα, μὴ σβή­σει τὸ φῶς καὶ μεί­νει στὸ σκο­τά­δι. Καὶ μό­νο πό­τε-πό­τε, βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ πέ­λα­ο ὅ­που φελ­λο­πλέ­ει, ἁ­πλώ­νει τὸ κρύ­ο χέ­ρι της νὰ μοῦ χα­ϊ­δέ­ψει τὸ μά­γου­λο. Ὕ­στε­ρα, σὲ λί­γο ρω­τᾶ: «Ποῦ εἶ­μαι;».

       Ξέ­ρω πὼς σὲ λί­γο δὲ θὰ γνω­ρί­ζει οὔ­τε ἐ­μέ­να, τὸ «σπλά­χνο» της, ποὺ μ’ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸ πιὸ πο­λύ· δὲ θὰ τὴ νοιά­ζει κι ἂν ἀ­πο­θά­νω – αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­η­μός. Ὅ­μως με­θαύ­ριο ἡ ἀ­νά­μνη­σή της θὰ μ’ ἀν­τα­μεί­βει μ’ ἕ­να δά­κρυ, ποὺ θὰ φω­τί­ζει τὰ χα­μέ­να χρό­νια μου.

       Πέν­τε χρό­νια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ τὸ δο­χεῖ­ο ἀ­νελ­λι­πῶς ἀ­πὸ κά­τω της. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἡ μά­να μου. Ἀ­γνώ­ρι­στη. Κά­τι ὅ­μως εἶ­χε μεί­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το σ’ αὐ­τήν, ἡ ἔ­γνοι­α της γιὰ μέ­να.

       — Νὰ βά­ζεις ἕ­να πιὸ χον­τρὸ ροῦ­χο. Νὰ μὴν κά­θε­σαι στὰ ρέ­μα­τα καὶ κρυ­ο­λο­γή­σεις. Νὰ βρεῖς μιὰ κο­πέ­λα νὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τεῖς, νά ‘­χεις τὸ ζε­στὸ καὶ τὸ πλυ­μέ­νο σου…

       Τὴν τά­ι­ζα κι ἡ πρώ­τη κου­τα­λιά της ἦ­ταν προ­τρο­πή.

       — Φά­ε κι ἐ­σὺ τὸ μι­σό.

       Ἡ τε­λευ­ταί­α, εὐ­χή.

       — Ὁ Θε­ὸς νὰ σ’ ἔ­χει κα­λά, μά­τια μου.

       Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε πὼς ἤ­θε­λε νὰ βά­ψει κόκ­κι­να ἀ­βγὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, νὰ πλά­σει χρι­στό­ψω­μα τὴ Λαμ­πρή; Γιὰ μέ­να ἦ­ταν ἡ μά­να μου.

       Ἕ­νας αὐ­το­μα­τι­σμὸς ἡ φρον­τί­δα της – τό­σα χρό­νια. Νὰ τὴ ση­κώ­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, νὰ τὴν ἀ­κουμ­πῶ στὴν κα­ρέ­κλα, νὰ τῆς βά­νω τὸ ἀ­κου­στι­κό, τὰ γυα­λιά, τὶς μα­σέ­λες… Χω­ρὶς αὐ­τὰ τὰ σύ­νερ­γα οἱ αἰ­σθή­σεις της δὲ δού­λευ­αν. Ἐ­κτε­λοῦ­σα μη­χα­νι­κὰ —κι ἀ­γόγ­γυ­στα— τὸ «κα­θῆ­κον». Μό­νο ἡ φω­νή της, καμ­πα­νι­στή, δού­λευ­ε χω­ρὶς βο­η­θη­τι­κὸ ἐ­ξάρ­τη­μα· τρα­γου­δοῦ­σε τὶς μαν­του­νά­δες τῆς νι­ό­της της.


 

       Τὰ μά­τια μ’ ἔ­χουν ἔ­ρων­τα καὶ μέ­σα ψι­χα­λί­ζουν,

 

       καὶ μέ­σα στὸν ψι­χα­λι­σμὸ κα­ρά­βια ἀρ­με­νί­ζουν.

 


       Μι­λοῦ­σε μὲ τὸ χα­μέ­νο της ἐγ­γο­νό, ποὺ τὸν ἔ­παιρ­νε ἀγ­κα­λιὰ κά­θε βρά­δυ καὶ τὸν ζέ­σται­νε – «λα­λά, κρυ­ώ­νω, πο­λὺ κρυ­ώ­νω!».


Ὥ­σπου σή­με­ρα ἔ­σπα­σε ἡ ρου­τί­να. Μό­λις ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα τῆς κά­μα­ράς της, ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βα. Μιὰ ἀ­να­πάν­τε­χη μπό­χα μ’ ἅρ­πα­ξε ἀ­π’ τὰ ρου­θού­νια. Δὲ χρει­ά­στη­κε νὰ φτά­σω στὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ πι­στο­ποι­ή­σω τὴν ἐ­νο­χή της· μα­ζε­μέ­νη, ἕ­να κου­βα­ρά­κι, ἕ­να ἔμ­βρυ­ο, πρό­σω­πο γυ­ρι­σμέ­νο στὸν τοῖ­χο, δά­χτυ­λα ποὺ προ­σπα­θοῦ­σαν νευ­ρι­κὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ νυ­χτι­κοῦ της νὰ σκε­πά­σουν τὸ τεκ­μή­ριο τῆς ἐ­νο­χῆς: ἕ­να κα­φε­τί, σι­χα­με­ρὸ πο­τά­μι. Καὶ πα­ρα­πό­τα­μοι. Ρυά­κια καὶ δι­α­κλα­δώ­σεις πά­νω στὰ ἄ­σπρα σεν­τό­νια. Εἶ­ναι ἀ­πί­στευ­το τί λα­βύ­ριν­θους μπο­ροῦν νὰ σχε­διά­σουν τὰ ἀ­ραι­ὰ σκα­τά.

       Ἀ­πὸ ‘­δῶ καὶ πέ­ρα εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ποὺ ἄ­νοι­ξα, τὰ γάν­τια ποὺ φό­ρε­σα, τὸ ζε­στὸ νε­ρὸ μὲ τὸ σα­πού­νι στὴν κού­πα, τὰ με­γά­λα δι­α­λείμ­μα­τα τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου, κα­λύ­τε­ρα τὴν ἀ­γω­νί­α τῆς ἀ­σφυ­ξί­ας μου, κι ἐ­κεῖ­νον τὸ λό­ξυγ­κα τοῦ ἐ­με­τοῦ, ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ στό­μα καὶ τὸν ἔ­σπρω­χνα νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει στὸ στο­μά­χι, τὸν ἔ­σπρω­χνα κι αὐ­τὸς ὅ­λο ἀ­νέ­βαι­νε. Μέ­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση θυ­μή­θη­κα τὸ πα­ρά­δο­ξο ἑ­νὸς ἀ­φο­ρι­σμοῦ: «Ἕ­νας γέ­ρος χω­ρὶς πρω­κτὸ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι χα­ρι­τω­μέ­νος».

       Τὴ σκού­πι­σα μὲ τὰ σεν­τό­νια. Ἄρ­χι­σα ὕ­στε­ρα νὰ τὴν πλέ­νω. Ἡ λε­κά­νη της, μιὰ λά­μα τοῦ μπαλ­τᾶ τώ­ρα, μω­λώ­πι­ζε τὸ χω­νε­μέ­νο κρέ­ας. Δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα. Καρ­τε­ρι­κὰ συ­νέ­χι­σε νὰ μέ­νει στὴ στά­ση τοῦ ἔ­νο­χου καὶ μό­νο τα δά­χτυ­λά της πα­σπά­τευ­αν τὸ νυ­χτι­κό. Ἔ­ψα­ξα μή­πως καὶ βρῶ τὸ θάρ­ρος νὰ τὴν ἐμ­ψυ­χώ­σω.

       — Κου­ρά­γιο, μά­να! Ἀ­πὸ ‘­δῶ καὶ πέ­ρα ἡ ζω­ή μας θά ‘­ναι ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το σκα­τό. Ἐ­σὺ θὰ χέ­ζεις, ἐ­μεῖς θὰ τὰ μα­ζεύ­ο­με καὶ θὰ σὲ πλέ­νο­με. Κου­ρά­γιο! Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ παι­γνί­δια τοῦ σώ­μα­τος. Ἀρ­χί­ζουν μ’ ἕ­να πρε­λού­διο καὶ τε­λει­ώ­νουν μὲ μιὰ κόν­τα. Ἴ­δια καὶ τὰ δυ­ό. Μό­νο ἡ κλί­μα­κα τῆς μυ­ρω­διᾶς δι­α­φέ­ρει. Για­τί νὰ μοῦ στε­να­χω­ρι­έ­σαι; Τί εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος; Ἕ­να σα­κὶ μὲ σκα­τὰ εἶ­ναι, τά­φος κε­κο­νι­α­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­σβέ­στη τῆς ὀ­μορ­φιᾶς.

       Δὲν ἄ­νοι­ξα τὸ στό­μα ἐν­τού­τοις. Δὲν ἦ­ταν ὥ­ρα γιὰ μου­σι­κὲς πα­ρο­μοι­ώ­σεις καὶ φι­λο­σο­φή­ματα. Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ ἦ­ταν ἀ­φό­ρη­τα δυ­σῶ­δες. Ξε­σκά­τω­να τὴ μά­να μου, ποὺ μ’ εἶ­χε ξε­σκα­τώ­σει. Τε­λι­κά, ἔ­χει δί­κιο ὁ κό­σμος. Ὅ­λα εἶ­ναι δα­νει­κά. Ἔ­με­να ὅ­μως ποι­ός θὰ μὲ ξε­σκα­τώ­σει; «Νὰ βρεῖς μιὰ κο­πέ­λα νὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τεῖς, νά ‘­χεις τὸ ζε­στὸ καὶ τὸ πλυ­μέ­νο σου…»

       Ἄ­νοι­ξα μὲ τὸ ζό­ρι τὰ πό­δια της, ποὺ τά ‘­χε γε­ρὰ κολ­λη­μέ­να, καὶ φούν­τω­σε στὰ βου­λι­αγ­μέ­να μά­γου­λά της ἕ­να παρ­θε­νι­κὸ ἐ­ρύ­θη­μα. Ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­πο­φο­ρὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, ἡ ἀ­η­δί­α μου δὲν ἦ­ταν πιὰ ἀ­η­δί­α. Τὰ πλα­στι­κὰ γάν­τια δὲν εἶ­χαν θέ­ση τώ­ρα πιά. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βω τὰ πέ­τα­ξα καὶ κα­θά­ρι­σα μὲ γυ­μνὰ δά­χτυ­λα τὸ σκο­τει­νὸ ση­μεῖ­ο ἀ­π’ ὅ­που, σα­ράν­τα τό­σα χρό­νια πρίν, βγῆ­κα ἐ­γώ, ὁ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτος καὶ μο­να­δι­κὸς Θα­νά­σης Πα­να­γι­ω­τί­δης. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά, ἂν εἶ­ν’ ἀ­λή­θεια ὅ­τι γεν­νι­ό­μα­στε τυ­φλοί, ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν πύ­λη ἀ­π’ ὅ­που πέ­ρα­σα «ἀ­π’ τὸ μυ­στή­ριο τοῦ μη­δε­νὸς» σ’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἡ κου­νι­στὴ πο­λυ­θρό­να καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1996).

Πα­να­γι­ώ­της Κου­σα­θα­νᾶς (Μύ­κο­νος, 1945). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ μί­α εἰ­κο­σα­ε­τί­α στὴν Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴν δι­ά­σω­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Μυ­κό­νου. Βι­βλί­α του: Ποί­η­ση: Συρ­ρα­φὴ ὀ­νεί­ρων (1980), Ἀν­τι­χνού­με­νος (1994), Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ τέσ­σε­ρεις ἀ­να­πλά­σεις (συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, Ἴν­δι­κτος, 2011) κ.ἄ. Πε­ζο­γρα­φί­α: Τὸ ρό­δο τῆς φω­τιᾶς (1985), Εἶ­ναι καὶ πρά­μα­τα βου­βά (1995), Λο­ξὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τε­λει­ώ­νουν μὲ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κό (2009) κ.ἄ.

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: