Ἄ­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua): Οἱ γυ­ναῖ­κες βά­φον­ται


OiGynaikesBafontai-Eikona-01b


Ἄ­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua)


Οἱ γυ­ναῖ­κες βά­φον­ται

(Las mujeres se pintan)


O-Omikron-SomataΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ βά­φον­ται πρὶν πέ­σει ἡ νύ­χτα. Στὰ μά­τια, τὴ μύ­τη, τὰ χέ­ρια, τὴν ἰ­γνυα­κὴ κοι­λό­τη­τα, τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν. Βά­φον­ται μὲ εἰ­σα­γό­με­να καλ­λυν­τι­κά, μὲ τέμ­πε­ρες, μὲ μαρ­κα­δό­ρους τσό­χας. Τὴν αὐ­γή, δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Κα­θὼς περ­νᾶ ἡ νύ­χτα καὶ οἱ ἄν­τρες, σι­γὰ σι­γὰ σβή­νουν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Ἄ­να Μα­ρί­α Σου­ὰ (Ana Maria Shua) (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1951). Ἔ­χει κα­τα­πια­στεῖ μὲ ὅ­λα τα λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη: μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση, θέ­α­τρο, παι­δι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πιὸ πρό­σφα­το βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Fenomenos de circo (2011). Τὸ «Las mujeres se pintan» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ τοῦ 1992 Casa de geishas.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


		
Διαφημίσεις

Ἀδόλφο Μπιόι Κασάρες (Adolfo Bioy Casares): Μιὰ ζωή

MiaZoi-Eikona-02


Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες (Adolfo Bioy Casares)


Μιὰ ζωή

(Una vida)


 

04-Htta ΜΑΓΕΙΡΙΣΣΑ εἶ­πε πὼς δὲν παν­τρεύ­τη­κε ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε χρό­νο. Στὰ νιά­τα της δού­λευ­ε σὲ μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια ποὺ τῆς ἐ­πέ­τρε­πε νὰ βγαί­νει δύ­ο ὧ­ρες κά­θε δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἐ­κεῖ­νες τὶς δύ­ο ὧ­ρες τὶς δι­έ­θε­τε γιὰ νὰ πά­ει μὲ τὸ τρὰμ 38 μέ­χρι τὸ σπί­τι κά­ποι­ων συγ­γε­νῶν, νὰ δεῖ ἂν εἶ­χαν φτά­σει γράμ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν Ἱ­σπα­νί­α, καὶ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει μὲ τὸ τρὰμ 38.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

 

 

Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες (Adolfo Bioy Casares) (Ἀρ­γεν­τι­νὸς γαλ­λι­κῆς κα­τα­γω­γῆς, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1914-1999). Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες (μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συ­νερ­γά­στη­κε σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἐγ­χει­ρή­μα­τα) τὸν συγ­κα­τα­λέ­γει στοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἀρ­κε­τὰ βι­βλί­α του μὲ ση­μαν­τι­κό­τε­ρά Τὸ ὄ­νει­ρο τῶν ἡ­ρώ­ων (μτφ. Νί­κος Πρα­τσί­νης) καὶ Ἡ ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ Μο­ρέλ (μτφ. Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης). Τὸ «Una vida» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ βι­βλί­ο του Guirnalda con amores (2004).

 


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ὑστεροφημία

Pàmies,Sergi-Ysterofimia-Eikona-01


 

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)

 


Ὑ­στε­ρο­φη­μί­α

(La posteritat)


 

02-Htta ΚΗΔΕΙΑ ΣΟΥ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α εὐ­και­ρί­α ποὺ ἔ­χεις νὰ κά­νεις κου­μάν­το καὶ νὰ ὀρ­γα­νώ­σεις τὰ πράγ­μα­τα. Δι­ά­λε­ξες τὸ νε­κρο­φυ­λακεῖο, τὸν τύ­πο φε­ρέ­τρου, τὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων λό­γων, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ θὰ παί­ξει καὶ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς Βί­βλου ποὺ θὰ δι­α­βά­σει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Ἄ­φη­σες τὰ πάν­τα ση­μει­ω­μέ­να μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια σὲ ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ μὲ ὅ­λες τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­θυ­μί­ες σου ὥ­στε νὰ μὴν φορ­τώ­σεις μὲ αὐ­τὰ οὔ­τε τὰ παι­διά σου οὔ­τε τὴν τρί­τη σύ­ζυ­γό σου. Ἐ­ξα­σφά­λι­σες μα­ζι­κὴ προ­σέ­λευ­ση, ἂν καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι το ἔ­κα­ναν ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση πα­ρὰ ἀ­πὸ φι­λί­α. Δὲν θέ­λη­σες νὰ σὲ ἀ­πο­τε­φρώ­σουν: κα­πά­ρω­σες τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο νε­κρο­στά­σιο γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο καὶ ξό­δε­ψες πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ καλ­λω­πί­σουν τὸ πτῶ­μα σου γε­γο­νὸς ποὺ θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους ἔ­χον­τας κά­νει τὸ μα­νι­κιούρ σου, μὲ ἔκ­φρα­ση πιὸ κα­λο­συ­νά­τη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ εἶ­χες ζων­τα­νὸς καί, φυ­σι­κά, τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ κου­στού­μι ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες σου. Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ κει­μέ­νου στὸ ἀ­ναγ­γελ­τή­ριο θα­νά­του προ­σέ­λα­βες ἕ­ναν ποι­η­τὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ­σα σὲ μό­λις τρεῖς γραμ­μές, συ­νέ­πτυ­ξε τὴ θλί­ψη τῶν οἰ­κεί­ων σου. Οὔ­τε λα­τι­νι­κὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα οὔ­τε στί­χοι ἐ­θνι­κῶν ποι­η­τῶν. Μό­νο ἕ­να ἐ­πι­τά­φιο ἐγ­κώ­μιο ποὺ θὰ λα­ξευ­τεῖ καὶ στὴ μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ἑ­νὸς μνή­μα­τος μὲ προ­νο­μια­κὴ θέ­α στὴ θά­λασ­σα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ ἔ­βλε­πες ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ εἶ­χες νι­ώ­σει ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἐ­πει­δή, γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, εἶ­χες προ­βλέ­ψει τὰ πάν­τα. Ἢ σχε­δόν. Δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι θὰ ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα καὶ ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ ἔ­φτα­νε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, κα­κό­κε­φος καὶ μὲ βρό­μι­κα πα­πού­τσια. Οὔ­τε ὅ­τι, τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ παι­ζό­ταν τὸ Πρε­λού­διο σὲ σὶ μπε­μὸλ τοῦ Μπλὰνς-Μον­τέν, θὰ ἔ­πε­φτε τυ­χαῖα τὸ δο­ξά­ρι ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ. Καὶ βέ­βαι­α δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι ὁ βή­χας θὰ με­τα­δι­δό­ταν ἀ­πὸ σει­ρὰ σὲ σει­ρά, οὔ­τε τὶς φο­ρὲς ποὺ κά­ποι­ος θὰ κά­λυ­πτε τὸ στό­μα του γιὰ νὰ κρύ­ψει κά­ποι­ο χα­σμου­ρη­τό. Γιὰ νὰ μὴν μι­λή­σου­με γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­φυ­γαν πρὶν ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ τε­λε­τή, δί­χως νὰ δώ­σουν τὰ συλ­λυ­πη­τή­ριά τους, τρέ­χον­τας πρὸς τὸ πάρ­κινγκ γιὰ νὰ γλυ­τώ­σουν τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ τοὺς δεῖς θὰ εἶ­χες κα­τα­λά­βει πολ­λὰ πράγ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴ ζω­ή σου, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἂν εἶ­χες ἀ­νέ­βει μα­ζί τους στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τοὺς εἶ­χες πα­ρα­τη­ρή­σει, τσαν­τι­σμέ­νους ἐ­ξαι­τί­ας τῆς βρο­χῆς, νὰ βά­ζουν τὸ ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὶς εἰ­δή­σεις —ἀ­θλη­τι­κὲς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κές— καί, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­ο φα­νά­ρια καὶ κά­τι λί­γα λε­πτὰ ὁ­δή­γη­σης, νὰ σὲ ξε­χνοῦν γιὰ πάν­τα.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Cancons d’amor i de pluja (Quaderns Crema, 2013).

 


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της: Μιὰ λέ­ξη ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα


Lebentis,Dimitris-MiaLeksiPouDenIksera-Eikona-04


Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Μιὰ λέ­ξη ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα


02-PiΡΕΠΕΙ, ΝΑ ΗΤΑΝ ΤΟ 1987, δεύ­τε­ρη χρο­νιὰ πα­ρα­μο­νῆς μου στὰ Κύ­θη­ρα. Τό­τε συ­νή­θι­ζα νὰ πη­γαί­νω μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα στὴ βρύ­ση στὰ Βι­α­ρά­δι­κα καὶ νὰ γε­μί­ζω μπου­κά­λια μὲ νε­ρὸ γιὰ τὸ σπί­τι. Τὸ ἔ­κα­να ἀ­πὸ τὴ μιὰ για­τί εἶ­χα πει­στεῖ ὅ­τι τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νε­ρὸ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῆς ὕ­δρευ­σης, καὶ ἦ­ταν, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως, καὶ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, γιὰ τὴ γα­λή­νια ὀ­μορ­φιὰ τῶν ἤ­χων καὶ τῶν ὀ­σμῶν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πη­γή.

       Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ πῆ­γα, καὶ μό­λις εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζω τὰ πρῶ­τα μπου­κά­λια, ἐμ­φα­νί­στη­κε σὰν ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά —το χω­ριὸ ἦ­ταν καὶ τό­τε σχε­δὸν ἀ­κα­τοί­κη­το— ἕ­νας μι­κρό­σω­μος καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ εὐ­κί­νη­τος γέ­ρον­τας. Ἰ­σχυ­ρί­στη­κε ὅ­τι πή­γαι­νε γιὰ δου­λειὰ στὰ πε­ρι­βό­λια του, στὴν οὐ­σί­α ὅ­μως μὲ ὑ­πέ­βα­λε σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ ἀ­νά­κρι­ση, μα­θαί­νον­τας ὄ­χι ἁ­πλά τὸ λό­γο τῆς ἐ­κεῖ πα­ρου­σί­ας μου, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ μέ­να ἴ­σως καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα κά­ποι­οι κα­λοί μου φί­λοι ἤ­ξε­ραν.

       Ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲν μὲ ἐ­νό­χλη­σε. Ἀ­πὸ τὴ με­ριά του φαί­νε­ται ὅ­τι καὶ ἐ­κεῖ­νος μὲ ἐ­νέ­κρι­νε. Τὸν κέρ­δι­σα ἐ­παι­νών­τας, μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ ἐν­θου­σια­σμό, τὸ νη­σί, τὸ χω­ριὸ καὶ τὸ νε­ρό του. Ὁ γέ­ρον­τας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὸ πυ­κνὸ πρά­σι­νο καί, λί­γο πρὶν φύ­γω, ἐ­πα­νεμ­φα­νί­στη­κε, καὶ πά­λι σὰν ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, φι­λεύ­οντάς μὲ κάμ­πο­σα σκαν­δα­λω­δῶς νό­στι­μα πε­τρο­κέ­ρασα. Μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ, ὅ­τι πο­τὲ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ πά­ω νὰ κό­ψω μό­νος μου κε­ρά­σια. Τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει, λέ­γον­τάς το, ὅ­τι δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να. Τὸ μέλ­λον ἀ­πέ­δει­ξε πὼς ἤ­μουν ψεύ­της. Ὅ­πο­τε ἀ­να­με­τρή­θη­καν ἡ νο­στι­μιὰ τῶν κε­ρα­σι­ῶν μὲ τὸν κώ­δι­κα τι­μῆς μου, ὁ δεύ­τε­ρος ἡτ­τή­θη­κε κα­τὰ κρά­τος, κα­τα­δει­κνύ­ον­τας ὅ­τι τό­τε ζοῦ­σα σὲ ἕ­να σύμ­παν στιγ­μῶν ἀρ­χέ­γο­νης εὐ­τυ­χί­ας.

       Κα­τὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ἐ­πι­σκέ­ψεις μου, ἐ­κεῖ­νος ἄλ­λο­τε ἐμ­φα­νι­ζό­ταν καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι. Περ­νού­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα μα­ζί, ἀλ­λὰ οἱ κου­βέν­τες μας ἤ­τα­νε λι­γο­στές. Δύ­ο πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­μαι πιὸ πο­λύ. Τὸν ἀ­βί­α­στα ἁρ­μο­νι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συμ­πλέ­κον­ταν καὶ συγ­χρο­νί­ζον­ταν τὸ τέμ­πο καὶ ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του μὲ τ’ ἀ­κού­σμα­τα τοῦ ἀ­νέ­μου, τοῦ νε­ροῦ καὶ τῶν ὄν­των, καὶ ποὺ συ­νέ­θε­ταν μιὰν ἀ­ξέ­χα­στα εὐ­ή­κο­η ἐμ­πει­ρί­α, καὶ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μο­να­δι­κό­τη­τα τῶν συ­ναι­σθη­μά­των μου ποὺ ἀ­να­δύ­ον­ταν στὰ με­σο­δι­α­στή­μα­τα τῆς σι­ω­πῆς. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­θό­λου τί λέ­γα­με.

       Τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ἔρ­θει. Εἶ­χα ἀ­φή­σει στὶς τρεῖς βρυ­σοῦ­λες ἰ­σά­ριθ­μα μπου­κά­λια νὰ ξε­χει­λί­ζουν, εἶ­χα ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο καὶ χά­ζευ­α. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸν Νί­κο. Στε­κό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ φυλ­λώ­μα­τα, σὲ μιὰν ἀρ­κε­τὰ μα­κρι­νὴ ἀ­πό­στα­ση, ὄ­χι ὅ­μως τό­σο ποὺ νὰ μὲ κά­νει νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πὼς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος. Μὲ κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἀ­νέκ­φρα­στος καὶ ἀ­μί­λη­τος. Τοῦ ἔ­κα­να νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν φώ­να­ξα μὲ τὸ ὄ­νο­μά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἴ­σως καὶ νὰ μὴ μὲ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ. Κα­μί­α ἀλ­λα­γή. Θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι θὰ ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­γε­νὲς νὰ ἐ­πι­μεί­νω. Πῆ­γα λοι­πὸν πρὸς τὴ βρύ­ση νὰ μα­ζέ­ψω τὰ γε­μά­τα μπου­κά­λια καί, σβή­νον­τας τὸ τσι­γά­ρο, ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ πρὸς τὸ μέ­ρος ποὺ εἶ­χα δεῖ πιὸ πρὶν τὸν φί­λο μου. Δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

       Ὁ Νί­κος δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς φί­λος μου. Εἴ­χα­με βρε­θεῖ μα­ζὶ τὴν πε­ρα­σμέ­νη χρο­νιά, Κυ­ρια­κὴ τῆς Τυ­ρι­νῆς, μὲ τὸν Τά­σο ἀρ­χη­γό, νὰ τρα­γου­δᾶ­με καν­τά­δες στὰ «καν­τού­νια», ἀλ­λὰ καὶ σὲ σπί­τια τῆς Χώ­ρας, ὅ­που ἔκ­πλη­κτοι οἱ νοι­κο­κυ­ραῖ­οι, με­ρι­κοὶ μά­λι­στα φο­ρών­τας τὶς πι­τζά­μες τους, μᾶς σέρ­βι­ραν κα­λο­συ­νά­τα τσί­που­ρο ἐ­κλε­κτὸ καὶ λι­κὲρ φτη­νό. Ὁ Νί­κος ξε­χώ­ρι­ζε για­τί ἦ­ταν κά­πως με­γα­λύ­τε­ρος καὶ ντό­πιος, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῆς ὑ­πό­λοι­πης πα­ρέ­ας. Ται­ρι­ά­ξα­με καὶ ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος τὶς ση­μαν­τι­κές μας δι­α­φο­ρές, βρε­θή­κα­με ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἄλ­λο­τε σα­χλα­μα­ρί­ζον­τας καὶ ἄλ­λο­τε συ­ζη­τών­τας σο­βα­ρά. Περ­νού­σα­με κα­λὰ ἀ­νι­χνεύ­ον­τας καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­τας ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον πράγ­μα­τα ἁ­πλὰ μὰ καὶ ἀ­πρό­σμε­να.

       Τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό μας ἦ­ταν νὰ μοῦ κά­νει ἐ­κεῖ­νος νό­η­μα, ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε νὰ δι­α­σχί­ζω μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο, ἐ­γὼ νὰ στα­μα­τάω καὶ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θῶ σὲ κά­ποι­ο τρα­πε­ζά­κι τοῦ «Πι­έρ­ρου», ποὺ τό­τε ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ στέ­κι τοῦ Λι­βα­διοῦ. Κερ­νοῦ­σε πάν­τα ἐ­κεῖ­νος, κι ἐ­γὼ τὸ ἀ­πο­δε­χό­μουν, νι­ώ­θον­τας πὼς ἂν δὲν τὸ ἔ­κα­να, θὰ χα­λοῦ­σα κά­τι στὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης.

       Γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὰ Βι­α­ρά­δι­κα, ἀ­πό­γευ­μα πιά, ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ πα­ρα­βι­ά­στη­κε. Τὸν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται μό­νος στὸ τρα­πε­ζά­κι, ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­φε­νεί­ου. Πάρ­κα­ρα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ πῆ­γα νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω. Μὲ πῆ­ρε εἴ­δη­ση ὅ­ταν πιὰ εἶ­χα φτά­σει πο­λὺ κον­τά. Κά­θι­σα χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ προ­τεί­νει. Μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε κά­πως νευ­ρι­κὰ καὶ μεί­να­με γιὰ λί­γο ἀ­μί­λη­τοι. Ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἦρ­θε καὶ ὁ κύ­ριος Γιά­ννης, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ, ὅ­πως πάν­τα, εἶ­πε κά­τι γου­στό­ζι­κο, ταυ­τό­χρο­να, γρή­γο­ρα καὶ ἀ­λάν­θα­στα, ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα μιᾶς ἐν ἀ­να­μο­νῇ λαν­θά­νου­σας κα­τάρ­ρευ­σης καί, παίρ­νον­τας τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μου, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο. Ἔ­νι­ω­θα κά­πως ἀ­μή­χα­νος μὲ τὴν κα­τά­στα­ση, ξε­περ­νών­τας ὅ­μως τὶς ἀ­να­στο­λές μου, καὶ ἀ­πο­φεύ­γον­τας ἐ­σκεμ­μέ­να νὰ ρω­τή­σω τί στὸ κα­λὸ γύ­ρευ­ε στὶς ἐ­ρη­μι­ές, τὸν ρώ­τη­σα πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε νὰ ἔρ­θει πρὶν ἀ­πὸ μέ­να ἀ­πὸ τὰ Βι­α­ρά­δι­κα ποὺ τὸν εἶ­χα δεῖ στὸ Λι­βά­δι, καὶ νὰ ἔ­χει κι­ό­λας πι­εῖ τὸν μι­σὸ κα­φέ του. Γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸ κε­φά­λι καὶ μὲ κοί­τα­ξε ὁ­λο­φά­νε­ρα τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος. «Καὶ σύ;» ρώ­τη­σε. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο καὶ χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν κέ­ρα­σα, πι­θα­νό­τα­τα ἐν ἀ­γνοί­α του, καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη βδο­μά­δα στὴν κη­δεί­α του, στὶς πα­ρά­ται­ρα ἀ­νά­λα­φρες συ­ζη­τή­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται στὸν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α χῶ­ρο σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, καὶ ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας πιὸ ἀ­νε­πί­ση­μος ἀλ­λὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρος ἐ­πι­κή­δει­ος γιὰ τὸν νε­κρό, ἔ­μα­θα πὼς του­λά­χι­στον ἄλ­λοι δύ­ο εἴ­χα­νε δεῖ τὸ ἀ­νά­ρα­χο τοῦ Νί­κου. Ὁ ἕ­νας κον­τὰ στὴν Ὁ­δη­γή­τρια, νὰ ξε­μα­κραί­νει ἀ­πὸ τὸ δρό­μο, καὶ ὁ ἄλ­λος στὸ πα­ζά­ρι τοῦ Πο­τα­μοῦ, ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος.

       Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε τί θὰ πεῖ ἀ­νά­ρα­χο. Τώ­ρα ξέ­ρω, κι ἔ­χω κι ἄλ­λα δεῖ. Μὰ πιὰ δὲν τὸ συ­ζη­τά­ω. Ὄ­χι πὼς ἔ­τσι ἀ­πο­τρέ­πω τὸ μοι­ραῖ­ο. Ἁ­πλῶς ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πα­ρα­δε­χτῶ ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο ἀ­νάρ­μο­στο συμ­βαί­νει σ’ ἐ­μέ­να, ἕ­ναν ἄρ­ρω­στα κολ­λη­μέ­νο τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου ζη­λω­τῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Διήγημα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).



		

	

Ράνια Καραχάλιου: Ἀβραὰμ κατὰ συρροήν


Karachaliou,Rania-AbraamKataSyrroin-Eikona-05


Ρά­νια Καρα­χά­λιου


 

Ἀ­βρα­ὰμ κα­τὰ συρ­ρο­ήν


02-OmikronΘΕΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ δὲν ἔκανε πο­τὲ παι­διά, εἶ­χε ὅ­μως κα­μιὰ τε­τρα­κο­σα­ριὰ γι­δο­πρό­βα­τα κι ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὰ χα­ρά­μα­τα ὣς τὶς ἐν­νιά τὸ βρά­δυ ἤ­τα­νε στὸ πό­δι. Ἄρ­μεγ­μα τὸ πρω­ί, ἄρ­μεγ­μα τ’ ἀ­πό­γευ­μα, τά­ι­σμα, σά­ρω­μα καὶ πά­ει κο­πι­ά­ζον­τας. Εὐ­τυ­χῶς τὸν βό­η­θα­γε κι ἡ θεί­α ὅ­λη μέ­ρα, για­τί μο­νά­χος του μι­σὲς δου­λει­ὲς θὰ ἔ­κα­νε.

       Τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ τοὺς εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φτεῖ, πρὶν χρό­νια, κον­τὰ στὴ Λαμ­πρή, τό­τε ποὺ σφά­ζα­νε τὰ ζῶ­α. Τσι­λιμ­πί­θρι­κο φά­ε τί­πο­τα, χω­ρὶς πι­α­σί­μα­τα πε­ρι­μέ­νεις νὰ βρεῖς ἄν­τρα μοῦ ’­λε­γε ὁ θεῖ­ος καὶ τρό­χι­ζε κά­τι χαν­τζά­ρες νά. Ἔ­λα πά­νω γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ποῦ νὰ πλη­σιά­σω τοῦ φο­νι­κοῦ τὸν τό­πο, οὔ­τε τὰ το­μά­ρια ποὺ κρέ­μα­γε στὰ σύρ­μα­τα δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε τὸ σφά­ξι­μο καὶ κά­θι­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μί­λα­γε μὲ κα­μά­ρι γιὰ τὰ ζων­τα­νὰ πού ’­σφα­ξε, γιὰ τὴ Μού­σκα ποὺ τὸ ’­χε σκά­σει δυ­ὸ φο­ρές, τὴ μιὰ εἶ­χε πέ­σει στὸ λαγ­κά­δι, τὴν ἄλ­λη εἶ­χε τσα­κι­στεῖ σὲ κά­τι βρά­χια, γιὰ τὸ Ροῦσ­σο πού ’­πι­νε γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπιμ­πε­ρό. Τέ­τοι­ες νύ­χτες ἔ­πι­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω ὁ θεῖ­ος κι ἡ γλώσ­σα του πή­γαι­νε ρο­δά­νι. Ποὺ καὶ ποὺ στά­λες γλί­στρα­γαν στὸ πρό­σω­πό του, ἄι στὸ διά­τσο ἡ βρω­μο­ζέ­στη ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν πὼς δά­κρυ­α ἦ­ταν γιὰ τὶς κα­τὰ συρ­ρο­ὴν θυ­σί­ες.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Σοῦ στέλνω γράμμα νὰ ξέρεις τὴν τύχη μου

Magriplis,Dimitris-SouStelnoGrammaNaKsereisTinTychiMou-Eikona-03

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς


 

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

 


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.

Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.

       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.

       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».

       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».

       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».

       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;

       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.

       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.

       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς (Ἀθήνα). Διήγημα. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πά­ντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθή­ματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).

Γιῶργος Γκόζης: Κέρνα μας, κέρνα μας


Gkozis,Giorgos-KernaMas,KernaMas-Εικονα-01a


Γιῶργος Γκόζης


Κέρ­να μας, κέρ­να μας


01-TaphΟ ΤΡΑΠΕΖΙ πρὶν ἀ­πὸ τὸν γά­μο του, ἦ­ταν στρω­μέ­νο στὸ πα­τρι­κό του ἐ­δῶ καὶ ἕ­ναν μή­να καὶ κά­θε μέ­ρα, μὰ κά­θε μέ­ρα, ὅ­λοι οἱ δι­κοί του Βλά­χοι, οἱ σκόρ­πιοι στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α, ἔ­φτα­ναν ἐ­πὶ τῷ αὐ­τῷ νὰ τοῦ εὐ­χη­θοῦν ἀ­πὸ κον­τά, ποὺ εἴ­χα­νε νὰ τὸν δοῦν ἀ­πὸ μι­κρό, νὰ τὸν φι­λή­σουν, νὰ τοῦ δώ­σουν ἕ­να τρυ­φε­ρὸ σὰ χά­δι σκαμ­πί­λι στὸ μά­γου­λο, νὰ φᾶ­νε καὶ νὰ πιοῦ­νε στὴν ὑ­γειά του, νὰ κα­θί­σουν στὰ τρα­πέ­ζια ποὺ ἦ­ταν στρω­μέ­να μὲ λευ­κὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο σὲ ὅ­λα τὰ δω­μά­τια τοῦ χα­μη­λο­τά­βα­νου σπι­τιοῦ, κα­τά­φορ­τα ἀ­πὸ πί­τες, ἀ­πὸ πέ­του­ρα κι ἀ­πὸ κρα­σὶ – κι ὅ­ταν ἔ­λε­γαν κρα­σὶ ἐν­νο­οῦ­σαν μό­νο τὸ κόκ­κι­νο, μαυ­ρο­τρά­γα­νο, ξι­νό­μαυ­ρο τρα­γα­νό, ἐ­νῶ τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν μα­κρό­συρ­το καὶ τὸ τρα­γου­δοῦ­σαν δί­χως ὄρ­γα­να ὅ­λοι μα­ζί, μου­σι­κῶς ἄ­το­νοι καὶ μή, μὲ ὅ­λη τους τὴν καρ­διά, δι­α­κό­πτον­τας τὶς κου­βέν­τες ποὺ εἶ­χαν ὁ κα­θέ­νας χω­ρι­στὰ στὰ δω­μά­τια τοῦ χα­μη­λο­τά­βα­νου σπι­τιοῦ γιὰ τὰ νέ­α τους, πῶς ζού­σα­νε στὴν με­γά­λη πο­λι­τεία, τί κά­νουν τὰ παι­διά, πό­τε πῆ­γαν στὸ χω­ριὸ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ση­κώ­νον­τας τὰ πο­τή­ρια τους στὸ κέν­τρο τῆς τρά­πε­ζας καὶ τὰ ἕ­νω­ναν ἐ­κεῖ ὅ­λοι μα­ζί,

Ἐ­μεῖς ἐ­δῶ δὲν ἤρ­θα­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας, 

νὰ φᾶ­με καὶ νὰ πι­οῦ­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας,   

ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς, νὰ κα­λο­περ­νᾶς

 

Μό­νο σᾶς ἀ­γα­πού­σα­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας

ἤρ­θα­με νὰ σᾶς δοῦ­με, ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς, νὰ κα­λο­περ­νᾶς

 

Μᾶς παί­νε­ψαν καὶ τὸ κρα­σί, κέρ­να μας, κέρ­να μας

ἤρ­θα­με νὰ τὸ πι­οῦ­με, ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς νὰ κα­λο­περ­νᾶς.

Σή­με­ρα, κά­θε σή­με­ρα, εἶ­ναι, θὰ ἦ­ταν, ἡ γι­ορ­τή του κι ἂν στὸν γά­μο του δὲν εὐ­τύ­χη­σε, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἡ νύ­φη ἦ­ταν Γκρέ­κα κι ὄ­χι δι­κιά τους κι ἂς τοῦ τά ‘­λε­γαν ἐ­κεῖ­νοι, μά ποῦ μυα­λὸ ἐ­κεῖ­νος, κε­φά­λι ἀ­γύ­ρι­στο, σή­με­ρα, κά­θε σή­με­ρα πί­νω ἕ­να πο­τη­ρά­κι μαυ­ρο­τρά­γα­νο ξι­νό­μαυ­ρο, νέ­κταρ κα­νο­νι­κό, στὴν ὑ­γειά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Γκό­ζης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1970). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ., μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ τί­τλο στὴν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Χρι­στι­α­νι­κὴ Γραμ­μα­τεί­α, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνη, καὶ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Ἁ­γι­ο­λο­γί­α. Κεί­με­νά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ σου­η­δι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς στὸ βά­θος (Νε­φέ­λη, 2002) καὶ Ἀ­φῆ­στε με νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω (Πό­λις, 2014).