Ἰάσονας Μικρώνης: Τὸ αὔριο


Mikoronis,Iasonas-ToAyrio-Eikona-01


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Τὸ αὔ­ριο


03-PiΙΝΟΥΜΕ μπύ­ρες μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο στὸν Ἄ­ϊ-Μη­νᾶ. Ντά­λα με­ση­μέ­ρι. «Σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­κλο­γὲς αὐ­τὰ βγαί­νουν καὶ λέ­νε, ὅ­τι εἶ­ναι οἱ πιὸ κρί­σι­μες» μοῦ λέ­ει. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιά, ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι παί­ζουν πλα­κω­τὸ καί, στὰ ἐν­δι­ά­με­σα, σχο­λιά­ζουν τὶς δη­μο­σκο­πή­σεις. Βλέ­πω τὸν Πλέν­τι νὰ βγαί­νει ἀ­π’ ἕ­να στε­νὸ καὶ νὰ σι­μώ­νει τὸ κα­φε­νεῖ­ο κά­νον­τας νω­χε­λι­κὰ πεν­τὰλ στὸ σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νο του πο­δή­λα­το. Πί­σω του σέρ­νει τὴ μαλ­λια­ρή του σκύ­λα, τὴν «Ἀλ­βα­νί­α» (δι­κό του τὸ βά­πτι­σμα), πού ‘ναι θε­ό­ρα­τη, ἀλ­λὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­ξη­με­ρω­μέ­νη ἄ­κα­κη ἀρ­κού­δα. Τὸ πλα­κό­στρω­το ἀ­χνί­ζει ἀ­π’ τὴ ζέ­στα, φαί­νε­ται λὲς καὶ πο­δη­λα­τεῖ πά­νω σὲ λα­δω­μέ­νη θά­λασ­σα. Τὸν Πλέν­τι τὸν εἶ­χα πρω­το­δεῖ ἕ­να πρω­ι­νό, πᾶ­νε τέσ­σε­ρα πέν­τε χρό­νια. Ὁ­δη­γοῦ­σα μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια τὸ Honda Jazz, ὅ­ταν ὁ δά­σκα­λος τῆς ὁ­δή­γη­σης ἄ­νοι­ξε βε­βι­α­σμέ­να τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ φώ­να­ξε σ’ ἕ­ναν ἀ­νοι­κο­νό­μη­το τύ­πο: «γειά σου ρὲ Πλέν­τι». Ὁ τύ­πος τοῦ ἀν­τα­πέ­δω­σε τὸ χαι­ρε­τι­σμὸ ὑ­ψώ­νον­τας κά­πως δι­στα­κτι­κὰ τὴν πα­λά­μη του – σὰν φο­βι­σμέ­νο σχο­λι­α­ρό­παι­δο ποὺ ξέ­ρει τὴν ἀ­πάν­τη­ση, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μᾶ νὰ τὴ ξε­στο­μί­σει. «Τὸν ξέ­ρεις;» μὲ ρώ­τη­σε ὁ δά­σκα­λος. Τοῦ ‘νευ­σα ἀρ­νη­τι­κά. «Ὁ Πλέν­τι» μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε «εἶ­χε πε­ρι­ου­σί­α με­γά­λη στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Τοῦ τὴν ἀ­παλ­λο­τρί­ω­σε ὁ Χό­τζα. Τὸν κλεί­σα­νε καὶ φυ­λα­κή. Ἐ­κεῖ τρε­λά­θη­κε». Ἔ­κτο­τε, ἔ­χω ἀ­κού­σει μύ­ρι­ες ἐκ­δο­χὲς – οἱ γνω­στὲς ἀ­κρι­το­μυ­θί­ες τῆς ἐ­παρ­χί­ας. Οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του λέ­νε ὅ­τι ἦ­ταν ἱ­ε­ρω­μέ­νος (τὸ φουν­τω­τό του μού­σι εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει χα­ρα­κτή­ρα μύ­θου), ἄλ­λοι ὅ­τι ἀ­νῆ­κε σὲ κά­ποι­α νε­ο­λαί­α ἀν­τι­φρο­νούν­των Τρο­τσκι­στῶν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι (ἡ μει­ο­ψη­φί­α) τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὡς τὸν αἰ­μο­δι­ψῆ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἐ­κτε­τα­μέ­νων ἐκ­κα­θα­ρί­σε­ων τῆς τε­λευ­ταί­ας πε­ρι­ό­δου τοῦ κα­θε­στῶ­τος. Τὸ σί­γου­ρο βέ­βαι­α εἶ­ναι ὅ­τι δὲν κα­τέ­βη­κε μὲ τὸ πρῶ­το κύ­μα, τὸ ’90. Καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του —ἴ­σως γι’ αὐ­τό— μεί­να­νε λει­ψά. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ δύ­ο λέ­ξεις: «Ἀλ­βα­νί­α» καὶ «αὔ­ριο». Ἔ­χει κο­τσά­ρει ἕ­να ψυ­γειά­κι ἀ­πὸ ἀ­φρο­λὲξ στὴ σχά­ρα τοῦ πο­δη­λά­του του γε­μά­το μι­κρὰ ψά­ρια (σπά­ρους, λαυ­ρά­κια, κε­φα­λό­που­λα) πού ‘χει πρω­τύ­τε­ρα ἁ­λι­έ­ψει μὲ το­νιὰ στὴν γέ­φυ­ρα τοῦ Πόν­τε. Φέρ­νει γύ­ρες τὴν πό­λη τῆς Λευ­κά­δας, μὲ τὴν φουν­τω­τή του «Ἀλ­βα­νί­α» νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ πι­στά, καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τειά του. Συ­νή­θως ὅ­μως δὲν παίρ­νου­νε. Ση­κώ­νουν ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι τους. Κι ὁ Πλέν­τι ἐ­πι­στρα­τεύ­ει τό­τε, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, τὰ ἐ­λά­χι­στα Ἑλ­λη­νι­κά του: «αὔ­ριο, ἐ;». Ἔ­τσι καὶ σή­με­ρα ὁ Πλέν­τι, ἡ­μέ­ρα ἐ­κλο­γῶν, μπου­κέρ­νει στὸ κα­φε­νεῖ­ο μὲ δυ­ὸ λαυ­ρά­κια ἀ­νὰ χεί­ρας, γιὰ δεῖγ­μα. Γυ­ρί­ζει ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι σὰν μπί­λια στὰ φλι­πε­ρά­κια – ὅ­λοι βέ­βαι­α τὸν ἀ­πο­δι­ώ­χνουν. «Αὔ­ριο;» προ­τεί­νει αὐ­τός, «αὔ­ριο» γε­λοῦν οἱ πό­τες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα βγαί­νει καὶ τὸ πρῶ­το exit poll, σύσ­σω­μο τὸ μα­γα­ζὶ αὐ­το­φι­μώ­νε­ται νὰ δεῖ. Ἕ­νας γέ­ρος ἀ­π’ τὸ βά­θος φω­νά­ζει πι­κα­ρι­στὰ τοῦ Πλέν­τι: «Πλέν­τι ψή­φι­σες;». Ὁ Πλέν­τι δὲν τὸν παίρ­νει ἀ­πὸ λό­γο. Ὁ ἄλ­λος ἐ­πι­μέ­νει: «Ἔ, Πλέν­τι, ψή­φι­σες;». Ὁ Πλέν­τι χώ­νει τὰ δείγ­μα­τα στὸ ψυ­γειά­κι, ση­κώ­νει τὸ στὰντ τοῦ ἑ­τοι­μόρ­ρο­που πο­δη­λά­του· ἡ «Ἀλ­βα­νί­α» τοῦ γλεί­φει τὸ πό­δι. Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὴ σέ­λα, παίρ­νει μιὰ βα­θιὰ εἰ­σπνο­ή, κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κὰ τὸ γέ­ρο.

       Καὶ τοῦ λέ­ει, προ­φη­τι­κά:

       «Αὔ­ριο».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν­ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ στὴν Λευ­κά­δα.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: