Φώτης Κόντογλου: Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς


Kontoglou,Fotis-ArchaioiAnthropoiTisAnatolis-Eikona-03


Φώτης Κόντογλου


Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς


02-PiΡΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­σες νὰ βρεῖς ἐ­κεῖ μέ­σα ἀ­πὸ κεί­νη τὴ γε­νε­ὰ τῶν ἀρ­χαί­ων ἀν­θρώ­πων, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χου­νε σὲ ἄλ­λα μέ­ρη, σὰν κι αὐ­τοὺς ποὺ δι­α­βά­ζου­με στὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν πα­λαι­ῶν Ἑλ­λή­νων, καὶ ποὺ τὶς συν­ται­ρι­ά­ξα­νε ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος, ὁ Ἡ­σί­ο­δος, ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὁ Θεό­κρι­τος, κα­θὼς καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες μα­ζὶ κι Ἀ­να­το­λί­τες χρι­στια­νοί, πρά­οι κι ἀ­θῶ­οι ἄν­θρω­ποι. Σὰ νὰ τοὺς ἀ­πό­κλει­σε ἡ φύ­ση σὲ κεῖ­νο τὸ βλο­γη­μέ­νο στε­νο­θά­λασ­σο, κι ἀ­πο­μεί­να­νε ὅ­πως βρε­θή­κα­νε πρὶν ἀ­πὸ χι­λιά­δες χρό­νια, ἴ­διοι κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτοι, ἀ­πὸ τό­τες ποὺ ἤ­τα­νε εἰ­δω­λο­λά­τρες καὶ πι­στεύ­α­νε στὰ ξύ­λα, στ’ ἄ­στρα καὶ στὰ δέν­τρα.

       Μὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἄ­γριοι, πο­νη­ροὶ καὶ μο­βό­ροι, μα­χαι­ρο­βγάλ­τες κι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι. Σὰν παι­διὰ ἀ­γα­πού­σα­νε τὶς ἱ­στο­ρί­ες, ὅ­λα τα πι­στεύ­α­νε, κα­λο­σύ­νη εἴ­χα­νε στὴν καρ­διά τους. Βα­στού­σα­νε στὸ χω­ριὸ σπί­τια μ’ ὅ­λη τὴν τά­ξη. Κλέ­φτες δὲν ἤ­τα­νε, ψέ­μα­τα δὲ λέ­γα­νε, τὴ δου­λειὰ τὴν ἀ­γα­πού­σα­νε, τὸν ξέ­νο σὰν ἀ­δερ­φό τους τὸν εἴ­χα­νε. Καὶ τοῦ­το, ἐ­πει­δὴ ζού­σα­νε μὲ με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα κ’ ἤ­τα­νε φχα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ λί­γα πρά­μα­τα, καὶ δὲ χρει­α­ζόν­τα­νε μη­δὲ τὸ ψέ­μα, μη­δὲ τὴν κλε­ψιά, μη­δὲ τὸ σκο­τω­μό, γιὰ νὰ πλη­θύ­νου­νε τὴν κα­λο­πέ­ρα­σή τους. Τὴν πεί­να ὅ­μως δὲν τὴν ξέ­ρα­νε, για­τί ἡ με­γά­λη στε­ριά, ποὺ τοὺς γέν­νη­σε, δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­να νη­στι­κὸν καὶ πα­ρα­πο­νε­μέ­νον, ἡ βλο­γη­μέ­νη Ἀ­να­το­λή, ποὺ βγά­ζει πο­λὺ καὶ γλυ­κὸ ψω­μί, καὶ κά­θε λο­γῆς πρά­μα, μέ­λι, γά­λα, λά­δι κι ὅ,τι ἄλ­λο χρει­ά­ζε­ται γιὰ ζω­ο­θρο­φί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, δί­χως μά­ται­α πρά­μα­τα. Ὅ­πως ἡ γῆς ἔ­θρε­φε κά­θε λο­γῆς προ­κομ­μέ­νο δέν­τρο, ἡ θά­λασ­σα ἔ­θρε­φε ψά­ρια πού ‘­χα­νε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη νο­στι­μά­δα πὄ­χει κά­θε τὶ ποὺ βγά­ζει κεί­νη ἡ βλο­γη­μέ­νη πλά­ση, ἄ­γρια καὶ ἥ­με­ρα.

       Ἀλ­λὰ κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­τα­νε πλε­ο­νέ­χτες, ὁ πλού­σιος ἔ­δι­νε στὸν πιὸ φτω­χό, κι ὁ φτω­χὸς πά­λε δὲν ἤ­θε­λε σώ­νει καὶ κα­λὰ ν’ ἀ­νε­βεῖ ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, δὲ λί­μα­ζε, δὲν τὸν ἔ­τρω­γε ἡ ζη­λο­φθο­νί­α, οὔ­τε ὁ νοῦς του ἤ­τα­νε ὅ­λο στὸ κέρ­δος, μό­νο πέρ­να­γε ἡ ζω­ή τους μὲ εἰ­ρή­νη βα­θιά, κι ὁ Θε­ὸς τοὺς βλο­γοῦ­σε ἀ­πὸ πά­νου.

       Φαί­νε­ται πὼς τέ­τοι­οι πρω­τι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ὑ­πήρ­χα­νε πάν­τα ἐ­δῶ στὴν Ἀ­να­το­λή· καὶ τό­τες ποὺ ἄλ­λα­ξε ἡ θρη­σκεί­α καὶ γι­νή­κα­νε χρι­στια­νοί, ἀ­πο­μεί­να­νε οἱ ἴ­διοι, για­τί ἡ και­νούρ­για θρη­σκεί­α ἤ­τα­νε ποι­η­τι­κὴ καὶ ἁ­πλὴ σὰν τὴν πα­λιὰ βά­λε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ­τοι βα­στού­σα­νε ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε καὶ κεῖ­νοι κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, τὸν και­ρὸ ποὺ κυ­βερ­νού­σα­νε τὸν κό­σμο οἱ Ρω­μαῖ­οι. Ὕ­στε­ρα, σὰ γί­νη­κε χρι­στι­α­νι­κὸ βα­σί­λει­ο ἡ Κω­σταν­τι­νού­πο­λη, καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ­τα ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα ξε­χα­σμέ­να κι ἀ­πό­με­ρα, καὶ δὲν πή­γαι­νε πο­τὲς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα ἐ­κεῖ πέ­ρα, γι­νή­κα­νε πιὸ ἁ­πλοί, ἀν­τὶ νὰ ξυ­πνή­σου­νε καὶ νὰ πο­νη­ρέ­ψου­νε. Σὲ ἄλ­λα μέ­ρη χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τοὺς πο­λέ­μους, ἀ­μέ­τρη­τοι ἄν­θρω­ποι σφα­ζόν­τα­νε στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα τῆς σφαί­ρας, ἐ­δῶ ὅ­μως βα­σί­λευ­ε εἰ­ρή­νη.

       Γιὰ τοῦ­το ὁ ἄν­θρω­πος, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­τα­στα­σί­ες, «ζῶ­ον εὔ­δαι­μον ἐ­γέ­νε­το», ὅ­πως λέ­γει ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας, δη­λα­δὴ ἐ­ζοῦ­σε σὰν κα­νέ­να εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ζὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, ποὺ τὸν γλυ­κο­να­νού­ρι­ζε. Σὰ νά ‘­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ γῆς καὶ πά­λε νὰ γύ­ρι­ζε στὴ γῆς, δί­χως θλί­ψη, δί­χως νὰ γευ­τεῖ θά­να­το, ὅ­πως τὸ κε­ρα­μί­δι ποὺ κά­νει ὁ κε­ρα­μι­δά­ρης ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, σὰ γε­ρά­σει, λι­ώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ γλεί­φει τὸ κύ­μα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ καὶ γυ­ρί­ζει πά­λε ἥ­συ­χα στὴ γῆς. Σὰν τὸ αὐ­γὸ π’ ἀ­φή­νει τὸ γι­α­λο­πού­λι ἀ­πά­νου στὸν ἄμ­μο, κον­τὰ στὴν ἁρ­μυ­ρή­θρα, ἔ­τσι ἤ­τα­νε κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ὁ οὐ­ρα­νὸς στε­κό­τα­νε ἴ­δια κα­μά­ρα ἀ­πὸ πά­νου τους, γύ­ρι­ζε μὲ τὸν ἥ­λιο, μὲ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ μὲ τ’ ἄ­στρα, κα­θὼς κι ὁ γύ­ρος τοῦ χρό­νου με­ταλ­λά­ζουν­ταν ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ νύ­χτα κι ἀ­πὸ κα­λο­καί­ρι σὲ χει­μώ­να, κι ὅ­λα τοῦ­τα τὰ ζού­σα­νε στὴν κά­θε στιγ­μή, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τεί­ας δὲν προ­φταί­νου­με νὰ τὰ κοι­τά­ξου­με, για­τί ζοῦ­με μα­κριὰ καὶ σὰν ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πλά­ση, φορ­τω­μέ­νοι μὲ μά­ται­ες ἔ­γνοι­ες.

       Τὰ ροῦ­χα τους, που­κά­μι­σα καὶ βρα­κιὰ φαρ­διά, ὅ­λα ἤ­τα­νε φαν­τὰ στὴν κρε­βα­τή, ἀ­πὸ μαλ­λὶ πρό­βιο ποὺ τὸ λα­να­ρί­ζα­νε καὶ τὸ γνέ­θα­νε οἱ γυ­ναῖ­κες. Τὸ χει­μώ­να πρό­βι­ες γοῦ­νες φο­ρού­σα­νε, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πέ­τρω­νε ἡ γῆς ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Σι­δε­ρέ­νια πρά­μα­τα λι­γο­στὰ εἴ­χα­νε, μό­νο βο­λευ­όν­τα­νε μὲ κα­βί­λι­ες ἀν­τὶς καρ­φιά, πα­λού­κια, ξυ­λο­κοῦ­πες, δι­χά­λια. Καὶ στὰ σπί­τια τοὺς ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ξυ­λέ­νια ἤ­τα­νε. Πολ­λὲς φο­ρὲς βά­ζα­νε ἕ­να ξύ­λο ἀν­τὶς γιὰ κουμ­πί. Οἱ τσομ­πά­νη­δες φο­ρού­σα­νε τὸ χει­μώ­να προ­βιὲς μὲ τὸ μαλ­λὶ ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἂν κ’ ἤ­τα­νε ἄν­θρω­ποι παν­τρε­μέ­νοι μὲ ὄ­μορ­φες καὶ γε­ρὲς γυ­ναῖ­κες, κ’ εἴ­χα­νε θυ­γα­τέ­ρες μὲ κορ­μιὰ ἐ­ρω­τι­κὰ σὰν τὰ νι­ο­γέν­νη­τα φο­ρά­δια, ὡ­στό­σο φαι­νόν­τα­νε καὶ σὰν ἀ­σκη­τές. Τὸ κρύ­ο καὶ τὴ ζέ­στη δὲν τὰ φο­βόν­τα­νε, για­τί ἤ­τα­νε σὰν τὸ πρι­νό­δεν­τρο, μα­θη­μέ­νοι ἀ­πὸ μι­κροί.

       Ζού­σα­νε ἀ­να­πα­μέ­νοι μέ­σα στὴ γλυ­κιὰ ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, σὰ νὰ μὴ φύ­γα­νε οἱ παπ­ποῦ­δες τους ἀ­πὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δέν­τρο. Μὲ τὸ τί­πο­τα ζού­σα­νε καὶ τί­πο­τα δὲν τοὺς ἔ­λει­πε. «Τίς ἐ­στιν ὁ πλού­σιος; Ὁ ἐν τῷ ὀ­λί­γῳ ἀ­να­παυ­ό­με­νος.»

       Ὄ­χι πλα­τσο­μύ­τες ἀ­ρα­πά­δες, ὅ­πως οἱ φυ­σι­κοὶ ἄν­θρω­ποι στὴν Ἀ­φρι­κὴ καὶ στὸν ὠ­κε­α­νό, ἀλ­λὰ λε­πτο­κα­νω­μέ­να χα­ρά­κτη­ρι­στι­κά, ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ βυ­ζαν­τι­νά, ἔ­βλε­πες σ’ αὐ­τοὺς τοὺς βου­νί­σιους ἀν­θρώ­πους. Οἱ νιοὶ ἤ­τα­νε σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α, σὰν τὸν Πά­τρο­κλο, εἴ­τε καὶ σὰν τὸν Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρο.

       Πολ­λοί τους ἤ­τα­νε σγου­ρο­μάλ­λη­δες κ’ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νοι, συ­χνὰ ξαν­θό­τρι­χοι, ὄ­χι μὲ κεῖ­νο τὸ χρῶ­μα ποὺ μοιά­ζει σὰ λι­νά­ρι, μὰ ἴ­διο μὲ τοῦ ξε­ράγ­κα­θου, π’ ἀ­νε­μί­ζε­ται στὶς χέρ­σες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς μὲ τὸ πρῶ­το χνού­δι ποὺ ἵ­δρω­νε ἀ­λα­φρὰ στὸ μου­στά­κι καὶ στὰ μά­γου­λα, συ­νέ­χεια μὲ τὰ τσου­λού­φια τους, ἀ­λι­σα­χνι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Οἱ γέ­ροι πά­λε μοι­ά­ζα­νε, ἄλ­λος σὰν Πο­σει­δώ­νας μὲ στρι­φτὰ γέ­νια ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μύ­ρα, ἄλ­λος σὰν Ὅ­μη­ρος ἀ­πα­ράλ­λα­χτος, ἄλ­λος σὰν Ἅ­γιος Νι­κό­λας, ἄλ­λος σὰν τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ Λα­ο­κό­ον­τα, ἄλ­λος σὰν τὸν μάν­τη Τει­ρε­σί­α, ἄλ­λος σὰ Σκεν­τέρ­μπε­ης, τέ­τοι­α σκέ­δια. Οἱ με­σό­κο­ποι πά­λε πα­ρο­μοι­ά­ζα­νε μὲ τὸν Χρι­στό, ὅ­πως εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος στὰ πα­λιὰ τὰ κο­νί­σμα­τά μας, μὲ τὸν Ἄ­η-Γιά­ννη τὸν Πρό­δρο­μο, μὲ τὸν ἀν­τρεῖ­ο Λε­ω­νί­δα, μὲ τὸν Θε­μι­στο­κλῆ, τὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα, κι ὅ­σοι ξου­ρί­ζα­νε τὰ γέ­νια τοὺς ἤ­τα­νε ἴ­διοι μὲ τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, μὲ τὸν Νι­κη­τα­ρά, μὲ τὸν Μι­α­ού­λη, καὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­νέ­ους. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖα: Μιλ­τιά­δης, Δυσ­σέ­ας, Ξε­νο­φός, Λε­γω­νί­δας, Ἀ­λέ­ξαν­τρος, Ἀ­γα­μέ­μνο­νας, Δη­μο­σθέ­νης, Ὅ­μη­ρος, Ἀ­γη­σί­λα­ος, Πα­μει­νών­τας, Τέρ­παν­τρος, Πυ­θα­γό­ρας, Ἔ­χτο­ρας, Πο­σει­δώ­νας, Μι­στο­κλής, Ἀ­χιλ­λέ­ας, Πά­τρο­κλος, Ἀ­ρι­στεί­δης, Σο­φο­κλῆς, Βρι­πί­δης, Κλε­άν­θης, Τι­μο­λέ­ον­τας, Θρα­σύ­βου­λος, Φι­λο­χτή­της, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Σί­δω­ρος, Ἀ­κίν­τυ­νος, Ἀ­νί­κη­τος, Φί­λιπ­πας, Νι­κά­νο­ρας, Πα­λου­λό­γος, Στέρ­γιος, Ἀν­δρό­νι­κος, Δού­κας, Ρή­γας, Φω­κᾶς.

       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες, ποὺ καὶ κεῖ­νες ἤ­τα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ες στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, τὶς κρά­ζα­νε μὲ ἀρ­χαῖ­α ὀ­νό­μα­τα: Ἀ­φρο­δί­τη, Ἀ­σπα­σώ, Πο­λυ­ξέ­νη, Μυρ­σί­νη, Θε­α­νώ, Κλε­ο­πά­τρα, Καλ­λι­ό­πη, Ἰ­σμή­νη, Ἀν­τρο­μά­χη, Κλε­ο­νί­κη, Ἑ­λέ­νη, Κασ­σάν­τρα, Ἐλ­πι­νί­κη, Βρύ­κλεια, Ἀ­γα­θό­κλεια, Ἀ­θη­νᾶ, Χα­ρι­κλει­ώ, Εὐ­θα­λί­α, Ἀ­γλα­ΐ­α, Νε­φέ­λη, Εὐ­ρυ­δί­κη, Ἠ­ρώ, Πο­λυ­μνί­α, Ἀ­ριά­δνη, Ἀν­τι­ό­πη, Πη­νε­λό­πη, Δή­μη­τρα, Ἀρ­σι­νό­η, Θε­ώ­νη, Ρο­δό­πη, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Εἰ­ρή­νη, Εὐ­αν­θί­α, Φε­βρω­νί­α, Ζα­χα­ρώ, Ζω­ή, Μα­γδα­λη­νή, Ὑ­πα­παν­τή, Ἀν­τω­νί­α, Βα­σι­λο­πού­λα, Εὐ­φη­μί­α, Ρο­δού­λα, Χρυ­σάν­θη, Ἀ­ξι­ο­θέ­α, Γρη­γο­ρί­α, Θε­ο­κτί­στη, Ρή­γαι­να, Δο­μνί­α, Με­λαν­θί­α, Πα­λου­γού, Κα­τα­κου­ζ’­νή, Με­λισ­σι­νή, Ζω­γρα­φιά, Μα­λα­μα­τέ­νια, Βλωτ­τί­α, Στρα­τη­γού­λα, Πρε­σβεί­α, Μιλ­τώ, Ἀν­τρο­νί­κη, Βα­γι­ώ, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να.

       Τὰ παλ­λη­κά­ρια βο­η­θού­σα­νε τοὺς πα­τε­ρά­δες τους, ὑ­πο­τα­χτι­κά, κα­λὰ παι­διά, καὶ δὲ λέ­γα­νε πολ­λὰ λό­για. Πρῶ­τα μι­λού­σα­νε πάν­τα οἱ γέ­ροι, κ’ ὕ­στε­ρα οἱ νιοί. Οἱ γέ­ροι σι­γο­μι­λού­σα­νε, κου­βεν­τι­ά­ζα­νε ὅ­λο μὲ πα­ροι­μί­ες· για­τί οἱ κο­λα­σμέ­νοι κ’ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι βι­ά­ζουν­ται. Ὁ χαι­ρε­τι­σμός τους ἤ­τα­νε: «Ὥ­ρα κα­λή!» – «Πολ­λὰ τὰ ἔ­τη!» – «Χαι­ρε­τί­σμα­τα!» ἢ «Προ­σκυ­νή­μα­τα!» – «Με­τὰ χα­ρᾶς!»

       Εἴ­χα­νε κ’ ἕ­να δι­κα­στή­ριο ἀ­να­με­τα­ξύ τους· ὅ,τι δι­α­φο­ρὰ εἴ­χα­νε οἱ νιό­τε­ροι, τὴν κρί­να­νε οἱ γέ­ροι, συμ­βου­λεύ­ον­τάς τους καὶ τα­χτο­ποι­ών­τας τους μὲ τὴν ὀρ­μή­νεια, ἥ­συ­χα, δί­χως ὀ­χλο­βο­ή.

       Ξέ­ρα­νε τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἀ­χιλ­λέ­α, τοῦ Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρου, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ Σκεν­τέρ­μπε­η· πολ­λὲς φο­ρὲς εἴ­χα­νε τὴν ἰ­δέ­α πὼς τὰ πιὸ ἀρ­χαῖ­α γι­νή­κα­νε ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τὸν Ἀ­λὴ Πα­σά, τοὺς Σου­λι­ῶ­τες, τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, τὸν Θα­νά­ση Διά­κο, τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­ναί­ους, τοὺς φέρ­να­νε πάν­τα στὴν κου­βέν­τα τους· ἀ­πὸ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς τὸν Πα­να­γὴ τὸν Κου­τα­λια­νό, κ’ οἱ πιὸ και­νούρ­γιοι τὸν Ντα­βέ­λη καὶ τὸν Παῦ­λο Με­λά. Ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους δὲν ξέ­ρα­νε μη­δὲ τὸν Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα, μο­νά­χα τὸν τσά­ρο ξέ­ρα­νε, καὶ τὸν πό­λε­μο τῆς Κρι­μαί­γιας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ὁ «Μέ­γας Κα­τε­ρί­νης». Ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα τὰ ἔ­θνη γνω­ρί­ζα­νε τοὺς Ἰγ­γλέ­ζους, τοὺς Ρού­σους καὶ τὸ Μι­σί­ρι, ἀλ­λὰ γιὰ χρι­στια­νοὺς εἴ­χα­νε μο­νά­χα τοὺς Ρού­σους. Ἀρ­χαί­α πο­λι­τεί­α ἤ­τα­νε γι’ αὐ­τοὺς ἡ Τρω­ά­δα κ’ ἡ Πέρ­γα­μο, κι ἁ­γι­α­σμέ­να μέ­ρη ἡ Γε­ρου­σα­λὴμ καὶ τ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος.

       Τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο, τὸ μα­βί, τὸ πρά­σι­νο καὶ τὸ κί­τρι­νο, τ’ ἄλ­λα τὰ βγά­ζα­νε ἀ­πὸ φυ­σι­κὰ πρά­μα­τα, λα­δί, θα­λασ­σί, χρυ­σα­φί, λε­μο­νί, πορ­το­κα­λί, λα­χα­νί, τσα­γα­λὶ (ἀ­μυ­γδα­λί), ξυ­δί, κρα­σου­λί, ζα­χα­ρί, κα­φε­δί, στα­χτί, με­λί, κα­στα­νό, ἀ­χυ­ρί, κε­ρα­μι­δί, ψα­ρί, με­λι­τζα­νί, τρι­αν­τα­φυλ­λί, γε­ρα­νί, ρο­δί, τῆς σκου­ριᾶς τὸ χρῶ­μα, τῆς φω­τιᾶς τὸ χρῶ­μα.

       Λί­γο ὣς πο­λύ, ὅ­λοι τους ὄ­μορ­φα κι ἀ­συ­νή­θι­στα μι­λού­σα­νε, σὰ ζω­γρα­φι­ὲς ἤ­τα­νε τὰ λό­για τους, μὰ ἤ­τα­νε καὶ κά­τι γέ­ροι ἀ­νά­με­σά τους, ποὺ ἡ ὁ­μι­λί­α ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ στό­μα τους κι ἀ­πὸ τὸ μέ­λι γλυ­κύ­τε­ρη, ὅ­πως λέ­γει ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος. Αὐ­τοὶ στα­θή­κα­νε οἱ δά­σκα­λοί μου.

       Ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖα λό­για ποὺ ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε καὶ ποὺ δὲν τὰ συ­νη­θί­ζου­με πιὰ ἐ­μεῖς, θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ­τα: ὅ­ρη (βου­νά), σκό­λη (σχο­λή, ἀρ­γί­α), παῖ­δος, θυ­γα­τέ­ρα, Νε­κτε­να­βός, χα­μέ­νο ρη­γά­το, ποι­γη­τής, πα­λια­ύι (πλα­γί­αυ­λος), ἔ­θαρ­μος (ἔν­θερ­μος), χω­ρύ­γι (ἀ­σβέ­στης), πρὸς νε­ροῦ, τούμ­πα (τύμ­βος), πυ­θεύ­ω, κρο­τῶ (τὸ κρό­τη­σε τὸ μω­ρό), λα­τρεύ­ω, ἀ­γα­θός, πα­νά­γα­θος, ἔ­λε­γος, πον­τί­ζω, κι ὅ­σα βά­ζω συ­χνὰ μέ­σα στὸ γρά­ψι­μό μου. Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ λέ­γα­νε σω­τρό­πι, πο­δό­στα­μο, δοιά­κι, πε­ζό­βο­λας, ἀ­θε­ρί­να, θα­λά­μι, κι ἄλ­λα πολ­λά. Πα­ρά­ξε­να λό­για ποὺ δὲν τ’ ἄ­κου­σα σ’ ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ μέ­ρος, λέ­γα­νε τοῦ­τα: σκούρ­κα (βρά­χος), κά­κνα (γα­λο­πού­λα), μπιζ­νέ­ρα (τσέ­πη).

       Μα­κά­ριοι ἄν­θρω­ποι, σὰν τοὺς λε­γό­με­νους Λω­το­φά­γους, δὲν τοὺς μό­λε­ψε ἡ πλε­ο­νε­ξί­α κ’ ἡ πε­ρη­φά­νεια. Γιὰ τοῦ­το θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ δα­νεί­σου­νε εὐ­τυ­χί­α σὲ βα­σι­λιά­δες, σὲ βε­ζι­ρά­δες καὶ σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ τοὺς τρέ­μει ὁ κό­σμος.

       Ὅ­λοι-ὅ­λοι κα­μιὰ κα­το­στὴ ἄν­θρω­ποι ζού­σα­νε ἕ­να γύ­ρο σὲ τού­τη τὴ θα­λασ­σι­νὴ λί­μνη: τσομ­πά­νη­δες, ψα­ρά­δες, γι­α­λι­κά­ρη­δες καὶ κε­ρα­μι­δα­ραῖ­οι. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τεί­α, ποὺ ἤ­τα­νε χτι­σμέ­νη στὸ πα­ρα­έ­ξω μέ­ρος τοῦ μπου­γα­ζιοῦ, κι ἀ­πὸ τὸ Γε­νι­τσα­ρο­χώ­ρι, πό­πε­φτε κα­τὰ τὸ μέ­σα μπου­γά­ζι, ἀλ­λὰ μα­κριὰ ὅ­μως ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, δί­χως νὰ φαί­νε­ται.

       Ὅ­πο­τε κο­νο­μή­σω λί­γον και­ρό, λο­γα­ριά­ζω νὰ στο­ρή­σω σ’ ἄλ­λη φυλ­λά­δα, ἕ­ναν-ἕ­ναν, κεί­νους ποὺ στα­θή­κα­νε οἱ πιὸ σπου­δαῖ­οι κ’ οἱ πιὸ ἀ­συ­νή­θι­στοι ἀ­νά­με­σά τους.

       Πολ­λοὺς ἀ­π’ αὐ­του­νοὺς δὲν τοὺς ἔ­φτα­ξα, ἀλ­λὰ ἄ­κου­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τους ἀ­π’ ἄλ­λο στό­μα. Ὁ πιὸ πα­λαι­ὸς ἀ­π’ ὅ­σους ξέ­ρω στά­θη­κε ὁ Γιά­ννης ὁ Βλο­γη­μέ­νος. Ἀ­π’ ὅ­σους ἔ­φτα­ξα ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος ἤ­τα­νε ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης ὁ Βα­σι­λὲς(1), τὸ στοι­χει­ὸ τῆς θά­λασ­σας. Ὕ­στε­ρα ἐρ­χόν­τα­νε μὲ τὴ σει­ρὰ ὁ Λι­βα­νής, ὁ Ψύλ­λος, ὁ Μπι­λά­λης, ὁ Λα­σπί­της, ὁ Ξε­ρο­τρό­χα­λος, ὁ Μπάμ­που­ρας, ὁ Μπαρ­μπά­κος, ὁ Ζα­φεί­ρης, ὁ Ντάν­τι­νας, ὁ Ἀρ­να­ού­της, ὁ πα­λα­βο-Πα­ρα­σκευ­άς, ὁ Γρί­τσας κι ἄλ­λοι πολ­λοί.

       Ἄλ­λοι ἤ­τα­νε στε­ρια­νοί, ἄλ­λοι θα­λασ­σι­νοί, μὰ κ’ οἱ πιὸ πολ­λοὶ οἱ στε­ρια­νοὶ ξέ­ρα­νε ἀ­πὸ θά­λασ­σα, κ’ ἕ­να-δυ­ὸ θα­λασ­σι­νοὶ νο­γού­σα­νε ἀ­πὸ ξο­χα­ρι­κὴ καὶ ξέ­ρα­νε ν’ ἀρ­μέ­ξου­νε. Πο­λυ­τε­χνί­της ἤ­τα­νε ὁ Σίλ­βε­στρος, κα­λο­γε­ρό­δια­κος πού ‘­ξε­ρε τὴ στε­ριὰ καὶ τὴ θά­λασ­σα κα­λά, κ’ ἤ­τα­νε ψάλ­της, θα­λασ­σι­νός, ξο­χά­ρης, τσομ­πά­νης καὶ κα­ρα­βο­μα­ραγ­κός· ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἤ­τα­νε τα­ξι­δε­μέ­νος, ἀ­σκή­τε­ψε καὶ στ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζε­ται μὲ τοὺς πρω­τι­νούς, ποὺ τοὺς λέ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι «λι­μὰν μπα­λούκ», δη­λα­δὴ ψά­ρια τοῦ λι­μα­νιοῦ.

       Οἱ πιὸ ἄ­πο­νη­ρευ­τοι ἀ­π’ ἀ­νά­με­σά τους δὲν ἤ­τα­νε πα­γαι­μέ­νοι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια στὴν πο­λι­τεί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ μὲ ρω­τού­σα­νε τί γί­νε­ται ὁ κό­σμος, θυ­μό­μου­να τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἅ­γιου Μάρ­κου, π’ ἀ­σκή­τευ­ε σ’ ἕ­ναν ἔ­ρη­μον τό­πο καὶ πῆ­γε νὰ τὸν εὕ­ρει ἕ­νας κα­λό­γε­ρος καί, σὰν τὸν ηὗ­ρε καὶ μι­λή­σα­νε γιὰ πολ­λά, τὸν ρώ­τη­ξε ὁ ἀβ­βᾶς: «Ἵ­στα­ται ὁ κό­σμος καὶ θάλ­λει κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ον;» Καὶ κεῖ­νος τ’ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ναί, πά­τερ, χά­ρι­τι Χρι­στοῦ, καὶ ὑ­πὲρ τὸ ἀρ­χαῖ­ον θάλ­λει πλεῖ­ον ὁ κό­σμος ἕ­ως τὴν σή­με­ρον!» Ἔ­τσι ρω­τού­σα­νε καὶ μέ­να κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ὅ­λος ὁ κό­σμος, ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ στε­ριά, ἡ θά­λασ­σα, ἤ­τα­νε γε­μά­τος ἀ­πὸ στοι­χειὰ κι ἀ­πὸ πνέ­μα­τα. Τε­λώ­νια βρι­σκόν­τα­νε στὰ σύν­νε­φα καὶ στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας, «νυ­κτο­λά­λα, ἀ­στρο­μα­γι­κά, εἴ­τε ἐν ἄλ­σοις, εἴ­τε ἐν κα­λά­μοις, εἴ­τε ἐν δι­ό­δοις, εἴ­τε ἐν πο­τα­μοῖς πα­ρα­τρέ­χον­τα». Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α κι ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς ἤ­τα­νε ἀ­να­κα­τε­μέ­να στὴ φαν­τα­σί­α τους, γιὰ τοῦ­το τό ‘χα­νε γιὰ ἕ­να πρά­μα χρι­στια­νὸς καὶ Ἕλ­λη­νας. Πολ­λὰ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὰ πρά­μα­τα λέ­γα­νε πὼς τά ‘­πε ὁ Χρι­στός, ἢ πὼς εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ Βαγ­γέ­λιο.

       Οἱ ἄ­γε­ρη­δες, πρὸ πάν­των ὁ βο­ριὰς κ’ ἡ νο­τιά, ἤ­τα­νε στὸ πνέ­μα τους σὰν ἄν­θρω­ποι, ὁ ἥ­λιος, τὸ φε­γά­ρι τὸ ἴ­διο. Τὰ φί­δια ἤ­τα­νε στοι­χει­ω­μέ­να. Ὑ­πάρ­χα­νε δέν­τρα καὶ πη­γά­δια καὶ πέ­τρες ποὺ τά ‘­χα­νε γιὰ ἱ­ε­ρά. Ἡ θά­λασ­σα ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νη. Τὸ ψω­μὶ ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νο, δὲν πα­τού­σα­νε πο­τὲς ἀ­πά­νου στὰ ψί­χου­λα, κι ἂν ἔ­πε­φτε χά­μου κα­νέ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τ’ ἀ­νε­σπα­ζόν­τα­νε καὶ τὸ προ­σκυ­νού­σα­νε κολ­λών­τας το στὸ μέ­τω­πό τους. Ὅ­πο­τε πί­να­νε κρα­σί, χύ­να­νε λί­γο στὸ χῶ­μα, σὰ νὰ κά­να­νε σπον­δή. Χαι­ρε­τού­σα­νε βά­ζον­τας τὸ δε­ξὶ χέ­ρι στὸ στῆ­θος καὶ γέρ­νον­τας ἀ­λα­φρὰ τὸ κορ­μί τους.

       Οἱ τσομ­πά­νη­δες βλέ­πα­νε πολ­λὲς φο­ρὲς ἕ­ναν τρα­γο­πό­δη στὰ μαν­τριά, ἀ­νά­με­σα στὰ γί­δια καὶ στὰ πρό­βα­τα. Ἅ­μα ἀρ­ρω­στού­σα­νε τὰ πρό­βα­τα, κά­να­νε ξόρ­κια πα­ρά­ξε­να· ἅ­μα τε­λεί­ω­νε τ’ ἄρ­μεγ­μα, βου­τοῦ­σε ὁ τσομ­πά­νης τὸ χέ­ρι του στ’ ἀ­φρι­σμέ­νο γά­λα καὶ ράν­τι­ζε τὰ πρό­βα­τα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας μυ­στι­κὰ λό­για. Κον­τὰ σ’ αὐ­τά, τὰ θυ­μι­ά­ζα­νε μὲ χρι­στο­λού­λου­δο, κά­να­νε ἁ­για­σμὸ μέ­σα στὸ μαν­τρὶ μὲ τὸ κο­πά­δι ὁ­λό­γυ­ρα, καὶ κρε­μά­ζα­νε φυ­λα­χτὰ στὸ λαι­μό τους. Τὰ κου­δού­νια δὲν τὰ βά­ζα­νε μό­νο γιὰ νὰ χτυ­ποῦ­νε, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ μά­τι, ὅ­πως τὶς χάν­τρες. Γη­τει­ές, δη­λα­δὴ μά­για, ποὺ στὴν ἀρ­χαί­α γλώσ­σα λέ­γον­ται γο­η­τεῖ­ες, κά­να­νε πολ­λὲς οἱ Λη­μιοί, πόρ­χουν­ταν ἀ­πὸ τὴ Λῆ­μνο σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη ξο­χά­ρη­δες· ἔ­χω δι­α­βα­σμέ­να πὼς αὐ­τοὶ ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖ­α τὰ χρό­νια κά­να­νε πολ­λὰ μα­γι­κά.

       Τὸ βό­δι καὶ τὸ πρό­βα­το τά ‘­χα­νε γιὰ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ ζε­στά­να­νε τὸν Χρι­στὸ μὲ τὴν ἀ­να­σα­μιά τους τό­τες ποὺ γεν­νή­θη­κε μέ­σα στὸ πα­χνί· τὸ γί­δι ὅ­μως τό ‘­χα­νε γιὰ κα­τα­ρα­μέ­νο. Τὸ γά­δα­ρο βλο­γη­μέ­νον, για­τὶ σή­κω­σε τὸν Χρι­στό, καὶ τ’ ἄ­λο­γο βλο­γη­μέ­νο, για­τὶ τὸ κα­βα­λί­κε­ψε ὁ Ἄ­η-Γι­ώρ­γης. Ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα τὸ πιὸ βλο­γη­μέ­νο ἤ­τα­νε ἡ ἐ­λιά, τῆς Πα­να­γιᾶς τὸ δέν­τρο. Ἡ δάφ­νη, ἡ μυρ­σί­νη, ὁ βα­σι­λι­κός, τὸ δεν­τρο­λί­βα­νο, ὁ α­βα­για­νός, ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­να. Ἡ συ­κιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό.

       Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ πά­λε εἴ­χα­νε γιὰ στοι­χει­ω­μέ­να κά­τι βρά­χους, πέ­τρες, ξέ­ρες καὶ σπη­λι­ές. Ἡ θά­λασ­σα ἅ­για­σε ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ κι ἀ­πὸ τοὺς Δώ­δε­κα Ἀ­πό­στο­λους, ποὺ ἤ­τα­νε θα­λασ­σι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, βλο­γη­μέ­να καὶ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους, τὰ δί­χτυ­α καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια· τὰ δί­χτυ­α ὅ­μως ἤ­τα­νε πιὸ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ σκε­δι­ά­ζου­νε σταυ­ρό, ἔ­τσι πού ‘­ναι μπλεγ­μέ­να. Τὸ τε­τρά­γω­νο πα­νὶ ποὺ βά­ζα­νε στὶς βάρ­κες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὸ λε­γό­με­νο τέν­τα ἢ φού­σκα ἢ σα­κο­λε­βί­σο, τὸ πρω­το­ηῦ­ρε ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας, γιὰ νὰ μὴν πνί­γουν­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, για­τί εἶ­ναι χα­μη­λὸ καὶ φου­σκω­τὸ καὶ ξε­θυ­μαί­νει ὁ ἀ­γέ­ρας. Ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας ηὗ­ρε καὶ τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ βε­λό­νια, για­τὶ πρὶν οἱ ἄν­θρω­ποι εἴ­χα­νε γιὰ τι­μό­νι ἕ­να κου­πί, καὶ γιὰ τοῦ­το δὲν τα­ξι­δεύ­α­νε μὲ τὰ πα­νιὰ στὰ ὄρ­τσα, δη­λα­δὴ κα­τα­πά­νου στὸν ἀ­γέ­ρα, ἀλ­λὰ μο­νά­χα πρί­μα καὶ δευ­τε­ρο­πρί­μα.Τὶς κου­ρί­τες πά­λε, μ’ ἄλ­λα λό­για τὰ ρη­χὰ τὰ πε­ρά­μα­τα, ποῦ ‘­ναι ἴ­δια μο­νό­ξυ­λα, ἴ­σια ἀ­πὸ κά­του δί­χως κα­ρί­να, τὰ ηὗ­ρε ὁ Χρι­στός, γιὰ νὰ πλεύ­ου­νε στὰ ἥ­με­ρα καὶ στὰ ρη­χὰ τὰ νε­ρά, κι ἀ­πὸ πά­ν’ ἀ­πὸ τὰ δί­χτυ­α, ἐ­πει­δὴ δὲν πι­ά­νου­νε πο­λὺ νε­ρό.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς μοῦ λέ­γα­νε πὼς εἴ­δα­νε γορ­γό­νες νὰ λι­ά­ζουν­ται γιὰ νὰ βου­τᾶ­νε στ’ ἀ­νοι­χτὰ δί­πλα στὴ βάρ­κα, καὶ ἄλ­λα στοι­χειὰ νὰ φτερ­νί­ζουν­ται μέ­σα στὶς σπη­λι­ές, κά­τι ἄλ­λα στοι­χειὰ πά­λε κα­βα­λι­κε­μέ­να ἀ­πά­νου σὲ σκυ­λό­ψα­ρα, ὄ­χι ὅ­μως σὲ δερ­φί­νια, για­τὶ μέ­σα στὸ μπου­γά­ζι δὲν εἶ­χε δερ­φί­νια, σπά­νια νά ‘­χα­νε κα­νέ­να τὰ νε­ρά του καὶ νά ‘μ­παι­νε μέ­σα. Μοῦ λέ­γα­νε καὶ γιὰ κά­ποι­ο στοι­χει­ὸ μὲ γέ­νια μαῦ­ρα, ἥ­με­ρο, π’ ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὁ Κουν­τεν­τὲς λε­γό­με­νος· πολ­λὲς φο­ρὲς κα­θό­τα­νε στὰ βρά­χια καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Ὅ­ποι­οι λά­χαι­νε νὰ τὸν δοῦ­νε, ἀλ­λά­ζα­νε δρό­μο γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρέ­σου­νε. Ἴ­σως νά ‘­τα­νε ὁ ἀρ­χαῖ­ος Τρί­τω­νας.

       Στε­ρια­νοὶ καὶ θα­λασ­σι­νοί, εἴ­χα­νε τὴν Ἀ­να­το­λὴ γιὰ βλο­γη­μέ­νη, για­τί ἐ­κεῖ γεν­νή­θη­κε ὁ Χρι­στός, κι ἀ­πὸ κεῖ βγαί­νει ὁ ἥ­λιος, κι ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι γεν­νι­οῦν­ται στὴν Ἀ­να­το­λή, εἶ­ναι βλο­γη­μέ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ Τοῦρ­κοι.


(1) Βλ. καὶ τὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Γκρά­βα­λη «Ἡ βα­σι­λές».
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: