Κίμων Θεοδώρου: Ἄμωμος ἀνάγνωσις

Theodorou,Kimon-AmomosAnagnosis-Eikona-01

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


 Ἄ­μω­μος ἀ­νά­γνω­σις


07-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_ParkmanΟ ΚΙΝΗΤΟ χτύ­πη­σε στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο. Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ εἶ­χες κλει­στό. Τέ­τοι­α λές, τέ­τοι­ο μαῦ­ρο πρό­βα­το. Σοῦ ἔ­ψα­λαν τὰ μαν­τά­τα. Ἀν­τὶ νὰ πά­ρεις τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, βρέ­θη­κες στὸ ΚΤΕΛ γιὰ Δρά­μα. Χά­σα­τε τὸν μπαμ­πά. Ἂν ἡ πτή­ση εἶ­χε ἀ­πο­γει­ω­θεῖ, δὲν θὰ γυρ­νοῦ­σες γιὰ τὴν κη­δεί­α. Ἔ­τσι λές, γιὰ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ἀλ­λά, φεῦ, πα­ναν­θρώ­πι­νο τὸ νὰ ἀ­πο­δί­δεις τι­μὲς στοὺς νε­κρούς, σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χὲς καὶ τὶς φυ­λές. Ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν πέν­τε μέ­ρες στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, προ­βλή­μα­τα ἀ­να­πνευ­στι­κά, τὸ γνώ­ρι­ζες, δὲν μπῆ­κες στὸν κό­πο νὰ ἀ­νέ­βεις ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να νὰ τὸν δεῖς. Ἤ­σουν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὶς προ­ε­τοι­μα­σί­ες γιὰ τὸν Νέ­ο Κό­σμο. Ποῦ νὰ σοῦ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γε στὸν Ἄλ­λο Κό­σμο. Κα­νεὶς δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ πε­θά­νει. Δὲν εἶ­χε φτά­σει κὰν στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα, στὸ σό­ι φτά­νουν στὰ ὀ­γδόν­τα. Μὲ τὸν κά­θε Ἱπ­πο­κρά­τη βγά­λε ἄ­κρη. Κλί­νη, μά­σκα ὀ­ξυ­γό­νου, ἐ­ξορ­γι­ζό­ταν μὲ για­τροὺς καὶ νο­σο­κό­μες, ἔ­λε­γε θέ­λει νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Σχη­μά­τι­σε χα­μό­γε­λο μιὰ φο­ρά, ρω­τών­τας τὴν ἀ­δελ­φή σου πό­τε φεύ­γεις Ἀ­με­ρι­κή, τοῦ τὸ ξε­φούρ­νι­σες πρὶν κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­ρες στὸ τη­λέ­φω­νο. Κα­μά­ρω­νε γιὰ τὰ τα­ξί­δια σου, πῆ­ρες γραμ­μὴ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο: στὰ εἴ­κο­σι, τσε­πώ­νον­τας μου­λω­χτὰ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες τοῦ παπ­ποῦ, τὸ ἔ­σκα­σε τρι­γυρ­νών­τας στὸν γαλ­λό­φω­νο καὶ ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὸ κό­σμο. Σω­στὸς μπίτ­νικ, σὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ βερ­σιόν. Μι­λοῦ­σε πέν­τε γλῶσ­σες, δὲν παν­τρεύ­τη­κε μή­τε νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κε πρὶν ἀ­πὸ τὰ τρι­αν­τα­πέν­τε. Ἡ για­γιὰ σι­χτί­ρι­ζε γιὰ τὴ μη­λιὰ καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μῆ­λο: «Πέ­τρα ποὺ κα­τρα­κυ­λᾶ σπι­τι­κὸ δὲν φτιά­χνει.»

       Ὅ­ταν ἔ­φτα­σες σπί­τι οἱ θεῖ­ες τὸν ἔ­κλαι­γαν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κά­σα, μα­ζε­μέ­νες στὸ σα­λό­νι. Ἤ­σουν κά­πως θυ­μω­μέ­νος, ἐ­πει­δὴ δι­ά­λε­ξε τὴν ὥ­ρα νὰ πε­θά­νει, θὰ ἔ­χα­νες τὴν πρε­μι­έ­ρα μιᾶς πα­ρά­στα­σης στὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ, τὰ εἶ­χες ἀ­κρι­βο­πλη­ρώ­σει τὰ δι­α­ο­λε­μέ­να, εἰ­σι­τή­ρια καὶ δι­α­μο­νὲς καὶ ὅ­λα. Πέ­ραν τού­του, αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε οἱ θεῖ­ες στὶς κη­δεῖ­ες εἶ­ναι νο­μο­τε­λεια­κὰ γε­λοῖ­α. «Σὰν ζων­τα­νὸς εἶ­ναι ἀ­κό­μη, γιὰ δεῖ­τε, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι κου­νή­θη­κε.» Ἀ­πὸ μέ­σα σου κο­ρό­ι­δευ­ες: Μα­λα­κι­σμέ­νες, εἶ­ναι νε­κρός, οὔ­τε ζων­τα­νός, οὔ­τε κου­νή­θη­κε, οὔ­τε τί­πο­τα. Κοι­νῶς ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­καν κα­θό­λου, δὲν σὲ εἶ­δαν νὰ κλαῖς. Μά­ση­σαν λό­για, νὰ φο­ρέ­σεις ζώ­νη, κα­θὼς σκύ­βον­τας στὴν κά­σα νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρή­σεις, σοῦ ἔ­πε­φτε τὸ παν­τε­λό­νι. «Δὲν ἔ­χε­τε ξα­να­δεῖ κῶ­λο; Δὲν τὸ ἔ­χω κρυ­φό» ἐ­πι­χεί­ρη­σες νὰ μοι­ρα­στεῖς πλέ­ον μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο ἐ­σώ­τε­ρες σκέ­ψεις. Μὲ ὅ­λα τα σα­χλὰ μοι­ρο­λό­για ἀ­δύ­να­τον νὰ τὸν πεν­θή­σεις τὴν πρώ­τη μέ­ρα, κρά­τη­σες τὸ χα­μό­γε­λο Τζο­κόν­τα καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­σπα­σε τὰ νεῦ­ρα ὅ­λων. Ἔ­πει­τα, οἱ θεῖ­ες ρω­τοῦ­σαν «ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ» γιὰ κά­θε μα­κρι­νὴ ξα­δέρ­φη, «μὲ τί ἀ­σχο­λεῖ­ται», «εἶ­ναι ἄ­ρα­γε παν­τρε­μέ­νη», ὅ­λα τὰ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κά. Ἐ­πι­νο­οῦ­σες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ τύ­που «ναί, ξα­δέρ­φη μας εἶ­ναι, δὲν ἀ­κοῦ­τε ρόκ; Βέ­βαι­α, θὰ τὴν γνω­ρί­ζα­τε ἂν ἀ­κού­γα­τε ρόκ, εἶ­ναι μέ­λος σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ προ­ω­θεῖ τὸ MTV.» Γιὰ τὴν πρώ­ην ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου —ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ σα­που­νό­πε­ρα— δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ ρω­τή­σουν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ χω­ρι­σμοῦ.

       Ὅ­ταν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ κό­σμος καὶ ἔ­μει­νες μό­νος στὸ σπί­τι, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα, τὸν ἔ­κλα­ψες μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α σου.

       Τοὺς τέσ­σε­ρις ἑ­πό­με­νους μῆ­νες με­τὰ τὸ θά­να­τό του, κά­θε ποὺ βρά­δια­ζε ἡ 26η καὶ ξη­μέ­ρω­νε ἡ 27η, τὴν ὥ­ρα ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­κε, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­σουν. Στε­κό­σουν στὸ πα­τρι­κὸ στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ, βλέ­πον­τας ἀ­πέ­ναν­τι τὸ τζά­κι νὰ σι­γο­καί­ει. Κα­θό­ταν πάν­τα στὴν ἴ­δια θε­ό­ρα­τη πο­λυ­θρό­να, γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἑ­στί­α, ἔ­τσι ποὺ δὲν τὸν ἀν­τί­κρι­ζες ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς πλη­σί­α­ζες στὴν πο­λυ­θρό­να, γιὰ νὰ σοῦ πεῖ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, ἔ­φτα­νες στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι δὲν βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ. Στὸ μυα­λό σου, κα­θό­ταν πάν­το­τε ἐ­κεῖ. Τό­τε, ξυ­πνοῦ­σες μὲ ἕ­να πά­τη­μα στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θον­τας τὴν ἀ­πώ­λειά Του, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, δὲν θὰ εἶ­ναι πο­τὲ ξα­νὰ ἐ­κεῖ. Πέ­θα­νε.

       Στὸν τά­φο πη­γαί­νεις κα­να­δυ­ὸ φο­ρὲς τὸ χρό­νο, ὅ­πο­τε δη­λα­δὴ ἀ­νε­βαί­νεις στὸ χω­ριό. Κα­τέ­βα­σες στὸ κι­νη­τό τα ἀ­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια. Βά­ζεις νὰ τὰ ἀ­κού­σει: Σώ­πα ὅ­που νὰ ‘­ναι θὰ ση­μά­νουν οἱ καμ­πά­νες / Ὅ­ταν σφίγ­γουν τὸ χέ­ρι, ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι βέ­βαι­ος γιὰ τὸν κό­σμο. Κά­που ἐ­κεῖ κά­τω ἢ κά­που ἐ­κεῖ πά­νω, εὐ­φραί­νε­ται. Ὁ Μί­κης ἀ­ρέ­σει καὶ στὰ λου­λού­δια ποὺ στο­λί­ζουν τὸ μνῆ­μα, ἀ­κού­γον­τας τὴ μου­σι­κὴ σὰν νὰ κορ­δώ­νον­ται. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, βρῆ­κες καὶ πῆ­ρες ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ εἶ­χε στὸ κο­μο­δί­νο ἐ­πὶ χρό­νια, τὸ ξε­ζού­μι­σε, Τὰ Παι­διὰ τῆς Πιά­τσας. Ἄρ­χι­σες νὰ τοῦ δι­α­βά­ζεις. Δὲν κα­τά­λα­βες πό­τε με­ση­μέ­ρια­σε. Ἀ­πό­γευ­μα. Με­τὰ σού­ρου­πο. Με­τὰ ὁ φύ­λα­κας. Εἶ­πε πρέ­πει νὰ φύ­γεις. Θὰ ἀ­να­βες ἕ­να κε­ρά­κι συ­νε­χί­ζον­τας ὑ­πὸ τὸ φῶς του νὰ δι­α­βά­ζεις Τσι­φό­ρο στὸν πα­τέ­ρα. Σε­βά­στη­κες τὴν ὥ­ρα τῶν φαν­τα­σμά­των. Ἄ­φη­σες τὸ βι­βλί­ο στὴ μαρ­μά­ρι­νη κα­βά­τζα, δί­πλα στὸ λα­δά­κι ποὺ φυ­λά­ει ἡ μά­να γιὰ τὴν καν­τή­λα. Γύ­ρι­σες τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ νὰ συ­νε­χί­σεις τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τὸ βι­βλί­ο ἄ­φαν­το. Ἴ­χνος κα­νέ­να. Ὁ μπαμ­πὰς δὲν θὰ ἄν­τε­χε ἐκ νέ­ου τὸν ντι­λε­ταν­τι­σμό, τὶς φρι­κτές σου ἀ­να­γνω­στι­κὲς ἐ­πι­δό­σεις, τὸν ἐ­πί­πε­δο το­νι­σμό, τὴν ἔλ­λει­ψη χά­ρης καὶ εὐ­λυ­γι­σί­ας στὴ φω­νή. Ἡ­λί­ου φα­ει­νό­τε­ρον, σκέ­φτη­κες, θὰ πῆ­ρε νὰ τὸ δι­α­βά­σει μό­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη – (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τα & ἀ­κρο­βα­σί­ες, ἐκδ. Φαρ­φου­λᾶς, 2014

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).

Εἰκόνα: Ἑρμούπολη Σύρου, Νεκροταφεῖο. Φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: