Ἀντρέας Ὀνουφρίου: Οἱ χιλιαστές

Ounoufriou,Antreas-OiChiliastes-Eikona-05

Ἀν­τρέ­ας Ὀ­νου­φρί­ου


Οἱ χι­λια­στές


06-Delta-Chronica_Polonorum_DΙΠΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ τοῦ παπα-Μι­χά­λη ἦ­ταν ἕ­να σπι­τά­κι μι­κρὸ καὶ μα­ρα­ζω­μέ­νο, εἶ­χε λί­γα χρυ­σάν­θε­μα στὴν ἄ­κρη τῆς αὐ­λῆς καὶ παν­τοῦ χῶ­μα, τό­σο πο­λὺ χῶ­μα ποὺ ἔ­βλε­πες σει­ρὲς τὰ μαῦ­ρα μυρ­μήγ­κια νὰ κου­βα­λοῦν σπυ­ριὰ ἀ­πὸ κρι­θά­ρι. Ἐ­κεῖ μέ­σα ζοῦ­σαν ὁ Χαμ­πὴς καὶ ἡ Μα­ρί­α καὶ τὰ δυ­ό τους τὰ παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τοὺς ἤ­θε­λε, για­τί ἦ­ταν χι­λια­στές. Τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τὴ λέ­ξη δι­ά­κρι­ση ἢ ἀ­νο­χή.

       Πρῶ­τος ὁ πα­πάς, ποὺ ‘­χε κρυμ­μέ­να ὅ­πλα στὸ σπί­τι του ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς πρώ­της ΕΟΚΑ, ἔ­βα­λε ὅ­λους τοὺς γεί­το­νες νὰ μὴν τοὺς χαι­ρε­τᾶ­νε, μή­τε κα­μιὰ εὐ­κο­λί­α νὰ τοὺς κά­νουν. Καὶ τὰ πα­πα­δο­παί­δια του, πού ‘­χε ὀ­χτὼ γιὰ ἐν­νιά, φώ­να­ζαν: «Νά τους, νά τους, οἱ χι­λια­στές…». Ὁ Βαγ­γέ­λης καὶ ὁ Πέ­τρος, τὰ δυ­ὸ μι­κρά, ἦ­ταν τὰ χει­ρό­τε­ρα. Πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρι­στι­α­νι­κά τους ὀ­νό­μα­τα, δὲν εἶ­χαν κα­μιὰ λύ­πη­ση γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ Χάμ­που καὶ οὔ­τε ποὺ σκέ­φτον­ταν πὼς αὐ­τὰ δὲν ἔ­φται­γαν σὲ τί­πο­τα ποὺ οἱ γο­νεῖς τους, ἔ­τσι στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ξε­γί­νουν χρι­στια­νοὶ ὀρ­θό­δο­ξοι καὶ νὰ βα­πτι­στοῦν μάρ­τυ­ρες τοῦ μό­νου καὶ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, τοῦ Ἰ­ε­χω­βᾶ, κα­τὰ ποὺ τοὺς ἔ­λε­γαν οἱ δι­κοί τους ἀρ­χη­γοί, κά­τι ἀ­νά­λο­γο τοῦ δι­α­ο­λε­μέ­νου τοῦ δι­κοῦ μας πα­πᾶ.

       Ἐ­μεῖς, τὰ ἄλ­λα τὰ παι­διά, τὰ ἴ­δια σκα­τὰ καὶ τοῦ λό­γου μας. Πη­γαί­να­με καὶ λέ­γα­με στὴν κυ­ρί­α στὴν τά­ξη πὼς στὸ σχο­λεῖ­ο μας ἔ­χου­με δυ­ὸ «χιλι­α­στά­κια» καὶ πὼς πλη­ρώ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ θὰ γί­νουν πλού­σιοι καὶ θὰ ἀ­γο­ρά­σουν Μερ­σεν­τές. Κά­να­με ἐ­πι­δει­κτι­κὰ τὸν σταυ­ρὸ μας μπρο­στά τους, σὰν νὰ θέ­λα­με νὰ δεί­ξου­με πὼς μό­νο ἐ­μεῖς ἤ­μα­σταν οἱ ἐ­κλε­κτοί τοῦ Θε­οῦ καὶ πὼς μό­νο ἐ­μεῖς εἴ­χα­με δι­καί­ω­μα νὰ ζοῦ­με σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρι­σά­θλιο χω­ριό, μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α, πού ‘μοιά­ζε μὲ πο­λυ­κα­τά­στη­μα. Αὐ­τὰ τὰ κα­η­μέ­να ἄ­χνα δὲν ἔ­βγα­ζαν, μή­τε νὰ δι­και­ο­λο­γη­θοῦν, μή­τε νὰ τρέ­ξουν νὰ κρυ­φτοῦν. Τὰ σπρώ­χνα­με στὶς συγ­κεν­τρώ­σεις, τὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­α­με ὅ­ταν σχολ­νού­σα­με καὶ αὐ­τὰ μᾶς κοί­τα­ζαν σὰν μι­κρὰ περ­δι­κά­κια ποὺ τοὺς χα­λᾶ­νε τὶς φω­λι­ές τους. Εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­πο­νο μό­νο στὸ πρό­σω­πο, ποὺ τά ‘­κα­νε με­λαγ­χο­λι­κὰ καὶ φο­βι­σμέ­να. Μιὰ μέ­ρα, ρώ­τη­σα τὸν με­γά­λο: «Για­τί δὲν λέ­τε τί­πο­τα ὅ­ταν σᾶς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν;» Καὶ αὐ­τός, σὰν δα­σκα­λε­μέ­νος καὶ κα­λὸς μα­θη­τής, μοῦ εἶ­πε: «Ὁ Χρι­στὸς εἶ­πε, ὅ­ταν σὲ χτυ­ποῦν στὸ ἕ­να μά­γου­λο, νὰ γυ­ρί­ζεις καὶ τὸ ἄλ­λο.» Ἐ­γὼ σά­στι­σα κά­πως καὶ ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κα μὲ τὸ πνεῦ­μα θυ­σί­ας καὶ ἀ­ρε­τῆς ποὺ ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ στό­μα του τὸ «χι­λι­α­στά­κι» καὶ σκέ­φτη­κα: «Λὲς νά ‘­ναι αὐ­τοὶ οἱ σω­στοὶ καὶ ὅ­λοι ἐ­μεῖς οἱ ἄλ­λοι λά­θος; Τί ἡ­ρω­ι­κὸ πράγ­μα νὰ σὲ χτυ­ποῦν στὸ ἕ­να μά­γου­λο καὶ νὰ γυ­ρί­ζεις καὶ τὸ ἄλ­λο!»

       Μιὰ μέ­ρα, ποὺ παί­ζα­με πέν­τε μέ­ρες καὶ ὁ Φά­νης μοῦ ‘­δω­σε μιὰ κλο­τσιὰ για­τὶ τοῦ χά­λα­σα τὶς πέ­τρες, γύ­ρι­σα καὶ τοῦ εἶ­πα: «Φά­νη, δῶ­σε μου ἄλ­λη μιὰ κλο­τσιά, για­τί ἔ­τσι εἶ­πε ὁ Χρι­στός.» Ὁ Φά­νης, ποὺ ἦ­ταν καὶ πο­δο­σφαι­ρι­στής, μοῦ ‘­δω­σε ἄλ­λη μιὰ κι ἐ­μέ­να μοῦ ἄ­ρε­σε καὶ σκέ­φτη­κα νὰ γί­νω κρυ­φὰ κι ἐ­γὼ ὀ­πα­δὸς αὐ­τοῦ τοῦ μό­νου ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, τοῦ Ἰ­ε­χω­βᾶ. Ἂν μὴ τί ἄλ­λο, θὰ μὲ πρόσε­χαν, θὰ ἀ­σχο­λοῦν­ταν ὅ­λοι μα­ζί μου, θὰ προ­κα­λοῦ­σα ἕ­ναν ντό­ρο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μά μου, για­τί οὔ­τε στὰ ἀ­θλη­τι­κὰ ἤ­μουν κα­λὸς οὔ­τε στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ οὔ­τε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὴν τά­ξη πο­τὲ δὲν μὲ ψή­φι­ζε κα­νεὶς γιὰ πρό­ε­δρο.

       Ὅ­ταν πῆ­γα σπί­τι, κα­τὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, εἶ­πα στὴ μά­να μου πὼς θὰ γί­νω μάρ­τυ­ρας τοῦ Ἰ­ε­χω­βᾶ. Ἡ μά­να μου, ποὺ ἦ­ταν λί­γο ἀ­λα­φι­α­σμέ­νη καὶ εἶ­χε τὸ νοῦ της μό­νο στὰ κου­νέ­λια τῆς αὐ­λῆς, μοῦ ‘­πε: «Δὲν πὰ νὰ γί­νεις καὶ ἀ­στρο­ναύ­της…»

       Κα­νεὶς δὲν μὲ πῆ­ρε στὰ σο­βα­ρὰ κι ἔ­τσι κα­τά­λα­βα πὼς θὰ ἔ­με­να γιὰ πο­λὺ και­ρὸ κά­ποι­ος ποὺ δὲν θὰ πρό­σε­χε κα­νεὶς εὔ­κο­λα, κά­ποι­ος ποὺ κα­νεὶς δὲν μι­λοῦ­σε γιὰ αὐ­τόν, κα­νεὶς δὲν τὸν ζή­λευ­ε καὶ οὔ­τε κὰν κα­νεὶς τὸν κο­ρό­ι­δευ­ε. Ἄχ, τί εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ ἦ­ταν οἱ χι­λια­στές…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μεταποικιακὲς ἱστορίες (ἐκδ. Φαρφουλᾶς, Ἀθήνα, 2015).

Ἀν­τρέ­ας Ὀ­νου­φρί­ου (Ἀμ­μό­χω­στος, 1968). Πε­ζο­γρα­φία. Ἔ­κα­νε δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ Πα­νεπι­στή­μιο τοῦ Λον­δί­νου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς εἰ­δι­κὸς συ­νερ­γά­της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Με­τα­ποι­κια­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Φαρ­φου­λᾶς, 2015).


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: