Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερμανικὲς οὐτοπίες Νο 2


Böll,Heinrich-GermanikesOutopiesNo2(HelmutGrieshaber)-Eikona-0


Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 2

για τον Γκρή­σχάμ­περ

(Deutsche Utopien II

für Grieshaber)

 

1. Ὁ Κόπ­πικ δι­ο­ρί­ζε­ται ὁ­μο­σπον­δια­κὸς καὶ ὁ Χὸρστ Μά­λερ το­πι­κὸς ὑ­πουρ­γὸς ἐ­σω­τε­ρι­κῶν τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας. Ὁ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε δι­ο­ρί­ζε­ται μὲ τὴ σει­ρὰ του ὑ­φυ­πουρ­γὸς ὑ­πὸ τὸν Μά­λερ, πα­ρὰ τὴ δι­α­φω­νί­α τοῦ ἀρ­χη­γοῦ τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης, Ρά­ου, γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ Ντοῦ­τσκε εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συν­τη­ρη­τι­κός. Κόπ­πικ καὶ Μά­λερ ἱ­δρύ­ουν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μιὰ ὁ­μά­δα ἐρ­γα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α εἰ­σέρ­χε­ται στὴν ὁ­μο­σπον­δια­κὴ ρε­πουμ­πλι­κα­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ὁ­μά­δα δι­α­τά­σε­ων». Κά­ποι­οι —βι­α­στι­κὰ ψη­φι­σμέ­νοι— νό­μοι ἀ­πε­δεί­χθη­σαν ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον ἐ­λα­στι­κοί. Ἕ­να εἶ­δος δι­α­τα­τι­κοῦ πυ­ρε­τοῦ κα­τα­λαμ­βά­νει τὴ νο­μο­θε­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α: ὁ νό­μος πε­ρὶ συν­τά­ξε­ων, ἡ «πα­ρά­γρα­φος πε­ρὶ βί­ας», τὸ βού­λευ­μα γιὰ τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸ (κοι­νῶς: ἀ­παλ­λα­γὴ τῶν ρι­ζο­σπα­στι­κῶν), τὰ πάν­τα τεν­τώ­νον­ται, τα­νύ­ζον­ται, τρα­βι­οῦν­ται. Στὴ Βαυ­α­ρί­α ὁ­λο­έ­να δυ­να­μώ­νουν οἱ φω­νὲς ποὺ ἀ­παι­τοῦν τὸ δι­ο­ρι­σμὸ δα­σκά­λων μαρ­ξι­στι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λα ὁ­μο­σπον­δια­κὰ κρα­τί­δια (βλέ­πε Ἔσ­ση), οἱ πο­λί­τες δι­εκ­δι­κοῦν ἀν­τὶ γιὰ χρι­στι­α­νο­δη­μο­κρά­τες, ἁ­πλῶς χρι­στια­νοὺς δα­σκά­λους καὶ δα­σκά­λες. Ὁ «Γερ­μα­να­ρᾶς» ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­ε­θνῆ Τύ­πο καὶ ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ δη­μο­κρα­τί­α παί­ζει τώ­ρα τὸ ρό­λο «ἀ­να­τέλ­λου­σας» χώ­ρας.


2. Τὰ ἐρ­γο­στά­σια ἀ­το­μι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, με­τὰ τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση ὅ­λων τῶν ἐ­πι­κίν­δυ­νων πυ­ρή­νων, θὰ δο­θοῦν στὸ κοι­νὸ ὡς «τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα μιᾶς στρε­βλω­μέ­νης ἀ­να­πτυ­ξια­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας» πρὸς ἐ­πί­σκε­ψη, οἰ­κο­δό­μη­ση σχο­λεί­ων κλπ. Οἱ πο­λί­τες πα­ρο­τρύ­νον­ται νὰ συμ­βά­λουν στὸ χρω­μα­τι­κὸ καλ­λω­πι­σμὸ τῶν τσι­μεν­τέ­νι­ων ὄγ­κων, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πουρ­γεῖ­α οἰ­κο­νο­μι­κῶν, ἐ­πι­στη­μῶν καὶ πο­λι­τι­σμοῦ τσα­κώ­νον­ται με­τα­ξύ τους γιὰ τὴ χρη­μα­το­δό­τη­ση τοῦ ἔρ­γου. Κα­τα­λή­γουν σὲ συμ­βι­βα­σμὸ 40-40-20 ὑ­πὲρ τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου πο­λι­τι­σμοῦ. Τὰ τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα θὰ συ­νι­στοῦν ἀ­γα­πη­μέ­νο προ­ο­ρι­σμὸ ἐκ­δρο­μῶν, ἀ­φοῦ ἐμ­πλου­τι­στοῦν μὲ καν­τί­νες καὶ χώ­ρους γιὰ πὶκ-νίκ.


3. Ἀ­φό­του ἡ ἐ­ξέ­τα­ση συ­νεί­δη­σης γιὰ τοὺς ἀ­νυ­πό­τα­κτους θε­σπί­στη­κε, κα­ταρ­γή­θη­κε, ξα­να­θε­σπί­στη­κε καὶ ξα­να­κα­ταρ­γή­θη­κε, θε­σπί­ζε­ται τώ­ρα ἐκ νέ­ου, κα­θὼς ἀ­πε­δεί­χθη ὅ­τι οἱ τά­ξεις τοῦ στρα­τοῦ δὲν ἐ­πω­φε­λή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­μέ­νου­σα ἀ­νερ­γί­α. Ὁ πά­λαι πο­τὲ στρα­το­λο­γι­κὸς εἰ­δή­μων, Βόρ­νερ, κα­ταγ­γέλ­λει τοὺς «ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στους νέ­ους», γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει ἐν συ­νέ­χεια, δι­και­ο­λο­γού­με­νος ὅ­τι ἐν­νο­οῦ­σε τοὺς «ἀ­πρό­θυ­μους νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στοῦν νέ­ους». Στὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἡ ἐ­ξέ­τα­ση συ­νεί­δη­σης θε­σπί­στη­κε γιὰ τοὺς πρό­θυ­μους νὰ κα­τα­τα­γοῦν καὶ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν, εἰ­δι­κὰ με­τὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ πρώ­ην ἀ­νυ­πό­τα­κτος δι­ο­ρί­στη­κε ὑ­πουρ­γὸς ἀ­μύ­νης.


4. Ὁ πά­λαι πο­τὲ ἀρ­χη­γὸς τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης, Χέλ­μουτ Κόλ, συγ­γρά­φει μυ­θι­στό­ρη­μα πε­ρὶ πο­λι­τι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῶν. Ζη­τή­μα­τα ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης ἀ­πει­λοῦν νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σουν καὶ οἱ νο­μεν­κλα­τοῦ­ρες τὸν προ­βλη­μα­τί­ζουν. Ἀ­φή­νε­ται λοι­πὸν στὰ ἔμ­πει­ρα χέ­ρια ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν συμ­βου­λεύ­ει ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δό­κι­μο νὰ γρά­φει ὅ­που λά­θος πά­θος, ὅ­που μέ­γα αἴ­γα, ὅ­που νό­μος δρό­μος, ὅ­που φθί­νει πί­νει, ὅ­που ὄ­φε­λος ὀ­φει­λὴ ἢ —πρὸς θε­οῦ! — ὅ­που κρά­τος πα­ρα­κρά­τος. Ἡ σύν­δε­ση ὅ­ρων μέ­σῳ τῆς ὁ­μοι­ό­τη­τας τῆς ὀ­νο­μα­σί­ας τους εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­λο­γη. Ἀν­τι­θέ­τως, ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἀ­πο­φα­σι­στι­κῆς ση­μα­σί­ας. Ἡ δὲ ἀλ­λα­γὴ φύ­λου συ­νι­στᾶ­ται. Ἔ­τσι, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μομ­ποι­η­θεῖ γιὰ τὸν Βάλ­τερ Σὲλ τοῦ Ἐ­λεύ­θε­ρου Δη­μο­κρα­τι­κοῦ Κόμ­μα­τος ἕ­νας γυ­ναι­κεῖ­ος χα­ρα­κτή­ρας μὲ τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­η, ἐ­νῶ γιὰ τὸν Βίλ­λυ Μπρὰντ τοῦ Σο­σι­αλ­δη­μο­κρα­τι­κοῦ Κόμ­μα­τος ἐ­πί­σης γυ­ναι­κεῖ­ος χα­ρα­κτή­ρας, ὀ­νό­μα­τι Μαν­τὰμ Μπω­βα­ρύ. Θὰ δι­α­βά­ζουν Πρου­στ, θὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν πε­ρι­πά­τους σὲ νε­κρο­τα­φεῖ­α, θὰ φτιά­χνουν καὶ θὰ κα­τα­στρέ­φουν ὀ­νό­μα­τα. Ἀν­τι­θέ­τως, γιὰ λό­γους ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης, συ­νι­στᾶ­ται νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τὸ ὄ­νο­μα Σμὶτ γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Σμὶτ (ὁ Κὸλ εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὴν πα­ρα­φθο­ρὰ Σμίτς!). Καὶ οἱ θρη­σκευ­τι­κὲς πε­ποι­θή­σεις κα­θε­νὸς ὀ­φεί­λουν νὰ ἀλ­λά­ξουν: ὁ Σμὶτ καὶ ὁ Κάρ­στενς πρέ­πει νὰ γί­νουν Κα­θο­λι­κοί, ὁ Στρά­ους —γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νή­θη­κε τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Κρούσ­μπουλ— Προ­τε­στάν­της, ὁ Βέ­νερ —προ­τει­νό­με­νο ψευ­δώ­νυ­μο Τρό­σπελ— Ρε­φορ­μι­στής. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα θὰ ἔ­χει Happy End, ὅ­λα τα ἐμ­πλε­κό­με­να πρό­σω­πα —ἀ­κό­μη καὶ ὡς πο­λι­τι­κοὶ ἀν­τι­πα­λοι— θὰ φι­λι­ώ­νουν καὶ θὰ τρα­γου­δοῦν ὅ­λοι μα­ζὶ μὲ μιὰ φω­νὴ σὲ μιὰ τα­βέρ­να: «Καὶ ὅ­λοι ἄ­πι­στοι νὰ γί­νουν, μέ­νω ἐ­γὼ μό­νο πι­στός.»


5. Ὁ Ντρέ­κερ, ἀ­κό­μη (ἢ πά­λι) ἀρ­χη­γὸς τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης στὴν Ἔσ­ση, προ­τεί­νει νὰ με­το­νο­μα­στεῖ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φραν­κφούρ­της σὲ Πα­νε­πι­στή­μιο Ρό­ζα Λού­ξεν­μπουργκ. Κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς Σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πέρ­ρι­ψαν τὴν πρό­τα­σή του, γιὰ προ­δο­σί­α κα­τὰ τοῦ Μαρ­ξι­σμοῦ. Σκαν­δα­λώ­δεις οἱ δι­ε­νέ­ξεις ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν στὸ κοι­νο­βού­λιο τοῦ Βήσ­μπάν­τεν.


6. Ὁ Κλά­ους Στά­εκ ἔ­χει εἰ­δι­κευ­τεῖ ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου καὶ κα­θ’ ὁ­λο­κλη­ρί­αν σὲ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο, στὴν ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ ὁ­ποί­ου κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν μυ­ή­σει ὁ Γκρή­σχάμ­περ: κα­τα­γί­νε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὶς Μαν­τό­νες καὶ φέ­ρει σχε­δὸν τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Μαν­το­νο­λό­γου —κά­ποι­οι μά­λι­στα τὸν θε­ω­ροῦν Ἀρ­χι­μαν­το­νο­λό­γο! —. Εἰ­σχω­ρεῖ στὶς τά­ξεις τῶν Φραγ­κι­σκα­νῶν μο­να­χῶν, τὸ ρά­σο τοῦ κά­νει καὶ μά­λι­στα τοῦ πη­γαί­νει τρέ­λα. Σὲ ἁ­πλο­ϊ­κὸ κε­λί, μὲ ἁ­πλο­ϊ­κὸ φαΐ, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ με­γί­στη Μά­να ποὺ ὣς τό­τε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν πα­ρα­γνώ­ρι­ζε, προ­σπα­θών­τας τώ­ρα νὰ κα­τα­τά­ξει τὶς ἀ­πει­κο­νί­σεις της σὲ ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ-ἱ­στο­ρι­κὸ-αἰ­σθη­τι­κὸ σύ­στη­μα. Ὁ Γκρή­σχάμ­περ, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ρά­σο κα­θό­λου δὲν ταί­ρια­ζε (πα­ραέ­μοια­ζε ἀ­λη­θι­νὸς μέ­σα σὲ αὐ­τό), τὸν ἔ­πει­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν ἕ­να τα­ξί­δι ὡς προ­σκυ­νη­τὲς τῆς Μαν­τό­νας τῆς Κλου­ξαμ­πού­κα, στὴν ὁ­ποί­α ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­θε­τε τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῆς Μαν­τό­νας τοῦ προ­λε­τα­ριά­του. Στὴν Κλου­ξαμ­πού­κα συμ­βαί­νει κά­τι, τὸ ὁ­ποῖ­ο φέρ­νει τὸν Στά­εκ σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση, προ­κα­λεῖ ὅ­μως τὸ θρι­αμ­βευ­τι­κὸ γέ­λιο τοῦ Γκρή­σχάμ­περ: ἕ­να θαῦ­μα στὸν Στά­εκ! Συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τόρ­θω­σαν νὰ ἐ­πι­τύ­χουν τὸ ρά­σο καὶ οἱ τό­σες Μαν­τό­νες: Ὁ Στά­εκ ἔ­γι­νε Κα­θο­λι­κός. Ἀν­τι­θέ­τως, ὁ Γκρή­σχάμ­περ, πα­ρὰ τὸ θαῦ­μα, πα­ρα­μέ­νει πει­σμα­τι­κὰ Προ­τε­στάν­της. Ἀ­πὸ κοι­νοῦ στέλ­νουν τη­λε­γρά­φη­μα στὸν Μπό­ις καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἑρ­μῆς τῆς Βαυ­α­ρί­ας»: «Σ. ΠΡΟ­ΣΗ­ΛΥ­ΤΙ­ΣΤΗ­ΚΕ. ΜΑΡΤΥΡΑΣ: ΓΚ.» Στὴ ρε­πουμ­πλι­κα­νι­κὴ σκη­νὴ ὁ­λό­κλη­ρής τῆς Ὁ­μο­σπον­δια­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας ξε­σπά­ει σύγ­χυ­ση ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

Εἰ­κό­να: Ὁ δρό­μος πρὸς τὸν Γολ­γο­θᾶ (1967). Ἔρ­γο τοῦ γερ­μα­νοῦ χα­ρά­κτη Χέλ­μουτ Γρή­σχάμ­περ (1909-1981), ἀν­τι­φα­σί­στα, εἰ­ρη­νι­στῆ καὶ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­κτι­βι­στῆ.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: