Παῦλος Νιρβάνας: Ἡ πεθαμένη


 

NirbanasPaylos-IPethameni-Eikona-03b

 


Παῦ­λος Νιρ­βά­νας


 

Ἡ πε­θα­μέ­νη

 


02-GammaΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΙΡΟ ἡ ξαφ­νι­κὴ φι­λί­α τοῦ Ἀν­τρέ­α μὲ τὸν πλού­σιο κύ­ριο, ποὺ εἶ­χε φθά­σει τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτο, ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε τοὺς φι­λι­κούς μας κύ­κλους. Ὁ Ἀν­τρέ­ας, ἕ­νας ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­κοι­νώ­νη­τος, ἕ­νας δύ­σκο­λος γιὰ και­νούρ­γι­ες γνω­ρι­μί­ες, τί κοι­νὸ μπο­ροῦ­σε νἄ­χῃ μὲ τὸν πλού­σιο ἔμ­πο­ρο τῆς Αἰ­γύ­πτου, ποὺ εἶ­χ’ ἔρ­θει νὰ πε­ρά­σῃ τὸ κα­λο­καῖ­ρί του στὴν Ἀ­θή­να, ἐγ­κα­θι­δρυ­μέ­νος πλου­σι­ο­πά­ρο­χα σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα προ­α­στεια­κὰ ξε­νο­δο­χεῖ­α, καὶ μέ­σα σ’ ἕ­ναν κύ­κλο πλου­το­κρα­τῶν καὶ ἀν­θρώ­πων τῆς δου­λιᾶς;

       — Μή­πως εἶ­νε τά­χα συγ­γε­νής του;

       — Τί ἰ­δέ­α! Τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α τὸν γνώ­ρι­σε.

       — Λοι­πόν;

       Κα­νέ­νας δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σῃ τὸ μυ­στή­ριο. Καὶ ὁ Ἀν­τρέ­ας εἶ­χε χα­θῆ σχε­δὸν ἀ­πὸ τὴν συν­τρο­φιά μας. Τὸν συ­ναν­τού­σα­με κά­θε τό­σο μὲ τὸν νέ­ο του φί­λο πό­τε στὴν ἐ­ξέ­δρα τοῦ Φα­λή­ρου, πό­τε στὴν πλάζ, πό­τε μέ­σα σ’ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το στὴν ἐ­ξο­χή, καὶ μιὰ βρα­δυ­ὰ τὸν εἴ­δα­με νὰ γευ­μα­τί­ζῃ μα­ζί του στὴν τα­ρά­τσα τοῦ «Ἀ­κταί­ου». Ὁ Ἀν­τρέ­ας μᾶς χαι­ρε­τοῦ­σε πάν­τα μὲ κά­ποι­α συ­στο­λὴ καὶ μὲ κά­ποι­ο ὕ­φος, ποὺ ἤ­τα­νε σὰ νὰ μᾶς λέ­ῃ:

       — Μὴ μὲ πα­ρε­ξη­γῆ­τε, φί­λοι μου! Ἀ­πὸ τὸ κά­θε τι ποὺ μπο­ρεῖ­τε νὰ βά­λε­τε στὸ νοῦ σας, τί­πο­τε δὲν εἶ­νε σω­στό. Ἂν ξέ­ρα­τε…

       Κά­ποι­α βρα­δυ­ά, ἐ­πὶ τέ­λους, ὁ Ἀν­τρέ­ας ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σῃ τὸ αἴ­νιγ­μα τῆς ἀ­νε­ξή­γη­της φι­λί­ας του μὲ τὸν πλού­σιο κύ­ριο τῆς Αἰ­γύ­πτου. Ἤ­μα­στε οἱ δυ­ό μας, ἐν­τε­λῶς μό­νοι, σ’ ἕ­να ἐ­ξο­χι­κὸ κα­φε­νε­δά­κι, καὶ ὁ Ἀν­τρέ­ας χω­ρὶς νὰ τὸν προ­κα­λέ­σω κα­θό­λου, φά­νη­κε νὰ γυ­ρεύ­ῃ ἀ­φορ­μὴ γιὰ ἐκ­μυ­στή­ρευ­ση.

       — Ἐ­σέ­να σοῦ τὰ λέ­ω ὅ­λα! μοῦ εἶ­πε ἄ­ξαφ­να.

       — Δὲν εἶ­χα καμ­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α… μουρ­μού­ρι­σα.

       — Βέ­βαι­α, ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε, καὶ σὲ σέ­να καὶ στοὺς ἄλ­λους φί­λους θὰ κά­νουν ἐν­τύ­πω­ση οἱ τε­λευ­ταῖ­ές μου σχέ­σεις μὲ τὸν κύ­ριο τῆς Αἰ­γύ­πτου.

       Ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ ζη­τοῦ­σε σχε­δὸν συ­χώ­ρε­ση γιὰ τὴ σχέ­ση του αὐ­τή.

       — Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Τοῦ εἶ­πα. Κα­θέ­νας εἶ­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ κα­νο­νί­ζῃ τὶς σχέ­σεις του, ὅ­πως τοῦ ἀ­ρέ­σει. Σὲ ποι­ὸν θὰ δώ­σῃς λό­γο; Ἢ μή­πως φο­βή­θη­κες μὴν τύ­χῃ καὶ πα­ρε­ξη­γη­θῇς; Τὸ ξέ­ρουν ὅ­λοι ὅ­τι δὲν εἶ­σαι ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ κυ­νη­γοῦν τοὺς Μαι­κῆ­νες.

       Καὶ τὸν χτύ­­πη­σα φι­λι­κὰ στὴν πλά­τη.

       — Ἀ­δι­ά­φο­ρο! Εἶ­πε. Ἐ­σὺ του­λά­χι­στον θέ­λω νὰ ξέ­ρῃς.

       Καὶ με­λαγ­χό­λη­σε σὰ νὰ εἶ­χε νὰ δι­η­γη­θῇ μιὰ θλι­βε­ρὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­δει­ξα καμ­μιὰ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α νὰ μά­θω τὸ μυ­στι­κό του. Καὶ μεί­να­με κάμ­πο­ση ὥ­ρα σι­ω­πη­λοί, μέ­σα στὴν ἥ­συ­χη κα­λο­και­ρι­νὴ βρα­δυ­ά.

       Λοι­πόν εἶ­πε σὲ λί­γο, τὸν κύ­ριο αὐ­τὸ μοῦ τὸν σύ­στη­σαν κά­ποι­ο βρά­δυ σ’­ἕ­να τρα­πε­ζά­κι τῆς πλάζ. Ὁ κύ­ριο Νι­κο­λα­ΐ­δης… Τὸ ὄ­νο­μά του, ἕ­να κοι­νό­τα­το ὄ­νο­μα, δὲν μοῦ ἔ­κα­νε καμ­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση. Καὶ κα­θί­σα­με μὲ τοὺς δυ­ὸ ἄλ­λους γνω­στούς μου κυ­ρί­ους, ποὺ μοῦ τὸν εἶ­χαν συ­στή­σει, μι­λῶν­τας γιὰ ἀ­δι­ά­φο­ρα πρά­μα­τα…

       — Μὰ για­τὶ ὅ­λα αὐ­τά, παι­δί μου; τοῦ εἶ­πα. Φαί­νε­ται σὰ ν’ ἀ­πο­λο­γεῖ­σαι γιὰ ἕ­να ἔγ­κλη­μα, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει.

       — Ὄ­χι, ὄ­χι! μοῦ εἶ­πε. Ἄ­κου­σε. Πρέ­πει ν’ ἀ­κού­σῃς. Δὲ φαν­τά­ζε­σαι ποῦ θὰ τε­λει­ώ­σω, ὅ­πως δὲν τὸ εἶ­χα φαν­τα­σθῆ κ’ ἐ­γὼ τό­τε.

       Ἡ φω­νή του ἤ­τα­νε βα­θειὰ κ’ ἔ­τρε­με λι­γά­κι.

       — Σὲ λί­γο, ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε, ἔ­φυ­γαν οἱ δυ­ὸ ἄλ­λοι κύ­ριοι καὶ μεί­να­με μό­νοι μας μὲ τὸν κύ­ριο τῆς Αἰ­γύ­πτου. Μι­λή­σα­με λι­γά­κι γιὰ γε­νι­κὰ πρά­μα­τα, ποὺ δὲ μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρα­νε καὶ πο­λύ. Ἔ­ξαφ­να ὁ κύ­ριος τῆς Αἰ­γύ­πτου μοῦ εἶ­πε: «Μοῦ φαί­νε­ται πὼς εἴ­χα­τε γνω­ρί­σει τὴ μα­κα­ρί­τισ­σα τὴ γυ­ναῖ­κά μου. Κά­πο­τε θυ­μοῦ­μαι νὰ μοῦ ἀ­νά­φε­ρε τὄ­νο­μά σας». Τὴ γυ­ναῖ­κά του; Σκέ­φτη­κα λί­γο. Τὸ ὄ­νο­μά του μοῦ ξα­να­ῆρ­θε στὴ μνή­μη μου μὲ μιὰ μα­κρυ­νὴ ἱ­στο­ρί­α. Νι­κο­λα­ΐ­δης… Βέ­βαι­α. Ἡ Μαρ­γα­ρί­τα —σοῦ εἶ­χα μι­λή­σει κά­πο­τε γιὰ τὸ πα­λη­ό μου αὐ­τὸ αἴ­σθη­μα— εἶ­χε παν­τρευ­τῆ στὸ Κά­ϊ­ρο μὲ κά­ποι­ο Νι­κο­λα­ΐ­δη. Εἶ­χα λοι­πὸν μπρο­στά μου… Φαν­τά­ζε­σαι. «Ἄ, βέ­βαι­α! τοῦ εἶ­πα, κρύ­βον­τας ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τὴν τα­ρα­χή μου. Εἶ­χα τὴν εὐ­τυ­χί­α νὰ γνω­ρί­σω ἄλ­λο­τε τὴν κα­ϋ­μέ­νη τὴν κυ­ρί­α στὴν Κη­φι­σιά. Δὲ φαν­τα­ζό­μουν… Τώ­ρα θυ­μοῦ­μαι. Νι­κο­λα­ΐ­δης… Βέ­βαι­α! Χά­ρη­κα πο­λύ, κύ­ρι­ε Νι­κο­λα­ΐ­δη…»

       Ὁ Ἀν­τρέ­ας μι­λοῦ­σε μὲ τὴν τα­ρα­χὴ τῆς ἴ­διας ἐ­κεί­νης στιγ­μῆς, ποὺ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μοῦ φέ­ρῃ μπρο­στά μου.

       — Φαν­τά­ζο­μαι, τοῦ εἶ­πα, τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ τῶν δυ­ό σας, μιὰ συγ­κί­νη­ση ξε­χω­ρι­στὴ γιὰ τὸν κα­θέ­να.

       Ὁ Ἀν­τρέ­ας χα­μο­γέ­λα­σε πι­κρά.

       — Τὴ δι­κή μου δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀρ­νη­θῶ! μοῦ εἶ­πε. Ξέ­ρεις τὴν ἱ­στο­ρί­α μου μὲ τὴ Μαρ­γα­ρί­τα. Ξέ­ρεις πό­σο τὴν ἀ­γά­πη­σα. Τί νὰ τὰ ξα­να­λέ­με; Ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γε, παν­τρεύ­τη­κε, ἄ­κου­σα ἕ­να ὄ­νο­μα, τὸ ὄ­νο­μα ἐ­κει­νοῦ, ποὺ στά­θη­κε πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ μέ­να, ὕ­στε­ρα δι­ά­βα­σα τὸ θά­να­τό της σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα, πό­σα πρά­μα­τα, πό­σοι σπα­ραγ­μοί, ὁ ἕ­νας ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον. Μιὰ πε­θα­μέ­νη γέ­μι­σε ἀ­πὸ τό­τε ὅ­λη μου τὴ ζω­ή. Ἐν­νο­εῖς τὴ συγ­κί­νη­σή μου. Ὅ­σο γιὰ τὴ δι­κή του δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ τί­πο­τε. «Μοῦ φαί­νε­ται πὼς εἴ­χα­τε γνω­ρί­σει τὴ μα­κα­ρί­τισ­σα τὴ γυ­ναῖ­κά μου. Κά­πο­τε θυ­μοῦ­μαι νὰ μοῦ ἀ­νά­φε­ρε τὸ ὄ­νο­μά σας». Καὶ ὕ­στε­ρα τί­πο­τε ἄλ­λο. Ὁ κύ­ριος τῆς Αἰ­γύ­πτου ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ φου­μά­ρῃ τὸ ἔ­κλε­κτο ποῦ­ρό του, μὲ μιὰ σπά­νια ἀ­πό­λαυ­ση καὶ νὰ μι­λῇ μ’ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ εὐ­θυ­μί­α γιὰ τὶς ὡ­ραῖ­ες κυ­ρί­ες ποὺ περ­νού­σα­νε μπρο­στά μας.

       — Φαν­τά­ζο­μαι, τοῦ εἶ­πα, τί κα­κὸ θὰ σοὔ­κα­νε αὐ­τὴ ἡ κτη­νω­δί­α τοῦ κυ­ρί­ου.

       — Κα­κό; φώ­να­ξε ὁ Ἀν­τρέ­ας. Κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κώ­τε­ρο. Μπρο­στά μου εἶ­δα τὸν ἀ­νά­ξιο ἀν­τί­ζη­λό μου. Μιὰ ζή­λεια βα­θειὰ μοῦ κλό­νι­σε ὅ­λη μου τὴν ὕ­παρ­ξη. Ἕ­να μῖ­σος τρο­με­ρό. Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ἤ­τα­νε ποὺ μοῦ εἶ­χε κλέ­ψει τὴν εὐ­τυ­χί­α μου. Φαν­τά­σθη­κα τὰ πα­χειά, πρό­στυ­χα χεί­λια, ποὺ ἔ­σφιγ­γαν μ’ ἕ­ναν χυ­δαῖ­ο τρό­πο τὸ με­γά­λο ποῦ­ρο, ν’ ἀ­κουμ­ποῦ­νε ἀ­πά­νω στὰ χει­λά­κια ἐ­κεῖ­να, ποὺ εἶ­χα ὀ­νει­ρευ­τῆ τὸ φι­λί τους, στὰ παρ­θε­νι­κὰ ἐ­κεῖ­να μά­γου­λα, ποὺ εἶ­χαν κοκ­κι­νί­σει κά­πο­τε γιὰ μέ­να, στὰ μά­τια ἐ­κεῖ­να πού… Ση­κώ­θη­κα βι­α­στι­κὰ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σα μὲ κά­ποι­α πρό­φα­ση. Ἔ­νοι­ω­θα πὼς ἥ­μουν ἱ­κα­νός, λί­γο ἀ­κό­μη ἂν ἔ­με­να νὰ τὸν πιά­σω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό, νὰ χώ­σω τὰ νύ­χια μου, νὰ τὸν πνί­ξω, μὲ λύσ­σα θη­ρί­ου.

       Στα­μά­τη­σε. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρή­σῃ. Ἤ­τα­νε ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τος. Ἐ­γὼ δὲν τοῦ εἶ­πα λέ­ξη, μο­λο­νό­τι δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, πῶς τὸ μῖ­σος αὐ­τὸ τοῦ Ἀν­τρέ­α γιὰ τὸν ἀν­τί­ζη­λό του ἔ­γι­νε ἡ πε­ρί­ερ­γη φι­λί­α, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ἀ­νε­ξή­γη­τη σχέ­ση μα­ζί του. Ὁ Ἀν­τρέ­ας, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τὸ ἴ­διο πι­κρὸ χα­μό­γε­λο, ποὺ λί­γο προ­τή­τε­ρα μοῦ εἶ­χε δεί­ξει τὴν πα­ρά­ξε­νη τρι­κυ­μί­α τῆς ψυ­χῆς του, μοῦ εἶ­πε:

       Δὲ μπο­ρεῖς βέ­βαι­α νὰ ἐ­ξη­γή­σῃς τώ­ρα κά­ποι­α πρά­μα­τα. Μή­πως μπο­ρῶ ἐ­γώ; Λοι­πὸν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, χά­λα­σα τὸν κό­σμο νὰ συ­ναν­τή­σω τὸν ἄν­θρω­πο αὐ­τό, ποὺ μι­σῶ βα­θειὰ ἀ­πο­μέ­σα μου. Τὸ πι­στεύ­εις; Ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς μὲ τρα­βά­ει σὰ μα­γνή­της. Μοῦ ἔ­γι­νε ἀ­πα­ραί­τη­τος. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ζή­σω χω­ρὶς αὐ­τόν. Πῶς τὸ ἐ­ξη­γεῖς αὐ­τὸ τὸ πρᾶ­μα; Πῶς;

       Δὲν πε­ρί­με­νε ν’ ἀ­κού­σῃ καμ­μιὰ ἐ­ξή­γη­ση. Καὶ οὔ­τ’ ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα νὰ τοῦ δώ­σω καμ­μί­α. Ὅ­λη τὴ βρα­δυ­ὰ μεί­να­με ἀ­μί­λη­τοι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν κα­λο­και­ρι­νῶν ἄ­στρων.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ Θε­οῦ καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1988 (πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Κολ­λά­ρος, 1922).

Παῦ­λος Νιρ­βά­νας (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Πέ­τρου Κ. Ἀ­πο­στο­λί­δη· Μα­ρι­ού­πο­λη Ρω­σί­ας, 1866 – Ἀ­θή­να, 1937). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, δο­κί­μιο, θέ­α­τρο, χρο­νο­γρά­φη­μα. Σπό­υ­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς στρα­τι­ω­τι­κὸς για­τρὸς ὣς τὸ 1922. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1884 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Δάφ­ναι εἰς τὴν 25 Μαρ­τί­ου 1821. Ἄλ­λα βι­βλί­α του: Ποί­η­ση: Πα­γὰ λα­λέ­ου­σα (1907)· πε­ζο­γρα­φί­α: Ἡ βο­σκο­πού­λα μὲ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια καὶ ἄλ­λες μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες (1914)· Τὸ ἔγ­κλη­μα τοῦ Ψυ­χι­κοῦ (1928)· δο­κί­μια: Ἀ­θη­να­ϊ­κοὶ πε­ρί­πα­τοι (1929), Φι­λο­λο­γι­κὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα (1929)· θέ­α­τρο: Ὁ Ἀρ­χι­τέ­κτων Μάρ­θας (1907). Ἅ­παν­τα, τόμ. 1-5, ἐ­πιμ. Γ. Βα­λέ­τας, Ἀ­θή­να, 1968.

Εἰκόνα: Ἡ ἐξέδρα τοῦ ξενοδοχείου «Ἀκταῖον» στὸ Νέο Φάληρο ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰώνα.

Διαφημίσεις

Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ὁ μετανάστης

PapantoniouZacharias-OMetanastis-Eikona-01


Ζα­χα­ρί­ας Πα­παν­τω­νί­ου


Ὁ με­τα­νά­στης


02-OmikronΓΙΑΝΝΗΣ ἦ­ταν τρι­ῶν χρο­νῶν, ἀ­π’ τὴ Μά­νη. Ὁ Ἡ­ρα­κλῆς δὲν εἶ­χε φτά­σει ἀ­κό­μη στὴν ἡ­λι­κί­α του, ὅ­ταν ἔ­πνι­ξε τὰ φί­δια. Μὰ κι ὁ Γιά­ννης στὰ τρί­α του χρό­νια ἔ­κα­μεν ὅ,τι μπο­ροῦ­σε.

       Ἕ­να βρά­δυ ἡ για­γιά του ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς στὸν κῆ­πο τοῦ Κλαυθ­μῶ­νος: «Οἱ Μασ­σῶ­νοι! τὸ Γι­αν­νά­κη! Τὸν πῆ­ραν οἱ Μασ­σῶ­νοι! Γιά­ννη, Γι­αν­νά­κη!…»

       Ἦ­ταν μαυ­ρον­τυ­μέ­νη, κό­ρα­κας. Εἶ­χε κλά­ψει πολ­λοὺς δι­κούς της καὶ μ’ αὐ­τοὺς τὸν πα­τέ­ρα καὶ τὴ μάν­να τοῦ Γι­αν­νά­κη. Ὁ Γι­αν­νά­κης, τώ­ρα, κα­τα­μό­να­χος, δὲν εἶ­χε πα­ρὰ τὴν κυ­ρού­λα του νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψη ἢ νὰ τὸν δεί­ρη. — Ἂν κά­τσης φρό­νι­μα, τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα, θὰ σὲ πά­ω σ’ ἕ­να με­γά­λο κῆ­πο ποὺ θὰ ἰ­δῆς τὰ χί­λια καὶ τὰ μύ­ρια που­λιὰ καὶ τὰ δέν­τρα. Τὸν ἔ­φε­ρε στὸν κῆ­πο τοῦ Κλαυθ­μῶ­νος. Κα­θὼς ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη στὸν πάγ­κο τοῦ κή­που μπά­λω­νε τὴ φτέρ­να μιᾶς κάλ­τσας. Κ’ ἐ­νῶ συλ­λο­γιό­ταν τοὺς πε­θα­μέ­νους της καὶ τὸ πρά­σι­νο κοι­μη­τῆ­ρι τοῦ χω­ριοῦ ποὺ τὸ ἤ­ξε­ρε δεν­τρά­κι γιὰ δεν­τρά­κι καὶ πέ­τρα γιὰ πέ­τρα, σὰ νὰ ἦ­ταν τώ­ρα δὰ ἐ­κεῖ καὶ νὰ περ­πα­τοῦ­σε μέ­σα, γυ­ρί­ζει… καὶ δὲ βλέ­πει κα­νέ­να. Ὁ Γι­αν­νά­κης εἶ­χε χα­θῆ. Χρι­στὸς καὶ Πα­να­γιά! Γι­αν­νά­κη! Γιά­ννη… Τὸ βρά­δυ πλη­σί­α­ζε, ὁ τροῦλ­λος τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων μαύ­ρι­ζε μέ­σα στὸν κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νὸ – ἡ χά­ρη τους. Γιά­ννη! Ἔ­χω­σε μὲ ὁρ­μὴ τὴν κάλ­τσα μὲ τὴν κου­βα­ρί­στρα στὴν τσέ­πη της κ’ ἔ­τρε­ξε κου­νῶν­τας τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ δι­α­βά­τη σὲ δι­α­βά­τη. Γιά­ννη! Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της ποὺ εἶ­χε προ­χω­ρή­σει κ’ ἔ­ψα­χνε, εἶ­δε κά­ποι­ο μω­ρὸ νὰ τρέ­χη μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πρὸς τὴν ὁ­δὸ Στα­δί­ου. Ἦ­ταν αὐ­τός. Πιά­στε τον! Τοῦ φώ­να­ξε νά στα­θῆ. Ὁ Γιά­ννης ἔ­τρε­χε. Τὸν κυ­νή­γη­σε. Ἔ­τρε­χεν ὁ Γιά­ννης. Τὸν ἔ­πια­σε ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο. Τοῦ γλί­στρη­σεν ὁ Γιά­ννης. Τοῦ φώ­να­ζεν ἡ γριὰ κλαί­γον­τας: «Στά­σου! Στά­σου!» Στρα­τι­ῶ­τες καὶ πο­λί­τες τὸν κυ­νη­γοῦ­σαν. Ἐ­πὶ τέ­λους τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν πί­σω. Εἶ­χε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα. — Κα­κοῦρ­γε, τοῦ φώ­να­ξεν ἡ γριὰ καὶ τὸν τρά­βη­ξε μὲ ὁρ­μὴ ἀ­πά­νω της, κα­θὼς κά­θη­σε πά­λι στὸ μπάγ­κο. Ἔ­πει­τα τὸν γύ­ρι­σεν ἀ­νά­πο­δα, τοῦ σή­κω­σε τὸ ροῦ­χο καὶ φα­νε­ρώ­νον­τας τὴν πε­ρι­ο­χὴ ἐ­κεί­νη τῶν παι­δι­ῶν ποὺ δὲν ξέ­ρει ἀ­ριθ­μη­τι­κή, ἐ­πει­δὴ πο­τέ, κα­θὼς λέ­νε, δὲν θυ­μᾶ­ται πό­σες ξυ­λι­ὲς ἐ­μά­ζε­ψε, τοὔ­δω­σεν ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω τέσ­σε­ρες κο­πα­νι­στές, ποὺ τὶς με­τροῦ­σε με­γα­λό­φω­να καὶ τὶς τέσ­σε­ρες, κα­θὼς ὁ λα­δᾶς τὶς τε­νε­κε­δι­ὲς τοῦ λα­διοῦ. — Νά! — Νά! — Νά! — Νά! Ὁ Γιά­ννης ἔ­φα­γε καὶ τὶς τέσ­σε­ρες μὲ με­γα­λο­πρέ­πεια, χω­ρὶς νὰ πῆ λέ­ξη, μπρο­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους. — Ποῦ πή­γαι­νες, κα­κοῦρ­γε; Οἱ με­γά­λες πρά­ξεις δὲν ἔ­χουν ἀ­πο­λο­γί­α. Πή­γαι­νε στὸ νέ­ο κό­σμο! Ἡ για­γιά του τὸν εἶ­χε φέ­ρει σ’ ἕ­ναν κῆ­πο, ποὺ ὁ Γιά­ννης, χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ ξέ­ρη τὴν πο­λι­τι­κή του ἱ­στο­ρί­α, τὸν βρῆ­κε κῆ­πο θλι­βε­ρὸ καὶ κου­τό. Παι­διὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ παί­ξη. Οὔ­τε που­λιά. Εἶ­δε μό­νο με­ρι­κοὺς ξε­σκι­σμέ­νους καὶ κου­τσοὺς νὰ ξύ­νων­ται κα­θι­σμέ­νοι στοὺς πάγ­κους ὥ­ρα πολ­λή. Κον­τὰ ἡ κυ­ρού­λα, μαύ­ρη κα­θὼς ἡ νύ­χτα, κα­θὼς τὰ πη­γά­δια, κα­θὼς τὰ κο­ρά­κια, μὲ τὸ κε­φά­λι κρυμ­μέ­νο στὴ μαν­τή­λα της, συλ­λο­γι­ό­ταν τοὺς πε­θα­μέ­νους της ποὺ κοι­μοῦν­ται στὴ Νά­ξο, ἐ­νῶ μπά­λω­νε τὴν κάλ­τσα καὶ κά­που-κά­που φώ­να­ζε: «Ἐ­δῶ, Γιά­ννη! Μὴ φεύ­γεις ἀ­π’ τὴν κυ­ρού­λα, Γιάν­νη!» Καὶ ξα­να­σώ­παι­νε ἡ για­γιά, κι’ ἄ­κου­γεν ὁ Γιά­ννης τὴ σι­ω­πή της… Μό­λις ὅ­μως πλη­σί­α­σε τὸ βρά­δυ, ἔ­νι­ω­σε κά­που ἐ­κεῖ κον­τὰ χα­ρω­πὸ βού­ϊ­σμα ἀ­πὸ τρο­χοὺς ἁ­μα­ξι­ῶν, πέ­τα­λα πε­ρή­φα­νων ἀ­λό­γων, πα­τή­μα­τα ἀν­θρώ­πων… Ἦ­ταν πί­σω ἀ­π’ τὸ με­γά­λο σπί­τι ποὺ λέ­γε­ται ὑ­πουρ­γεῖ­ο… Ἦ­ταν, λέ­ει, ἕ­νας με­γά­λος δρό­μος ποὺ λέ­γε­ται ὁ­δὸς Στα­δί­ου… Τό­σοι ἄν­θρω­ποι δὲν πέ­ρα­σαν πο­τὲ ἀ­π’ τὴ Μά­νη. Οὔ­τε στὰ πα­ρα­μύ­θια τῆς κυ­ρού­λας δὲν ἦ­ταν τό­σοι ἄν­θρω­ποι… Μὰ τί νὰ γί­νε­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­π’ τὸ με­γά­λο ὑ­πουρ­γεῖ­ο; Αὐ­τὸς ὁ δρό­μος θἆ­ναι βέ­βαι­α γε­μᾶ­τος παι­γνί­δια καὶ γλυ­κά. Θ’ ἁ­πλώ­νης καὶ θὰ παίρ­νης ἕ­να κόκ­κι­νο φα­σου­λῆ, ποὺ θὰ τὸν τρῶς ὕ­στε­ρα, για­τὶ θἄ­χη ρο­σό­λι μέ­σα, ἕ­να κί­τρι­νο που­λί, μιὰ με­γά­λη δε­κά­ρα. Ὅ­μως ἡ κυ­ρού­λα φω­νά­ζει: «Ἐ­δῶ, Γιά­ννη! Μὴν παί­ζεις μα­κρυ­ά, Γιά­ννη!» Ὁ Γιά­ννης ἔ­στη­σε τ’ αὐ­τί του ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ κύτ­τα­ξε πρὸς τὰ κεῖ. Φῶ­τα εἶ­ν’ ἀ­ναμ­μέ­να. Θὰ περ­νᾶ ὁ βα­σι­λιᾶς; Οἱ στρα­τη­γοί; Ποιός ξέ­ρει. Ἡ κυ­ρού­λα εἶ­ναι σκυμ­μέ­νη πάν­τα στὸ μπά­λω­μα. Ἡ μαύ­ρη της μαν­τή­λα τὴν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ βλέ­πη ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα ποὺ μπα­λώ­νει. Τώ­ρα ἄρ­χι­σε καὶ τὸ μοι­ρο­λό­γι καὶ κου­νεῖ καὶ τὸ κε­φά­λι σι­γο­κλαί­γον­τας. Αὐ­τὲς τὶς στιγ­μὲς οἱ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι φεύ­γουν! Ὁ Γιά­ννης προ­χώ­ρη­σε σι­γά, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸν κῆ­πο κι’ ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα ἔ­κα­με φτε­ρά. Πά­ει στὸ με­γά­λον κό­σμο… Μὰ μό­λις ἔ­φτα­σε στὴν ὁ­δό Στα­δί­ου κ’ εἶ­δε πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ περ­νοῦν κον­τά του, νά! σὰν ἐ­δῶ ἴ­σα μὲ κεῖ, μό­λις πρό­φτα­σε νὰ ἰ­δῆ πὼς ἔ­χουν χρυ­σὲς κα­δέ­νες κι ἀ­ση­μέ­νια μπα­στού­νια, πρὶν ἀ­κό­μα κα­λο­κυτ­τά­ξη πό­σο γρή­γο­ρα οἱ ρό­δες κυ­λοῦ­σαν καὶ πῶς τὰ τζά­μια εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ κου­τιὰ μὲ ζω­γρα­φι­ές – ἡ κυ­ρού­λα ἔ­τυ­χε νὰ ση­κώ­ση τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὴν κάλ­τσα της κ’ ἔ­βγα­λε μιὰ τέ­τοι­α φω­νὴ ποὺ πι­ά­στη­κεν ὁ Γιά­ννης, ὁ με­τα­νά­στης! Δὲν εἶ­ναι οἱ τέσ­σε­ρες ξυ­λι­ὲς ποὔ­φα­γε. Τό­σο σφι­χτὰ τοῦ κρα­τεῖ τὸ χέ­ρι ἡ για­γιὰ κα­θὼς τὸν πη­γαί­νει ἀ­πό­ψε σπί­τι, ποὺ ὁ Γιά­ννης φο­βᾶ­ται μή­πως δὲν μπο­ρέ­σει νὰ κά­μη ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὸ ἴ­διο. Τά­χα θὰ ξα­να­φτά­ση ἐ­κεῖ; Θὰ μπο­ρέ­ση νὰ τὸ σκά­ση δεύ­τε­ρη φο­ρά; Θὰ ξα­ναγ­γί­ξη τὸ με­γά­λο κό­σμο; Μὰ ἡ γριὰ τὸν κρα­τεῖ ἀ­πό­ψε γιὰ χρό­νια. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ τὸν κλεί­ση γιὰ ν’ ἀ­κού­η τὰ μοι­ρο­λό­για της καὶ νὰ βλέ­πη τὰ μπα­λώ­μα­τά της. «Ἐ­δῶ, Γιά­ννη! Μὴν παί­ζεις μα­κρυ­ά, Γιά­ννη!» Ἡ γριὰ θὰ τὸν κρα­τά­η δι­κό της, ὣς ποὺ νὰ με­γα­λώ­ση. Μπο­ρεῖ νὰ τὸν ξα­να­πά­η καὶ στὸ χω­ριό. Δὲ θὰ τὸν ἀ­φή­ση ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα νὰ βγαί­νη ἀ­π’ τὴν αὐ­λή. Ὁ Γιά­ννης νι­ώ­θει πὼς δὲν εἶ­ναι μο­να­χός του. Τοῦ φαί­νε­ται, κα­θὼς τόν πᾶ­νε σπί­τι, πὼς ὅ­λοι οἱ πε­θα­μέ­νοι ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἦρ­θαν καὶ τὸν τρα­βοῦν ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο μή­πως φύ­γη – καὶ τοὺς ξε­χά­ση!

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὰ δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990.

Ζα­χα­ρί­ας Πα­παν­τω­νί­ου (Καρ­πε­νή­σι, 1977 – Ἀθήνα, 1940). Πε­ζο­γρα­φί­α, ποί­η­ση, θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, παι­δι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πο­λε­μι­κὰ τρα­γού­δια (ποί­η­ση, 1898). Ἄλ­λα ἔρ­γα του: Δι­η­γή­μα­τα (1927), Ἅ­γιον ὅ­ρος (1934).

Ἰάσονας Μικρώνης: Τὸ αὔριο


Mikoronis,Iasonas-ToAyrio-Eikona-01


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Τὸ αὔ­ριο


03-PiΙΝΟΥΜΕ μπύ­ρες μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο στὸν Ἄ­ϊ-Μη­νᾶ. Ντά­λα με­ση­μέ­ρι. «Σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­κλο­γὲς αὐ­τὰ βγαί­νουν καὶ λέ­νε, ὅ­τι εἶ­ναι οἱ πιὸ κρί­σι­μες» μοῦ λέ­ει. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιά, ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι παί­ζουν πλα­κω­τὸ καί, στὰ ἐν­δι­ά­με­σα, σχο­λιά­ζουν τὶς δη­μο­σκο­πή­σεις. Βλέ­πω τὸν Πλέν­τι νὰ βγαί­νει ἀ­π’ ἕ­να στε­νὸ καὶ νὰ σι­μώ­νει τὸ κα­φε­νεῖ­ο κά­νον­τας νω­χε­λι­κὰ πεν­τὰλ στὸ σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νο του πο­δή­λα­το. Πί­σω του σέρ­νει τὴ μαλ­λια­ρή του σκύ­λα, τὴν «Ἀλ­βα­νί­α» (δι­κό του τὸ βά­πτι­σμα), πού ‘ναι θε­ό­ρα­τη, ἀλ­λὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­ξη­με­ρω­μέ­νη ἄ­κα­κη ἀρ­κού­δα. Τὸ πλα­κό­στρω­το ἀ­χνί­ζει ἀ­π’ τὴ ζέ­στα, φαί­νε­ται λὲς καὶ πο­δη­λα­τεῖ πά­νω σὲ λα­δω­μέ­νη θά­λασ­σα. Τὸν Πλέν­τι τὸν εἶ­χα πρω­το­δεῖ ἕ­να πρω­ι­νό, πᾶ­νε τέσ­σε­ρα πέν­τε χρό­νια. Ὁ­δη­γοῦ­σα μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια τὸ Honda Jazz, ὅ­ταν ὁ δά­σκα­λος τῆς ὁ­δή­γη­σης ἄ­νοι­ξε βε­βι­α­σμέ­να τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ φώ­να­ξε σ’ ἕ­ναν ἀ­νοι­κο­νό­μη­το τύ­πο: «γειά σου ρὲ Πλέν­τι». Ὁ τύ­πος τοῦ ἀν­τα­πέ­δω­σε τὸ χαι­ρε­τι­σμὸ ὑ­ψώ­νον­τας κά­πως δι­στα­κτι­κὰ τὴν πα­λά­μη του – σὰν φο­βι­σμέ­νο σχο­λι­α­ρό­παι­δο ποὺ ξέ­ρει τὴν ἀ­πάν­τη­ση, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μᾶ νὰ τὴ ξε­στο­μί­σει. «Τὸν ξέ­ρεις;» μὲ ρώ­τη­σε ὁ δά­σκα­λος. Τοῦ ‘νευ­σα ἀρ­νη­τι­κά. «Ὁ Πλέν­τι» μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε «εἶ­χε πε­ρι­ου­σί­α με­γά­λη στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Τοῦ τὴν ἀ­παλ­λο­τρί­ω­σε ὁ Χό­τζα. Τὸν κλεί­σα­νε καὶ φυ­λα­κή. Ἐ­κεῖ τρε­λά­θη­κε». Ἔ­κτο­τε, ἔ­χω ἀ­κού­σει μύ­ρι­ες ἐκ­δο­χὲς – οἱ γνω­στὲς ἀ­κρι­το­μυ­θί­ες τῆς ἐ­παρ­χί­ας. Οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του λέ­νε ὅ­τι ἦ­ταν ἱ­ε­ρω­μέ­νος (τὸ φουν­τω­τό του μού­σι εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει χα­ρα­κτή­ρα μύ­θου), ἄλ­λοι ὅ­τι ἀ­νῆ­κε σὲ κά­ποι­α νε­ο­λαί­α ἀν­τι­φρο­νούν­των Τρο­τσκι­στῶν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι (ἡ μει­ο­ψη­φί­α) τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὡς τὸν αἰ­μο­δι­ψῆ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν ἐ­κτε­τα­μέ­νων ἐκ­κα­θα­ρί­σε­ων τῆς τε­λευ­ταί­ας πε­ρι­ό­δου τοῦ κα­θε­στῶ­τος. Τὸ σί­γου­ρο βέ­βαι­α εἶ­ναι ὅ­τι δὲν κα­τέ­βη­κε μὲ τὸ πρῶ­το κύ­μα, τὸ ’90. Καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του —ἴ­σως γι’ αὐ­τό— μεί­να­νε λει­ψά. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ δύ­ο λέ­ξεις: «Ἀλ­βα­νί­α» καὶ «αὔ­ριο». Ἔ­χει κο­τσά­ρει ἕ­να ψυ­γειά­κι ἀ­πὸ ἀ­φρο­λὲξ στὴ σχά­ρα τοῦ πο­δη­λά­του του γε­μά­το μι­κρὰ ψά­ρια (σπά­ρους, λαυ­ρά­κια, κε­φα­λό­που­λα) πού ‘χει πρω­τύ­τε­ρα ἁ­λι­έ­ψει μὲ το­νιὰ στὴν γέ­φυ­ρα τοῦ Πόν­τε. Φέρ­νει γύ­ρες τὴν πό­λη τῆς Λευ­κά­δας, μὲ τὴν φουν­τω­τή του «Ἀλ­βα­νί­α» νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ πι­στά, καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τειά του. Συ­νή­θως ὅ­μως δὲν παίρ­νου­νε. Ση­κώ­νουν ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι τους. Κι ὁ Πλέν­τι ἐ­πι­στρα­τεύ­ει τό­τε, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, τὰ ἐ­λά­χι­στα Ἑλ­λη­νι­κά του: «αὔ­ριο, ἐ;». Ἔ­τσι καὶ σή­με­ρα ὁ Πλέν­τι, ἡ­μέ­ρα ἐ­κλο­γῶν, μπου­κέρ­νει στὸ κα­φε­νεῖ­ο μὲ δυ­ὸ λαυ­ρά­κια ἀ­νὰ χεί­ρας, γιὰ δεῖγ­μα. Γυ­ρί­ζει ἀ­πὸ τρα­πέ­ζι σὲ τρα­πέ­ζι σὰν μπί­λια στὰ φλι­πε­ρά­κια – ὅ­λοι βέ­βαι­α τὸν ἀ­πο­δι­ώ­χνουν. «Αὔ­ριο;» προ­τεί­νει αὐ­τός, «αὔ­ριο» γε­λοῦν οἱ πό­τες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα βγαί­νει καὶ τὸ πρῶ­το exit poll, σύσ­σω­μο τὸ μα­γα­ζὶ αὐ­το­φι­μώ­νε­ται νὰ δεῖ. Ἕ­νας γέ­ρος ἀ­π’ τὸ βά­θος φω­νά­ζει πι­κα­ρι­στὰ τοῦ Πλέν­τι: «Πλέν­τι ψή­φι­σες;». Ὁ Πλέν­τι δὲν τὸν παίρ­νει ἀ­πὸ λό­γο. Ὁ ἄλ­λος ἐ­πι­μέ­νει: «Ἔ, Πλέν­τι, ψή­φι­σες;». Ὁ Πλέν­τι χώ­νει τὰ δείγ­μα­τα στὸ ψυ­γειά­κι, ση­κώ­νει τὸ στὰντ τοῦ ἑ­τοι­μόρ­ρο­που πο­δη­λά­του· ἡ «Ἀλ­βα­νί­α» τοῦ γλεί­φει τὸ πό­δι. Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὴ σέ­λα, παίρ­νει μιὰ βα­θιὰ εἰ­σπνο­ή, κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κὰ τὸ γέ­ρο.

       Καὶ τοῦ λέ­ει, προ­φη­τι­κά:

       «Αὔ­ριο».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν­ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ στὴν Λευ­κά­δα.



		

	

‘Εντμοῦντο Βαλαντές (Edmundo Valadés): Ὄνειρο

Oneiro-Eikona-01

Ἐν­τμοῦν­το Βα­λαν­τές (Edmundo Valadés)


 

Ὄ­νει­ρο

 

(Sueño)


02-KappaΑΘΙΣΜΕΝΗ ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­πέ­ναν­τί μου μὲ τὰ πό­δια μι­σά­νοι­χτα, δι­α­κρί­νω τὴν πο­ρεί­α γιὰ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σω τὸ ὄ­νει­ρό μου, αὐ­τὸ τοῦ κο­σμο­ναύ­τη: νὰ φτά­σω στὴν Ἀ­φρο­δί­τη.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Ἐν­τμοῦν­το Βα­λαν­τές (Edmundo Valadés) (Γκου­α­ΐ­μας τῆς ἐ­παρ­χί­ας Σο­νό­ρα, Με­ξι­κό, 1915 – Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1994). Ἦ­ταν δη­μο­σι­ο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἀ­να­πλη­ρω­τὴς κυ­βερ­νη­τι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος Τύ­που στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’60, στὴν κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ἀ­δόλ­φο Λό­πες Μα­τέ­ος. Τὸ 1964 ἵ­δρυ­σε τὸ θρυ­λι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ El Cuento, ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὰ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζουν οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των La muerte tiene permiso (1955) καὶ Sólo los sueños y los deseos son inmortales, palomita (1986). Τὸ «El sueno» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ νού­με­ρο 131 τοῦ El Cuento τὸ 1995.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Φώτης Κόντογλου: Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς


Kontoglou,Fotis-ArchaioiAnthropoiTisAnatolis-Eikona-03


Φώτης Κόντογλου


Ἀρ­χαῖ­οι ἄν­θρω­ποι τῆς Ἀ­να­το­λῆς


02-PiΡΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­σες νὰ βρεῖς ἐ­κεῖ μέ­σα ἀ­πὸ κεί­νη τὴ γε­νε­ὰ τῶν ἀρ­χαί­ων ἀν­θρώ­πων, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χου­νε σὲ ἄλ­λα μέ­ρη, σὰν κι αὐ­τοὺς ποὺ δι­α­βά­ζου­με στὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν πα­λαι­ῶν Ἑλ­λή­νων, καὶ ποὺ τὶς συν­ται­ρι­ά­ξα­νε ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος, ὁ Ἡ­σί­ο­δος, ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὁ Θεό­κρι­τος, κα­θὼς καὶ στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη. Ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες μα­ζὶ κι Ἀ­να­το­λί­τες χρι­στια­νοί, πρά­οι κι ἀ­θῶ­οι ἄν­θρω­ποι. Σὰ νὰ τοὺς ἀ­πό­κλει­σε ἡ φύ­ση σὲ κεῖ­νο τὸ βλο­γη­μέ­νο στε­νο­θά­λασ­σο, κι ἀ­πο­μεί­να­νε ὅ­πως βρε­θή­κα­νε πρὶν ἀ­πὸ χι­λιά­δες χρό­νια, ἴ­διοι κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτοι, ἀ­πὸ τό­τες ποὺ ἤ­τα­νε εἰ­δω­λο­λά­τρες καὶ πι­στεύ­α­νε στὰ ξύ­λα, στ’ ἄ­στρα καὶ στὰ δέν­τρα.

       Μὰ τὸ πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἄ­γριοι, πο­νη­ροὶ καὶ μο­βό­ροι, μα­χαι­ρο­βγάλ­τες κι ἀ­κοι­νώ­νη­τοι. Σὰν παι­διὰ ἀ­γα­πού­σα­νε τὶς ἱ­στο­ρί­ες, ὅ­λα τα πι­στεύ­α­νε, κα­λο­σύ­νη εἴ­χα­νε στὴν καρ­διά τους. Βα­στού­σα­νε στὸ χω­ριὸ σπί­τια μ’ ὅ­λη τὴν τά­ξη. Κλέ­φτες δὲν ἤ­τα­νε, ψέ­μα­τα δὲ λέ­γα­νε, τὴ δου­λειὰ τὴν ἀ­γα­πού­σα­νε, τὸν ξέ­νο σὰν ἀ­δερ­φό τους τὸν εἴ­χα­νε. Καὶ τοῦ­το, ἐ­πει­δὴ ζού­σα­νε μὲ με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα κ’ ἤ­τα­νε φχα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ λί­γα πρά­μα­τα, καὶ δὲ χρει­α­ζόν­τα­νε μη­δὲ τὸ ψέ­μα, μη­δὲ τὴν κλε­ψιά, μη­δὲ τὸ σκο­τω­μό, γιὰ νὰ πλη­θύ­νου­νε τὴν κα­λο­πέ­ρα­σή τους. Τὴν πεί­να ὅ­μως δὲν τὴν ξέ­ρα­νε, για­τί ἡ με­γά­λη στε­ριά, ποὺ τοὺς γέν­νη­σε, δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­να νη­στι­κὸν καὶ πα­ρα­πο­νε­μέ­νον, ἡ βλο­γη­μέ­νη Ἀ­να­το­λή, ποὺ βγά­ζει πο­λὺ καὶ γλυ­κὸ ψω­μί, καὶ κά­θε λο­γῆς πρά­μα, μέ­λι, γά­λα, λά­δι κι ὅ,τι ἄλ­λο χρει­ά­ζε­ται γιὰ ζω­ο­θρο­φί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, δί­χως μά­ται­α πρά­μα­τα. Ὅ­πως ἡ γῆς ἔ­θρε­φε κά­θε λο­γῆς προ­κομ­μέ­νο δέν­τρο, ἡ θά­λασ­σα ἔ­θρε­φε ψά­ρια πού ‘­χα­νε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη νο­στι­μά­δα πὄ­χει κά­θε τὶ ποὺ βγά­ζει κεί­νη ἡ βλο­γη­μέ­νη πλά­ση, ἄ­γρια καὶ ἥ­με­ρα.

       Ἀλ­λὰ κ’ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­τα­νε πλε­ο­νέ­χτες, ὁ πλού­σιος ἔ­δι­νε στὸν πιὸ φτω­χό, κι ὁ φτω­χὸς πά­λε δὲν ἤ­θε­λε σώ­νει καὶ κα­λὰ ν’ ἀ­νε­βεῖ ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, δὲ λί­μα­ζε, δὲν τὸν ἔ­τρω­γε ἡ ζη­λο­φθο­νί­α, οὔ­τε ὁ νοῦς του ἤ­τα­νε ὅ­λο στὸ κέρ­δος, μό­νο πέρ­να­γε ἡ ζω­ή τους μὲ εἰ­ρή­νη βα­θιά, κι ὁ Θε­ὸς τοὺς βλο­γοῦ­σε ἀ­πὸ πά­νου.

       Φαί­νε­ται πὼς τέ­τοι­οι πρω­τι­νοὶ ἄν­θρω­ποι ὑ­πήρ­χα­νε πάν­τα ἐ­δῶ στὴν Ἀ­να­το­λή· καὶ τό­τες ποὺ ἄλ­λα­ξε ἡ θρη­σκεί­α καὶ γι­νή­κα­νε χρι­στια­νοί, ἀ­πο­μεί­να­νε οἱ ἴ­διοι, για­τί ἡ και­νούρ­για θρη­σκεί­α ἤ­τα­νε ποι­η­τι­κὴ καὶ ἁ­πλὴ σὰν τὴν πα­λιὰ βά­λε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ­τοι βα­στού­σα­νε ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε καὶ κεῖ­νοι κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, τὸν και­ρὸ ποὺ κυ­βερ­νού­σα­νε τὸν κό­σμο οἱ Ρω­μαῖ­οι. Ὕ­στε­ρα, σὰ γί­νη­κε χρι­στι­α­νι­κὸ βα­σί­λει­ο ἡ Κω­σταν­τι­νού­πο­λη, καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ­τα ἤ­τα­νε ὁ­λό­τε­λα ξε­χα­σμέ­να κι ἀ­πό­με­ρα, καὶ δὲν πή­γαι­νε πο­τὲς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα ἐ­κεῖ πέ­ρα, γι­νή­κα­νε πιὸ ἁ­πλοί, ἀν­τὶ νὰ ξυ­πνή­σου­νε καὶ νὰ πο­νη­ρέ­ψου­νε. Σὲ ἄλ­λα μέ­ρη χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τοὺς πο­λέ­μους, ἀ­μέ­τρη­τοι ἄν­θρω­ποι σφα­ζόν­τα­νε στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα τῆς σφαί­ρας, ἐ­δῶ ὅ­μως βα­σί­λευ­ε εἰ­ρή­νη.

       Γιὰ τοῦ­το ὁ ἄν­θρω­πος, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­τα­στα­σί­ες, «ζῶ­ον εὔ­δαι­μον ἐ­γέ­νε­το», ὅ­πως λέ­γει ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας, δη­λα­δὴ ἐ­ζοῦ­σε σὰν κα­νέ­να εὐ­τυ­χι­σμέ­νο ζὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, ποὺ τὸν γλυ­κο­να­νού­ρι­ζε. Σὰ νά ‘­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ γῆς καὶ πά­λε νὰ γύ­ρι­ζε στὴ γῆς, δί­χως θλί­ψη, δί­χως νὰ γευ­τεῖ θά­να­το, ὅ­πως τὸ κε­ρα­μί­δι ποὺ κά­νει ὁ κε­ρα­μι­δά­ρης ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, σὰ γε­ρά­σει, λι­ώ­νει σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ γλεί­φει τὸ κύ­μα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ καὶ γυ­ρί­ζει πά­λε ἥ­συ­χα στὴ γῆς. Σὰν τὸ αὐ­γὸ π’ ἀ­φή­νει τὸ γι­α­λο­πού­λι ἀ­πά­νου στὸν ἄμ­μο, κον­τὰ στὴν ἁρ­μυ­ρή­θρα, ἔ­τσι ἤ­τα­νε κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ὁ οὐ­ρα­νὸς στε­κό­τα­νε ἴ­δια κα­μά­ρα ἀ­πὸ πά­νου τους, γύ­ρι­ζε μὲ τὸν ἥ­λιο, μὲ τὸ φεγ­γά­ρι καὶ μὲ τ’ ἄ­στρα, κα­θὼς κι ὁ γύ­ρος τοῦ χρό­νου με­ταλ­λά­ζουν­ταν ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ νύ­χτα κι ἀ­πὸ κα­λο­καί­ρι σὲ χει­μώ­να, κι ὅ­λα τοῦ­τα τὰ ζού­σα­νε στὴν κά­θε στιγ­μή, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τεί­ας δὲν προ­φταί­νου­με νὰ τὰ κοι­τά­ξου­με, για­τί ζοῦ­με μα­κριὰ καὶ σὰν ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πλά­ση, φορ­τω­μέ­νοι μὲ μά­ται­ες ἔ­γνοι­ες.

       Τὰ ροῦ­χα τους, που­κά­μι­σα καὶ βρα­κιὰ φαρ­διά, ὅ­λα ἤ­τα­νε φαν­τὰ στὴν κρε­βα­τή, ἀ­πὸ μαλ­λὶ πρό­βιο ποὺ τὸ λα­να­ρί­ζα­νε καὶ τὸ γνέ­θα­νε οἱ γυ­ναῖ­κες. Τὸ χει­μώ­να πρό­βι­ες γοῦ­νες φο­ρού­σα­νε, για­τὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πέ­τρω­νε ἡ γῆς ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Σι­δε­ρέ­νια πρά­μα­τα λι­γο­στὰ εἴ­χα­νε, μό­νο βο­λευ­όν­τα­νε μὲ κα­βί­λι­ες ἀν­τὶς καρ­φιά, πα­λού­κια, ξυ­λο­κοῦ­πες, δι­χά­λια. Καὶ στὰ σπί­τια τοὺς ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ξυ­λέ­νια ἤ­τα­νε. Πολ­λὲς φο­ρὲς βά­ζα­νε ἕ­να ξύ­λο ἀν­τὶς γιὰ κουμ­πί. Οἱ τσομ­πά­νη­δες φο­ρού­σα­νε τὸ χει­μώ­να προ­βιὲς μὲ τὸ μαλ­λὶ ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἂν κ’ ἤ­τα­νε ἄν­θρω­ποι παν­τρε­μέ­νοι μὲ ὄ­μορ­φες καὶ γε­ρὲς γυ­ναῖ­κες, κ’ εἴ­χα­νε θυ­γα­τέ­ρες μὲ κορ­μιὰ ἐ­ρω­τι­κὰ σὰν τὰ νι­ο­γέν­νη­τα φο­ρά­δια, ὡ­στό­σο φαι­νόν­τα­νε καὶ σὰν ἀ­σκη­τές. Τὸ κρύ­ο καὶ τὴ ζέ­στη δὲν τὰ φο­βόν­τα­νε, για­τί ἤ­τα­νε σὰν τὸ πρι­νό­δεν­τρο, μα­θη­μέ­νοι ἀ­πὸ μι­κροί.

       Ζού­σα­νε ἀ­να­πα­μέ­νοι μέ­σα στὴ γλυ­κιὰ ἀγ­κα­λιὰ τῆς φύ­σης, σὰ νὰ μὴ φύ­γα­νε οἱ παπ­ποῦ­δες τους ἀ­πὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δέν­τρο. Μὲ τὸ τί­πο­τα ζού­σα­νε καὶ τί­πο­τα δὲν τοὺς ἔ­λει­πε. «Τίς ἐ­στιν ὁ πλού­σιος; Ὁ ἐν τῷ ὀ­λί­γῳ ἀ­να­παυ­ό­με­νος.»

       Ὄ­χι πλα­τσο­μύ­τες ἀ­ρα­πά­δες, ὅ­πως οἱ φυ­σι­κοὶ ἄν­θρω­ποι στὴν Ἀ­φρι­κὴ καὶ στὸν ὠ­κε­α­νό, ἀλ­λὰ λε­πτο­κα­νω­μέ­να χα­ρά­κτη­ρι­στι­κά, ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ βυ­ζαν­τι­νά, ἔ­βλε­πες σ’ αὐ­τοὺς τοὺς βου­νί­σιους ἀν­θρώ­πους. Οἱ νιοὶ ἤ­τα­νε σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α, σὰν τὸν Πά­τρο­κλο, εἴ­τε καὶ σὰν τὸν Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρο.

       Πολ­λοί τους ἤ­τα­νε σγου­ρο­μάλ­λη­δες κ’ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νοι, συ­χνὰ ξαν­θό­τρι­χοι, ὄ­χι μὲ κεῖ­νο τὸ χρῶ­μα ποὺ μοιά­ζει σὰ λι­νά­ρι, μὰ ἴ­διο μὲ τοῦ ξε­ράγ­κα­θου, π’ ἀ­νε­μί­ζε­ται στὶς χέρ­σες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς μὲ τὸ πρῶ­το χνού­δι ποὺ ἵ­δρω­νε ἀ­λα­φρὰ στὸ μου­στά­κι καὶ στὰ μά­γου­λα, συ­νέ­χεια μὲ τὰ τσου­λού­φια τους, ἀ­λι­σα­χνι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Οἱ γέ­ροι πά­λε μοι­ά­ζα­νε, ἄλ­λος σὰν Πο­σει­δώ­νας μὲ στρι­φτὰ γέ­νια ἀ­πὸ τὴν ἁρ­μύ­ρα, ἄλ­λος σὰν Ὅ­μη­ρος ἀ­πα­ράλ­λα­χτος, ἄλ­λος σὰν Ἅ­γιος Νι­κό­λας, ἄλ­λος σὰν τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ Λα­ο­κό­ον­τα, ἄλ­λος σὰν τὸν μάν­τη Τει­ρε­σί­α, ἄλ­λος σὰ Σκεν­τέρ­μπε­ης, τέ­τοι­α σκέ­δια. Οἱ με­σό­κο­ποι πά­λε πα­ρο­μοι­ά­ζα­νε μὲ τὸν Χρι­στό, ὅ­πως εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νος στὰ πα­λιὰ τὰ κο­νί­σμα­τά μας, μὲ τὸν Ἄ­η-Γιά­ννη τὸν Πρό­δρο­μο, μὲ τὸν ἀν­τρεῖ­ο Λε­ω­νί­δα, μὲ τὸν Θε­μι­στο­κλῆ, τὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα, κι ὅ­σοι ξου­ρί­ζα­νε τὰ γέ­νια τοὺς ἤ­τα­νε ἴ­διοι μὲ τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, μὲ τὸν Νι­κη­τα­ρά, μὲ τὸν Μι­α­ού­λη, καὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­νέ­ους. Ἀλ­λὰ καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους ἤ­τα­νε ἀρ­χαῖα: Μιλ­τιά­δης, Δυσ­σέ­ας, Ξε­νο­φός, Λε­γω­νί­δας, Ἀ­λέ­ξαν­τρος, Ἀ­γα­μέ­μνο­νας, Δη­μο­σθέ­νης, Ὅ­μη­ρος, Ἀ­γη­σί­λα­ος, Πα­μει­νών­τας, Τέρ­παν­τρος, Πυ­θα­γό­ρας, Ἔ­χτο­ρας, Πο­σει­δώ­νας, Μι­στο­κλής, Ἀ­χιλ­λέ­ας, Πά­τρο­κλος, Ἀ­ρι­στεί­δης, Σο­φο­κλῆς, Βρι­πί­δης, Κλε­άν­θης, Τι­μο­λέ­ον­τας, Θρα­σύ­βου­λος, Φι­λο­χτή­της, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Σί­δω­ρος, Ἀ­κίν­τυ­νος, Ἀ­νί­κη­τος, Φί­λιπ­πας, Νι­κά­νο­ρας, Πα­λου­λό­γος, Στέρ­γιος, Ἀν­δρό­νι­κος, Δού­κας, Ρή­γας, Φω­κᾶς.

       Ἀλ­λὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες, ποὺ καὶ κεῖ­νες ἤ­τα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ες στὸ πα­ρου­σι­α­στι­κό, τὶς κρά­ζα­νε μὲ ἀρ­χαῖ­α ὀ­νό­μα­τα: Ἀ­φρο­δί­τη, Ἀ­σπα­σώ, Πο­λυ­ξέ­νη, Μυρ­σί­νη, Θε­α­νώ, Κλε­ο­πά­τρα, Καλ­λι­ό­πη, Ἰ­σμή­νη, Ἀν­τρο­μά­χη, Κλε­ο­νί­κη, Ἑ­λέ­νη, Κασ­σάν­τρα, Ἐλ­πι­νί­κη, Βρύ­κλεια, Ἀ­γα­θό­κλεια, Ἀ­θη­νᾶ, Χα­ρι­κλει­ώ, Εὐ­θα­λί­α, Ἀ­γλα­ΐ­α, Νε­φέ­λη, Εὐ­ρυ­δί­κη, Ἠ­ρώ, Πο­λυ­μνί­α, Ἀ­ριά­δνη, Ἀν­τι­ό­πη, Πη­νε­λό­πη, Δή­μη­τρα, Ἀρ­σι­νό­η, Θε­ώ­νη, Ρο­δό­πη, καὶ πα­λιὰ χρι­στι­α­νι­κά: Εἰ­ρή­νη, Εὐ­αν­θί­α, Φε­βρω­νί­α, Ζα­χα­ρώ, Ζω­ή, Μα­γδα­λη­νή, Ὑ­πα­παν­τή, Ἀν­τω­νί­α, Βα­σι­λο­πού­λα, Εὐ­φη­μί­α, Ρο­δού­λα, Χρυ­σάν­θη, Ἀ­ξι­ο­θέ­α, Γρη­γο­ρί­α, Θε­ο­κτί­στη, Ρή­γαι­να, Δο­μνί­α, Με­λαν­θί­α, Πα­λου­γού, Κα­τα­κου­ζ’­νή, Με­λισ­σι­νή, Ζω­γρα­φιά, Μα­λα­μα­τέ­νια, Βλωτ­τί­α, Στρα­τη­γού­λα, Πρε­σβεί­α, Μιλ­τώ, Ἀν­τρο­νί­κη, Βα­γι­ώ, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὰ συ­νη­θι­σμέ­να.

       Τὰ παλ­λη­κά­ρια βο­η­θού­σα­νε τοὺς πα­τε­ρά­δες τους, ὑ­πο­τα­χτι­κά, κα­λὰ παι­διά, καὶ δὲ λέ­γα­νε πολ­λὰ λό­για. Πρῶ­τα μι­λού­σα­νε πάν­τα οἱ γέ­ροι, κ’ ὕ­στε­ρα οἱ νιοί. Οἱ γέ­ροι σι­γο­μι­λού­σα­νε, κου­βεν­τι­ά­ζα­νε ὅ­λο μὲ πα­ροι­μί­ες· για­τί οἱ κο­λα­σμέ­νοι κ’ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι βι­ά­ζουν­ται. Ὁ χαι­ρε­τι­σμός τους ἤ­τα­νε: «Ὥ­ρα κα­λή!» – «Πολ­λὰ τὰ ἔ­τη!» – «Χαι­ρε­τί­σμα­τα!» ἢ «Προ­σκυ­νή­μα­τα!» – «Με­τὰ χα­ρᾶς!»

       Εἴ­χα­νε κ’ ἕ­να δι­κα­στή­ριο ἀ­να­με­τα­ξύ τους· ὅ,τι δι­α­φο­ρὰ εἴ­χα­νε οἱ νιό­τε­ροι, τὴν κρί­να­νε οἱ γέ­ροι, συμ­βου­λεύ­ον­τάς τους καὶ τα­χτο­ποι­ών­τας τους μὲ τὴν ὀρ­μή­νεια, ἥ­συ­χα, δί­χως ὀ­χλο­βο­ή.

       Ξέ­ρα­νε τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἀ­χιλ­λέ­α, τοῦ Με­γ’-Ἀ­λέ­ξαν­τρου, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ Σκεν­τέρ­μπε­η· πολ­λὲς φο­ρὲς εἴ­χα­νε τὴν ἰ­δέ­α πὼς τὰ πιὸ ἀρ­χαῖ­α γι­νή­κα­νε ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τὸν Ἀ­λὴ Πα­σά, τοὺς Σου­λι­ῶ­τες, τὸν Μάρ­κο Μπό­τσα­ρη, τὸν Θα­νά­ση Διά­κο, τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τα­ναί­ους, τοὺς φέρ­να­νε πάν­τα στὴν κου­βέν­τα τους· ἀ­πὸ τοὺς ση­με­ρι­νοὺς τὸν Πα­να­γὴ τὸν Κου­τα­λια­νό, κ’ οἱ πιὸ και­νούρ­γιοι τὸν Ντα­βέ­λη καὶ τὸν Παῦ­λο Με­λά. Ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους δὲν ξέ­ρα­νε μη­δὲ τὸν Μέ­γα Να­πο­λέ­ον­τα, μο­νά­χα τὸν τσά­ρο ξέ­ρα­νε, καὶ τὸν πό­λε­μο τῆς Κρι­μαί­γιας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ὁ «Μέ­γας Κα­τε­ρί­νης». Ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα τὰ ἔ­θνη γνω­ρί­ζα­νε τοὺς Ἰγ­γλέ­ζους, τοὺς Ρού­σους καὶ τὸ Μι­σί­ρι, ἀλ­λὰ γιὰ χρι­στια­νοὺς εἴ­χα­νε μο­νά­χα τοὺς Ρού­σους. Ἀρ­χαί­α πο­λι­τεί­α ἤ­τα­νε γι’ αὐ­τοὺς ἡ Τρω­ά­δα κ’ ἡ Πέρ­γα­μο, κι ἁ­γι­α­σμέ­να μέ­ρη ἡ Γε­ρου­σα­λὴμ καὶ τ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος.

       Τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο, τὸ μα­βί, τὸ πρά­σι­νο καὶ τὸ κί­τρι­νο, τ’ ἄλ­λα τὰ βγά­ζα­νε ἀ­πὸ φυ­σι­κὰ πρά­μα­τα, λα­δί, θα­λασ­σί, χρυ­σα­φί, λε­μο­νί, πορ­το­κα­λί, λα­χα­νί, τσα­γα­λὶ (ἀ­μυ­γδα­λί), ξυ­δί, κρα­σου­λί, ζα­χα­ρί, κα­φε­δί, στα­χτί, με­λί, κα­στα­νό, ἀ­χυ­ρί, κε­ρα­μι­δί, ψα­ρί, με­λι­τζα­νί, τρι­αν­τα­φυλ­λί, γε­ρα­νί, ρο­δί, τῆς σκου­ριᾶς τὸ χρῶ­μα, τῆς φω­τιᾶς τὸ χρῶ­μα.

       Λί­γο ὣς πο­λύ, ὅ­λοι τους ὄ­μορ­φα κι ἀ­συ­νή­θι­στα μι­λού­σα­νε, σὰ ζω­γρα­φι­ὲς ἤ­τα­νε τὰ λό­για τους, μὰ ἤ­τα­νε καὶ κά­τι γέ­ροι ἀ­νά­με­σά τους, ποὺ ἡ ὁ­μι­λί­α ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ στό­μα τους κι ἀ­πὸ τὸ μέ­λι γλυ­κύ­τε­ρη, ὅ­πως λέ­γει ὁ γε­ρο-Ὅ­μη­ρος. Αὐ­τοὶ στα­θή­κα­νε οἱ δά­σκα­λοί μου.

       Ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖα λό­για ποὺ ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε καὶ ποὺ δὲν τὰ συ­νη­θί­ζου­με πιὰ ἐ­μεῖς, θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὴν ὥ­ρα τοῦ­τα: ὅ­ρη (βου­νά), σκό­λη (σχο­λή, ἀρ­γί­α), παῖ­δος, θυ­γα­τέ­ρα, Νε­κτε­να­βός, χα­μέ­νο ρη­γά­το, ποι­γη­τής, πα­λια­ύι (πλα­γί­αυ­λος), ἔ­θαρ­μος (ἔν­θερ­μος), χω­ρύ­γι (ἀ­σβέ­στης), πρὸς νε­ροῦ, τούμ­πα (τύμ­βος), πυ­θεύ­ω, κρο­τῶ (τὸ κρό­τη­σε τὸ μω­ρό), λα­τρεύ­ω, ἀ­γα­θός, πα­νά­γα­θος, ἔ­λε­γος, πον­τί­ζω, κι ὅ­σα βά­ζω συ­χνὰ μέ­σα στὸ γρά­ψι­μό μου. Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ λέ­γα­νε σω­τρό­πι, πο­δό­στα­μο, δοιά­κι, πε­ζό­βο­λας, ἀ­θε­ρί­να, θα­λά­μι, κι ἄλ­λα πολ­λά. Πα­ρά­ξε­να λό­για ποὺ δὲν τ’ ἄ­κου­σα σ’ ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ μέ­ρος, λέ­γα­νε τοῦ­τα: σκούρ­κα (βρά­χος), κά­κνα (γα­λο­πού­λα), μπιζ­νέ­ρα (τσέ­πη).

       Μα­κά­ριοι ἄν­θρω­ποι, σὰν τοὺς λε­γό­με­νους Λω­το­φά­γους, δὲν τοὺς μό­λε­ψε ἡ πλε­ο­νε­ξί­α κ’ ἡ πε­ρη­φά­νεια. Γιὰ τοῦ­το θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ δα­νεί­σου­νε εὐ­τυ­χί­α σὲ βα­σι­λιά­δες, σὲ βε­ζι­ρά­δες καὶ σὲ ἀν­θρώ­πους ποὺ τοὺς τρέ­μει ὁ κό­σμος.

       Ὅ­λοι-ὅ­λοι κα­μιὰ κα­το­στὴ ἄν­θρω­ποι ζού­σα­νε ἕ­να γύ­ρο σὲ τού­τη τὴ θα­λασ­σι­νὴ λί­μνη: τσομ­πά­νη­δες, ψα­ρά­δες, γι­α­λι­κά­ρη­δες καὶ κε­ρα­μι­δα­ραῖ­οι. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τεί­α, ποὺ ἤ­τα­νε χτι­σμέ­νη στὸ πα­ρα­έ­ξω μέ­ρος τοῦ μπου­γα­ζιοῦ, κι ἀ­πὸ τὸ Γε­νι­τσα­ρο­χώ­ρι, πό­πε­φτε κα­τὰ τὸ μέ­σα μπου­γά­ζι, ἀλ­λὰ μα­κριὰ ὅ­μως ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα, δί­χως νὰ φαί­νε­ται.

       Ὅ­πο­τε κο­νο­μή­σω λί­γον και­ρό, λο­γα­ριά­ζω νὰ στο­ρή­σω σ’ ἄλ­λη φυλ­λά­δα, ἕ­ναν-ἕ­ναν, κεί­νους ποὺ στα­θή­κα­νε οἱ πιὸ σπου­δαῖ­οι κ’ οἱ πιὸ ἀ­συ­νή­θι­στοι ἀ­νά­με­σά τους.

       Πολ­λοὺς ἀ­π’ αὐ­του­νοὺς δὲν τοὺς ἔ­φτα­ξα, ἀλ­λὰ ἄ­κου­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τους ἀ­π’ ἄλ­λο στό­μα. Ὁ πιὸ πα­λαι­ὸς ἀ­π’ ὅ­σους ξέ­ρω στά­θη­κε ὁ Γιά­ννης ὁ Βλο­γη­μέ­νος. Ἀ­π’ ὅ­σους ἔ­φτα­ξα ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος ἤ­τα­νε ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης ὁ Βα­σι­λὲς(1), τὸ στοι­χει­ὸ τῆς θά­λασ­σας. Ὕ­στε­ρα ἐρ­χόν­τα­νε μὲ τὴ σει­ρὰ ὁ Λι­βα­νής, ὁ Ψύλ­λος, ὁ Μπι­λά­λης, ὁ Λα­σπί­της, ὁ Ξε­ρο­τρό­χα­λος, ὁ Μπάμ­που­ρας, ὁ Μπαρ­μπά­κος, ὁ Ζα­φεί­ρης, ὁ Ντάν­τι­νας, ὁ Ἀρ­να­ού­της, ὁ πα­λα­βο-Πα­ρα­σκευ­άς, ὁ Γρί­τσας κι ἄλ­λοι πολ­λοί.

       Ἄλ­λοι ἤ­τα­νε στε­ρια­νοί, ἄλ­λοι θα­λασ­σι­νοί, μὰ κ’ οἱ πιὸ πολ­λοὶ οἱ στε­ρια­νοὶ ξέ­ρα­νε ἀ­πὸ θά­λασ­σα, κ’ ἕ­να-δυ­ὸ θα­λασ­σι­νοὶ νο­γού­σα­νε ἀ­πὸ ξο­χα­ρι­κὴ καὶ ξέ­ρα­νε ν’ ἀρ­μέ­ξου­νε. Πο­λυ­τε­χνί­της ἤ­τα­νε ὁ Σίλ­βε­στρος, κα­λο­γε­ρό­δια­κος πού ‘­ξε­ρε τὴ στε­ριὰ καὶ τὴ θά­λασ­σα κα­λά, κ’ ἤ­τα­νε ψάλ­της, θα­λασ­σι­νός, ξο­χά­ρης, τσομ­πά­νης καὶ κα­ρα­βο­μα­ραγ­κός· ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἤ­τα­νε τα­ξι­δε­μέ­νος, ἀ­σκή­τε­ψε καὶ στ’ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζε­ται μὲ τοὺς πρω­τι­νούς, ποὺ τοὺς λέ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι «λι­μὰν μπα­λούκ», δη­λα­δὴ ψά­ρια τοῦ λι­μα­νιοῦ.

       Οἱ πιὸ ἄ­πο­νη­ρευ­τοι ἀ­π’ ἀ­νά­με­σά τους δὲν ἤ­τα­νε πα­γαι­μέ­νοι ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια στὴν πο­λι­τεί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ μὲ ρω­τού­σα­νε τί γί­νε­ται ὁ κό­σμος, θυ­μό­μου­να τὴν ἱ­στο­ρί­α τ’ Ἅ­γιου Μάρ­κου, π’ ἀ­σκή­τευ­ε σ’ ἕ­ναν ἔ­ρη­μον τό­πο καὶ πῆ­γε νὰ τὸν εὕ­ρει ἕ­νας κα­λό­γε­ρος καί, σὰν τὸν ηὗ­ρε καὶ μι­λή­σα­νε γιὰ πολ­λά, τὸν ρώ­τη­ξε ὁ ἀβ­βᾶς: «Ἵ­στα­ται ὁ κό­σμος καὶ θάλ­λει κα­τὰ τὸ ἀρ­χαῖ­ον;» Καὶ κεῖ­νος τ’ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ναί, πά­τερ, χά­ρι­τι Χρι­στοῦ, καὶ ὑ­πὲρ τὸ ἀρ­χαῖ­ον θάλ­λει πλεῖ­ον ὁ κό­σμος ἕ­ως τὴν σή­με­ρον!» Ἔ­τσι ρω­τού­σα­νε καὶ μέ­να κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι.

       Ὅ­λος ὁ κό­σμος, ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ στε­ριά, ἡ θά­λασ­σα, ἤ­τα­νε γε­μά­τος ἀ­πὸ στοι­χειὰ κι ἀ­πὸ πνέ­μα­τα. Τε­λώ­νια βρι­σκόν­τα­νε στὰ σύν­νε­φα καὶ στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας, «νυ­κτο­λά­λα, ἀ­στρο­μα­γι­κά, εἴ­τε ἐν ἄλ­σοις, εἴ­τε ἐν κα­λά­μοις, εἴ­τε ἐν δι­ό­δοις, εἴ­τε ἐν πο­τα­μοῖς πα­ρα­τρέ­χον­τα». Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α κι ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς ἤ­τα­νε ἀ­να­κα­τε­μέ­να στὴ φαν­τα­σί­α τους, γιὰ τοῦ­το τό ‘χα­νε γιὰ ἕ­να πρά­μα χρι­στια­νὸς καὶ Ἕλ­λη­νας. Πολ­λὰ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὰ πρά­μα­τα λέ­γα­νε πὼς τά ‘­πε ὁ Χρι­στός, ἢ πὼς εἶ­ναι γραμ­μέ­να στὸ Βαγ­γέ­λιο.

       Οἱ ἄ­γε­ρη­δες, πρὸ πάν­των ὁ βο­ριὰς κ’ ἡ νο­τιά, ἤ­τα­νε στὸ πνέ­μα τους σὰν ἄν­θρω­ποι, ὁ ἥ­λιος, τὸ φε­γά­ρι τὸ ἴ­διο. Τὰ φί­δια ἤ­τα­νε στοι­χει­ω­μέ­να. Ὑ­πάρ­χα­νε δέν­τρα καὶ πη­γά­δια καὶ πέ­τρες ποὺ τά ‘­χα­νε γιὰ ἱ­ε­ρά. Ἡ θά­λασ­σα ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νη. Τὸ ψω­μὶ ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­νο, δὲν πα­τού­σα­νε πο­τὲς ἀ­πά­νου στὰ ψί­χου­λα, κι ἂν ἔ­πε­φτε χά­μου κα­νέ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τ’ ἀ­νε­σπα­ζόν­τα­νε καὶ τὸ προ­σκυ­νού­σα­νε κολ­λών­τας το στὸ μέ­τω­πό τους. Ὅ­πο­τε πί­να­νε κρα­σί, χύ­να­νε λί­γο στὸ χῶ­μα, σὰ νὰ κά­να­νε σπον­δή. Χαι­ρε­τού­σα­νε βά­ζον­τας τὸ δε­ξὶ χέ­ρι στὸ στῆ­θος καὶ γέρ­νον­τας ἀ­λα­φρὰ τὸ κορ­μί τους.

       Οἱ τσομ­πά­νη­δες βλέ­πα­νε πολ­λὲς φο­ρὲς ἕ­ναν τρα­γο­πό­δη στὰ μαν­τριά, ἀ­νά­με­σα στὰ γί­δια καὶ στὰ πρό­βα­τα. Ἅ­μα ἀρ­ρω­στού­σα­νε τὰ πρό­βα­τα, κά­να­νε ξόρ­κια πα­ρά­ξε­να· ἅ­μα τε­λεί­ω­νε τ’ ἄρ­μεγ­μα, βου­τοῦ­σε ὁ τσομ­πά­νης τὸ χέ­ρι του στ’ ἀ­φρι­σμέ­νο γά­λα καὶ ράν­τι­ζε τὰ πρό­βα­τα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας μυ­στι­κὰ λό­για. Κον­τὰ σ’ αὐ­τά, τὰ θυ­μι­ά­ζα­νε μὲ χρι­στο­λού­λου­δο, κά­να­νε ἁ­για­σμὸ μέ­σα στὸ μαν­τρὶ μὲ τὸ κο­πά­δι ὁ­λό­γυ­ρα, καὶ κρε­μά­ζα­νε φυ­λα­χτὰ στὸ λαι­μό τους. Τὰ κου­δού­νια δὲν τὰ βά­ζα­νε μό­νο γιὰ νὰ χτυ­ποῦ­νε, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸ μά­τι, ὅ­πως τὶς χάν­τρες. Γη­τει­ές, δη­λα­δὴ μά­για, ποὺ στὴν ἀρ­χαί­α γλώσ­σα λέ­γον­ται γο­η­τεῖ­ες, κά­να­νε πολ­λὲς οἱ Λη­μιοί, πόρ­χουν­ταν ἀ­πὸ τὴ Λῆ­μνο σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη ξο­χά­ρη­δες· ἔ­χω δι­α­βα­σμέ­να πὼς αὐ­τοὶ ἀ­πὸ τ’ ἀρ­χαῖ­α τὰ χρό­νια κά­να­νε πολ­λὰ μα­γι­κά.

       Τὸ βό­δι καὶ τὸ πρό­βα­το τά ‘­χα­νε γιὰ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ ζε­στά­να­νε τὸν Χρι­στὸ μὲ τὴν ἀ­να­σα­μιά τους τό­τες ποὺ γεν­νή­θη­κε μέ­σα στὸ πα­χνί· τὸ γί­δι ὅ­μως τό ‘­χα­νε γιὰ κα­τα­ρα­μέ­νο. Τὸ γά­δα­ρο βλο­γη­μέ­νον, για­τὶ σή­κω­σε τὸν Χρι­στό, καὶ τ’ ἄ­λο­γο βλο­γη­μέ­νο, για­τὶ τὸ κα­βα­λί­κε­ψε ὁ Ἄ­η-Γι­ώρ­γης. Ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα τὸ πιὸ βλο­γη­μέ­νο ἤ­τα­νε ἡ ἐ­λιά, τῆς Πα­να­γιᾶς τὸ δέν­τρο. Ἡ δάφ­νη, ἡ μυρ­σί­νη, ὁ βα­σι­λι­κός, τὸ δεν­τρο­λί­βα­νο, ὁ α­βα­για­νός, ἤ­τα­νε ἁ­γι­α­σμέ­να. Ἡ συ­κιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό.

       Οἱ θα­λασ­σι­νοὶ πά­λε εἴ­χα­νε γιὰ στοι­χει­ω­μέ­να κά­τι βρά­χους, πέ­τρες, ξέ­ρες καὶ σπη­λι­ές. Ἡ θά­λασ­σα ἅ­για­σε ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ κι ἀ­πὸ τοὺς Δώ­δε­κα Ἀ­πό­στο­λους, ποὺ ἤ­τα­νε θα­λασ­σι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, βλο­γη­μέ­να καὶ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους, τὰ δί­χτυ­α καὶ τὰ πα­ρα­γά­δια· τὰ δί­χτυ­α ὅ­μως ἤ­τα­νε πιὸ βλο­γη­μέ­να, για­τὶ σκε­δι­ά­ζου­νε σταυ­ρό, ἔ­τσι πού ‘­ναι μπλεγ­μέ­να. Τὸ τε­τρά­γω­νο πα­νὶ ποὺ βά­ζα­νε στὶς βάρ­κες τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τὸ λε­γό­με­νο τέν­τα ἢ φού­σκα ἢ σα­κο­λε­βί­σο, τὸ πρω­το­ηῦ­ρε ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας, γιὰ νὰ μὴν πνί­γουν­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, για­τί εἶ­ναι χα­μη­λὸ καὶ φου­σκω­τὸ καὶ ξε­θυ­μαί­νει ὁ ἀ­γέ­ρας. Ὁ Ἄ­η-Νι­κό­λας ηὗ­ρε καὶ τὸ τι­μό­νι μὲ τὰ βε­λό­νια, για­τὶ πρὶν οἱ ἄν­θρω­ποι εἴ­χα­νε γιὰ τι­μό­νι ἕ­να κου­πί, καὶ γιὰ τοῦ­το δὲν τα­ξι­δεύ­α­νε μὲ τὰ πα­νιὰ στὰ ὄρ­τσα, δη­λα­δὴ κα­τα­πά­νου στὸν ἀ­γέ­ρα, ἀλ­λὰ μο­νά­χα πρί­μα καὶ δευ­τε­ρο­πρί­μα.Τὶς κου­ρί­τες πά­λε, μ’ ἄλ­λα λό­για τὰ ρη­χὰ τὰ πε­ρά­μα­τα, ποῦ ‘­ναι ἴ­δια μο­νό­ξυ­λα, ἴ­σια ἀ­πὸ κά­του δί­χως κα­ρί­να, τὰ ηὗ­ρε ὁ Χρι­στός, γιὰ νὰ πλεύ­ου­νε στὰ ἥ­με­ρα καὶ στὰ ρη­χὰ τὰ νε­ρά, κι ἀ­πὸ πά­ν’ ἀ­πὸ τὰ δί­χτυ­α, ἐ­πει­δὴ δὲν πι­ά­νου­νε πο­λὺ νε­ρό.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς μοῦ λέ­γα­νε πὼς εἴ­δα­νε γορ­γό­νες νὰ λι­ά­ζουν­ται γιὰ νὰ βου­τᾶ­νε στ’ ἀ­νοι­χτὰ δί­πλα στὴ βάρ­κα, καὶ ἄλ­λα στοι­χειὰ νὰ φτερ­νί­ζουν­ται μέ­σα στὶς σπη­λι­ές, κά­τι ἄλ­λα στοι­χειὰ πά­λε κα­βα­λι­κε­μέ­να ἀ­πά­νου σὲ σκυ­λό­ψα­ρα, ὄ­χι ὅ­μως σὲ δερ­φί­νια, για­τὶ μέ­σα στὸ μπου­γά­ζι δὲν εἶ­χε δερ­φί­νια, σπά­νια νά ‘­χα­νε κα­νέ­να τὰ νε­ρά του καὶ νά ‘μ­παι­νε μέ­σα. Μοῦ λέ­γα­νε καὶ γιὰ κά­ποι­ο στοι­χει­ὸ μὲ γέ­νια μαῦ­ρα, ἥ­με­ρο, π’ ἀ­γα­πᾶ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὁ Κουν­τεν­τὲς λε­γό­με­νος· πολ­λὲς φο­ρὲς κα­θό­τα­νε στὰ βρά­χια καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Ὅ­ποι­οι λά­χαι­νε νὰ τὸν δοῦ­νε, ἀλ­λά­ζα­νε δρό­μο γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρέ­σου­νε. Ἴ­σως νά ‘­τα­νε ὁ ἀρ­χαῖ­ος Τρί­τω­νας.

       Στε­ρια­νοὶ καὶ θα­λασ­σι­νοί, εἴ­χα­νε τὴν Ἀ­να­το­λὴ γιὰ βλο­γη­μέ­νη, για­τί ἐ­κεῖ γεν­νή­θη­κε ὁ Χρι­στός, κι ἀ­πὸ κεῖ βγαί­νει ὁ ἥ­λιος, κι ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι γεν­νι­οῦν­ται στὴν Ἀ­να­το­λή, εἶ­ναι βλο­γη­μέ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ Τοῦρ­κοι.


(1) Βλ. καὶ τὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Γκρά­βα­λη «Ἡ βα­σι­λές».
Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί, ἡ πα­τρί­δα μου (ἐκδ. Ἄγκυρα, 2014).

Φώ­της Κόν­το­γλου (λο­γο­τε­χνι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Φώ­τιου Ἀ­πο­στολ­λέ­λη, Ἀ­ϊ­βα­λί, 1895-Ἀ­θή­να, 1965). Πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­να­ζή­τη­σε τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρά­δο­ση, τό­σο στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸ ζω­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Εἶ­χε ση­μαν­τι­κό­τα­τη συμ­βο­λὴ στὸν χῶ­ρο τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας. Θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς «Γε­νιᾶς τοῦ Τριά­ντα». Μα­θη­τές του ὑ­πῆρ­ξαν ὁ Γιά­ννης Τσα­ρού­χης, ὁ Νί­κος Ἐγ­γο­νό­που­λος, ὁ Κώ­στας Ξυ­νό­που­λος καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Pedro Cazas (Ἀ­ϊ­βα­λί, τυπ. Αἰ­ο­λι­κὸς Ἀ­στήρ, 1918).  Κυ­κλο­φο­ροῦν ἕν­τε­κα τό­μοι ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Ἀ­στήρ» (1962 κ.ἑ.).



		

	

Κίμων Θεοδώρου: Ἄμωμος ἀνάγνωσις

Theodorou,Kimon-AmomosAnagnosis-Eikona-01

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


 Ἄ­μω­μος ἀ­νά­γνω­σις


07-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_ParkmanΟ ΚΙΝΗΤΟ χτύ­πη­σε στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο. Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ εἶ­χες κλει­στό. Τέ­τοι­α λές, τέ­τοι­ο μαῦ­ρο πρό­βα­το. Σοῦ ἔ­ψα­λαν τὰ μαν­τά­τα. Ἀν­τὶ νὰ πά­ρεις τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, βρέ­θη­κες στὸ ΚΤΕΛ γιὰ Δρά­μα. Χά­σα­τε τὸν μπαμ­πά. Ἂν ἡ πτή­ση εἶ­χε ἀ­πο­γει­ω­θεῖ, δὲν θὰ γυρ­νοῦ­σες γιὰ τὴν κη­δεί­α. Ἔ­τσι λές, γιὰ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ἀλ­λά, φεῦ, πα­ναν­θρώ­πι­νο τὸ νὰ ἀ­πο­δί­δεις τι­μὲς στοὺς νε­κρούς, σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χὲς καὶ τὶς φυ­λές. Ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν πέν­τε μέ­ρες στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, προ­βλή­μα­τα ἀ­να­πνευ­στι­κά, τὸ γνώ­ρι­ζες, δὲν μπῆ­κες στὸν κό­πο νὰ ἀ­νέ­βεις ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να νὰ τὸν δεῖς. Ἤ­σουν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὶς προ­ε­τοι­μα­σί­ες γιὰ τὸν Νέ­ο Κό­σμο. Ποῦ νὰ σοῦ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γε στὸν Ἄλ­λο Κό­σμο. Κα­νεὶς δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ πε­θά­νει. Δὲν εἶ­χε φτά­σει κὰν στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα, στὸ σό­ι φτά­νουν στὰ ὀ­γδόν­τα. Μὲ τὸν κά­θε Ἱπ­πο­κρά­τη βγά­λε ἄ­κρη. Κλί­νη, μά­σκα ὀ­ξυ­γό­νου, ἐ­ξορ­γι­ζό­ταν μὲ για­τροὺς καὶ νο­σο­κό­μες, ἔ­λε­γε θέ­λει νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Σχη­μά­τι­σε χα­μό­γε­λο μιὰ φο­ρά, ρω­τών­τας τὴν ἀ­δελ­φή σου πό­τε φεύ­γεις Ἀ­με­ρι­κή, τοῦ τὸ ξε­φούρ­νι­σες πρὶν κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­ρες στὸ τη­λέ­φω­νο. Κα­μά­ρω­νε γιὰ τὰ τα­ξί­δια σου, πῆ­ρες γραμ­μὴ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο: στὰ εἴ­κο­σι, τσε­πώ­νον­τας μου­λω­χτὰ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες τοῦ παπ­ποῦ, τὸ ἔ­σκα­σε τρι­γυρ­νών­τας στὸν γαλ­λό­φω­νο καὶ ἀγ­γλο­σα­ξο­νι­κὸ κό­σμο. Σω­στὸς μπίτ­νικ, σὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ βερ­σιόν. Μι­λοῦ­σε πέν­τε γλῶσ­σες, δὲν παν­τρεύ­τη­κε μή­τε νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κε πρὶν ἀ­πὸ τὰ τρι­αν­τα­πέν­τε. Ἡ για­γιὰ σι­χτί­ρι­ζε γιὰ τὴ μη­λιὰ καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ μῆ­λο: «Πέ­τρα ποὺ κα­τρα­κυ­λᾶ σπι­τι­κὸ δὲν φτιά­χνει.»

       Ὅ­ταν ἔ­φτα­σες σπί­τι οἱ θεῖ­ες τὸν ἔ­κλαι­γαν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κά­σα, μα­ζε­μέ­νες στὸ σα­λό­νι. Ἤ­σουν κά­πως θυ­μω­μέ­νος, ἐ­πει­δὴ δι­ά­λε­ξε τὴν ὥ­ρα νὰ πε­θά­νει, θὰ ἔ­χα­νες τὴν πρε­μι­έ­ρα μιᾶς πα­ρά­στα­σης στὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ, τὰ εἶ­χες ἀ­κρι­βο­πλη­ρώ­σει τὰ δι­α­ο­λε­μέ­να, εἰ­σι­τή­ρια καὶ δι­α­μο­νὲς καὶ ὅ­λα. Πέ­ραν τού­του, αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε οἱ θεῖ­ες στὶς κη­δεῖ­ες εἶ­ναι νο­μο­τε­λεια­κὰ γε­λοῖ­α. «Σὰν ζων­τα­νὸς εἶ­ναι ἀ­κό­μη, γιὰ δεῖ­τε, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι κου­νή­θη­κε.» Ἀ­πὸ μέ­σα σου κο­ρό­ι­δευ­ες: Μα­λα­κι­σμέ­νες, εἶ­ναι νε­κρός, οὔ­τε ζων­τα­νός, οὔ­τε κου­νή­θη­κε, οὔ­τε τί­πο­τα. Κοι­νῶς ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­καν κα­θό­λου, δὲν σὲ εἶ­δαν νὰ κλαῖς. Μά­ση­σαν λό­για, νὰ φο­ρέ­σεις ζώ­νη, κα­θὼς σκύ­βον­τας στὴν κά­σα νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρή­σεις, σοῦ ἔ­πε­φτε τὸ παν­τε­λό­νι. «Δὲν ἔ­χε­τε ξα­να­δεῖ κῶ­λο; Δὲν τὸ ἔ­χω κρυ­φό» ἐ­πι­χεί­ρη­σες νὰ μοι­ρα­στεῖς πλέ­ον μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο ἐ­σώ­τε­ρες σκέ­ψεις. Μὲ ὅ­λα τα σα­χλὰ μοι­ρο­λό­για ἀ­δύ­να­τον νὰ τὸν πεν­θή­σεις τὴν πρώ­τη μέ­ρα, κρά­τη­σες τὸ χα­μό­γε­λο Τζο­κόν­τα καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­σπα­σε τὰ νεῦ­ρα ὅ­λων. Ἔ­πει­τα, οἱ θεῖ­ες ρω­τοῦ­σαν «ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ» γιὰ κά­θε μα­κρι­νὴ ξα­δέρ­φη, «μὲ τί ἀ­σχο­λεῖ­ται», «εἶ­ναι ἄ­ρα­γε παν­τρε­μέ­νη», ὅ­λα τὰ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κά. Ἐ­πι­νο­οῦ­σες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ τύ­που «ναί, ξα­δέρ­φη μας εἶ­ναι, δὲν ἀ­κοῦ­τε ρόκ; Βέ­βαι­α, θὰ τὴν γνω­ρί­ζα­τε ἂν ἀ­κού­γα­τε ρόκ, εἶ­ναι μέ­λος σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ προ­ω­θεῖ τὸ MTV.» Γιὰ τὴν πρώ­ην ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου —ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ σα­που­νό­πε­ρα— δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ ρω­τή­σουν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ χω­ρι­σμοῦ.

       Ὅ­ταν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ κό­σμος καὶ ἔ­μει­νες μό­νος στὸ σπί­τι, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα, τὸν ἔ­κλα­ψες μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α σου.

       Τοὺς τέσ­σε­ρις ἑ­πό­με­νους μῆ­νες με­τὰ τὸ θά­να­τό του, κά­θε ποὺ βρά­δια­ζε ἡ 26η καὶ ξη­μέ­ρω­νε ἡ 27η, τὴν ὥ­ρα ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­κε, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­σουν. Στε­κό­σουν στὸ πα­τρι­κὸ στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ, βλέ­πον­τας ἀ­πέ­ναν­τι τὸ τζά­κι νὰ σι­γο­καί­ει. Κα­θό­ταν πάν­τα στὴν ἴ­δια θε­ό­ρα­τη πο­λυ­θρό­να, γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἑ­στί­α, ἔ­τσι ποὺ δὲν τὸν ἀν­τί­κρι­ζες ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς πλη­σί­α­ζες στὴν πο­λυ­θρό­να, γιὰ νὰ σοῦ πεῖ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, ἔ­φτα­νες στὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ὅ­τι δὲν βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ. Στὸ μυα­λό σου, κα­θό­ταν πάν­το­τε ἐ­κεῖ. Τό­τε, ξυ­πνοῦ­σες μὲ ἕ­να πά­τη­μα στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θον­τας τὴν ἀ­πώ­λειά Του, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, δὲν θὰ εἶ­ναι πο­τὲ ξα­νὰ ἐ­κεῖ. Πέ­θα­νε.

       Στὸν τά­φο πη­γαί­νεις κα­να­δυ­ὸ φο­ρὲς τὸ χρό­νο, ὅ­πο­τε δη­λα­δὴ ἀ­νε­βαί­νεις στὸ χω­ριό. Κα­τέ­βα­σες στὸ κι­νη­τό τα ἀ­γα­πη­μέ­να του τρα­γού­δια. Βά­ζεις νὰ τὰ ἀ­κού­σει: Σώ­πα ὅ­που νὰ ‘­ναι θὰ ση­μά­νουν οἱ καμ­πά­νες / Ὅ­ταν σφίγ­γουν τὸ χέ­ρι, ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι βέ­βαι­ος γιὰ τὸν κό­σμο. Κά­που ἐ­κεῖ κά­τω ἢ κά­που ἐ­κεῖ πά­νω, εὐ­φραί­νε­ται. Ὁ Μί­κης ἀ­ρέ­σει καὶ στὰ λου­λού­δια ποὺ στο­λί­ζουν τὸ μνῆ­μα, ἀ­κού­γον­τας τὴ μου­σι­κὴ σὰν νὰ κορ­δώ­νον­ται. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, βρῆ­κες καὶ πῆ­ρες ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ εἶ­χε στὸ κο­μο­δί­νο ἐ­πὶ χρό­νια, τὸ ξε­ζού­μι­σε, Τὰ Παι­διὰ τῆς Πιά­τσας. Ἄρ­χι­σες νὰ τοῦ δι­α­βά­ζεις. Δὲν κα­τά­λα­βες πό­τε με­ση­μέ­ρια­σε. Ἀ­πό­γευ­μα. Με­τὰ σού­ρου­πο. Με­τὰ ὁ φύ­λα­κας. Εἶ­πε πρέ­πει νὰ φύ­γεις. Θὰ ἀ­να­βες ἕ­να κε­ρά­κι συ­νε­χί­ζον­τας ὑ­πὸ τὸ φῶς του νὰ δι­α­βά­ζεις Τσι­φό­ρο στὸν πα­τέ­ρα. Σε­βά­στη­κες τὴν ὥ­ρα τῶν φαν­τα­σμά­των. Ἄ­φη­σες τὸ βι­βλί­ο στὴ μαρ­μά­ρι­νη κα­βά­τζα, δί­πλα στὸ λα­δά­κι ποὺ φυ­λά­ει ἡ μά­να γιὰ τὴν καν­τή­λα. Γύ­ρι­σες τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ νὰ συ­νε­χί­σεις τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τὸ βι­βλί­ο ἄ­φαν­το. Ἴ­χνος κα­νέ­να. Ὁ μπαμ­πὰς δὲν θὰ ἄν­τε­χε ἐκ νέ­ου τὸν ντι­λε­ταν­τι­σμό, τὶς φρι­κτές σου ἀ­να­γνω­στι­κὲς ἐ­πι­δό­σεις, τὸν ἐ­πί­πε­δο το­νι­σμό, τὴν ἔλ­λει­ψη χά­ρης καὶ εὐ­λυ­γι­σί­ας στὴ φω­νή. Ἡ­λί­ου φα­ει­νό­τε­ρον, σκέ­φτη­κες, θὰ πῆ­ρε νὰ τὸ δι­α­βά­σει μό­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη – (μι­κρο)δι­η­γή­μα­τα & ἀ­κρο­βα­σί­ες, ἐκδ. Φαρ­φου­λᾶς, 2014

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).

Εἰκόνα: Ἑρμούπολη Σύρου, Νεκροταφεῖο. Φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης.

Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello): Μιὰ ἰδέα


Pirandello,Luigi-MiaIdea-Eikona-02


Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello)


Μιὰ ἰ­δέ­α

(Un’idea)


18-MiΟΛΙΣ ἀ­φή­νει τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὁ­μή­γυ­ρη στὸ κα­φε­νεῖ­ο (μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ἀ­νά­με­σα στὰ φῶ­τα καὶ στοὺς κα­θρέ­φτες), βρί­σκει μπρο­στά του τὴ νύ­χτα: γυ­ά­λι­νη, σχε­δὸν εὔ­θραυ­στη μὲς στὴν κα­θα­ρό­τη­τα τῶν λαμ­πε­ρῶν ἀ­στε­ρι­ῶν πά­νω στὴν ἀ­πέ­ραν­τη, ἔ­ρη­μη πλα­τεί­α.

       Τοῦ φαί­νε­ται ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ δι­α­σχί­σει· ἡ ζω­ὴ μὲς στὴν ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει, ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα μα­κρι­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τή· καὶ ὅ­λη ἡ πό­λη, λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­κα­τοί­κη­τη ἐ­δῶ καὶ αἰ­ῶ­νες, μὲ τοὺς φα­νο­στά­τες ποὺ ἀ­κό­μη τὴν ξα­γρυ­πνοῦν μὲς στὴ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ἐ­κεί­νου τοῦ ψυ­χροῦ γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος τῆς νύ­χτας. Ἀ­δύ­να­τος καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά του μέ­σα σὲ κεί­νη τὴ σι­ω­πὴ ποὺ μοιά­ζει αἰ­ώ­νια.

       Ἄχ! Ἂν ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἔ­σβη­νε ἡ ζω­ὴ τῆς πό­λης! Κα­θι­σμέ­νος σὰν ἐ­παί­της στὸ στη­θαῖ­ο τοῦ δρό­μου, μπρο­στὰ στὴν πλα­τεί­α, θὰ μεί­νει ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ριτ­τοὶ φα­νο­στά­τες νὰ κοι­τά­ζει τὴν ἀ­κί­νη­τη ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ ἔ­χουν πλέ­ον χά­σει κά­θε ση­μα­σί­α.

       Ξυ­πνᾶ στὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μα­γεί­α καὶ δι­α­σχί­ζει τὴν πλα­τεί­α.

       Ἐ­λα­φρὺ σὰν ἴ­σκιος τὸ σῶ­μα του· καὶ κα­θὼς προ­χω­ρᾶ, κα­νέ­νας ἦ­χος. Ποῦ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε τὸ φορ­τί­ο ποὺ ἔ­νι­ω­σε νὰ τὸν βα­ραί­νει λί­γο νω­ρί­τε­ρα; Τώ­ρα, ὁ­λό­γυ­ρα ἡ πό­λη λὲς καὶ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ ὀ­νει­ρι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ σῶ­μα του κι­νεῖ­ται ἐν­τός της σὰν νὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ρευ­στό, ἴ­σκιος ἀ­νά­με­σά σε ἴ­σκιους.

       Εἶ­ναι λοι­πὸν μιὰ ἰ­δέ­α. Πά­λι, πάν­τα, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν κα­τορ­θώ­νει μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει. Μό­λις δι­αι­σθά­νε­ται συγ­κε­χυ­μέ­να τὴν πα­ρου­σί­α της, νι­ώ­θει νὰ τὸν κα­τα­πι­έ­ζει αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Μό­λις ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, νά ποὺ ἀ­δειά­ζει σὰν ἴ­σκιος.

       Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Τὸ φορ­τί­ο ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸν χρό­νο ποὺ χά­νει, βλέ­πον­τας τοὺς ἄλ­λους νὰ ζοῦν. Δὲν κα­τα­φέρ­νει πιὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὴν αἰ­τί­α, ἢ κα­λύ­τε­ρα, πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­λά­βει τί ἄλ­λο ἀ­να­ζη­τοῦν, ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, ἔ­τσι κα­μω­μέ­νη κα­θὼς εἶ­ναι μὲ πράγ­μα­τα ποὺ γνω­ρί­ζεις, συ­νη­θι­σμέ­να καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ἴ­σως μὲ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς κά­θε τό­σο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν καὶ και­νούρ­για μό­νο καὶ μό­νο δι­ό­τι πῆ­ραν μιὰ πιὸ πλα­τιὰ ὄ­ψη, μὲ κά­τι ἀ­προσ­δό­κη­το στὴν ἀρ­χή, μιὰ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αἴ­σθη­ση, ἔ­τσι ποὺ νὰ φαί­νε­ται πὼς ἀ­νοί­γε­ται ἐμ­πρός σου ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος· καὶ με­τά, ἢ συ­νη­θί­ζεις γρή­γο­ρα ἢ ξα­να­πέ­φτεις ἀ­μέ­σως, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση μιᾶς συ­νε­χοῦς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας. Γιὰ τὴ μαλ­θα­κό­τη­τα ὁ­ρι­σμέ­νων κα­λο­συ­νά­των καὶ κά­πως ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νων πρά­ξε­ών του νι­ώ­θει μιὰν τέ­τοι­α ἀ­η­δί­α ποὺ ἂν κά­τσει καὶ τὸ σκε­φτεῖ, πολ­λὲς φο­ρὲς θὰ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο κτῆ­νος. Καὶ αὐ­τὲς οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ πρό­σω­πό τους γιὰ νὰ τὸ με­τα­μορ­φώ­σουν σὲ μά­σκα! Ἂν τὶς ρω­τή­σεις «Τί σκέ­φτε­σαι;», δὲν σκέ­φτον­ται τί­πο­τα· ἀρ­κεῖ ὅ­μως νὰ τὶς ρω­τή­σεις καὶ ἀ­να­δύ­ε­ται στὸ μυα­λό τους κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ σοῦ ποῦ­νε. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξυ­πνᾶς τὶς γά­τες. Καὶ ἡ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν μυ­στι­κῶν συλ­λο­γι­σμῶν, πάν­τα μ’ ἕ­να ἠ­λί­θιο χα­μό­γε­λο ἕ­τοι­μο νὰ σχη­μα­τι­στεῖ στὰ χεί­λη σου στὸ πα­ρα­μι­κρὸ κά­λε­σμα τῶν ἀ­γα­πη­τῶν φί­λων, ποὺ σὲ χλευά­ζουν, για­τὶ δὲν ξέ­ρεις νὰ τοὺς πεῖς οὔ­τε τί ἔ­χεις οὔ­τε τί θέ­λεις. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ βά­ρος. Ἐ­νῶ, ἴ­σως, ἀ­πὸ μό­νη της ἡ ἰ­δέ­α εἶ­ναι τὸ ἐ­λα­φρύ, τὸ πιὸ ἁ­πλὸ καί, για­τί ὄ­χι, τὸ πιὸ σύ­νη­θες πράγ­μα.

       Δι­έ­σχι­σε τὴν πλα­τεί­α. Προ­τοῦ μπεῖ στὸ στε­νὸ μὲ τὰ σπί­τια κον­το­στέ­κε­ται πά­λι. Στὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βρί­σκε­ται τὸ νὰ πά­ει νὰ κλει­στεῖ τοῦ προ­κα­λεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ζα­λά­δα φό­βο. Στρί­βει δε­ξιά, κα­τὰ μῆ­κος τῆς λε­ω­φό­ρου ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ γέ­φυ­ρα, καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὶς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νες συ­νοι­κί­ες πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Εἶ­ναι σί­γου­ρο πὼς θὰ κά­νει πί­σω μό­λις φτά­σει στὴ γέ­φυ­ρα. Δὲν θὰ τὴν ἀ­νέ­βει τὴ γέ­φυ­ρα. Χω­ρὶς νὰ θέ­λει νὰ τὸ νιώ­σει, ἕ­να ρί­γος τὸν δι­α­περ­νᾶ καὶ μό­νο στὴ σκέ­ψη. Τὸ κρύ­ο εἶ­ναι δι­α­πε­ρα­στι­κό· ἀ­κό­μη καὶ τὸ πλα­κό­στρω­το μοιά­ζει νὰ ἔ­χει με­λα­νιά­σει. Κα­θὼς περ­πα­τᾶ, πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νᾶ κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα ποὺ κρέ­με­ται στὴ σει­ρά, ψη­λά, κα­τα­με­σῆς της λε­ω­φό­ρου, ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται, με­γα­λώ­νον­τας πα­ρά­δο­ξα καὶ τὸ ἕ­να πό­δι καὶ τὸ ἄλ­λο, καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται τό­σο ἐ­ξα­ϋ­λώ­νε­ται, μέ­χρις ὅ­του ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Καὶ ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του λοι­πὸν ὅ­πως καὶ αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

       Δὲν δύ­να­ται πλέ­ον νὰ βαυ­κα­λι­στεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἀ­να­νε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ ὕ­πνο, θὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω του τὴ θύ­μη­ση αὐ­τῶν τῶν βα­σα­νι­στι­κῶν στιγ­μῶν, ἀ­να­φω­νών­τας γιὰ νὰ μὴν τοὺς δώ­σει ση­μα­σί­α: «εἶ­ναι ἡ κού­ρα­ση!».

       Τὸ ἔ­χει πεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τό. Τοῦ φαί­νε­ται πλέ­ον πὼς πρό­κει­ται γιὰ τὰ λό­για κά­ποι­ου ἄλ­λου, γιὰ μιὰν πα­ρη­γο­ριὰ πού, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νὰ δώ­σεις, τὸ κά­νεις. Ἂν εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου στ’ ἀ­λή­θεια ἡ κού­ρα­ση, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πλέ­ον γιὰ στιγ­μὲς καὶ ποὺ δὲν ἀρ­κεῖ οὔ­τε ὁ ὕ­πνος οὔ­τε κά­τι ἄλ­λο γιὰ νὰ τοῦ πε­ρά­σει, τί ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τί πα­ρη­γο­ριὰ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει γι’ αὐ­τὸν ὀ­νο­μά­ζον­τας ἔ­τσι αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α; Καὶ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­πέ­χθεια γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς ζω­ῆς ποὺ κά­νει. Ὄ­χι, εἶ­ναι ὅ­τι στ’ ἀ­λή­θεια δὲν ξέ­ρει τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οὔ­τε ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ μυα­λό του τό­σο συ­χνὰ πλέ­ον αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α, σὰν μιὰ αἰφ­νί­δια παύ­ση ποὺ τὸν κρα­τᾶ με­τέ­ω­ρο καὶ βυ­θι­σμέ­νο σὲ μιὰ θο­λὴ ἀ­να­μο­νή.

       Μὰ τί ἔ­γι­νε; Ἔ­χει ἤ­δη μπεῖ μέ­σα;

       Ἀ­πὸ μό­να τους, τὰ πό­δια του τὸν ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰν ἐ­ξώ­πορ­τα πο­λὺ γνω­στὴ σὲ κεί­νη τὴ λε­ω­φό­ρο· καὶ μά­λι­στα ἀ­νέ­βη­καν τὴν πρώ­τη στρο­φὴ μιᾶς σκά­λας, τὴν ὁ­ποί­α ἄλ­λες φο­ρὲς εἶ­χε ἀ­νέ­βει μὲ μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα στὴν καρ­διὰ καὶ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε κα­τέ­βει μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν τὴν ξα­να­νέ­βει πο­τὲ πιά.

       Ἕ­να προ­θά­λα­μος καὶ με­τὰ τὸ γρα­φεῖ­ο, ὁ­λο­σκό­τει­νο, μὲ τὸ φῶς νὰ πέ­φτει μό­νο πά­νω στὰ με­γά­λα ἄ­σπρα φύλ­λα ἑ­νὸς κα­τά­στι­χου, ἀ­νοιγ­μέ­νου πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ σε­κρε­ταίρ. Μό­λις ποὺ δι­α­φαί­νε­ται μὲς σὲ κεί­νη τὴ σκιὰ ἕ­να πορ­τα­τὶφ μὲ πρά­σι­νο γυα­λί. Καὶ πά­νω σε κεῖ­να τὰ φω­τι­σμέ­να φύλ­λα δύ­ο μι­κρὰ ρο­δα­λὰ χε­ρά­κια, μὲ τό­σα λακ­κά­κια ὅ­σα καὶ τὰ δά­χτυ­λα. Μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὴ σκιά. Χω­ρὶς ἴ­χνος ἔκ­πλη­ξης, χω­ρὶς ἐ­πί­πλη­ξη, σὰν νὰ δι­α­γρά­φε­ται ἕ­να ἁ­πα­λό, εὐ­τυ­χι­σμέ­νο χα­μό­γε­λο: «Ἄ, ἦρ­θες πά­λι;».

       Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σεις στὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ρεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις· αὐ­τὸς βλέ­πει κα­θα­ρὰ ὅ­μως καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴ φω­νὴ καὶ ἔ­χει, ὡς συ­νή­θως, τὰ χέ­ρια του πα­νέ­τοι­μα· ὡς συ­νή­θως αὐ­τὴ τὰ παίρ­νει καὶ κά­νει σὰν νὰ τοῦ τὰ ἐ­πι­στρέ­φει μᾶλ­λον πα­ρὰ σὰν νὰ τὰ ἀ­πω­θεῖ. Ἔ­τσι δὲν τὰ θέ­λει· ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της. Τί; Εἶ­ναι ἀ­κό­μη; Τί θρά­σος! Δὲν ἔ­χει φα­νεῖ ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες. Αὐ­τὴ δὲν τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σε· δὲν θὰ τοῦ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σει ὅ­μως πο­τέ. Ἂν θέ­λει νὰ ἔρ­χε­ται, θὰ εἶ­ναι πάν­τα κα­λο­δε­χού­με­νος καὶ θὰ τὴ βρί­σκει κά­θε βρά­δυ νὰ δου­λεύ­ει στὸ σπί­τι, με­τὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της δου­λειὰ στὴν τρά­πε­ζα: ἐ­κεῖ, μὲ τὰ κα­τά­στι­χά της, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ τοὺς δύ­ο κον­δυ­λο­φό­ρους, μά­λι­στα, καὶ τὰ δύ­ο με­λά­νια, τοὺς κόκ­κι­νους καὶ τοὺς μαύ­ρους ἀ­ριθ­μούς, τοὺς χά­ρα­κες, τὰ μο­λύ­βια καὶ τὴν ἀ­ριθ­μο­μη­χα­νὴ γιὰ τὶς ἀ­ριθ­μη­τι­κὲς πρά­ξεις.

       «Θεί­α!»

       Ἄ­δι­κος κό­πος νὰ τὴν ξυ­πνή­σεις, τὴν κα­η­μέ­νη τὴ θεί­α. Συ­νή­θως κοι­μᾶ­ται στὸν κα­να­πὲ κά­νον­τας πὼς πλέ­κει. Ἐ­πι­μέ­νει νὰ τὴ πε­ρι­μέ­νει, μὲ τὰ γυα­λιὰ στὴ μύ­τη, μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ δου­λειά της γιὰ νὰ πᾶ­νε μα­ζὶ γιὰ ὕ­πνο. Τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πό­τε πρὸς τὸν ἕ­ναν ὦ­μο καὶ πό­τε πρὸς τὸν ἄλ­λον· τὰ χέ­ρια της ἔ­χουν γλι­στρή­σει στὸ στῆ­θος: καὶ τὰ γυα­λιά της θὰ γλι­στρή­σουν σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της.

       Αὐ­τοὶ οἱ ἀ­ριθ­μοί; Μὰ ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κὸ γιὰ κεί­νη. Ἁ­πλὰ ἡ δου­λειά της, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἐ­κτε­λέ­σει μὲ τὴ μέ­γι­στη προ­σο­χή. Ἔ­πει­τα, ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι ἐ­κεῖ, γιὰ τὴν τρά­πε­ζα. Δὲν τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρουν κα­θό­λου. Καὶ λέ­γον­τας αὐ­τὰ περ­νά­ει τὰ δά­κτυ­λά της στὰ ξαν­θὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ καὶ ἴ­σια μαλ­λιά της καὶ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὰ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα γα­λά­ζια μά­τια της. Τὰ χεί­λη της εἶ­ναι τό­σο τρυ­φε­ρὰ καὶ τὸ μέ­τω­πό της τό­σο ἤ­ρε­μο! Μὰ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες;

       «Ὄ­χι. Καὶ για­τί νὰ ἔ­χει;».

       Ἄχ, Θε­έ μου, ναί, κά­ποι­ες, φευ­γα­λέ­ες, καὶ μό­νο ἂν εἶ­ναι ἐ­φι­κτές. Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι.

       Κι ἂν αὐ­τὸς τὴν παν­τρευ­ό­ταν;

       Μὰ ἀ­σφα­λῶς, για­τί ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη.

       Αὐ­τὸς ὅ­μως δὲν θὰ τὴν παν­τρευ­τεῖ πο­τέ. Τώ­ρα τὴν ρω­τά­ει ἁ­πλῶς γιὰ νὰ μά­θει τί θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

       Ὡ­ραί­α, ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φο νὰ κά­νει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­θε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν τὴν πι­στεύ­ει.

       Ἐ­ξάλ­λου, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν παν­τρεύ­ε­ται μιὰ γυ­ναί­κα σὰν κι αὐ­τή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ κά­νει μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ζω­ή. Αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι, μο­λο­νό­τι στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο, ὅ­λα κα­λο­βαλ­μέ­να, μὲ τὰ σω­στὰ χρώ­μα­τα, κουρ­τί­νες, χα­λιά, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πὼς ὅ­λα τὰ ὀ­φεί­λει στὴ δου­λειά της, ἡ ἠ­ρε­μί­α τῆς θεί­ας, κά­ποι­ες μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ κά­θε τό­σο μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν, οἱ θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς στὴ θά­λασ­σα ἢ στὸ βου­νό, κά­ποι­οι πε­ρί­πα­τοι, οἱ γι­ορ­τές, μὲ τὴν τά­δε ἢ τὴν δεί­να φί­λη. Μὰ ἀ­σφα­λῶς, ναί, ἔ­χει με­ρι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Καὶ χα­μο­γε­λά­ει. Για­τί δὲν θά ’­πρε­πε νὰ ἔ­χει; Καὶ κά­ποι­ον νε­α­ρό, για­τί ὄ­χι! Λί­γες γυ­ναῖ­κες ξέ­ρουν νὰ χα­μο­γε­λοῦν μὲ μιὰ τό­σο ἀ­πό­μα­κρη γλυ­κύ­τη­τα. Μοιά­ζει μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα, μα­κριὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της, λὲς καὶ οὔ­τε τὸ σῶ­μα της τῆς ἀ­νή­κει καὶ δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε γιὰ τὸν πό­θο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ξυ­πνή­σει οὔ­τε γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει. Ἐκ­πέμ­πει πράγ­μα­τι μιὰ τέρ­ψη τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ ἤ­ρε­μη καὶ ἁ­γνὴ ποὺ κα­νέ­νας σαρ­κι­κὸς πό­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ σὲ αὐ­τὸν ποὺ τὴν κοι­τά­ζει. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴν σκέ­φτε­ται τί­πο­τα; Του­λά­χι­στον τὸ μέλ­λον της! Μὰ θὰ ζή­σει πάν­τα ἔ­τσι, μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κρά­τεια, πάν­τα μὲ αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τῆς πα­ραί­τη­σης ἀ­πὸ ὅ­λα; Ὑ­πάρ­χουν οἱ ἄλ­λοι· ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ή, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ἕ­να βῆ­μα. Δὲν θέ­λει. Οἱ σκέ­ψεις τῆς μέ­ρας, τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει. Ἐ­νί­ο­τε δι­α­βά­ζει κά­ποι­ο βι­βλί­ο· ἔ­χει ὅ­μως τό­σο λί­γο χρό­νο γιὰ τὸ δι­ά­βα­σμα! Τα­ξι­δι­ω­τι­κὰ βι­βλί­α. Μὲ τα­ξί­δια στὸ βό­ρει­ο πό­λο; Ὄ­χι. Για­τί τὸ λέ­ει αὐ­τό; Ἕ­να ἀ­κό­μη ὡ­ραῖ­ο, ρευ­στό, κα­θα­ρό, φω­τει­νὸ γέ­λιο. Πι­στεύ­ει στ’ ἀ­λή­θεια πὼς εἶ­ναι τό­σο ψυ­χρή; Κι ὅ­μως, λέ­νε πὼς οἱ Ἐ­σκι­μῶ­ες εἶ­ναι τό­σο θερ­μές!

       «Ἐ­γώ; Δὲν ξέ­ρω. Τὸ χει­μώ­να δὲν τὸ ἀν­τέ­χω τὸ κρύ­ο. Κά­τω τὰ χέ­ρια. Εἶ­ναι κρύ­α, τὸ ξέ­ρω.»

       Ἔ­πει­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή. Πάν­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή.

       «Κοι­μᾶ­μαι ἤ­ρε­μα. Σπά­νια ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι.»

       Στὴ γέ­φυ­ρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, τί κα­θα­ρό­τη­τα ποὺ ἔ­χουν τὰ ἀ­στέ­ρια!

       Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴν κοι­τά­ξει κά­τω, τὸ νε­ρὸ στὸ πο­τά­μι. Ἡ ἰ­δέ­α τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει ἴ­σως εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή. Δὲν ἔ­χει ὅ­μως τὸ κου­ρά­γιο. Ἀ­κουμ­πά­ει τὰ χέ­ρια του στὴν κου­πα­στὴ τῆς γέ­φυ­ρας· τὰ νι­ώ­θει νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν καὶ τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς πέ­τρας, ὅ­πως νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἄλ­λων χε­ρι­ῶν. Καὶ ἀ­πο­μέ­νει ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος ξα­νά, θο­λά, σὲ κεί­νη τὴν πα­ρά­ξε­νη δι­κή του προ­σμο­νή. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει, καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει τρι­γύ­ρω ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να, σὲ ἔκ­στα­ση, φαί­νε­ται πὼς ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μυ­στι­κὸ βρί­σκε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μέ­σα σὲ τό­ση ἀ­κι­νη­σί­α μό­νο το νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ κι­νεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: L. Pirandello, «Un’idea» στὸ Il meg­lio dei rac­con­ti di Lui­gi Pi­ra­ndel­lo, Mon­da­do­ri, Mi­la­no, 1993, pp. 1014-1018.

Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο (Luigi Pirandello) (Ἀ­κρά­γαν­τας 1867 – Ρώ­μη 1936). Ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει νου­βέ­λες στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τίας τοῦ 1890 καὶ συ­νέ­χι­σε ὣς τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς του. Τὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἦ­ταν μό­νο το ση­μεῖ­ο ἀ­φε­τη­ρί­ας γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὸ προ­νο­μι­οῦ­χο ἔ­δα­φος γιὰ κά­θε ψυ­χι­κὴ ἐν­δο­σκό­πη­ση, ἰ­δα­νι­κὸ γιὰ νὰ δώ­σει ζω­ὴ σὲ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἀ­το­μι­κὲς τρα­γω­δί­ες ἢ νὰ πα­ρα­πέμ­ψει σὲ πιὸ ἐ­κτε­νεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς κρί­σεις. Τὸ πλῆ­ρες corpus τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Πι­ραν­τέλ­λο (τρι­α­κό­σια ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα) ἐκ­δό­θη­κε μὲ τὸν τί­τλο Νου­βέ­λες γιὰ ­να χρό­νο σὲ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τό­μους τὸ δι­ά­στη­μα 1922-1937 καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν τέ­λει­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ μη­χα­νι­σμό, ἐ­πι­δέ­ξια κα­τα­σκευ­α­σμέ­νους δι­α­λό­γους, ἐκ­πλη­κτι­κὰ μον­τέρ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες. Ἱ­στο­ρί­ες “χω­ρὶς ἤ­ρω­ες”, μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα νὰ δι­α­θλῶν­ται ὅ­πως σὲ ἕ­ναν κα­θρέ­φτη ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­δύ­ον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ ἀλ­λό­κο­τες εἰ­κό­νες. Κεί­με­να-ὁ­ρό­ση­μα ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­γρά­φει κα­νεὶς τὸ πα­ρά­λο­γο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πα­θῶν, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το, ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα σὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νώ­μα­λη, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη, ἀ­νοί­κεια, ποὺ στε­ρεῖ­ται ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θη­συ­χα­στι­κῆς σι­γου­ριᾶς.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).