Σοφία Νικολαΐδου: Ἡ σημαδεμένη

Nikolaidou,Sofia-ISimademeni-Eikona-01

Σοφία Νικολαΐδου


Ἡ ση­μα­δε­μέ­νη


01-SigmaΤΑ ’77 ἁλώνιζε τὴ Ρόδο. Ὁ πιὸ λιμ­πι­στε­ρὸς γκό­με­νος. Κα­μά­κι, ἀ­π’ τὰ δε­κα­πέν­τε του, δέ­κα χρό­νια με­τὰ ἤ­τα­νε μά­στο­ρας. Ὁ Γιαν­νοῦ­τσος μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Πρό­σω­πο σπα­θί, σῶ­μα γιὰ κρε­βά­τι. Βόλ­τα­ρε μα­κρύ­κα­νος. Σκέ­λια ἀ­νοι­χτά, που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το στὸ στέρ­νο. Νὰ κα­λεῖ ἡ σκο­τει­νὴ ἀγ­κα­λιά. Λέ­γαν πὼς τὰ φι­λιά του σα­ϊτεῦ­αν στὸ σταυ­ρό, βα­ρά­γαν στὸ μυα­λό, λω­λαί­να­νε. Ὅ­ποι­α ἤ­θε­λε τὴν εἶ­χε.

       Θέ­ρος τοῦ ’79 ζε­μα­τι­στό, χο­χλά­ζα­νε τὰ σώ­μα­τα μὲς στὰ ζου­μιά τους. Παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ζά­πλου­τη σου­η­δέ­ζα καλ­λο­νή. Ἕ­να μή­να ἔ­σερ­νε γύ­ρω της μουγ­κρί­ζον­τας. Ὥ­σπου τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε. Σά­στι­σε ὁ πα­τέ­ρας της σὰν εἶ­δε τὸ γαμ­πρό του. Τώ­ρα τί κά­νου­νε μ’ αὐ­τόν, ἀ­να­λο­γί­ζον­ταν ἀ­μή­χα­να. Τὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­πο­κλεί­ον­ταν. Ἔ­μοια­ζε μπουρ­λο­τι­έ­ρης. Δὲν ἦ­ταν γιὰ γρα­βά­τα κι ἀ­φεν­τι­λί­κι. Τοῦ ἄ­νοι­ξε στὴ Ρό­δο φαρ­μα­κεῖ­ο. Σπου­δαῖ­ο, δὲν εἶ­χε δεύ­τε­ρό του στὰ Δω­δε­κά­νη­σα. Ντρε­πό­σουν νὰ πα­τή­σεις. Ὁ Γι­αν­νοῦ­τσος σου­λα­τσά­ρι­ζε στὴ χώ­ρα μὲ Ρὸλς-Ρό­ις. Θυ­μοῦν­ται οἱ πα­λιοὶ ἀ­κό­μα.

       Ἡ νύ­φη ἔ­μει­νε στὸ ζό­φο τοῦ Βορ­ρᾶ. Νά ‘ρ­θει στὰ συγ­κα­λά της, νὰ χω­ρί­σει. Τοῦ ‘­κα­νε κό­ρη. Μιὰ ξω­θιά. Τοῦ ‘­φε­ρε τὸ παι­δά­κι στὴν Ἑλ­λά­δα, νὰ τὸ δεῖ. Καὶ νὰ τοῦ πεῖ τὰ ἄλ­λα. Νὰ κα­νο­νί­σουν τὸ δι­α­ζύ­γιο σὰν φί­λοι, ἔ­λε­γε. Σφίγ­γον­τας τὴ μι­κρὴ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νὰ μὴν τοὺς ξα­να­δεῖ, νὰ κά­νει τὴ ζω­ή του. Ἄ­κου­γε αὐ­τὸς ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­πό­το­μα. Ἁρ­πά­ζει τὸ παι­δὶ ἀ­π’ τὸν κόρ­φο της. Τὸ κα­να­κεύ­ει μιὰ στα­λί­τσα μό­νο. Τρα­βά­ει τὸ σου­γιὰ ποὺ κου­βα­νοῦ­σε πάν­τα γιὰ ἀν­τρι­λί­κι καὶ χα­ρά­ζει τὸ ζυ­μω­τὸ μπρα­τσά­κι. Τρέ­ξα­νε αἵ­μα­τα, ἔ­σκου­ξε ἡ μι­κρή. Ἡ ἄλ­λη κοι­τοῦ­σε. Αὐ­τὸς μι­λοῦ­σε μό­νος του. Φτοῦ σου, κο­πέ­λα μου. Γυ­ναι­κά­ρα σὰν καὶ τὴ μά­να σου θὰ γε­νεῖς. Φτοῦ σου, κού­κλα μου. Σὰν καὶ σέ­να κα­μιά. Φτά­νει νὰ μὴ σὲ κοι­μη­θῶ. Νὰ σὲ γνω­ρί­σω ἀ­π’ τὸ ση­μά­δι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας κα    ὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999), Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: