Μαρία Μήτσορα: Ἡ ψυχοΝικολέττα

img11_7

Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


 

Ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα

 


04-EpsilonΙΝΑΙ ΤΟΣΑ τὰ ὑ­πό­γεια ρεύ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὴ δι­κή μου μνή­μη καὶ τὴ μνή­μη τοῦ κό­σμου… στὸν ἀ­φρὸ μιᾶς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας λοι­πόν, ὅ­που μέ­σα στὴ νε­α­ρὴ κοι­λιὰ μιᾶς ἄ­νοι­ξης ζου­ζου­νί­ζουν οἱ και­νού­ριοι καρ­ποί, ἦ­ταν γλυ­κιὰ ἀ­κό­μα κι ἡ ἀ­πει­λὴ τῶν ἁ­λυ­σί­δων, για­τί θὰ ἦ­σαν ἁ­λυ­σί­δες ἀ­πὸ ἀ­ρώ­μα­τα – πα­σχα­λι­ές, νυ­χτο­λού­λου­δα κι ἀ­ρά­πι­κα γι­α­σε­μιά. Ἕ­να τοῦ­νελ ὁ χει­μώ­νας, ποὺ πάν­τα τέ­λει­ω­νε καὶ βγαί­να­με ἔ­ξω κι ἀ­νε­βαί­να­με ἐ­πά­νω κι ἂν θέ­λα­με μπο­ρού­σα­με νὰ σκαρ­φα­λώ­σου­με στὸ καμ­πα­να­ριό.

       Στὴ Νέ­α Σμύρ­νη σὲ μιὰ μο­νο­κα­τοι­κί­α τὴν ἔ­φε­ρε, στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς ἄ­νοι­ξης ὅ­ταν ἤ­μουν δέ­κα χρο­νῶν, ὁ πα­τέ­ρας μου, ποὺ τὴν εἶ­χε μα­ζέ­ψει κλα­μέ­νη καὶ δαρ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να παγ­κά­κι κον­τὰ στὸ Ἄλ­σος. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν μι­λοῦ­σε κα­θό­λου. Ἤ­πι­ε πρῶ­τα ἕ­ναν κα­φὲ κα­τα­πί­νον­τας τὰ δύ­σκο­λα. Ἡ φω­νὴ δέν τῆς ἔ­βγαι­νε για­τί ἦ­ταν ὁ λαι­μὸς της γε­μά­τος κόμ­πους, Τὸν δεύ­τε­ρο κα­φὲ τὸν ρού­φη­ξε μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, σή­με­ρα θὰ ἔ­λε­γα μ’ ἐ­λα­φρά­δα σχε­δὸν ἀ­νάρ­μο­στη γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή της. Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς σερ­βί­ρι­σε κι ἕ­να πο­τή­ρι ζε­στὸ γά­λα, μᾶς κοί­τα­ξε ξαφ­νι­κὰ μὲ με­γά­λη προ­σο­χὴ ἕ­ναν ἕ­ναν καὶ τοὺς τρεῖς καὶ ψι­θύ­ρι­σε μὲ φω­νὴ τρυ­φε­ρὴ ὅ­τι δὲν τῆς εἶ­χε συμ­βεῖ τί­πο­τα τρο­με­ρό, για­τί ὁ πυ­ρο­σβέ­στης της ὁ Πα­να­γι­ώ­της στὸ βά­θος τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Οἱ γο­νεῖς μου ἔ­γι­ναν θη­ρί­α. Ἔ­χον­τας κη­ρύ­ξει ψυ­χρὸ πό­λε­μο με­τα­ξύ τους ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τοὺς θυ­μό­μουν, τρό­μα­ξαν μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἔ­ρω­τα. Πάν­τως, ἡ ἀ­πό­φα­ση πάρ­θη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως, θὰ κρα­τού­σα­με τὴ Νι­κο­λέτ­τα στὸ σπί­τι, θὰ βο­η­θοῦ­σε στὶς δου­λει­ές, θὰ ἔ­παιρ­νε κι ἕ­ναν μι­κρὸ μι­σθὸ κι ὁ πα­τέ­ρας μου θ’ ἀ­να­λάμ­βα­νε νὰ μι­λή­σει, μὲ τὸν Πα­να­γι­ώ­τη.

       Ἡ Νι­κο­λετ­τα ἦ­ταν εἰ­κο­σι­τρι­ῶν χρο­νῶν, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δει­χνε πά­νω ἀ­πὸ δε­κά­ξι. Τὴν ἀ­φή­σα­με στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ πλυ­θεῖ, κι ὅ­ταν βγῆ­κε τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰν ἄ­σπρη πε­τσέ­τα, ψά­χνον­τας μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου στὴν ντου­λά­πα γιὰ κα­θα­ρὰ ροῦ­χα, πῶς καὶ πῆ­ρε τὸ μά­τι της κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὴν τα­φτα­δέ­νια οὐ­ρὰ ποὺ εἶ­χε στεί­λει μιὰ θεί­α ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ φό­ρε­σε ἀ­μέ­σως. Τὴν πρώ­τη νύ­χτα στὸ σπί­τι μας, ντυ­μέ­νη ἔ­τσι στὰ κόκ­κι­να, μὲ τὰ μα­κριὰ μαῦ­ρα της μαλ­λιά, μὲ τὰ μαῦ­ρα μά­τια της ποὺ ἔ­λαμ­παν, πα­ρό­λο ποὺ τὸ ἕ­να ἦ­ταν με­λα­νι­α­σμέ­νο, μοῦ φά­νη­κε πὼς θ’ ἄρ­χι­ζε νὰ χο­ρεύ­ει ἕ­ναν χο­ρὸ τῆς φω­τιᾶς κι ἡ κά­θε κί­νη­ση τῆς κο­κα­λι­ά­ρι­κης λε­κά­νης της θὰ ἄ­νοι­γε τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ οὐ­ρὰ σὰν βεν­τά­λια.

       Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, μὲ ροῦ­χα ἁ­πλά, μὲ τὰ μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να πί­σω, τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι δι­κό της πιὰ ἀλ­λὰ κρε­μα­σμέ­νο στὴν ντου­λά­πα, ὅ­λα τα ἔ­κα­νε μὲ χά­ρη κι ἐ­λα­φρά­δα, χω­ρὶς ἴ­χνος βι­α­σύ­νης.

       Ὁ Πα­να­γι­ώ­της πέ­ρα­σε πρῶ­τα μὲ τὸ κόκ­κι­νο πυ­ρο­σβε­στι­κὸ καὶ τῆς κόρ­να­ρε. Χύ­θη­κε ἡ Νι­κο­λετ­τα στὸν δρό­μο κι ὁ πα­τέ­ρας μου τὸν κά­λε­σε στὸ σα­λό­νι γιὰ νὰ μι­λή­σουν οἱ ἄν­τρες. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της δὲν ἄρ­γη­σε νὰ δώ­σει κλαί­γον­τας τὸν λό­γο του ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­ση­κώ­σει χέ­ρι, δὲν ἔ­φται­γε κι αὐ­τός, εἶ­χε ἄ­σχη­μη παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­χε σφά­ξει τὴ μά­να του.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸν χρό­νο τὸ τοῦ­νελ τοῦ χει­μώ­να εἶ­χε ἀ­νοί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρα νω­ρίς. Ἀρ­γοῦ­σε ὅ­μως νὰ φτά­σει τὸ Πά­σχα. Καὶ ξαφ­νι­κὰ Με­γά­λη Πέμ­πτη κι­ό­λας, ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα, ὅ­πως τὴν ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου ἀ­πὸ τὸ ψυ­χο­κό­ρη, ἀ­νήγ­γει­λε στὴ μη­τέ­ρα μου πὼς θὰ μ’ ἔ­παιρ­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α ν’ ἀ­κού­σου­με τὰ Δώ­δε­κα Εὐ­αγ­γέ­λια. Στὸν δρό­μο καμ­πά­νες κλαί­γα­νε γλυ­κά. Μπρο­στὰ σ’ ἕ­ναν κῆ­πο μὲ φω­τι­σμέ­νο σιν­τρι­βά­νι, ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἀν­θι­σμέ­να δέν­τρα τοῦ Ἰ­ού­δα, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὸ σχέ­διό της, λέ­γον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν σή­μαι­νε πὼς θὰ κά­να­με μά­για, ἀλ­λὰ κα­τά­δε­ση: μὲ κά­θε Εὐ­αγ­γέ­λιο θὰ ἔ­δε­νε κόμ­πο δύ­ο ζῶ­νες, μιὰ δι­κή της καὶ μιὰ τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη, ἀ­πὸ τὴν πι­τζά­μα του.

       «Ἔ­τσι δὲν θὰ χω­ρί­σου­με πο­τὲ καὶ πάν­τα θ’ ἀ­γα­πι­ό­μα­στε» εἶ­χε προ­σθέ­σει καὶ μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι τὸ σα­γό­νι της ἔ­τρε­με. Ὅ­ταν ἀ­νά­ψα­νε πά­λι τὰ φῶ­τα, με­τὰ τὸ Πέμ­πτο Εὐ­αγ­γέ­λιο, κι ἐ­νῶ ἀν­τη­χοῦ­σαν ἀ­κό­μα τὰ καρ­φιὰ μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­δα πὼς τὰ μά­τια της εἴ­χα­νε γε­μί­σει δά­κρυ­α. «Νὰ πι­στεύ­εις καὶ νὰ προ­σεύ­χε­σαι» ἔ­σκυ­ψε καὶ μοῦ ψι­θύ­ρι­σε. Ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πέ­ρα­σε τὶς τρεῖς ἀ­νοι­χτὲς πύ­λες, ζε­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὰ κε­ριὰ καὶ τα­ξί­δε­ψε τ’ ἀ­ρώ­μα­τα, χα­ϊ­δεύ­ον­τας τὶς εἰ­κό­νες. Τό­τε ἔ­κλει­σα σφι­χτά τα μά­τια μου κι ἔ­κα­να μιὰ προ­σευ­χή.

       «Ἀ­ε­ρά­κι, ξε­τσα­λά­κω­σε τὸ μυα­λό μου, ἀ­ε­ρά­κι πά­ρε τὴν τρε­μού­λα, φέ­ρε μου μιὰ χα­ρού­λα».

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ Πά­σχα ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα ἔ­φυ­γε γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή μας, τρέ­χον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ ἔ­ρω­τα, χω­ρὶς νὰ τὴ νοιά­ζει ἂν θὰ τσά­κι­ζε τὰ γό­να­τά της. Πί­σω της ἔ­πε­σε πά­λι ἡ θερ­μο­κρα­σί­α τοῦ σπι­τιοῦ. Μπο­ροῦ­σα νὰ σχη­μα­τί­ζω μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ δα­χτύ­λου Ὄχι πά­νω σε ἀ­ό­ρα­τα πα­γω­μέ­να τζά­μια. Πῆ­ρε μα­ζί της τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὴν τρι­ζά­τη οὐ­ρὰ κι ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν πά­λι μαύ­ρη στὸ ξύ­λο. Σκε­φτή­κα­με ὅ­τι ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει για­τί ντρε­πό­ταν.

       Τὴν εἶ­δα ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δέ­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Ἦ­ταν καὶ πά­λι Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα. Οἱ γο­νεῖς μου δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ καὶ ζοῦ­σα μὲ κά­ποι­ον ποὺ τοῦ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι δὲν θὰ τὸν ἀ­γα­πή­σω πο­τέ. Οἱ δρό­μοι μου ἦ­ταν σπαρ­μέ­νοι μὲ λου­λού­δια καὶ ξυ­ρά­φια. Ὁ τα­ξι­τζὴς μὲ εἶ­χε στρα­βο­κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ για­τί πλη­σί­α­ζε με­ση­μέ­ρι κι ἐ­γὼ εἶ­χα ξε­μεί­νει μὲ τὸ μα­κρὺ μαῦ­ρο φου­στά­νι τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας. Φτά­νον­τας σ΄ ἕ­να δρο­μά­κι τῆς Κυ­ψέ­λης, ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς εἶ­χα ξε­χά­σει τὸ πορ­το­φό­λι μου. Τὰ μά­τια του ἄ­στρα­ψαν ἀ­πὸ μί­σος ἀλ­λὰ καὶ κρυ­φὸ ἐν­θου­σια­σμό, «θέ­λω τὰ λε­φτά μου» ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ δυ­να­τὰ κα­θὼς μα­ζευ­ό­ταν κό­σμος. Μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα μὲ φιλ­ντι­σέ­νιο πρό­σω­πο ἔ­σκυ­ψε καὶ ρώ­τη­σε «τί χρω­στά­ει ἡ κο­πέ­λα;», ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα πλή­ρω­σε τὸ τα­ξί. Τό­τε δὲν ἔ­φτα­να πο­τέ, μό­νον ἔ­φευ­γα, ἔ­τσι γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ μι­λή­σα­με. Δὲν εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὸν Πα­να­γι­ώ­τη, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­καν τὰ παι­διὰ εἶ­χε ἡ­με­ρέ­ψει, ἦ­ταν ἕ­νας κα­λὸς ἄν­θρω­πος καὶ πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α κά­θε Κυ­ρια­κή. Ναί, εἴ­χα­νε δυ­ὸ κό­ρες, τὴ Φλό­γα καὶ τὸ Μα­ρά­κι τὸ Ἀ­ε­ρά­κι. Μὲ φί­λη­σε καὶ μὲ σταύ­ρω­σε καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς τὸ μά­γου­λο της ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μου, μοῦ ἦρ­θε νὰ τῆς πῶ, ἐ­σὺ κι ἡ πί­στη σου στὸ θαῦ­μα, στὸν θε­ὸ ποὺ πι­στεύ­εις, σῶ­σε με, βγά­λε μὲ ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ θο­λὰ καὶ κρύ­α νε­ρά, κάνε νὰ σκι­στοῦν οἱ μαῦ­ρες μεμ­βρά­νες ποὺ πε­ρι­ο­ρί­ζουν τὶς κι­νή­σεις μου. Ἐ­δῶ ποὺ βρί­σκο­μαι εἶ­ναι, μιὰ διά­ρκεια κο­φτε­ρή, χά­ρι­σέ μου μιὰ βα­θιὰ κι ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­να­πνο­ή. Ἡ Νι­κο­λέτ­τα βούρ­κω­σε. Δὲν μὲ ξαφ­νί­α­σε ποὺ μὲ συ­ναι­σθάν­θη­κε, ἔ­τσι ἤ­τα­νε, πάν­τα ἕ­τοι­μη νὰ ση­κώ­σει τὸ βά­ρος τοῦ κό­σμου. Ἡ Χά­ρη της γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μὲ ἄγ­γι­ξε κι ἔ­νι­ω­σα τὴν πρώ­τη γλυ­κιὰ ὑ­πό­σχε­ση στὸν ἀ­έ­ρα. Χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα, ἔ­φυ­γα σχε­δὸν τρέ­χον­τας καὶ δὲν εἶ­χε πιὰ ση­μα­σί­α ποὺ ἕ­νας κό­σμος ἀ­πὸ φτη­νὲς γυ­α­λά­δες μᾶς κα­τά­πι­νε καὶ μᾶς χώ­ρι­ζε γιὰ πάν­τα.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).


 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: