Ἀμάντα Μιχαλοπούλου: Ἐ­λάφια στὰ δάση


Michalopoulou,Amanta-ElafiaStaDasi-Eikona-01


Ἀμάντα Μιχαλοπούλου


Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση


04-KappaΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, ὁ ἀ­δερ­φός μου κι ἐ­γώ. Εἶ­χα γεί­ρει στὸν ὦ­μο του κα­θὼς τραμ­πα­λι­ζό­μα­σταν στὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Ξε­κι­νή­σα­με ἀ­πό­γευ­μα ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Καρ­λσρού­ης, δι­α­σχί­σα­με πό­λεις καὶ χω­ριά. Προ­ο­ρι­σμός μας ἦ­ταν ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο με­τὰ τὰ γαλ­λι­κὰ σύ­νο­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας μύ­ρι­ζε κο­πριά. Οἱ κου­ρε­μέ­νοι θά­μνοι τοῦ κτή­μα­τος ἰ­ρί­δι­ζαν στὸ φεγ­γα­ρό­φω­το. Ἕ­νας πύρ­γος μὲ φω­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα δι­α­κρι­νό­ταν στὸ βά­θος.

       Οἱ οἰ­κο­δε­σπό­τες μας συμ­με­τεῖ­χαν σ’ ἕ­να πρό­γραμ­μα ἀν­ταλ­λα­γῶν μὲ τὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Μᾶς φι­λο­ξε­νοῦ­σαν μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­πως φι­λο­ξε­νή­σα­με κι ἐ­μεῖς τὰ παι­διά τους. Τὰ γερ­μα­νά­κια εἶ­χαν ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴ φι­λο­ξε­νί­α. Μι­λοῦ­σαν καὶ ξα­να­μι­λοῦ­σαν στοὺς γο­νεῖς τους γιὰ τὴν Ὀ­λυμ­πί­α, τὶς Μυ­κῆ­νες, τὴν Κό­ριν­θο, γιὰ τὴν ἀ­νά­βα­σή μας στὸ βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, τὶς ἐ­ξό­δους μας σὲ τα­βέρ­νες καὶ τὴ βρα­διὰ πα­ρα­δο­σια­κῆς μου­σι­κῆς στὸ Ἠ­ρώ­δει­ο. Οἱ Γερ­μα­νοὶ ἤ­θε­λαν νὰ ἀν­τα­πο­δώ­σουν. Τὸ πρῶ­το κι­ό­λας βρά­δυ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὸν πύρ­γο. Ἦ­ταν ξα­κου­στὸ γιὰ τὸν ἀ­στα­κὸ θερ­μι­δόρ, τὸ ἐ­λά­φι του καὶ τὰ βα­τρα­χο­πό­δα­ρα. Ὅ­πως ὅ­λα τα ἑ­στι­α­τό­ρια τῶν συ­νό­ρων, εἶ­χε ἐ­πη­ρε­α­στεῖ ἀ­πὸ τὶς κου­ζί­νες καὶ τῶν δύ­ο χω­ρῶν. Εἶ­χε κι ἕ­να ἀ­στέ­ρι τοῦ Ὁ­δη­γοῦ Μι­σε­λέν.

       Ὁ ἀ­δερ­φός μου ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τὶς πε­ρί­ερ­γες γεύ­σεις. Ἐ­γὼ πά­λι ὄ­χι. Ἤ­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, τρε­φό­μουν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ μπι­φτέ­κια καί, μα­κα­ρό­νια. Μό­λις πα­τή­σα­με τὸ πό­δι μας στὸ γαλ­λι­κὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι ἐ­κεῖ, στὸν πύρ­γο, θὰ δο­κι­μά­σω κά­τι και­νούρ­γιο.

       Στὴν εἴ­σο­δο πῆ­ραν τὰ παλ­τά μας. Τὰ γερ­μα­νά­κια —δὲ θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους— ἤ­ξε­ραν πῶς ἀ­κρι­βῶς νὰ φερ­θοῦν. Τοὺς μι­μη­θή­κα­με. Δι­α­σχί­σα­με ἕ­ναν στε­νὸ δι­ά­δρο­μο ἐ­πεν­δε­δυ­μέ­νο μὲ βα­ρὺ ξύ­λο. Μᾶς ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα με­γά­λη καὶ γι­ορ­τι­νή. Ὅ­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα ἔ­δει­χναν χα­ρού­με­νοι. Μπρο­στά μας, ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν κε­ρι­ῶν, παι­ζό­ταν μιὰ ὄ­πε­ρα χω­ρὶς μου­σι­κή. «Μα­κά­ρι νὰ ζού­σα­με πάν­τα ἔ­τσι», ψι­θύ­ρι­σα στὸν ἀ­δερ­φό μου. Ἕ­σφι­ξε τὴν πα­λά­μη μου στὴ δι­κή του. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ πο­λυ­τέ­λει­ες ὅ­σο καὶ σ’ ἐ­μέ­να. Ἡ Εὐ­ρώ­πη ἦ­ταν ἀ­κό­μα εὐ­σε­βὴς πό­θος μου­σεί­ων, λι­βα­δι­ῶν, ἄ­γνω­στων φα­γη­τῶν.

       Ὁ χα­μη­λὸς φω­τι­σμὸς ἔ­δι­νε στὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μας ὄ­ψη γλυ­πτῶν. Τὰ σερ­βί­τσια ἦ­ταν πολ­λὰ καὶ πε­ρί­τε­χνα το­πο­θε­τη­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πιά­τα. Κα­θό­μα­σταν σὲ μπερ­ζέ­ρες. Ἡ πλά­τη τους κα­τέ­λη­γε σὲ δυ­ὸ βε­λού­δι­να φτε­ρὰ κι ἔ­πρε­πε νὰ γεί­ρεις μπρο­στὰ γιὰ νὰ δεῖς τί συ­νέ­βαι­νε στὸν ἔ­ξω κό­σμο, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμα. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν προ­τι­μοῦ­σα τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση ἢ τὴν ἐ­πα­φὴ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἦ­ταν ὄ­μορ­φα: οἱ σερ­βι­τό­ροι κι­νοῦν­ταν μὲ χά­ρη ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια. Οἱ θα­μῶ­νες μι­λοῦ­σαν χα­μη­λό­φω­να ὑ­ψώ­νον­τας τὰ πο­τή­ρια τους.

       Μᾶς πρό­σφε­ραν κρεμ­μυ­δό­πι­τα, ἁ­πα­λὴ σὰν γλύ­κι­σμα. Ἀ­νά­με­σα στὸ πρῶ­το καὶ στὸ δεύ­τε­ρο πιά­το ἔ­φε­ραν —ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἐ­μᾶς τὰ παι­διά— μι­κρὰ πο­τή­ρια μὲ μοῦ­στο. Ὁ ἀ­δερ­φός μου πα­ρήγ­γει­λε ἀ­στα­κὸ θερ­μι­δόρ, ἐ­γὼ ἐ­λά­φι μὲ κου­λὶ μού­ρων καὶ ψη­τὸ ἀ­χλά­δι. Δὲν εἶ­χα ξα­να­φά­ει τί­πο­τα τό­σο νό­στι­μο. Ἔ­πρε­πε, σκέ­φτη­κα, ἔ­πρε­πε νὰ δο­κι­μά­ζω πό­τε πό­τε κά­τι και­νούρ­γιο. Νὰ μὴ φο­βᾶ­μαι τό­σο.

       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­ξυ­μνοῦ­σαν τὴ σπε­σι­α­λι­τὲ τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου, τὰ βα­τρα­χο­πό­δα­ρα. Ἔ­πλε­αν στὴ σάλ­τσα σὰν πνιγ­μέ­να μπου­τά­κια κο­τό­που­λου. Ἀρ­νή­θη­κα νὰ δο­κι­μά­σω. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ση­μεῖ­ο πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ γι­νό­ταν νὰ προ­χω­ρή­σω. Μοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ φά­ω ζῶ­α ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σαν τὸ σχῆ­μα τοὺς (κο­τό­που­λα ἢ ὁ­λό­κλη­ρα ψά­ρια). Τοὺς ἐ­ξή­γη­σα τὴ θε­ω­ρί­α μου γιὰ τὸ κε­φά­λι, γιὰ τὸ σχῆ­μα τοῦ ζώ­ου – πῶς ἔ­κα­νε τὸ θά­να­το χει­ρο­πια­στὸ καὶ ἀ­νάρ­μο­στο.

       Ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της μας, ποὺ εἶ­χε, ὅ­πως δι­α­πί­στω­σα ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν εἰ­ρω­νεί­α στὸ αἷ­μα του, εἶ­πε ὅ­τι ἡ μέ­θο­δος αὐ­το­προ­στα­σί­ας μου εἶ­ναι ἠ­θι­κὰ ἐ­πι­λή­ψι­μη. Δὲν ξέ­ρω πῶς ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­πε γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βου­με ἐ­μεῖς τὰ παι­διά. Τὸ νό­η­μα ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­ποι­ος νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὰ ζῶ­α δὲν κά­νει ἐ­ξαι­ρέ­σεις. Μᾶς μί­λη­σε γιὰ μιὰ ἔ­ρευ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ στὴ Βό­ρεια καὶ Κεν­τρι­κὴ Εὐ­ρώ­πη. Οἱ συμ­με­τέ­χον­τες ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σουν στὴν ἐ­ρώ­τη­ση «Ποι­ά εἶ­ναι γιὰ σᾶς ἡ εὐ­κρι­νέ­στε­ρη εἰ­κό­να εὐ­τυ­χί­ας». Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πάν­τη­σαν «Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση».

       «Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ ἀ­να­λο­γι­στεῖς τί ση­μαί­νει γιὰ σέ­να εὐ­τυ­χί­α», εἶ­πε ὁ Γερ­μα­νὸς γέρ­νον­τας πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση; Ἢ ἐ­λά­φια στὸ πιά­το;»

       Ἄ­φη­σα τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­νά μου. Ὁ Γερ­μα­νὸς ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, μὲ πα­ρό­τρυ­νε νὰ συ­νε­χί­σω τὸ φα­γη­τό μου. Ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­πε νὰ μὴ δί­νω ση­μα­σί­α στὸ πα­ρά­ξε­νο χι­οῦ­μορ του. Ἦ­ταν ὅ­μως ἀρ­γά. Μὲ τὰ μά­τια τῆς φαν­τα­σί­ας μου εἶ­δα αὐ­τὰ τὰ κομ­μα­τι­α­σμέ­να ἐ­λά­φια, προ­άγ­γε­λους εὐ­τυ­χί­ας, νὰ τι­νά­ζουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὰ ἀ­χλά­δια, νὰ συν­δέ­ον­ται μα­γι­κὰ μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μέ­λη τους καὶ νὰ ζων­τα­νεύ­ουν. Πέ­τα­ξαν πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι μας, σὰν τά­ρανδοι τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν. Δι­α­πέ­ρα­σαν τὶς τζα­μα­ρί­ες τοῦ πύρ­γου, θρυμ­μα­τί­ζον­τάς τες σὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μά­τια. Στὸ διά­βα τους ξή­λω­σαν τὶς βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες, ποὺ κυ­μά­τι­σαν πί­σω τους σὰν κά­πες, καὶ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι. Ὁ ἀ­δερ­φός μου πρέ­πει νὰ σκέ­φτη­κε κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Κοι­τα­χτή­κα­με καὶ —στὸ κλά­σμα μιᾶς ἀ­στρα­πῆς— συμ­φω­νή­σα­με νο­ε­ρὰ ὅ­τι ἡ ἀ­λή­θεια βρί­σκε­ται ἀλ­λοῦ. Στὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­να τρα­πέ­ζια. Στὸ θρό­ι­σμα τῶν κουρ­τι­νῶν. Στὰ ἐ­λά­φια ποὺ ξε­φεύ­γουν, τυ­φλω­μέ­να ἀ­πὸ φό­βο, πέ­ρα, μα­κριά, προ­σφέ­ρον­τας στοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­να­κού­φι­ση καὶ εὐ­τυ­χί­α μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ ὑ­πῆρ­ξαν.

       Τώ­ρα ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου δὲ ζεῖ πιά, ἡ φι­γού­ρα του συγ­χέ­ε­ται συ­χνὰ στὴ μνή­μη μου μὲ τὰ ἐ­λά­φια. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ πέ­ρα­σαν πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου καλ­πά­ζον­τας πρὸς κά­ποι­α ἄ­γνω­στα δά­ση, ποὺ δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­ρι­γρά­ψω, ἐ­πει­δὴ δὲν τὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν ἀρ­γὰ ὅ­ταν βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Τὸ το­πί­ο εἶ­χε ρου­φη­χτεῖ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι. Ἡ ὁ­μί­χλη εἶ­χε κυ­κλώ­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Λαμπερὴ μέρα (ἐκδ. Καστανιώτης, 2012).

Ἀ­μάν­τα Μι­χα­λο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1966). Πε­ζο­γρα­φί­α, δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Γαλ­λι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε γιὰ χρό­νια στὴν ἐφ. Κα­θη­με­ρι­νή. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ἔ­ξω ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πο­λύ­χρω­μη (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, δι­η­γή­μα­τα, 1994), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Θε­οῦ (μυ­θι­στό­ρη­μα· ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 2014).


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: