Ἀθανάσιος Θ. Γκράβαλης: Μητρουφάν’ς


Gkrabalis,Athanasios-Mitroufan's-Eikona-04b


Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης

 

Μη­τρου­φά­ν’ς


02-OmikronΤΑΝ οἱ πα­τρι­ῶ­τες μου γύ­ρι­ζαν ἀ­π’ τὴν ἐ­ξο­ρί­α τοῦ Τσάλ, τοῦ Σίν­τιρ­γι καὶ τοῦ Μπα­λού­κε­σερ, ἀν­τά­μω­σα τὸν Μη­τρου­φά­ν’ ἀ­νά­με­σα σὲ γο­νιοὺς χω­ρὶς παι­διὰ καὶ παι­διὰ χω­ρὶς τοὺς γο­νιούς των, τσομ­πά­νη ἀ­λη­θι­νὸ μέ­σα σὲ ξε­κομ­μέ­να ἀ­π’ τὸ κο­πά­δι τους πρό­βα­τα.

       Κρα­τοῦ­σε ἕ­να ρα­βδὶ χον­τρὸ στὶς χε­ροῦ­κλες του, εἶ­χε στὶς πλά­τες μιὰ προ­βιὰ προ­βα­τί­νας κι ἕ­να σα­ρί­κι στὸ κε­φά­λι καὶ λα­λοῦ­σε τὰ πρό­βα­τα τὰ χα­μέ­να ἐ­πά­νω στοὺς δρό­μους τῆς ἐ­ξο­ρί­ας καὶ τῆς προ­σφυ­γιᾶς κα­τὰ τὴν πο­λι­τεί­α τὴ νε­κρὴ ποὺ ξα­να­ζων­τά­νευ­ε.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἦ­ταν πα­πάς.

       Κε­φά­λι λι­ον­τα­ριοῦ βαλ­μέ­νο ἐ­πά­νω σὲ πλά­τες Ἡ­ρα­κλέ­α. Μά­τια κύ­κλω­πα. Δόν­τια ἐ­λέ­φαν­τα. Δύ­να­μη τε­τρα­πό­δου. Καρ­διὰ βου­νό.

       Σὰν τὸν ἅρ­πα­ξαν ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σιά, ἡ Μητρου­φά­ν’ς ἔ­ζη­σε που­λών­τας ὅ,τι μπο­ροῦ­σε νὰ που­λη­θεῖ. Φόρ­τω­νε τὸ ἐμ­πό­ρευ­μά του ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να γά­δα­ρο καὶ γύ­ρι­ζε τὰ τουρ­κο­χώ­ρια. Ὅ,τι κέρ­δι­ζε τὸ μοί­ρα­ζε τὸ βρά­δυ μὲ τοὺς πα­τρι­ῶ­τες του. Αὐ­τὸς ἔ­πι­νε μο­νά­χα καὶ ζά­λι­ζε τὸ κε­φά­λι του καὶ κοι­μό­τα­νε ὕ­πνον δι­καί­ου.

       Τέ­τοι­ος ἤ­τα­νε ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἡ πα­πάς. Πρὶν νὰ γί­νει πα­πὰς ἤ­τα­νε μπεχ­τσής*. Σκό­τω­σε κά­ποι­ον κι ἔ­φυ­γε στὸ Ὄ­ρος. Ἀ­π’ ἐ­κεῖ γύ­ρι­σε πα­πάς.

       Ἡ Μη­τρο­φά­ν’ς ἤ­τα­νε πα­λι­κά­ρι. Ἕ­να με­γά­λο, ἥ­με­ρο ζὸ μὲ κα­λυμ­μαύ­χι. Ἀ­πὸ κά­τω ἀ­π’ τὸ ρά­σο φο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα τὰ «μπουρ­σου­βά­νι­κα», κι εἶ­χε κρε­μα­σμέ­νη κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­ρι­στε­ρή του μα­σχά­λη τὴν Ἀ­δρα­μυ­τια­νὴ τὴ μα­χαι­ρού­λα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό.

       Ἡ Μη­τρο­φά­ν’ς ἔ­κα­νε πα­πὰς στὸν Ἅ­γιο Νι­κό­λα. Ὕ­στε­ρα τὸν στεί­λα­νε στὸ Γκι­ου­ρέ, σ’ ἕ­να χω­ριὸ ποὺ ἤ­τα­νε λί­γοι οἱ Χρι­στια­νοὶ καὶ πιὸ πολ­λοὶ οἱ Τοῦρ­κοι.

       Τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ βγά­λα­νε τὸν ‘­πι­τά­φιο. Ἀ­π’ τὸ πα­ζά­ρι ποὺ πέ­ρα­σε ἡ ἀ­κο­λου­θί­α οἱ Τουρ­κα­λά­δες κο­ρο­ϊ­δεύ­α­νε. Ἔ­τσι κά­να­νε πάν­τα. Ἡ Μη­τρο­φά­ν’ς δὲν τὸ χώ­νε­ψε αὐ­τό. Πέ­τα­ξε τὸ θυ­μια­τὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια του, χτύ­πη­σε κά­του τὸ κα­λυμ­μαύ­χι του, τύ­λι­ξε στὴ μέ­ση του τὸ φε­λό­νι καὶ τὸ πι­τρα­χή­λι καὶ φό­ρα τὴν Ἀ­δρα­μυ­τια­νή.

       Οἱ Τουρ­κα­λά­δες ὅ­που φύ­γει-φύ­γει ἀ­π’ τοὺς κα­φε­νέ­δες, κα­βα­λι­κεύ­ον­τας τὰ του­ρά­κια*.

       Ἀ­πὸ τό­τες σὰν βλέ­πα­νε τὸν Μη­τρο­φά­νη ση­κω­νούν­τα­νε οὗ­λοι καὶ οὔ­τε κα­νέ­νας τόλ­μη­σε πο­τὲς νὰ πει­ρά­ξει Χρι­στια­νό.

       Κά­πο­τε ἡ Δι­σπό­τ’ς ἔ­κα­νε τὸν Μη­τρου­φά­νη «ἀρ­γό». Αἰ­τί­α πάν­τα το πιο­τό.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς πῆ­ρε ἕ­να κα­λά­θι λε­μό­νια καί κά­θι­σε ἔ­ξω ἀ­π’ τὴ Μη­τρό­πο­λη μέ­ρα μι­ση­μέ­ρι.

       «Λι­μό­νια ζου­μι­ρά!»

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Δι­σπό­τ’ς δι­ό­ρι­σε τὸν Μη­τρου­φά­νη στὸ Ἁ­γι­α­σμά­τι.

       Ἐ­κεῖ τὸν γνώ­ρι­σα κα­λά.

       Εἶ­χα πά­γει στὸ κε­λί του Με­γά­λη Βδο­μά­δα. «Φύ­λα­ξε», μοῦ ‘­πε, «νὰ μὴν κα­γεῖ τὸ φα­γὶ ὥ­σπου νὰ ἀλ­λο­γυ­ρί­ξου­με αὐ­τόν». Ἐ­πρό­κει­το νὰ βγά­λουν τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ὕ­στε­ρα φά­γα­με. Φά­γα­με μιὰ ὄρ­νι­θα ποὺ ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς τὴν εἶ­χε κλεμ­μένη ἀ­πὸ μιὰ γει­τό­νισ­σά του τουρ­κά­λα.

       Ἦ­ταν συ­χω­ρε­μέ­νο αὐ­τό.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς δὲν εἶ­χε πο­τές του τσα­κι­στὴ δε­κά­ρα. Ὅ,τι ἔ­βγα­ζε ἀ­π’ τὴ με­ρί­δα τοῦ δί­σκου κι ἀ­π’ τὰ τυ­χε­ρὰ τά ‘­τρω­γε. Πρῶ­τα στὸ πι­ο­τό, σὲ χου­βαρ­ντα­λί­κια, στοὺς μου­σα­φί­ρη­δες καὶ στὶς φτω­χές.

       Ὅ,τι τοῦ ξε­πέρ­σευ­ε τά ‘­δι­νε στὸν Νί­κο τὸν κα­βά­ση* τοῦ Προ­ξε­νεί­ου γιὰ τὸ Ἔ­θνος.

       Σὰν ἦρ­τε ἡ Ἑλ­λά­δα, ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς πῆ­γε στὸ Ἁ­γι­α­σμά­τι πά­λι. Μπῆ­κε στὴ χα­λα­σμέ­νη ἐκ­κλη­σιά, τὴν κα­θά­ρι­σε ἀ­π’ τὶς κο­πρι­ὲς καὶ τὴ λει­τουρ­γοῦ­σε.

       Ἦ­ταν πλειὰ ἄλ­λος ἄν­θρω­πος. Ἡ ἀ­στυ­νό­μος κι ἡ φρού­ραρ­χος μπο­ροῦ­σαν νὰ κοι­μοῦν­ται ὥ­σπου ἦ­ταν αὐ­τὸς στὸ χω­ριό. Ἀ­νε­κα­τω­νό­τα­νε παν­τοῦ, καὶ στὰ μα­χαι­ρώ­μα­τα καὶ στοὺς καυ­γά­δες, κρα­τών­τας πάν­τα μιὰ «κου­τσκού­δα*» ἀ­πὸ ἀ­γρι­λιὰ ἀν­τὶς σταυ­ρό.

       Σὰν τύ­χαι­νε ἀ­νάγ­κη ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἔ­παιρ­νε τὸ μάν­λι­χερ καὶ τρα­βοῦ­σε μὲ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα στὰ βου­νὰ γιὰ τοὺς Τσέ­τες.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἦ­ταν ἡ Κύ­κλω­πας ποὺ ἀ­γρυ­πνοῦ­σε ἐ­πά­νω σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριό, ἕ­τοι­μος νὰ πνί­ξει μὲ τὶς χε­ροῦ­κλες του κά­θε ἄ­τα­κτο.

       Ὅ­σο ἦ­ταν ἡ Ἑλ­λά­δα στὸ χω­ριὸ ἔ­ψελ­νε πάν­τα τὸ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη». Μοι­ρά­ζον­τας τ’ ἄν­τι­δε­ρο ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὴ λει­τουρ­γί­α τρα­γου­δοῦ­σε τὸ «Λι­γε­ρὸν καὶ κο­φτε­ρὸν σπα­θί μου».

       Ὅ­ταν πλά­κω­σε ἡ χει­μώ­νας τῆς Κα­τα­στρο­φῆς, ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς δὲν τὸ κού­νη­σε ἀ­π’ τ’ Ἁ­γι­α­σμά­τι. Τό ‘­ρι­ξε στὸ κλιά­μα καὶ στὸ πι­ο­τό. Στὴν ἐκ­κλη­σιὰ οὔ­τε πα­τοῦ­σε πλειά.

       Οἱ Ἀ­γα­ρη­νοὶ τὸν βρή­κα­νε με­θυ­σμέ­νον καὶ κλι­α­μέ­νον μέ­σα σ’ ἕ­να χά­νι καὶ τὸν σφά­ξα­νε μὲ τὸ πρι­ό­νι πά­νω στὰ σκα­λο­πά­τια του.

       Τὴν ὥ­ρα ποὺ τοῦ πρι­ο­νί­ζα­νε τὸ σβέρ­κο, ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς βλα­στη­μοῦ­σε τὸν Χρι­στό τους καὶ τὴν Πα­να­γιὰ καὶ τί­να­ζε τὶς χε­ροῦ­κλες του πά­νου στὸ ντου­σε­μέ*, κα­τα­μα­τω­μέ­νες πιὰ τὴν ὥ­ρα ποὺ ξε­ψυ­χοῦ­σε.

       Οἱ Τουρ­κα­λά­δες κλώ­τση­σαν τὸ κε­φά­λι του, πού ‘­χε μεί­νει μὲ τὰ μά­τια ἀ­νοι­χτά, μέ­σα σ’ ἕ­να χαν­τά­κι γε­μά­το λά­σπες.


μπεχ­τσής (τουρκ.)  = νυχτοφύλακας
του­ρά­κι (τουρκ.) = κάθισμα, σοφάς
κα­βά­σης (τουρκ.) = θυρωρός, κλητήρας προξενείου ἢ πρεσβείας
κου­τσκού­δα (τουρκ.) = ξύλινο ρόπαλο
ντου­σε­μές (τουρκ.) = λιθόστρωτο καλντερίμι

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]


Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: