Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Ἀθανασία


Banargiotis,Aleksandros-Athanasia-Eikona-03


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἀ­θα­να­σί­α


01-DeltaΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΑ κρα­τά­ω ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, τὰ χέ­ρια καὶ τὰ μά­τια της. Ὅ­λη ἡ ὑ­πό­λοι­πη ἦ­ταν ἕ­νας μαῦ­ρος ὄγ­κος. Ἀ­με­τα­νό­η­τη γκα­ραγ­κού­να ὣς τὸ τέ­λος, δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὸ σεγ­κού­νι μὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἄλ­λη φο­ρε­σιά. Οὔ­τε σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, ποὺ πολ­λὲς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες προ­τι­μοῦν ρόμ­πες πιὸ ἐ­λα­φρι­ές, τὸ ἀ­πο­χω­ρί­στη­κε πο­τέ. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸ κε­φά­λι της κά­λυ­πτε μο­νί­μως ἕ­να μαῦ­ρο τσεμ­πέ­ρι, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πα­ρο­μοιά­σεις μὲ κα­τὰ κό­σμον μο­να­χή. Ἄλ­λω­στε τὰ βά­σα­να καὶ ἡ σκλη­ρὴ ζω­ή της ξε­περ­νοῦ­σαν κα­τὰ πο­λὺ τὶς δυ­σκο­λί­ες τῆς μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς. Μο­νά­χα ὁ συ­χνὸς ἐκ­κλη­σια­σμὸς τῆς ἔ­λει­πε. Ποῦ νὰ προ­φτά­σει ἡ φτω­χή. Δὲν στα­μα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ. Χρω­μα­τι­κά, λοι­πόν, ἂν ἀ­φαι­ρέ­σου­με τὴν ἄ­σπρη τρα­χη­λιά, πεν­θοῦ­σε. Καὶ ἡ ζω­ή της ὅ­μως δὲν ἦ­ταν φορ­τω­μέ­νη λι­γό­τε­ρο πέν­θος. Αὐ­τὸ ἐ­ξέ­πεμ­παν καὶ τὰ μά­τια της. Ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε ἕ­να βλέμ­μα πο­νε­μέ­νο, γε­μά­το ἔ­γνοι­α γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ ὅ­λα, ἀλ­λὰ βα­θιὰ πο­νε­μέ­νο. Ἀ­θώ­α καὶ ἄ­κα­κη σὰν τὰ ἀρ­νιὰ ποὺ τά­ι­ζε ἀ­γόγ­γυ­στα μὲ μπιμ­πε­ρό, γεν­νη­μέ­νη ὅ­μως λὲς ἐ­ξί­σου μ’ αὐ­τὰ γιὰ τὴ θυ­σί­α. Μι­κρὸς τὴν πα­ρο­μοί­α­ζα μὲ χε­λι­δο­μά­να. Μὲ τὸ μαῦ­ρο σεγ­κού­νι καὶ τὴν ἄ­σπρη τρα­χη­λιά, τὴν ἔ­βλε­πα νὰ τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει ζων­τα­νὰ κι ἀν­θρώ­πους. Ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να, τὴν πυ­ρο­στιὰ καὶ τὶς μπα­τζί­νες, στὰ κο­τό­που­λα, στ’ ἀρ­νιὰ καὶ στὰ γε­λά­δια. Τὰ κα­λο­καί­ρια πέ­ρα ἀ­π’ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα στέ­γνω­νε τρα­χα­νὰ καὶ ξε­σπύ­ρι­ζε κα­θι­στὴ σὲ κύ­κλο μὲ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες κα­λαμ­πό­κι, ἐ­νῶ τὰ βρά­δια τοῦ χει­μώ­να δί­πλα στὸ τζά­κι ἔ­γνε­θε τὸ μαλ­λὶ τῶν προ­βά­των.

       Αὐ­τὰ τὰ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια δὲν τὰ πρό­σε­ξα μι­κρός, ἂς μὲ ἔ­πλυ­ναν τό­σες φο­ρὲς στὴ σκά­φη. Ἔ­πρε­πε νὰ με­γα­λώ­σω κι ἐ­κεί­νη νὰ γί­νει πιὸ δυ­σκί­νη­τη καὶ πιὸ ἀρ­γὴ στὶς κι­νή­σεις γιὰ νὰ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χή μου. Ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ φεύ­γω ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κὴ αἴ­σθη­ση καὶ νὰ ἐ­πι­κεν­τρώ­νω στὸ εἰ­δι­κὸ καὶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἦρ­θε ἀρ­γά, μὲ τὴν ὡ­ρί­μα­σή μου. Ἡ για­γιὰ τό­τε τὰ εἶ­χε τὰ χρο­νά­κια της. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα πιὰ μὲ προ­σο­χὴ ὅ­ταν κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τὰ σταύ­ρω­νε πά­νω στὴν πο­διά της. Δυ­ὸ λι­πό­σαρ­κα, ἀλ­λὰ δυ­να­τὰ χέ­ρια, σκα­σμέ­να στὶς ἄ­κρες τῶν δα­χτύ­λων, μὲ φλέ­βες πρά­σι­νες δι­ογ­κω­μέ­νες, ἀ­νά­γλυ­φες, καὶ δέρ­μα δι­ά­φα­νο σὰν τσι­γα­ρό­χαρ­το. Δυὸ χέ­ρια ποὺ δού­λε­ψαν πο­λύ, ποὺ χά­ι­δε­ψαν, φά­σκι­ω­σαν, ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν, σκού­πι­σαν δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, ἀ­κουμ­πη­μέ­να ἥ­συ­χα —αὐ­τὰ τὰ ἀ­ει­κί­νη­τα— ἀ­πο­κα­μω­μέ­να λές, τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο σὲ σχῆ­μα σταυ­ροῦ, στὴν πο­διά της.

       Πα­ρα­τη­ροῦ­σα τὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χω­νε τὶς χοῦ­φτες της στὸ τσου­βά­λι μὲ τὸ κα­λαμ­πό­κι γιὰ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κό­τες—κι ὅ­λα τα πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ— καὶ με­τὰ πῶς σκόρ­πι­ζε τοὺς σπό­ρους στὸ χῶ­μα, ὅ­μοι­α γε­ωρ­γὸς ποὺ σπέρ­νει χω­ρά­φι. Κι ἦ­ταν ὁ ἴ­διος τρό­πος ποὺ θρυμ­μά­τι­ζε τὸ χῶ­μα συν­τε­τριμ­μέ­νη πά­νω ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νοι­χτοὺς τά­φους, ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τὸν παπ­ποὺ καὶ τὰ παι­διά της. Καὶ δὲν ἔ­χα­σε λί­γα. Ἀ­πὸ τὰ ἐν­νιὰ ποὺ ἔ­κα­νε, τὰ τρί­α τῆς πέ­θα­ναν βρέ­φη καὶ λό­γῳ συν­θη­κῶν —κα­το­χὴ καὶ φτώ­χεια— τὰ ἔ­θα­ψε χω­ρὶς πα­πά, μέ­σα σὲ κου­τιὰ πα­που­τσι­ῶν, ποὺ κι ἐ­κεῖ­να ἦ­ταν δυ­σεύ­ρε­τα, σὲ μί­αν ἄ­κρη τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου. Τὰ ἄλ­λα δύ­ο τὰ ἔ­χα­σε με­γά­λα, παν­τρε­μέ­να μὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες δι­κές τους. Τὴν κοί­τα­ζα ὅ­πως ἔ­τρε­χε τὸ χῶ­μα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ κυ­λᾶ ὁ χρό­νος ἀ­πὸ τὴν κλε­ψύ­δρα τῆς ζω­ῆς της. Πό­λε­μοι, πεί­να, κα­κου­χί­ες, θά­να­τοι. Ὅ­λα μιὰ χού­φτα χῶ­μα· ἡ ἱ­στο­ρί­α, τὸ χθές, τὸ σή­με­ρα καὶ τὸ αὔ­ριο ὅ­λων μας. Χοῦς εἰς χοῦν. Ἐ­κεῖ­να τὰ ἐρ­γα­σμέ­να χέ­ρια ποὺ σπά­γαν τοὺς σβώ­λους κι ἐ­κεῖ­να τὰ μά­τια ποὺ μοι­ρο­λο­γοῦ­σαν, δὲν ἦ­ταν ἄλ­λα ἀ­πὸ τὰ μά­τια καὶ τὰ χέ­ρια τῆς Ἑ­κά­βης καὶ τῆς μη­τέ­ρας τῆς πα­ρα­λο­γῆς μὲ τοὺς ἐν­νιὰ τοὺς γιοὺς καὶ μὲ τὴ μιὰ τὴν κό­ρη. Μό­νο ποὺ ἡ για­γιὰ στὸ τέ­λος ἔ­μει­νε μὲ μιὰ κό­ρη, τὴ μά­να μου, καὶ τρεῖς Κων­σταν­τῆ­δες μα­κριὰ στὰ ξέ­να.

       Τὰ πό­δια τῆς για­γιᾶς τὰ ἔ­κρυ­βαν κα­λὰ τὰ μα­κριὰ σεγ­κού­νια. Δι­έ­κρι­νες τὶς ἄ­κρες ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της τὰ κα­λο­καί­ρια ποὺ περ­πα­τοῦ­σε ξυ­πό­λυ­τη καὶ δυ­ὸ πα­σου­μά­κια πα­τη­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος τὸ χει­μώ­να. Μό­νο, ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε καὶ τὴ βο­ή­θη­σα νὰ μπεῖ στὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ νὰ τὴν πά­ω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­χρι τὰ γό­να­τα δυ­ὸ πό­δια γε­μά­τα φλε­βί­τι­δα.

       Τὰ μά­τια καὶ τὰ χέ­ρια της λοι­πὸν κρά­τη­σα. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν με­γά­λος, πρῶ­τα τὴν κοί­τα­ζα βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια καὶ δε­χό­μουν τὴ με­τα­κέ­νω­ση τῆς θλί­ψης της —ποὺ ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὸ ἕρ­μα στὸ ἀ­στα­θὲς σκα­ρί μου— καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ ἔ­σκυ­βα καὶ τῆς φι­λοῦ­σα τὰ χέ­ρια.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: