Βασιλικὴ Πέτσα: Your Hand in Mine

Petsa,Basiliki-YourΗandInΜine-Eikona-01

Βα­σι­λι­κὴ Πέ­τσα


 

«Your Ηand in Μine»

 


02-EpsilonΝΙΩΘΑ τὰ βή­μα­τά σου πί­σω μου. Σὲ ἔ­ψα­χνα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου. Τὰ χέ­ρια σου στὶς τσέ­πες, δὲν μὲ κοι­τοῦ­σες κάν, ἤ­σουν ἀ­φη­ρη­μέ­νος, κά­τι σκε­φτό­σουν. Ὄ­χι ἐ­μέ­να· κά­τι. Θὰ μὲ εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὸ βλέμ­μα σου στὴν πλά­τη, ἂν ὑ­πῆρ­χε, θὰ τὸ ἔ­ρα­βα στρα­τι­ω­τι­κὸ πα­ρά­ση­μο στὴν μπλού­ζα μου. Ἐ­πι­βρά­δυ­να τὸ βῆ­μα μου καὶ ἅ­πλω­σα τὴν πα­λά­μη μου στὴ δι­κή σου.

       «Πιά­σε με λί­γο ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι», σοῦ εἶ­πα. Λί­γο. «Νὰ περ­πα­τή­σου­με μα­ζί.»

       Μὲ κοί­τα­ξες ἀ­μή­χα­να, ἀ­μή­χα­να μοῦ ἔ­δω­σες τὸ χέ­ρι σου, —τὰ δά­χτυ­λά σου εἶ­χαν νε­κρω­θεῖ, ἡ πα­λά­μη κρε­μό­ταν— ἕ­να ἀ­πρό­θυ­μο χέ­ρι. Τὸ ἐ­λευ­θέ­ρω­σα στὴν ἀ­να­κού­φι­σή του, καὶ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω μὲ τὸ δι­κό μου χέ­ρι ἔ­τσι ποὺ κρε­μό­ταν ὀρ­φα­νό. Μὲ χά­ι­δε­ψες ἄ­γαρ­μπα στὸν αὐ­χέ­να. Φτά­νει, θὰ σκέ­φτη­κες.

       Μὲ ἄ­φη­σες στὴ στά­ση καὶ συ­νέ­χι­σες. Κα­θὼς ἀ­νέ­βαι­να στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ἔ­τρι­ψα τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ μὲ χά­ι­δε­ψες. Μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε.


 

*

 


       Εἶ­χα μό­λις κα­τέ­βει στὶς ἀ­πο­βά­θρες. Στε­κό­ταν δί­πλα στὶς κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες καὶ κά­τι πε­ρί­με­νε. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν εἶ­χε κό­σμο, ἤ­μα­σταν μό­νο ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο. Μὲ πλη­σί­α­σε δει­λά, «Γιὰ Δάφ­νη ἀ­πὸ δῶ πᾶ­με;» οἱ λέ­ξεις ἀ­πὸ τὸ στό­μα, τὸ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Τὸ που­κά­μι­σο του τσί­τω­νε στὸ μέ­ρος τῆς κοι­λιᾶς, γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μιὰ ἐ­κτί­μη­ση ἐ­πι­σφα­λής, μιὰ στιγ­μια­ία ἐ­πι­φύ­λα­ξη. «Ναί, ἀλ­λὰ ἀλ­λά­ζε­τε στὸ Σύν­ταγ­μα», τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα κο­φτὰ καὶ στρά­φη­κα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, μὲ κοί­τα­ζε ἀ­κό­μη, «ἀ­πὸ δῶ δη­λα­δή;» ξα­να­ρώ­τη­σε. Τὸν πε­ρι­ερ­γά­στη­κα, ἡ πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση «κρα­τά­ει» ὅ­σα ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση, τὴν κα­χυ­πο­ψί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἄ­γνω­στο ἢ τὴ λα­χτά­ρα γιὰ τὸ και­νούρ­γιο, χά­νει τὶς ἀ­πο­χρώ­σεις, βι­ά­στη­κα νὰ κα­τα­τά­ξω τὴν ἄ­γνοι­α στὸ βλέμ­μα του στὴν εὐ­ρεί­α κα­τη­γο­ρί­α τοῦ «πε­ρί­ερ­γου», τοῦ «ὕ­πο­πτου», ἐ­πα­νέ­λα­βα τὶς ὁ­δη­γί­ες πιὸ ἀρ­γὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. «Δὲν ξέ­ρω. Θὰ τὰ ξε­χά­σω. Θὰ μὲ πᾶς ἐ­σύ;» Δύ­ο μά­τια, μιὰ ἱ­κε­σί­α. Χά­θη­κε, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, ἔ­χα­σε τὴ μα­μά του, εἶ­χαν πά­ει βόλ­τα σαβ­βα­τι­ά­τι­κη, ὄ­χι, δὲν εἶ­χε νό­η­μα νὰ τὴν πά­ρου­με τη­λέ­φω­νο στὸ κι­νη­τό της, τὴν πῆ­ρε μιὰ ἄλ­λη κυ­ρί­α πιὸ πρὶν καὶ δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε, ναί, ὅ­ταν φτά­σει στὴ Δάφ­νη ξέ­ρει, θὰ πά­ει σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο καὶ θὰ πά­ρει τη­λέ­φω­νο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, κι ἀ­φοῦ κα­τε­βαί­νω πιὸ πρίν, νὰ τοῦ βρῶ μό­νο κά­ποι­ον νὰ τὸν πά­ει μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα, «μὴ μοῦ μι­λᾶς στὸν πλη­θυν­τι­κό», μὲ ὕ­φος αὐ­στη­ρό, καὶ με­τά, «ἐ­σὺ ἔ­χεις χα­θεῖ πο­τέ;»

       Γέ­λα­σα. Στὸ σβή­σι­μο τοῦ γέ­λιου, πί­κρι­σε τὸ στό­μα.

       «Ἡ ἀ­δερ­φή μου», τοῦ εἶ­πα τε­λι­κά, «μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρή». Ἀ­να­θάρ­ρη­σε μὲ τὴ συ­νε­νο­χή. «Καὶ κα­λέ­σα­νε καὶ τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α;» Ναί, κα­λέ­σα­νε καὶ τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. «Καὶ τὴ βρή­κα­νε;» Δυ­στυ­χῶς.

       Δὲν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ εἰ­ρω­νεί­α, δὲν κα­τά­λα­βε. Μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἀ­πο­ρί­α.


 

*

 


       Στὴν ἄ­φι­ξη τοῦ βα­γο­νιοῦ, ἦ­ταν ἀγ­χω­μέ­νος. «Ἐ­λᾶ­τε, πᾶ­με», τοῦ εἶ­πα. «Μὴ μοῦ μι­λᾶς στὸν πλη­θυν­τι­κό», ἐ­πα­νέ­λα­βε. Στα­θή­κα­με στὴ μέ­ση, κρα­τι­ό­μα­σταν ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές. Προ­έ­κτει­νε τὸν βρα­χί­ο­νά του, ἀ­παί­τη­σε τὸ χέ­ρι μου, καὶ ξαφ­νι­κὰ δὲν ἤ­ξε­ρα νὰ πιά­νω χέ­ρια, ξαφ­νι­κὰ τὸ σῶ­μα ξέ­χα­σε, ἔ­σφι­ξα τὰ δυ­ό του τε­λευ­ταῖα δά­χτυ­λα, σὰν νὰ πιά­νω καὶ νὰ μὴν πιά­νω, ἀ­πὸ τὰ μά­τια του περ­νοῦ­σαν οἱ εἰ­κό­νες τῶν σταθ­μῶν χω­ρὶς νὰ στα­μα­τᾶ­νε, σὰν νὰ κα­τα­γρά­φον­ταν σὲ ται­νί­α, ἄ­φη­σα τὸ χέ­ρι μου δι­α­κρι­τι­κά, τὸ ξα­να­ζή­τη­σε ὁ λυ­γι­σμέ­νος του ἀγ­κώ­νας, τὸ ξα­να­έ­σφι­ξα.

       Κα­νο­νι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά.

       Στὴν κυ­ρί­α ποὺ στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί μου ἐ­ξή­γη­σα μὲ τρό­πο πό­ση ση­μα­σί­α εἶ­χε ἡ βο­ή­θειά της. «Θὰ σὲ πά­ω ἐ­γὼ μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα, ἐ­κεῖ κα­τε­βαί­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἦ­ταν πά­νω-κά­τω στὴν ἡ­λι­κί­α του, ἄ­κου­γε μου­σι­κὴ μὲ τὰ ἀ­κου­στι­κά της, ἀ­πέ­πνε­ε τὴν ἀ­κλό­νη­τη στα­θε­ρό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ τί­πο­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς ἐκ­πλή­ξει, ἔ­νι­ω­σα ἀ­νό­η­τη τὴ δί­κη μου τα­ρα­χὴ καὶ γε­λοί­α τὴν αὐ­το-ε­πι­βρά­βευ­σή μου τῆς φι­λάν­θρω­πης προ­σφο­ρᾶς.

       Τώ­ρα κοί­τα­ζε ἐ­κεί­νη. Ἄ­φη­σε τὸ χέ­ρι μου, ζή­τη­σε τὸ δι­κό της. Ἔ­πι­α­σε τὴν πα­λά­μη του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἀ­κού­ει ἀ­νέ­με­λα τὴ μου­σι­κή της. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να, μὲ χαι­ρέ­τη­σαν καὶ οἱ δύ­ο μὲ τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, κε­νά τους χέ­ρια. Στὸ χα­μό­γε­λο της ὑ­πῆρ­χε ἕ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ».


 

*

 


       Σὲ συ­νάν­τη­σα καὶ πά­λι, μέ­ρες με­τά. «Τὰ νέ­α σου», μοῦ εἶ­πες, σχε­δὸν ἀ­δι­ά­φο­ρα, νὰ γε­μί­ζει ὁ χρό­νος μὲ λέ­ξεις, νὰ σπᾶ­νε οἱ σι­ω­πές. Δὲν ἔ­κα­να τί­πο­τα, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ, σὲ πε­ρί­με­να νὰ φα­νεῖς, δὲν εἶ­χαν νό­η­μα ὅ­σα ἔ­κα­να καὶ δὲν τὰ θυ­μᾶ­μαι. Ἐ­σὺ εἶ­χες δου­λει­ές, πολ­λὲς δου­λει­ές. Σοῦ δι­η­γή­θη­κα τὸ πε­ρι­στα­τι­κό.

       «Που­τά­να φύ­ση.»

       Αὐ­τὸ εἶ­πες.

       «Ἀ­δι­κη­μέ­να γο­νί­δια.»

       Δὲν σοῦ ἀ­πάν­τη­σα. Ἄλ­λα­ξα θέ­μα καὶ ἔ­τρι­ψα τὸν αὐ­χέ­να μου ποὺ μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ὅλα τὰ χαμένα (ἐκδ. Πόλις, 2012).

Βασιλικὴ Πέτσα (Καρδίτσα, 1983). Διή­γη­μα, νου­βέ­λα. Σπού­δα­σε Μέ­σα Μα­ζι­κῆς Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ Θε­ω­ρί­ες τοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­μιγ­χαμ καὶ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Βι­βλί­α της Θυ­μᾶ­μαι (νουβέλα, ἐκδ. Πόλις, 2011) καὶ Ὅλα τὰ χα­μέ­να (διηγή­μα­τα, ἐκδ. Πόλις, 2012).

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: