Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος: Ἡ ανωμαλία

Giannopoulos,Alkibiadis-IAnomalia-Eikona-02

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος


 

Ἡ ἀ­νω­μα­λί­α

 


01-KappaΑΠΟΙΟ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι, ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τὸ βρά­δυ ποὺ δό­θη­κε στὸ ὑ­παί­θριο θέ­α­τρο τοῦ Λευ­κοῦ Πύρ­γου ἕ­να γαλ­λο­ελ­λη­νι­κὸ πα­ρα­μύ­θι μὲ μου­σι­κὴ τοῦ Αἰ­μί­λιου Ριά­δη, ἕ­νας Γε­ωρ­γῆς, ἕ­νας —δη­λα­δὴ— ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς ποὺ ἀ­π’ τὸ πρω­ὶ εἶ­χεν ἀ­νέλ­πι­στα ἐ­ξα­σφα­λί­σει πρό­σκλη­ση, φό­ρε­σε μὲ αὐ­τὴν τὴν εὐ­και­ρί­α τὸ ὁ­λο­καί­νουρ­γο μαῦ­ρο του κο­στού­μι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἔ­κα­νε τέ­τοι­α ἐμ­φά­νι­ση στὸν κό­σμο. Τοῦ εἴ­χα­νε κο­στί­σει, τοῦ­τα τὰ ροῦ­χα, κά­που τρεῖς χι­λιά­δες, πο­σὸ ὑ­περ­βο­λι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­το­χὴ ἑ­νὸς μι­κρο­ϋ­παλ­λή­λου ἰ­δι­ω­τι­κοῦ γρα­φεί­ου. Ὁ ἄν­θρω­πος ζοῦσε δύ­σκο­λα, οἰ­κο­νο­μών­τας ἀ­π’ τὴν τρο­φὴ ὅ­σα χρει­α­ζό­τα­νε γιὰ νοί­κι, κα­πνό, ἐ­φη­με­ρί­δες, κα­φε­νεῖ­ο κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ μή, δί­χως νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται ἡ συν­τή­ρη­ση τῶν δύ­ο συ­νη­θι­σμέ­νων φο­ρε­σι­ῶν του. Εἶ­χε μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐ­λα­φρού­τσι­κη, γκρί­ζα, καὶ μιὰ σκού­ρα γιὰ τὸ χει­μώ­να, λὲς φτι­αγ­μέ­νη ὅ­μως ἀ­πὸ ἀ­τλά­ζι, τό­σο πο­λὺ γυ­ά­λι­ζε κι ἄ­στρα­φτε τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α.

       Μο­λα­ταῦ­τα εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει, ἀ­φή­νον­τας μὲ ἀ­να­κού­φι­ση, σὲ κά­θε ἀλ­λα­γὴ ἐ­πο­χῆς, τὴ μιὰ φο­ρε­σιὰ γιὰ τὴν ἄλ­λη, νὰ πι­στέ­ψει πὼς κά­τι δι­α­τη­ροῦ­σε, ἐ­κεί­νη ποὺ ἔμ­παι­νε σὲ χρή­ση, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χι­κή της αἴ­γλη. Ὅ­ταν κά­πο­τε ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὸ ἱ­μα­τι­ο­φυ­λά­κιό του —(σεν­τού­κι θω­ρα­κι­σμέ­νο μὲ κι­τρι­νο­πρά­σι­να τε­νε­κε­δά­κια καὶ καρ­φιὰ νι­κε­λω­μέ­να)— βρῆ­κε πὼς ὁ κοι­νω­νι­κὸς ἄν­θρω­πος ἀρ­χί­ζει μὲ τὴ μαύ­ρη ἐν­δυ­μα­σί­α, ἀ­πα­ραί­τη­το ἐ­φό­διο γιὰ τὶς πι­θα­νὲς προ­σκλή­σεις σὲ σπί­τια κα­θὼς πρέ­πει καὶ γιὰ τὶς ἐ­πι­σκέ­ψεις ποὺ ἤ­τα­νε ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος, τὴν πρω­το­χρο­νιὰ του­λά­χι­στον καὶ στὶς γι­ορ­τές τους, νὰ κά­νει στοὺς δυ­ὸ προ­ϊ­στα­μέ­νους: τὸν κύ­ριο Χ”Λάζο, ἄν­θρω­πο τυ­πι­κὸ ποὺ εἶ­χε ζή­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη, καὶ τὸν κύ­ριο Κα­ρὸ Α.Β., πρό­σω­πο δί­χως δρά­ση σὲ τού­τη τὴν ἱ­στο­ρί­α.

       Ὁ κύ­ριος Χ”Λάζος ἤ­τα­νε ψη­λός, λι­γνός, ἀ­κα­τά­δε­κτος καὶ πάν­το­τε αὐ­στη­ρός. Λι­γο­μί­λη­τος, ἐκ­φρα­ζό­ταν μο­νά­χα μὲ τὸ βλέμ­μα· καὶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα τῆς μα­τιᾶς του εἶ­χε αἰ­σθαν­θεῖ, μύ­ρι­ες φο­ρὲς πι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον, ὁ Γι­ωρ­γῆς, ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς μὲ τὰ χι­λι­ο­βα­σα­νι­σμέ­να ἀ­πὸ σι­δε­ρώ­μα­τα κο­στού­μια του.

       Ὄ­χι πὼς δὲν ἐρ­γα­ζό­ταν ὁ ἄν­θρω­πος σύμ­φω­να μὲ τοὺς κα­νό­νες, τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες καὶ τὴν ἀ­πε­ρί­γρα­πτη σχο­λα­στι­κό­τη­τα τοῦ κυ­ρί­ου συν­δι­ευ­θυν­τῆ· μὰ ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς κά­ποι­ος λό­γος ὑ­πῆρ­χε γιὰ νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­π’ τὸν ὑ­πάλ­λη­λό του ὁ βλο­συ­ρὸς ἄν­θρω­πος ποὺ εἶ­χε ζή­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη. Ἕ­νας ἀ­νε­παί­σθη­τος μορ­φα­σμός, ἕ­να ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­νε­παί­σθη­το ἀ­να­σή­κω­μα τῶν ὤ­μων, ἦ­σαν ση­μά­δια ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ ἑρ­μη­νεύ­σουν τὶς κα­κές του δι­α­θέ­σεις, κι ἴ­σως σὲ τό­σον ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νον κύ­ριο νὰ ἦ­ταν ὀ­χλη­ρὴ ἡ πα­ρου­σία ἑ­νὸς ὑ­παλ­λή­λου ἀ­κα­λαί­σθη­τα καὶ κα­κο­μοί­ρι­κα βαλ­μέ­νου. Τὸ και­νούρ­γιο κο­στού­μι ἐν­τού­τοις δὲν εἶ­χε φτια­χτεῖ γιὰ νὰ φο­ρι­έ­ται κά­θε μέ­ρα. Θὰ χρη­σί­μευ­ε στὶς κα­τάλ­λη­λες, κα­θὼς λέ­χθη­κε, πε­ρι­στά­σεις, ὅ­πως στοὺς μα­χη­τὲς τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ χρη­σί­μευ­αν τὰ λο­γῆς σι­δη­ρι­κὰ καὶ οἱ φο­βε­ρές τους κά­σκες…

       Τὸ πε­ρί­φη­μο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ ἤ­τα­νε ἥ­συ­χο κι ἡ θά­λασ­σα γα­λή­νια. Ἔ­ξω ἀπ’ τὸ λι­μά­νι, πέ­ρα, φαί­νον­ταν σὰν μαῦ­ροι ὄγ­κοι τὰ λί­γα ξε­χα­σμέ­να φορ­τη­γὰ καὶ πλη­σι­έ­στε­ρα, ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να κον­τὰ στὴν προ­κυ­μαί­α, τὰ κα­θη­με­ρι­νὰ κα­ΐ­κια. Ἡ μο­να­δι­κὴ τα­ρα­χὴ στὴν ἔ­κτα­ση, ὅ­που ἀ­μυ­δρὰ λαμ­πύ­ρι­ζαν τὰ φῶ­τα ἀ­π’ τὶς μα­κρι­νὲς πα­ρα­λί­ες, ἦ­ταν τὸ πή­γαι­νε-ἔ­λα τρι­ῶν-τεσ­σά­ρων βεν­ζι­νο­πλοί­ων, ποὺ γλί­στρα­γαν μὲ κρό­τους γιὰ τὴν «του­ρι­στι­κὴν ἀ­κτή», ὅ­πως ὀ­νο­μά­στη­καν τὰ πα­ρα­θα­λάσ­σια χω­ρι­ου­δά­κια νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὰ πρὸς τὸ Κα­ρὰ-Μπουρ­νού.

       Στὸν κῆ­πο τοῦ Λευ­κοῦ Πύρ­γου τὰ κα­χε­κτι­κὰ γέ­ρι­κα πεῦ­κα, κου­ρα­σμέ­να τό­σον και­ρὸ νὰ παί­ζουν τὸ ρό­λο τοῦ πάρ­κου τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, κοι­μόν­του­σαν ἤ­ρε­μα καὶ κά­τω ἀ­π’ αὐ­τὰ ὅ­που βρί­σκον­ταν τρα­πε­ζά­κια, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν οἱ πε­ρί­ερ­γοι τὴν κί­νη­ση τοῦ κό­σμου, ποὺ ἀρ­κε­τὴν ὥ­ρα προ­τοῦ ἀρ­χί­σει ἡ πα­ρά­στα­ση, γι­νό­ταν φα­νε­ρὸ πὼς θὰ ἦ­ταν ση­μαν­τι­κὴ ἀ­πό­ψε. Σὲ ἕ­να ἄ­πο τὰ τρα­πε­ζά­κια αὐ­τὰ βρέ­θη­κε λοι­πὸν μὲ δυ­ὸ φί­λους τῆς πε­ρί­στα­σης κι ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς μας. Ἀ­πὸ μιᾶς ἀρ­χῆς ἡ συ­ζή­τη­ση πε­ρι­στρά­φη­κε στὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι, ποὺ τὸν ἄλ­λα­ζε κα­τα­πλη­κτι­κά. Ὅ­λα πή­γαι­ναν θαυ­μά­σια: τ’ ἄ­σπρο σκλη­ρὸ κολ­λά­ρο, ὁ πε­ρί­φη­μος λαι­μο­δέ­της καὶ τὰ ὄ­μορ­φα ἐ­πί­χρυ­σα κουμ­πιά, ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὰ μα­νι­κέ­τια. Τὸ ὕ­φα­σμα τῆς φο­ρε­σιᾶς ἐγ­γλέ­ζι­κο, ἦ­ταν λί­γο βα­ρὺ γιὰ τὴν ἐ­πο­χή, μά, μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τέ­τοι­ας καλ­λι­τε­χνι­κῆς βρα­διᾶς καὶ τῆς δι­α­κε­κρι­μέ­νης μά­λι­στα θέ­σης τῆς πρό­σκλη­σης, ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τη­θοῦν οἱ τύ­ποι. Ἀ­π’ τὸ τρα­πε­ζά­κι τῶν τρι­ῶν φί­λων πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σες τώ­ρα μὲ με­γά­λην ἄ­νε­ση τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔρ­χον­ταν. Ἔ­βλε­πες καὶ σὲ βλέ­πα­νε. Κι αὐ­τὸ κυ­ρί­ως συ­νέ­βαι­νε τοῦ Γι­ωρ­γῆ: αἰ­σθα­νό­ταν πὼς τὸν βλέ­πα­νε.

       Κά­θε ἄν­θρω­πος πα­ρα­τη­ρεῖ, μὲ ἐν­το­νώ­τε­ρη προ­σο­χή, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τοῦ κά­νει ἐν­τύ­πω­ση. Τὸ πράγ­μα στὴν πε­ρί­πτω­σή του, ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο· ὁ ἴ­διος συμ­με­ρι­ζό­ταν τὴ συγ­κί­νη­ση, ποὺ τὸ ἄ­το­μό του, ἔ­τσι συ­γυ­ρι­σμέ­νο, προ­κα­λοῦ­σε στοὺς ἄλ­λους. Ἔ­νι­ω­θε πὼς πρό­σφε­ρε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το, πὼς εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰν ὑ­πό­στα­ση καὶ θε­ω­ροῦ­σε πιὰ ὑ­πο­χρέ­ω­σή του, μιὰ ποὺ εἶ­χεν ἀ­να­λά­βει νὰ πα­ρου­σιά­σει στὸν κό­σμο ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἑ­αυ­τόν του, νὰ προ­σέ­χει μὴ δώ­σει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α πὼς δὲν ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νος σὲ πα­ρό­μοι­ες ἐ­πι­δεί­ξεις.

       Ὡ­στό­σο ὅ­σοι κα­τα­φθά­να­νε φαί­νον­ταν πὼς εἶ­χαν πα­ρε­ξη­γή­σει τὴ ση­μα­σί­α τῆς «πρε­μι­έ­ρας». Ἔρ­χον­ταν μὲ τὰ κα­θη­με­ρι­νά τους, ἁ­πλὲς θε­ρι­νὲς ἐν­δυ­μα­σί­ες, ξε­σκού­φω­τοι πολ­λοί, μὲ ἕ­να ὁ­λό­τε­λα ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κο «σὰν -φα­σὸν» ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε στὸ βά­θος πό­σο ἦ­ταν κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη τού­τη ἡ με­γά­λη πό­λη τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ…

       Ὅ­ταν κτύ­πη­σε ἡ ὥ­ρα, χω­ρί­στη­κε καὶ ὁ Γι­ωρ­γῆς ἀ­πὸ τοὺς φί­λους ποὺ εἶ­χαν ἄλ­λες θέ­σεις —μὴ ἀ­ριθ­μη­μέ­νες— κι ἄ­φη­σε νὰ ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ δι­κιά του ἀ­πὸ τὸν τα­ξι­θέ­τη.

       Τὸ κά­θι­σμα βρι­σκό­τα­νε σ­τὴν ὄ­γδο­η σει­ρά, ἀ­ριθ­μὸς ἑ­πτά, πρὸς τὸ κέν­τρο. Δυ­ὸ θέ­σεις ἀ­ρι­στε­ρὰ ἦ­σαν ἀ­κό­μη ἄ­δει­ες καὶ στὰ δε­ξιὰ κα­θό­ταν ἕ­νας χον­τρὸς μὲ ἄ­σπρα μαλ­λιά, ποὺ φυ­σοῦ­σε κι ἀ­να­στέ­να­ζε ἀ­π’ τὴ ζέ­στη καὶ περ­νών­τας ἀ­δι­ά­κο­πα στὸ μέ­τω­πο, ποὺ ἔ­στα­ζε ἀ­πὸ ἱ­δρώ­τα, τὸ μαν­τή­λι. Ὁ Γι­ωρ­γῆς ὄρ­θιος φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ρί­ξει μιὰ μα­τιά. Ὕ­στε­ρα, ἀ­νά­βον­τας σι­γὰ ἕ­να τσι­γά­ρο, ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ πλῆ­θος. Σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐν­τός του μιὰ εἰ­κό­να· ἦ­ταν ὣς τὸ πρω­ὶ ξε­χα­σμέ­νος, ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος σὲ μα­κρι­νὴ χώ­ρα μὲ ἀ­νια­ρὴ ἐρ­γα­σί­α σὰν τοὺς τυ­χάρ­πα­στους ποὺ τρέ­χουν γιὰ χρυ­σά­φι στὶς ἄ­κρες τῆς γῆς. Τώ­ρα μὲ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του, βρι­σκό­τα­νε ἀ­νά­με­σα στὸν ἀ­λη­θι­νὸ κό­σμο, ὅ­μοι­ος με­τα­ξὺ ὁ­μοί­ων. Συγ­χω­ροῦ­σε σὲ ὅ­λους τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους: μιὰ πα­ρα­τυ­πί­α, μιὰ ἁ­πλὴ πα­ρα­τυ­πί­α, ποὺ τὴ δι­και­ο­λο­γοῦ­σε καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α τῆς βρα­διᾶς…

       Μὲ τέ­τοι­ες κι ἄλ­λες φαν­τα­σί­ες, πε­ρί­με­νε λοι­πόν, νὰ σβή­σου­νε τὰ φῶ­τα…

       … Ἡ ἀρ­χὴ φά­νη­κε μα­γευ­τι­κή. Ἔμ­παι­νες ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους ἤ­χους τῆς ὀρ­χή­στρας, (τῆς ἅρ­πας καὶ τῶν βι­ο­λι­ῶν), στὸ πα­ρα­μύ­θι. Κα­νέ­νας πιὰ ψί­θυ­ρος· τὰ πάν­τα ἀ­κι­νη­τοῦ­σαν ὣς καὶ ὁ χον­τρὸς ποὺ ἵ­δρω­νε καὶ ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ μαν­τή­λι στὰ γό­να­τά του…

       Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι φτιά­χνουν, στιγ­μὴ μὲ τὴ στιγ­μή, δι­κές τους πε­ρι­ο­χές, δί­νον­τας στὸ κά­θε ἀν­τι­κεί­με­νο, στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ πρό­σω­πα ποὺ τοὺς τρι­γυ­ρί­ζουν, ἔν­νοι­ες καὶ μορ­φὲς ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τους τὴ φαν­τα­σί­α πλα­σμέ­νες. Για­τὶ ἡ φαν­τα­σί­α δὲν πλά­θει μό­νον ὄ­νει­ρα καὶ μύ­θους. Φτιά­χνει καὶ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, λι­γό­τε­ρο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­λη­θι­νή, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α τοῦ κα­θέ­να. Αὐ­τό, φυ­σι­κά, εἶ­ναι ζή­τη­μα ποὺ θέ­λει ξε­χω­ρι­στὴν ἐ­ξέ­τα­ση· ἀλ­λ’ ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξη­γι­έ­ται. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ δὲν ἐ­ξη­γοῦν­ται μὲ κα­μιὰ λο­γι­κή. Ἀ­να­πη­δᾶ­νε ἀ­προσ­δό­κη­τα, ἀ­πρό­σκλη­τα ἐν­τε­λῶς. Πι­θα­νὸ στὴ μο­νο­το­νί­α μιᾶς ἥ­συ­χης ζω­ῆς νὰ φέρ­νουν ποι­κι­λί­α, νὰ εἶ­ναι σὰν κυ­μα­τά­κια σὲ θά­λασ­σα ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­τά­ρα­χη. Πι­θα­νὸν ἀ­κό­μη νὰ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα στὴ λύ­ση μιᾶς μπερ­δε­μέ­νης θε­α­τρι­κῆς ὑ­πό­θε­σης ἢ στὸ τόρ­νευ-μα μιᾶς ἀ­φή­γη­σης, ὅ­πως ὁ ἀ­πὸ μη­χα­νῆς θε­ὸς στὶς ἀρ­χαῖ­ες τρα­γω­δί­ες καὶ ἡ «σύμ­πτω­ση» στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μὲ θέ­ση.

       Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀρ­νη­θεῖ πὼς τέ­τοι­α ἀ­προσ­δό­κη­τα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τα τό­σο στὴν ψεύ­τι­κη ὅ­σο καὶ στὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή.

       Ἁ­πλὴ ἀ­πό­δει­ξη ἢ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Γι­ωρ­γῆ. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ ἄ­δεια κα­θί­σμα­τα, ποὺ βρί­σκον­ταν στὰ πλά­για του, εἶ­χε το­πο­θε­τή­σει ὁ ἄν­θρω­πος τὸ και­νούρ­γιο του κα­πέ­λο, μὲ τὴν ἀ­πί­θα­νη ἐλ­πί­δα πὼς θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ ἥ­συ­χο κι ἀ­θῶ­ο, ὣς τὸ τέ­λος τῆς πα­ρά­στα­σης.

       Πο­τὲ βέ­βαι­α δὲν θὰ ἦ­ταν δυ­να­τὸ νὰ ὑ­πο­ψια­στεῖ πώς, ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τὸ κά­θι­σμα, προ­ο­ρι­ζό­ταν ἀ­π’ τὸ πρω­ί, ἀ­πὸ χθές, ἀ­πὸ πάν­τα, γιὰ τὸν κύ­ριο Χ”Λάζο, τὸν πο­λὺ γνω­στό μας κύ­ριο Χ”Λάζο.

       Ἔ­φτα­σε αὐ­τός, στὸ θέ­α­τρο ἀρ­γά, μὲ θό­ρυ­βο, γε­λών­τας καὶ συ­νε­χί­ζον­τας τὴν ὁ­μι­λί­α μὲ ἕ­ναν ἄλ­λον ποὺ τὸν συν­τρό­φευ­ε. Μπρὸς στὸ κά­θι­σμά του στά­θη­κε καὶ πρὶν προ­φτά­σει ὁ Γι­ωρ­γῆς, ποὺ εἶ­χε στὸ με­τα­ξὺ ση­κω­θεῖ, πῆ­ρε τὸ κα­πέ­λο καὶ μό­λις τώ­ρα ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸν ὑ­πάλ­λη­λό του, τοῦ τὸ ἔ­τει­νε ρω­τών­τας:

       — Δι­κό σας εἶ­ναι αὐ­τό;

       Ἡ διά­ρκεια τῆς στιγ­μῆς εἶ­ναι ὑ­πό­θε­ση ποῦ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­σους ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴ σχε­τι­κό­τη­τα. Ὅ­μως ξέ­ρου­με πὼς ἀρ­κεῖ ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­σου­με τὰ βλέ­φα­ρα καὶ σὲ τοῦ­το τὸ δι­ά­στη­μα νὰ ζή­σου­με ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο χρό­νο. Ναί, ἦ­ταν δι­κό του. Μὰ δὲν βρῆ­κε τί­πο­τε ν’ ἀ­παν­τή­σει.

       — Κα­θῆ­στε – πρό­σθε­σε ὁ ἄλ­λος.

       Τό­τε ὅ­λα γύ­ρω, ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἡ μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση, τὸ θαυ­μά­σιο ἔρ­γο, ἄλ­λα­ξαν. Σὰν ν’ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, νὰ ξε­χω­ρί­στη­καν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Κι αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος, μὲ πα­ρά­λο­γη πε­ρι­βο­λή, ξα­να­γι­νό­ταν ὁ Γι­ωρ­γῆς, ὁ κα­θη­με­ρι­νὸς καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε Γι­ωρ­γῆς…

       Ἡ πα­ρά­στα­ση συ­νε­χι­ζό­ταν. Οἱ στί­χοι τῶν ἠ­θο­ποι­ῶν ἠ­χοῦ­σαν ὅ­πως πρῶ­τα. Ὁ χον­τρός, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, εἶ­χε ξα­ναρ­χί­σει τ’ ἀγ­κο­μα­χη­τό. Καὶ πέ­ρα ὣς πέ­ρα, οἱ θε­α­τές, ἦ­σαν στὶς θέ­σεις τους.

       Ἐν­τού­τοις κά­ποι­ο χά­ος εἶ­χε πραγ­μα­τι­κὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἦ­σαν πα­ρὰ ση­μεῖ­α ἀ­κα­θό­ρι­στα, ἀ­στέ­ρια μα­κρι­νά, σὲ ζο­φε­ρὸ οὐ­ρα­νό.

       Γιὰ νὰ μὴν ἐ­νο­χλεῖ τὸν κύ­ριο Χ”Λάζο… εἶ­χεν ἀ­πο­τρα­βη­χτεῖ, ἀ­κουμ­πών­τας ἔ­τσι στὸ χον­τρὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἵ­δρω­νε. Καὶ τοῦ­τος πά­λι χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξη­γή­σει τὴν και­νούρ­για ἐ­νό­χλη­ση, κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα του δε­ξιὰ-ζερ­βά, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος. Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ λε­πτὰ προ­τοῦ προ­σέ­ξει ὁ χον­τρὸς ποι­ά ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ τῆς τό­σης του στε­νο­χώ­ριας, κι ἀ­κρι­βῶς, ὅ­ταν γυ­ρί­ζον­τας πρὸς τὰ ἐ­δῶ γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ εἶ­δε —πρώ­τη φο­ρὰ ἴ­σως— τὸ μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νο νέ­ο μὲ τὸ κα­πέ­λο στὰ χέ­ρια ἀ­κί­νη­το, μαρ­μα­ρω­μέ­νο, μὲ τὴν πε­ρί­ερ­γη πρὸς τὸ μέ­ρος του κλί­ση, ἀ­κού­στη­κε, ὁ­λό­τε­λα πα­ρά­και­ρα, ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα, μο­να­δι­κὸ μέ­σα στὴ σι­γὴ τοῦ πλή­θους, τὸ ἠ­χη­ρό­τα­το γέ­λιο του…

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θε­ρι­νὴ φο­ρε­σιά, πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ γρα­φεῖ­ο του χλω­μός, ὁ πε­νι­χρὸς ἥ­ρω­ας τού­της τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­χε πε­ρά­σει μιὰν ἀ­παί­σια νύ­χτα χω­ρὶς ὕ­πνο, δί­χως στιγ­μὴ ἡ­συ­χί­ας.

       Στὸ κε­φά­λι του βου­ΐ­ζα­νε ἀ­συ­νάρ­τη­τες λέ­ξεις. Ἐ­φιά­λτες τὸν γκρε­μί­ζα­νε ἀ­πὸ δυ­σθε­ώ­ρη­τα ὕ­ψη, ἀ­ό­ρα­τα χέ­ρια τὸν ἔ­πνι­γαν. Κι ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὰ ὁ κύ­ριος Χ”Λά­ζος μόρ­φα­ζε μὲ τὸν πιὸ τε­ρα­τώ­δη κι ἀ­νε­ξή­γη­το τρό­πο. Ξυ­πνών­τας, μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη στε­νο­χώ­ρια τὸν βα­σά­νι­σε σκλη­ρό­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ αἴ­σθη­ση πὼς ἡ ὄ­μορ­φη, μαύ­ρη φο­ρε­σιὰ κά­τι εἶ­χε πά­θει, κά­τι εἶ­χε χά­σει. Τὴν εἶ­δε, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ριγ­μέ­νη σὲ ἕ­να κά­θι­σμα: μέ­σα σ’ αὐ­τὴν εἶ­χε ζή­σει γιὰ λί­γες στιγ­μὲς μιὰ φαν­τα­στι­κὴ ζω­ή… Λί­γες στιγ­μὲς μο­νά­χα. Κι ὄ­χι ὁ ἴ­διος. Ἕ­νας ἄλ­λος. Ἕ­να πρό­σω­πο, ἕ­να δη­μι­ούρ­γη­μα ἐν­τε­λῶς ἀ­πί­θα­νο, κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ νὰ στο­λι­στεῖ μὲ τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι. Μὰ ἔ­τσι ὅ­πως βρι­σκό­ταν τώ­ρα τοῦ­το τὸ ροῦ­χο —ἕ­να κοι­νό, τέ­λος πάν­των, μαῦ­ρο ροῦ­χο,— ἔ­βλε­πε ὁ Γι­ωρ­γῆς νὰ ξε­γλι­στρά­ει, νὰ χά­νε­ται σι­γὰ-σι­γὰ καὶ τὸ στερ­νὸ ἀ­κό­μα ἴ­χνος ποὺ εἶ­χεν ἀ­φή­σει στὴν αἴ­σθη­σή του ἡ ἐ­ξαί­σια τοῦ κά­ποι­ου ἐ­κεί­νου ὀ­πτα­σί­α…

       Κά­θε ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Σὰν ἀν­τί­κρυ­σε λοι­πὸν ὁ κύ­ριος Χ”Λά­ζος τὸν ὑ­πάλ­λη­λό του, τὸ ἴ­διο πρω­ι­νό, στὸ γρα­φεῖ­ο, ἀ­να­σή­κω­σε ἀ­νε­παί­σθη­τα ὅ­πως πάν­τα τοὺς ὤ­μους, τὸν κοί­τα­ξε κα­λά, ὡ­σὰν ζη­τών­τας, πα­ρ’ ὅ­λην τὴν κα­θη­με­ρι­νή, συ­νη­θι­σμέ­νη ἐμ­φά­νι­ση ἐ­κεί­νου, νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει, καὶ μὲ τὴν πιὸ ἥ­συ­χη φω­νή, τὴν πιὸ πα­ρά­δο­ξα ἥ­συ­χη φω­νή, τοῦ εἶ­πε:

       — Κύ­ρι­ε Γι­ωρ­γῆ… Φο­βᾶ­μαι πὼς βρέ­θη­κε στὰ χαρ­τιά σας, κά­ποι­α ἀ­νω­μα­λί­α…


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος, Κε­φά­λια στὴ σει­ρά, Ἕν­τε­κα δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Γα­λα­ξί­α, Ἀ­θή­να, 1971 (Α’ ἔκ­δο­ση: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1934).

Ἀλ­κι­βιά­δης Γι­αν­νό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1896-1981). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, ποί­η­ση, με­τά­φρα­ση. Ση­μαν­τι­κὴ μορ­φὴ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’­30. Στὰ νε­α­νι­κά του χρό­νια ἔ­ζη­σε στὴ Μασ­σα­λί­α καὶ τὸ Μι­λά­νο. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1915 μὲ φου­του­ρι­στι­κὰ κεί­με­να στὰ ἰ­τα­λι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ 1917 δι­έ­κο­ψε τὶς σπου­δές του στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ κα­τε­τά­γη στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τό. Δού­λε­ψε ὡς τρα­πε­ζι­κός. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1931 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μα­κε­δο­νι­κὲς Ἡ­μέ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των: Ἡ ἡ­ρω­ι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938), Ἡ τυ­φλό­μυ­γα (Ἀ­θή­να, 1962), Ἡ συ­νέ­λευ­ση (Ἀ­θή­να, 1981) κ.ἄ. Ἐ­πί­σης τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ σα­λα­μάν­τρα (Ἀ­θή­να, 1957).

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: