Νάνσυ Ἀγγελῆ: Blow up


Aggeli,Nansy-BlowUp-Eikona-05


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Blow up


11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΠΟ ΠΟΛΥ ΨΗΛΑ δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μαῦ­ρες κουκ­κί­δες. Οἱ ἄν­θρω­ποι, τὰ κτή­ρια, οἱ δρό­μοι, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, ὅ­λη ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­ξέ­λι­ξη δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἁ­πλὲς μαῦ­ρες κουκ­κί­δες στὸ μά­τι κά­ποι­ου ποὺ κοι­τά­ζει ἀ­πὸ πο­λὺ ψη­λά, ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κριά. Εἶ­ναι λίγο ἀ­στεῖ­ο ἢ τρα­γι­κὸ ἂν σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­σύ, τὸ νε­ό­κτι­στο ρὸζ σπί­τι, τὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἑ­ται­ρεί­ας, τὸ ἀ­φεν­τι­κό, ἡ μά­να σου, ἡ Μέ­ρι­λυν Μον­ρό­ε, ὅ­λα ὅ­σα θε­ω­ρεῖς ὑ­ψη­λά, ἄ­φτα­στα, ἄ­πια­στα, ἀ­πρό­σι­τα, ἄ­φθαρ­τα, ση­μαν­τι­κά, δὲν μοιά­ζουν πα­ρὰ μὲ ἁ­πλὲς μαῦ­ρες κουκ­κί­δες. Πα­νο­μοι­ό­τυ­πες, ἀ­σή­μαν­τες μαῦ­ρες κουκ­κί­δες. Μπο­ρεῖς νὰ τὶς λι­ώ­σεις ἀ­δι­α­κρί­τως μ’ ἕ­να πά­τη­μα τοῦ πα­που­τσιοῦ, ἢ ἀ­κό­μα καὶ μὲ τὸ δά­χτυ­λό σου, σὰν ἕ­να μά­τσο μυρ­μήγ­κια. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τα­λύ­ε­ται ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μᾶς χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα, τό­σο αὐ­τὰ παίρ­νουν ση­μα­σί­α, σχῆ­μα καὶ ὑ­πό­στα­ση. Με­τα­τρέ­πον­ται ἀ­πὸ κουκ­κί­δες σὲ δρό­μους, σπί­τια, ἀν­θρώ­πους. Κι ὕστερα, ὅ­σο πιὸ πο­λὺ πλη­σι­ά­ζου­με ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται οἱ ρωγ­μές, τὰ μπα­λώ­μα­τα, οἱ ρυ­τί­δες. Λέ­με γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­ή­σου ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα ἢ ἄς δοῦ­με τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πιὸ κον­τὰ γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σου­με ἀ­κρι­βῶς τὴ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γη ἢ εὐ­θέ­ως ἀ­νά­λο­γη ὡς πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου ὑ­πὸ ἐ­ξέ­τα­ση. Ἄς πά­ρου­με τὴ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση κι ἂς ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με κά­τι τε­λεί­ως κοι­νὸ ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τὰ κι ἴ­σως, ἂν ἡ προ­αί­σθη­σή μου εἶ­ναι σω­στή, ἢ ἂν ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι εἴ­μα­στε πραγ­μα­τι­κὰ ὀ­ξυ­δερ­κεῖς πα­ρα­τη­ρη­τές, νὰ ὁ­δη­γη­θοῦ­με σὲ ἀ­νέλ­πι­στα, ἂν ὄ­χι ἀ­να­τρε­πτι­κά, συμ­πε­ρά­σμα­τα.

       Ἄς ποῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να ὄ­μορ­φο σπί­τι κι ἄς τὸ προσ­δι­ο­ρί­σου­με λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, λέ­γον­τας πὼς εἶ­ναι χτι­σμέ­νο κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα, ἕ­να ἄ­ψο­γο ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὸ οἰ­κο­δό­μη­μα μὲ λι­τὲς καὶ αὐ­στη­ρὲς γραμ­μές. Καὶ λευ­κό. Πάν­λευ­κο ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κά. Οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες δι­α­τεί­νον­ται πὼς δι­ά­λε­ξαν τὸ λευ­κὸ για­τί ἀν­τα­να­κλᾶ δια­ύγεια καὶ κα­θα­ρό­τη­τα. Τὸ σπί­τι πε­ρι­κλεί­ουν μο­λυ­βὶ βρά­χια, οἱ τοῖ­χοι του ὀρ­θώ­νον­ται κά­θε­τα μέ­σῳ αὐ­τῶν, ἔν­δει­ξη πὼς ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι ἑ­νὸς σκλη­ροῦ καὶ ἄ­γριου το­πί­ου. Οἱ ἀρ­χι­τέ­κτο­νες μί­λη­σαν στοὺς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες γιὰ «φυ­σι­κὴ ἁρ­μο­νί­α». Ὅ,τι ἐ­πι­φά­νεια δὲν κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τσι­μέν­το, ἔ­χει στρω­θεῖ μὲ πέ­τρα. Εἶ­ναι ἕ­να μᾶλ­λον ὑ­πε­ρο­πτι­κὸ σπί­τι, ἢ κα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­βλη­τι­κὸ καὶ κά­πως ψυ­χρό, καὶ σί­γου­ρα πλού­σιο. Τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου μπαί­νει ἀ­π’ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, μὰ δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ζε­στά­νει τὸ χῶ­ρο για­τί δι­α­χέ­ε­ται τρο­μαγ­μέ­νο πρὸς ὅ­λες τὶς κα­τευ­θύν­σεις, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τὸ προσ­δο­κώ­με­νο «φω­τι­στι­κὸ ἐ­φέ», τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α ἡ τι­θάσ­σευ­ση τῶν ἀ­κτί­νων τοῦ ἥ­λιου στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τῶν ἰ­δι­ο­κτη­τῶν. Οἱ ἀρ­χι­τέ­κτο­νες χα­ρα­κτή­ρι­σαν τὴν κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ ἐν λό­γῳ σπι­τιοῦ ὡς ἕ­να πρω­τί­στως «οἰ­κο­λο­γι­κὸ project». Κα­τα­κό­ρυ­φες τε­τρά­γω­νες κο­λῶ­νες ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, αὐ­τὸ ποὺ χρη­σι­μεύ­ει ὡς βε­ράν­τα καὶ ἁ­πλώ­νε­ται στὸ κε­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. Ἡ βε­ράν­τα εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ ἀ­π’ ὅ­λες τὶς πλευ­ρὲς καὶ δὲν εἶ­ναι ὁ τύ­πος τῆς βε­ράν­τας ποὺ γε­μί­ζει κα­νεὶς μὲ γλά­στρες καὶ τεν­τω­μέ­να σκοι­νιὰ γιὰ ροῦ­χα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ βε­ράν­τα ἡ ὁ­ποί­α δὲν κα­τα­δέ­χε­ται κόκ­κους σκό­νης καὶ μι­κρὰ παι­διά. Τὴν πλαι­σι­ώ­νουν δυ­ὸ λει­τουρ­γι­κὲς ξύ­λι­νες σεζ­λόγκ. Αὐ­τὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ὅ­λα ὅ­σα βλέ­που­με ἀ­π’ ἔ­ξω. Κα­μιὰ φο­ρὰ βλέ­που­με καὶ μιὰ ψι­λόλι­γνη γυ­ναι­κεί­α φι­γού­ρα. Ἂς ποῦ­με ὅ­τι εἶ­ναι ἡ Σού­ζαν, ἡ ὁ­ποί­α φο­ρᾶ συ­νή­θως ἕ­να λευ­κὸ μα­κρὺ νυ­χτι­κό. Ἄς πλη­σι­ά­σου­με λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­τι μοῦ λέ­ει πὼς ἐ­κεί­νη ἔ­χει με­τα­ξέ­νια μαλ­λιὰ καὶ ἁ­πα­λὴ ἐ­πι­δερ­μί­δα. Ναί, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἔ­χει με­τα­ξέ­νια μαλ­λιὰ καὶ κι­νεῖ­ται νω­χε­λι­κά, βα­ρι­ε­στη­μέ­να κα­λύ­τε­ρα. Ἀ­πὸ δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε δὲν μπο­ροῦ­με νὰ δοῦ­με τί κά­νει ἡ Σού­ζαν ὅ­ταν βρί­σκε­ται μέ­σα στὸ σπί­τι. Τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­με νὰ μπαι­νο­βγαί­νει ξυ­πό­λη­τη μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ τζα­μα­ρί­α. Εἶ­ναι συ­νή­θως μό­νη. Ἂς ποῦ­με ὅ­τι δὲν κα­τα­φέρ­νου­με νὰ πε­τύ­χου­με πο­τὲ τὸν ἄν­τρα. Φαν­τα­ζό­μα­στε ὅ­τι δου­λεύ­ει πο­λὺ καὶ γυρ­νά­ει ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ, λί­γο πρὶν ἡ Σού­ζαν πέ­σει γιὰ ὕ­πνο. Εἴ­μα­στε σί­γου­ροι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ἄν­τρας, ἂν καὶ δὲν τὸν ἔ­χου­με δεῖ, για­τί ὑ­πάρ­χουν δύ­ο σεζ­λὸγκ στὴν βε­ράν­τα καὶ για­τί ἡ Σούζαν στρέ­φει συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὴν ἄ­δεια πο­λυ­θρό­να ὅ­σο βη­μα­τί­ζει σκε­φτι­κὰ (δη­λα­δὴ κά­νον­τας παύ­σεις) στὴν βε­ράν­τα. Συ­ναι­σθα­νό­μα­στε ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να βλέμ­μα με­λαγ­χο­λι­κὸ ἢ ἐ­πί­κρι­σης, για­τί ἀ­πὸ δῶ ποὺ στε­κό­μα­στε τὴ βλέ­που­με νὰ στα­μα­τᾶ ὄρ­θια ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­π’ τὰ μπὲζ μα­ξι­λά­ρια τῆς ὑ­πέ­ρο­χης —ἄ­δειας— σεζ­λόγκ, τὰ χέ­ρια της πέ­φτουν ἄ­ψυ­χα πλά­ι στὸ σῶ­μα της κι ὕ­στε­ρα σταυ­ρώ­νον­ται πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὸ στῆ­θος, ἐ­κεί­νη ἀρ­χί­ζει πά­λι νὰ βα­δί­ζει —αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἐ­λα­φρῶς γρη­γο­ρό­τε­ρα— μέ­χρι νὰ χα­θεῖ ξαφ­νι­κὰ στὸ βά­θος τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­φή­νον­τας πί­σω της τὴ θά­λασ­σα ἀ­κού­ρα­στη νὰ πε­ρι­μέ­νει. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἐ­πι­στρέ­φει, κι ἴ­σως νὰ τη­λε­φώ­νη­σε κά­που ὅ­σο ἔ­λει­πε. Ἴ­σως νὰ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο τὸν ἄν­τρα ποὺ μοιά­ζει νὰ ἀρ­γεῖ πάν­τα καὶ ἴ­σως νὰ μὴν ἀ­πάν­τη­σε πα­ρὰ μο­νά­χα ἡ φω­νὴ τοῦ τη­λε­φω­νη­τῆ. Μπο­ρεῖ νὰ τοῦ ἄ­φη­σε ἕ­να οὐ­δέ­τε­ρο μή­νυ­μα ρω­τών­τας τον τί ὥ­ρα πε­ρί­που θὰ γυ­ρί­σει τὸ βρά­δυ, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι κα­λὰ καὶ ὅ­τι θὰ τὴν βρεῖ ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι, ὅ­πως πάν­τα, ἂν τυ­χὸν ἀρ­γή­σει πο­λύ. Μπο­ρεῖ νὰ τοῦ ἄ­φη­σε ἕ­να τέ­τοι­ο οὐ­δέ­τε­ρο μή­νυ­μα για­τὶ δὲν εἶ­χε λό­για νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴ θλί­ψη καὶ για­τὶ ἡ φω­νή της, ὅ­πως καὶ ἡ ἐ­πι­δερ­μί­δα της, εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πα­λὴ γιὰ νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξεις ποὺ πο­νοῦν. Τὴν βλέ­που­με πά­λι πί­σω, στὴ σι­γυ­ρι­σμέ­νη βε­ράν­τα, καὶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μοιά­ζει νὰ κρα­τά­ει ἕ­να βι­βλί­ο. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι τὸ κρα­τά­ει, ὄ­χι για­τί ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὰ ὄ­ρε­ξη νὰ δι­α­βά­σει, ἀλ­λὰ για­τί προ­σπα­θεῖ νὰ βρεῖ κά­τι νὰ ἀ­πορ­ρο­φη­θεῖ. Κά­θε­ται ἥ­συ­χα στὴν μιὰ σεζ­λόγκ, αὐ­τὴ ποὺ φέ­ρει ἀ­κό­μα τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ κορ­μιοῦ της, καὶ χα­ϊ­δεύ­ει ἀ­φη­ρη­μέ­να τὸ χάρ­τι­νο ἐ­ξώ­φυλ­λο, ἐ­νῶ φαί­νε­ται νὰ δι­α­περ­νᾶ μὲ τὸ βλέμ­μα της τὴν ἄλ­λη, αὐ­τὴ ποὺ βρί­σκε­ται ἄ­φθαρ­τη, ἄ­καμ­πτη, ὁ­λο­καί­νουρ­για ἀ­πέ­ναν­τί της. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει τὴ θά­λασ­σα, κι ὕ­στε­ρα, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα ἀρ­χί­ζει νὰ κλαί­ει. Ἴ­σως λί­γο πρὶν κλά­ψει νὰ κοι­τά­ξει γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ βρά­χια. Κοι­τά­ζει τὰ βρά­χια ποὺ κυ­κλώ­νουν τὸ πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο, λευ­κό, ἄ­ψο­γο σπί­τι, κι ὕ­στε­ρα κλαί­ει. Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­τι κλαί­ει για­τὶ σκύ­βει ἀρ­κε­τά το κε­φά­λι της καὶ οἱ ὦ­μοι της κου­νι­οῦν­ται ρυθ­μι­κά. Ἔ­χου­με πλη­σιά­σει ἀρ­κε­τὰ κόν­τα τώ­ρα, κον­τύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ, για­τὶ ἐ­κεί­νη μοιά­ζει τό­σο μό­νη ποὺ μᾶς κά­νει νὰ θέ­λου­με νὰ τὴν ἀγ­γί­ξου­με. Φυ­σι­κά, αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται για­τὶ θὰ τὴν τρο­μά­ξου­με καὶ για­τὶ δὲν εἴ­μα­στε πα­ρὰ πε­ρί­ερ­γοι ξέ­νοι ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­με γιὰ νὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σου­με ἁ­πλῶς μιὰ ὑ­πό­θε­ση καὶ ὄ­χι ἐ­πει­δὴ τὴν συμ­πο­νοῦ­με πραγ­μα­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ ποὺ βρι­σκό­μα­στε συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ὅ­τι τὸ ὑ­πέ­ρο­χο λευ­κὸ οἴ­κη­μα ποὺ βλέ­πει κα­νεὶς ὀ­δη­γών­τας νὰ ξε­προ­βάλ­λει ἀ­π’ τὴν στρο­φὴ τοῦ δρό­μου, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ φυ­λα­κὴ πί­σω ἀ­πὸ τὰ φω­τει­νὰ κάγ­κε­λα τῆς ὁ­ποί­ας ἀρ­γο­πε­θαί­νει μιὰ πα­ρα­πλα­νη­τι­κὰ γα­λή­νια κρα­τού­με­νη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λογοτε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: