Σοφία Νικολαΐδου: Ἡ σημαδεμένη

Nikolaidou,Sofia-ISimademeni-Eikona-01

Σοφία Νικολαΐδου


Ἡ ση­μα­δε­μέ­νη


01-SigmaΤΑ ’77 ἁλώνιζε τὴ Ρόδο. Ὁ πιὸ λιμ­πι­στε­ρὸς γκό­με­νος. Κα­μά­κι, ἀ­π’ τὰ δε­κα­πέν­τε του, δέ­κα χρό­νια με­τὰ ἤ­τα­νε μά­στο­ρας. Ὁ Γιαν­νοῦ­τσος μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Πρό­σω­πο σπα­θί, σῶ­μα γιὰ κρε­βά­τι. Βόλ­τα­ρε μα­κρύ­κα­νος. Σκέ­λια ἀ­νοι­χτά, που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το στὸ στέρ­νο. Νὰ κα­λεῖ ἡ σκο­τει­νὴ ἀγ­κα­λιά. Λέ­γαν πὼς τὰ φι­λιά του σα­ϊτεῦ­αν στὸ σταυ­ρό, βα­ρά­γαν στὸ μυα­λό, λω­λαί­να­νε. Ὅ­ποι­α ἤ­θε­λε τὴν εἶ­χε.

       Θέ­ρος τοῦ ’79 ζε­μα­τι­στό, χο­χλά­ζα­νε τὰ σώ­μα­τα μὲς στὰ ζου­μιά τους. Παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ζά­πλου­τη σου­η­δέ­ζα καλ­λο­νή. Ἕ­να μή­να ἔ­σερ­νε γύ­ρω της μουγ­κρί­ζον­τας. Ὥ­σπου τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε. Σά­στι­σε ὁ πα­τέ­ρας της σὰν εἶ­δε τὸ γαμ­πρό του. Τώ­ρα τί κά­νου­νε μ’ αὐ­τόν, ἀ­να­λο­γί­ζον­ταν ἀ­μή­χα­να. Τὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­πο­κλεί­ον­ταν. Ἔ­μοια­ζε μπουρ­λο­τι­έ­ρης. Δὲν ἦ­ταν γιὰ γρα­βά­τα κι ἀ­φεν­τι­λί­κι. Τοῦ ἄ­νοι­ξε στὴ Ρό­δο φαρ­μα­κεῖ­ο. Σπου­δαῖ­ο, δὲν εἶ­χε δεύ­τε­ρό του στὰ Δω­δε­κά­νη­σα. Ντρε­πό­σουν νὰ πα­τή­σεις. Ὁ Γι­αν­νοῦ­τσος σου­λα­τσά­ρι­ζε στὴ χώ­ρα μὲ Ρὸλς-Ρό­ις. Θυ­μοῦν­ται οἱ πα­λιοὶ ἀ­κό­μα.

       Ἡ νύ­φη ἔ­μει­νε στὸ ζό­φο τοῦ Βορ­ρᾶ. Νά ‘ρ­θει στὰ συγ­κα­λά της, νὰ χω­ρί­σει. Τοῦ ‘­κα­νε κό­ρη. Μιὰ ξω­θιά. Τοῦ ‘­φε­ρε τὸ παι­δά­κι στὴν Ἑλ­λά­δα, νὰ τὸ δεῖ. Καὶ νὰ τοῦ πεῖ τὰ ἄλ­λα. Νὰ κα­νο­νί­σουν τὸ δι­α­ζύ­γιο σὰν φί­λοι, ἔ­λε­γε. Σφίγ­γον­τας τὴ μι­κρὴ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νὰ μὴν τοὺς ξα­να­δεῖ, νὰ κά­νει τὴ ζω­ή του. Ἄ­κου­γε αὐ­τὸς ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­πό­το­μα. Ἁρ­πά­ζει τὸ παι­δὶ ἀ­π’ τὸν κόρ­φο της. Τὸ κα­να­κεύ­ει μιὰ στα­λί­τσα μό­νο. Τρα­βά­ει τὸ σου­γιὰ ποὺ κου­βα­νοῦ­σε πάν­τα γιὰ ἀν­τρι­λί­κι καὶ χα­ρά­ζει τὸ ζυ­μω­τὸ μπρα­τσά­κι. Τρέ­ξα­νε αἵ­μα­τα, ἔ­σκου­ξε ἡ μι­κρή. Ἡ ἄλ­λη κοι­τοῦ­σε. Αὐ­τὸς μι­λοῦ­σε μό­νος του. Φτοῦ σου, κο­πέ­λα μου. Γυ­ναι­κά­ρα σὰν καὶ τὴ μά­να σου θὰ γε­νεῖς. Φτοῦ σου, κού­κλα μου. Σὰν καὶ σέ­να κα­μιά. Φτά­νει νὰ μὴ σὲ κοι­μη­θῶ. Νὰ σὲ γνω­ρί­σω ἀ­π’ τὸ ση­μά­δι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας κα    ὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999), Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


		
Διαφημίσεις

Μαρία Μήτσορα: Ἡ ψυχοΝικολέττα

img11_7

Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


 

Ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα

 


04-EpsilonΙΝΑΙ ΤΟΣΑ τὰ ὑ­πό­γεια ρεύ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὴ δι­κή μου μνή­μη καὶ τὴ μνή­μη τοῦ κό­σμου… στὸν ἀ­φρὸ μιᾶς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας λοι­πόν, ὅ­που μέ­σα στὴ νε­α­ρὴ κοι­λιὰ μιᾶς ἄ­νοι­ξης ζου­ζου­νί­ζουν οἱ και­νού­ριοι καρ­ποί, ἦ­ταν γλυ­κιὰ ἀ­κό­μα κι ἡ ἀ­πει­λὴ τῶν ἁ­λυ­σί­δων, για­τί θὰ ἦ­σαν ἁ­λυ­σί­δες ἀ­πὸ ἀ­ρώ­μα­τα – πα­σχα­λι­ές, νυ­χτο­λού­λου­δα κι ἀ­ρά­πι­κα γι­α­σε­μιά. Ἕ­να τοῦ­νελ ὁ χει­μώ­νας, ποὺ πάν­τα τέ­λει­ω­νε καὶ βγαί­να­με ἔ­ξω κι ἀ­νε­βαί­να­με ἐ­πά­νω κι ἂν θέ­λα­με μπο­ρού­σα­με νὰ σκαρ­φα­λώ­σου­με στὸ καμ­πα­να­ριό.

       Στὴ Νέ­α Σμύρ­νη σὲ μιὰ μο­νο­κα­τοι­κί­α τὴν ἔ­φε­ρε, στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς ἄ­νοι­ξης ὅ­ταν ἤ­μουν δέ­κα χρο­νῶν, ὁ πα­τέ­ρας μου, ποὺ τὴν εἶ­χε μα­ζέ­ψει κλα­μέ­νη καὶ δαρ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να παγ­κά­κι κον­τὰ στὸ Ἄλ­σος. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν μι­λοῦ­σε κα­θό­λου. Ἤ­πι­ε πρῶ­τα ἕ­ναν κα­φὲ κα­τα­πί­νον­τας τὰ δύ­σκο­λα. Ἡ φω­νὴ δέν τῆς ἔ­βγαι­νε για­τί ἦ­ταν ὁ λαι­μὸς της γε­μά­τος κόμ­πους, Τὸν δεύ­τε­ρο κα­φὲ τὸν ρού­φη­ξε μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, σή­με­ρα θὰ ἔ­λε­γα μ’ ἐ­λα­φρά­δα σχε­δὸν ἀ­νάρ­μο­στη γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή της. Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς σερ­βί­ρι­σε κι ἕ­να πο­τή­ρι ζε­στὸ γά­λα, μᾶς κοί­τα­ξε ξαφ­νι­κὰ μὲ με­γά­λη προ­σο­χὴ ἕ­ναν ἕ­ναν καὶ τοὺς τρεῖς καὶ ψι­θύ­ρι­σε μὲ φω­νὴ τρυ­φε­ρὴ ὅ­τι δὲν τῆς εἶ­χε συμ­βεῖ τί­πο­τα τρο­με­ρό, για­τί ὁ πυ­ρο­σβέ­στης της ὁ Πα­να­γι­ώ­της στὸ βά­θος τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Οἱ γο­νεῖς μου ἔ­γι­ναν θη­ρί­α. Ἔ­χον­τας κη­ρύ­ξει ψυ­χρὸ πό­λε­μο με­τα­ξύ τους ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τοὺς θυ­μό­μουν, τρό­μα­ξαν μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἔ­ρω­τα. Πάν­τως, ἡ ἀ­πό­φα­ση πάρ­θη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως, θὰ κρα­τού­σα­με τὴ Νι­κο­λέτ­τα στὸ σπί­τι, θὰ βο­η­θοῦ­σε στὶς δου­λει­ές, θὰ ἔ­παιρ­νε κι ἕ­ναν μι­κρὸ μι­σθὸ κι ὁ πα­τέ­ρας μου θ’ ἀ­να­λάμ­βα­νε νὰ μι­λή­σει, μὲ τὸν Πα­να­γι­ώ­τη.

       Ἡ Νι­κο­λετ­τα ἦ­ταν εἰ­κο­σι­τρι­ῶν χρο­νῶν, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δει­χνε πά­νω ἀ­πὸ δε­κά­ξι. Τὴν ἀ­φή­σα­με στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ πλυ­θεῖ, κι ὅ­ταν βγῆ­κε τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰν ἄ­σπρη πε­τσέ­τα, ψά­χνον­τας μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου στὴν ντου­λά­πα γιὰ κα­θα­ρὰ ροῦ­χα, πῶς καὶ πῆ­ρε τὸ μά­τι της κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὴν τα­φτα­δέ­νια οὐ­ρὰ ποὺ εἶ­χε στεί­λει μιὰ θεί­α ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ φό­ρε­σε ἀ­μέ­σως. Τὴν πρώ­τη νύ­χτα στὸ σπί­τι μας, ντυ­μέ­νη ἔ­τσι στὰ κόκ­κι­να, μὲ τὰ μα­κριὰ μαῦ­ρα της μαλ­λιά, μὲ τὰ μαῦ­ρα μά­τια της ποὺ ἔ­λαμ­παν, πα­ρό­λο ποὺ τὸ ἕ­να ἦ­ταν με­λα­νι­α­σμέ­νο, μοῦ φά­νη­κε πὼς θ’ ἄρ­χι­ζε νὰ χο­ρεύ­ει ἕ­ναν χο­ρὸ τῆς φω­τιᾶς κι ἡ κά­θε κί­νη­ση τῆς κο­κα­λι­ά­ρι­κης λε­κά­νης της θὰ ἄ­νοι­γε τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ οὐ­ρὰ σὰν βεν­τά­λια.

       Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, μὲ ροῦ­χα ἁ­πλά, μὲ τὰ μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να πί­σω, τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι δι­κό της πιὰ ἀλ­λὰ κρε­μα­σμέ­νο στὴν ντου­λά­πα, ὅ­λα τα ἔ­κα­νε μὲ χά­ρη κι ἐ­λα­φρά­δα, χω­ρὶς ἴ­χνος βι­α­σύ­νης.

       Ὁ Πα­να­γι­ώ­της πέ­ρα­σε πρῶ­τα μὲ τὸ κόκ­κι­νο πυ­ρο­σβε­στι­κὸ καὶ τῆς κόρ­να­ρε. Χύ­θη­κε ἡ Νι­κο­λετ­τα στὸν δρό­μο κι ὁ πα­τέ­ρας μου τὸν κά­λε­σε στὸ σα­λό­νι γιὰ νὰ μι­λή­σουν οἱ ἄν­τρες. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της δὲν ἄρ­γη­σε νὰ δώ­σει κλαί­γον­τας τὸν λό­γο του ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­ση­κώ­σει χέ­ρι, δὲν ἔ­φται­γε κι αὐ­τός, εἶ­χε ἄ­σχη­μη παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­χε σφά­ξει τὴ μά­να του.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸν χρό­νο τὸ τοῦ­νελ τοῦ χει­μώ­να εἶ­χε ἀ­νοί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρα νω­ρίς. Ἀρ­γοῦ­σε ὅ­μως νὰ φτά­σει τὸ Πά­σχα. Καὶ ξαφ­νι­κὰ Με­γά­λη Πέμ­πτη κι­ό­λας, ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα, ὅ­πως τὴν ἔ­λε­γε ἡ για­γιά μου ἀ­πὸ τὸ ψυ­χο­κό­ρη, ἀ­νήγ­γει­λε στὴ μη­τέ­ρα μου πὼς θὰ μ’ ἔ­παιρ­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α ν’ ἀ­κού­σου­με τὰ Δώ­δε­κα Εὐ­αγ­γέ­λια. Στὸν δρό­μο καμ­πά­νες κλαί­γα­νε γλυ­κά. Μπρο­στὰ σ’ ἕ­ναν κῆ­πο μὲ φω­τι­σμέ­νο σιν­τρι­βά­νι, ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἀν­θι­σμέ­να δέν­τρα τοῦ Ἰ­ού­δα, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὸ σχέ­διό της, λέ­γον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν σή­μαι­νε πὼς θὰ κά­να­με μά­για, ἀλ­λὰ κα­τά­δε­ση: μὲ κά­θε Εὐ­αγ­γέ­λιο θὰ ἔ­δε­νε κόμ­πο δύ­ο ζῶ­νες, μιὰ δι­κή της καὶ μιὰ τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη, ἀ­πὸ τὴν πι­τζά­μα του.

       «Ἔ­τσι δὲν θὰ χω­ρί­σου­με πο­τὲ καὶ πάν­τα θ’ ἀ­γα­πι­ό­μα­στε» εἶ­χε προ­σθέ­σει καὶ μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι τὸ σα­γό­νι της ἔ­τρε­με. Ὅ­ταν ἀ­νά­ψα­νε πά­λι τὰ φῶ­τα, με­τὰ τὸ Πέμ­πτο Εὐ­αγ­γέ­λιο, κι ἐ­νῶ ἀν­τη­χοῦ­σαν ἀ­κό­μα τὰ καρ­φιὰ μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­δα πὼς τὰ μά­τια της εἴ­χα­νε γε­μί­σει δά­κρυ­α. «Νὰ πι­στεύ­εις καὶ νὰ προ­σεύ­χε­σαι» ἔ­σκυ­ψε καὶ μοῦ ψι­θύ­ρι­σε. Ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πέ­ρα­σε τὶς τρεῖς ἀ­νοι­χτὲς πύ­λες, ζε­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὰ κε­ριὰ καὶ τα­ξί­δε­ψε τ’ ἀ­ρώ­μα­τα, χα­ϊ­δεύ­ον­τας τὶς εἰ­κό­νες. Τό­τε ἔ­κλει­σα σφι­χτά τα μά­τια μου κι ἔ­κα­να μιὰ προ­σευ­χή.

       «Ἀ­ε­ρά­κι, ξε­τσα­λά­κω­σε τὸ μυα­λό μου, ἀ­ε­ρά­κι πά­ρε τὴν τρε­μού­λα, φέ­ρε μου μιὰ χα­ρού­λα».

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ Πά­σχα ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα ἔ­φυ­γε γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή μας, τρέ­χον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ ἔ­ρω­τα, χω­ρὶς νὰ τὴ νοιά­ζει ἂν θὰ τσά­κι­ζε τὰ γό­να­τά της. Πί­σω της ἔ­πε­σε πά­λι ἡ θερ­μο­κρα­σί­α τοῦ σπι­τιοῦ. Μπο­ροῦ­σα νὰ σχη­μα­τί­ζω μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ δα­χτύ­λου Ὄχι πά­νω σε ἀ­ό­ρα­τα πα­γω­μέ­να τζά­μια. Πῆ­ρε μα­ζί της τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὴν τρι­ζά­τη οὐ­ρὰ κι ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν πά­λι μαύ­ρη στὸ ξύ­λο. Σκε­φτή­κα­με ὅ­τι ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ μᾶς ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει για­τί ντρε­πό­ταν.

       Τὴν εἶ­δα ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δέ­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Ἦ­ταν καὶ πά­λι Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα. Οἱ γο­νεῖς μου δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ καὶ ζοῦ­σα μὲ κά­ποι­ον ποὺ τοῦ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι δὲν θὰ τὸν ἀ­γα­πή­σω πο­τέ. Οἱ δρό­μοι μου ἦ­ταν σπαρ­μέ­νοι μὲ λου­λού­δια καὶ ξυ­ρά­φια. Ὁ τα­ξι­τζὴς μὲ εἶ­χε στρα­βο­κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ για­τί πλη­σί­α­ζε με­ση­μέ­ρι κι ἐ­γὼ εἶ­χα ξε­μεί­νει μὲ τὸ μα­κρὺ μαῦ­ρο φου­στά­νι τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας. Φτά­νον­τας σ΄ ἕ­να δρο­μά­κι τῆς Κυ­ψέ­λης, ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς εἶ­χα ξε­χά­σει τὸ πορ­το­φό­λι μου. Τὰ μά­τια του ἄ­στρα­ψαν ἀ­πὸ μί­σος ἀλ­λὰ καὶ κρυ­φὸ ἐν­θου­σια­σμό, «θέ­λω τὰ λε­φτά μου» ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ δυ­να­τὰ κα­θὼς μα­ζευ­ό­ταν κό­σμος. Μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα μὲ φιλ­ντι­σέ­νιο πρό­σω­πο ἔ­σκυ­ψε καὶ ρώ­τη­σε «τί χρω­στά­ει ἡ κο­πέ­λα;», ἡ ψυ­χο­Νι­κο­λέτ­τα πλή­ρω­σε τὸ τα­ξί. Τό­τε δὲν ἔ­φτα­να πο­τέ, μό­νον ἔ­φευ­γα, ἔ­τσι γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ μι­λή­σα­με. Δὲν εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὸν Πα­να­γι­ώ­τη, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­καν τὰ παι­διὰ εἶ­χε ἡ­με­ρέ­ψει, ἦ­ταν ἕ­νας κα­λὸς ἄν­θρω­πος καὶ πή­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α κά­θε Κυ­ρια­κή. Ναί, εἴ­χα­νε δυ­ὸ κό­ρες, τὴ Φλό­γα καὶ τὸ Μα­ρά­κι τὸ Ἀ­ε­ρά­κι. Μὲ φί­λη­σε καὶ μὲ σταύ­ρω­σε καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς τὸ μά­γου­λο της ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μου, μοῦ ἦρ­θε νὰ τῆς πῶ, ἐ­σὺ κι ἡ πί­στη σου στὸ θαῦ­μα, στὸν θε­ὸ ποὺ πι­στεύ­εις, σῶ­σε με, βγά­λε μὲ ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ θο­λὰ καὶ κρύ­α νε­ρά, κάνε νὰ σκι­στοῦν οἱ μαῦ­ρες μεμ­βρά­νες ποὺ πε­ρι­ο­ρί­ζουν τὶς κι­νή­σεις μου. Ἐ­δῶ ποὺ βρί­σκο­μαι εἶ­ναι, μιὰ διά­ρκεια κο­φτε­ρή, χά­ρι­σέ μου μιὰ βα­θιὰ κι ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­να­πνο­ή. Ἡ Νι­κο­λέτ­τα βούρ­κω­σε. Δὲν μὲ ξαφ­νί­α­σε ποὺ μὲ συ­ναι­σθάν­θη­κε, ἔ­τσι ἤ­τα­νε, πάν­τα ἕ­τοι­μη νὰ ση­κώ­σει τὸ βά­ρος τοῦ κό­σμου. Ἡ Χά­ρη της γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μὲ ἄγ­γι­ξε κι ἔ­νι­ω­σα τὴν πρώ­τη γλυ­κιὰ ὑ­πό­σχε­ση στὸν ἀ­έ­ρα. Χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα, ἔ­φυ­γα σχε­δὸν τρέ­χον­τας καὶ δὲν εἶ­χε πιὰ ση­μα­σί­α ποὺ ἕ­νας κό­σμος ἀ­πὸ φτη­νὲς γυ­α­λά­δες μᾶς κα­τά­πι­νε καὶ μᾶς χώ­ρι­ζε γιὰ πάν­τα.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).


 

Δημήτρης Καλοκύρης: Γεωγραφικά

untitled..

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης


Γε­ω­γρα­φι­κὰ

Στὸν Εὐ­γέ­νιο Ἀ­ρα­νί­σκι


 06-Delta-Chronica_Polonorum_DΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ αὐ­τὴ ἡ φρά­ση· οὔ­τε κὰν πῶς ἀρ­χί­ζει μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος συγ­γε­νὴς ποὺ ἔ­φυ­γε με­τὰ τὸν πό­λε­μο καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε ἑ­στι­α­τό­ριο μ’ ἑλ­λη­νο­πρε­πῆ φα­γη­τὰ καὶ ἀ­να­το­λί­τι­κες συν­τα­γὲς κον­τὰ στὸ κέν­τρο τῆς πα­λιᾶς πό­λης τοῦ Βε­λι­γρα­δί­ου. Ἀ­πέ­κτη­σε τέσ­σε­ρα παι­διὰ μὲ μιὰ ἀ­ει­κί­νη­τη Κρο­ά­τισ­σα καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ παν­τρέ­ψει τὴ με­γά­λη του κό­ρη κεῖ­νες τὶς μέ­ρες «ἐ­ναν­τί­ον ἑ­νὸς ἐ­πι­στή­μο­να», μᾶς ἔ­γρα­φε λα­κω­νι­κὰ —ποὺ ἀ­πο­δεί­χθη­κε ὄν­τως σπου­δαῖ­ος χη­μι­κὸς στὶς πλα­στι­κὲς ὕ­λες ἀρ­γό­τε­ρα— καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ πα­ρευ­ρε­θοῦ­με σύσ­σω­μοι στοὺς γά­μους.

        Ξε­κι­νή­σα­με σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶς, ἀ­πό­γευ­μα, ἀρ­χὲς Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ ’67, μὲ τὰ ἁρ­μό­ζον­τα δῶ­ρα καὶ μὲ τρό­φι­μα σπα­νί­ζον­τα τό­τε στὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, ὅ­πως κα­φέ­δες, ζά­χα­ρη καὶ ἰ­δι­ό­τρο­πα ζυ­μα­ρι­κά. Ἐ­γὼ δι­έ­τρι­βα στὰ λε­ξι­κὰ πε­ρι­χα­ρής, δι­α­νύ­ον­τας τὴν πα­ρα­λή­γου­σα δια­ύγεια τῆς ἐ­φη­βεί­ας καὶ ση­μεί­ω­να το­πο­θε­σί­ες καὶ ὀ­νό­μα­τα. Βε­λι­γρά­δι: Λευ­κό­πο­λις, Ἄλ­βα Γραι­κι­κή. Ἰλ­λυ­ριοί: Χαρ­βά­ται. Πο­λι­τεῖ­ες: Σίρ­μιον, Σχίμ­πε­νικ, Τευ­θρώ­νη.

        Μᾶς πε­ρί­με­ναν πε­ρι­χα­ρεῖς στὸ σταθ­μό. Τὰ παι­διὰ μι­λοῦ­σαν τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ σὰν ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, μὲ γέ­λια καὶ χει­ρο­νο­μί­ες μᾶλ­λον, πα­ρὰ λέ­ξεις. Πάν­τως, συ­νο­πτι­κά, κα­τα­λα­βαί­να­με. Τὰ νο­ή­μα­τα δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως πο­λύ­πλο­κα. Προ­πό­σεις, χει­ρα­ψί­ες, συ­στά­σεις. Ὁ γά­μος ἦ­ταν με­γα­λο­πρε­πὴς ὡς συ­νή­θως, μὲ βα­θύ­φω­νους ψαλ­μω­δοὺς καὶ ἐ­πάρ­γυ­ρα σκεύ­η.

        Ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ τρα­πέ­ζι, κα­θό­μουν δί­πλα σ’ ἕ­ναν ξά­δελ­φο τοῦ γαμ­προῦ ποὺ μι­λοῦ­σε γαλ­λι­κὰ καὶ σχε­δὸν κου­βεν­τι­ά­ζα­με. Ἦ­ταν ἀ­ρι­στε­ρό­χει­ρας πο­λι­τι­κὰ καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς σχε­δια­στὴς σὲ ἑ­βδο­μα­δια­ία ἐ­φη­με­ρί­δα. Φι­λο­τε­χνοῦ­σε σκί­τσα, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ σταυ­ρό­λε­ξα. Θὰ ἔ­φευ­γε τὸν Μά­ι­ο τοῦ ’68 γιὰ νὰ σπου­δά­σει κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι. Μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὅ­τι πρὶν λί­γες μέ­ρες, τὰ νε­ρὰ τῶν πο­τα­μῶν εἶ­χαν χα­μη­λώ­σει καὶ στὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Δού­να­βη μὲ τὸν Σά­βο, στὴν καρ­διὰ τῆς πό­λης σχε­δόν, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα ἀ­πὸ συ­στά­δες ὑ­δρό­βι­ων φυ­τῶν με­ρι­κὲς νη­σί­δες, φαι­νό­με­νο μᾶλ­λον σπά­νιο, σκό­πευ­ε δὲ νὰ τὶς ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὴν ἐ­παύ­ριο, πρὶν ἀ­νε­βοῦν καὶ πά­λι τὰ νε­ρά, καὶ νὰ ἰ­χνο­γρα­φή­σει τοὺς τό­πους. Δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ δη­λώ­σω ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξω τὴ συμ­με­το­χή μου στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση.

        Ξε­κι­νή­σα­με κα­τὰ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ί, πέν­τε ἄ­το­μα, μὲ μη­χα­νο­κί­νη­τη βάρ­κα ποὺ εἶ­χαν νοι­κιά­σει γιὰ λί­γα δη­νά­ρια, νό­μι­σμα ποὺ μὲ πα­ρὲπεμ­πε ἀ­στρα­πια­ῖα σὲ ἱ­στο­ρί­ες μὲ κεν­τυ­ρί­ω­νες καὶ ἔ­φιπ­πους ἀν­θύ­πα­τους.

        Ἡ δι­α­δρο­μὴ ἦ­ταν σύν­το­μη, δέ­κα λε­πτὰ πε­ρί­που. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ὁ βαρ­κά­ρης ποὺ εἶ­χε δυ­ὸ-τρί­α μο­νά­χα δόν­τια, φο­ροῦ­σε ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πο­μί­μη­ση τζὴν καὶ ἄ­να­βε συ­νε­χῶς τσι­γά­ρα καὶ τὰ πε­τοῦ­σε ἀ­μέ­σως ἀ­ναμ­μέ­να στὸν πο­τα­μό, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ σκο­τει­νὴ λαμ­πα­δη­δρο­μί­α στὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά. Στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα κυ­μά­τι­σε μιὰ ἔν­τα­ση. Μιὰ μπάν­τα ὀ­ρει­χάλ­κι­νων πνευ­στῶν ἔ­κα­νε πρό­βες σ’ ἕ­να μα­κρι­νὸ ἐμ­βα­τή­ριο.

        Πλη­σι­ά­σα­με στὴ με­γα­λύ­τε­ρη νη­σί­δα μὲ τε­τα­μέ­νη προ­σο­χή. Ἀ­πο­βι­βα­στή­κα­με σὲ μιὰ γῆ ὅπου κα­νέ­νας δὲν εἶ­χε πα­τή­σει τὸ πό­δι του ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες καὶ οἱ κίν­δυ­νοι τῆς λά­σπης ἦ­ταν ὁ­ρα­τοί. Προ­πο­ρευ­ό­ταν κά­ποι­ος με­γα­λό­σω­μος μὲ με­γά­λη προ­φύ­λα­ξη, δο­κι­μά­ζον­τας συ­νε­χῶς τὴ στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ ἑ­πό­με­νου βή­μα­τος μ’ ἕ­να κλα­δὶ καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἀ­κο­λου­θού­σα­με βῆ­μα πρὸς βῆ­μα τὰ ἴ­χνη του. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἔ­δει­χναν δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α καὶ φω­το­γρά­φι­ζαν πρὸς ὅ­λες τὶς κα­τευ­θύν­σεις σά­πια φύλ­λα, κα­λά­μια καὶ πέ­τρες.

        Φυ­σοῦ­σε ἀ­έ­ρας; Ἐν­τό­πι­σα ἕ­να εἶ­δος μυρ­σί­νης ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λα­μώ­δη ὑ­δρό­βια, τὸ μό­νο φυ­τὸ ποὺ ἀ­να­γνώ­ρι­ζα ἐ­παρ­κῶς γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ τὸ συ­σχε­τί­ζω ἱ­στο­ρι­κὰ στοὺς κύ­κλους μου μὲ τὸν Παυ­σα­νί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρει μιὰ μυρ­τιὰ στὴν Τροι­ζή­να ποὺ εἶ­χε ὅ­λα της τὰ φύλ­λα δι­ά­τρη­τα, για­τί τὰ τρύ­πη­σε ἀ­πὸ τὰ νεῦ­ρα της ἡ Φαί­δρα μὲ τὴ φουρ­κέ­τα τῶν μαλ­λι­ῶν, πα­θι­α­σμέ­νη, λέ­νε, γιὰ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ Ἱπ­πό­λυ­του. Ταύ­τι­σα ἐ­πί­σης κά­ποι­α φτε­ρω­τά: Μιὰ σι­τα­ρί­να 6-7 ἑ­κα­το­στῶν ποὺ ἔ­χει, ὅ­πως ἄ­κου­σα, κρέ­ας νο­στι­μό­τα­το καὶ πε­ρι­φέ­ρε­ται στὰ σι­το­φό­ρα πε­δί­α. Ἐ­θε­ά­θη καὶ κοκ­κι­νω­πλός, σαρ­κο­φά­γο που­λά­κι μὲ ζω­η­ρό­τα­τα χρώ­μα­τα τοῦ χαλ­κοῦ στὰ φτε­ρὰ καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ στέρ­νο.

        Μὲ βε­βαι­ό­τη­τα δι­έ­κρι­να μιὰ ἐ­σο­χὴ ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄλ­λο τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο στὰ ὑ­πό­γεια ἀ­νά­κτο­ρα τῶν Να­ϊ­ά­δων, μὲ τὸν ὑ­γρὸ δι­ά­δρο­μο γε­μά­το σι­δε­ρό­φρα­κτες πόρ­τες ὅ­που σφα­λί­ζον­ται οἱ πη­γὲς τῶν πο­τα­μῶν: τοῦ Βόλ­γα καὶ τοῦ Δού­να­βη, τοῦ Δνεί­πε­ρου καὶ τοῦ Δρί­να, τοῦ Ἀ­ξιοῦ, τοῦ Ἁ­λι­άκ­μο­να, τοῦ Γάγ­γη, τοῦ Τά­γου καὶ ἄλ­λων πολ­λῶν.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ φώ­να­ξαν. Δη­λα­δή μοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἕ­να σύμ­πλεγ­μα συμ­φώ­νων ποὺ θὰ ἀν­τι­στοι­χοῦ­σε στὴν προ­σφώ­νη­ση «Ἔ, Ἕλ­λη­να!» Εἶ­χαν στα­θεῖ μπρο­στὰ σ’ ἕ­να τοι­χί­ο, ἴ­χνος ἀ­πὸ ἐ­ρεί­πιο, καὶ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν πα­νη­γυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ση­μεῖ­ο μὲ χα­ραγ­μέ­νες με­γα­λο­γράμ­μα­τες ἐ­πι­γρα­φές. Κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς ἦ­ταν σὲ προ­φα­νῆ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω φω­να­χτά τα κολ­λη­μέ­να γράμ­μα­τα. Τὴν ἀν­τέ­γρα­ψα ἐν συ­νε­χεί­α κα­θὼς οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­στα­μέ­νως φω­το­γρά­φι­ζαν. Ἔ­γρα­φε «… καὶ ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸν ἱ­ε­ρὸν ἐ­κα­λέ­σθη ὁ τό­πος Ἱ­ε­ρὰ ὑ­πὸ δὲ τῶν ἐν­το­πί­ων σλα­βι­στὶ Νι­ρά, του­τέ­στιν τό­πος ἀρ­ξά­με­νος καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σεν ὁ ἄρ­χων τρι­α­κο­σί­ας ρί­ζας ἐ­λι­ὲς καὶ ἀμ­πε­λά­κι. Καὶ δι­ό­τι ἦ­το δο­κι­μα­σμέ­νος στὰ σαρ­κι­κὰ πά­θη ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ἐκ τῆσ­δε προ­σκαί­ρου καὶ ἐ­διά­βη πρὸς τὴν αἰ­ώ­νιον ζω­ὴν χρό­νους ἀ­πὸ κτί­σε­ως κό­σμου ζσι­ε’ (7217), ἐ­δι­κούς μας 1707 καὶ ἐ­τά­φη εἰς τὴν αὐ­τὴν ἔ­ξω­θεν ὡς τα­πει­νό­φρων ὅ­που ἦ­το».

        Ποι­ὸς ζοῦ­σε στὰ 1707 πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ξέ­ρα δύ­ο στρέμ­μα­τα; Με­τό­χια; Σκῆ­τες; Ποι­ὸς ὁ Ἄρ­χων;

        Ὁ βαρ­κά­ρης βι­α­ζό­ταν νὰ φύ­γου­με για­τί ἀ­νέ­βαι­ναν σι­γὰ σι­γὰ τὰ νε­ρά. Κά­ποι­ος ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του ἕ­να με­ταλ­λι­κό, πε­πι­ε­σμέ­νο μπου­κά­λι καὶ ἤ­πια­με ἐκ πε­ρι­φο­ρᾶς φλο­γώ­δη οἰ­νο­πνεύ­μα­τα τοῦ δα­μά­σκη­νου — ἤ­τοι ραν­τί­στη­κα στὸ βά­πτι­σμα τῆς θρυ­λι­κῆς σλι­βο­βί­τσας.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (ἢ ἔ­στω κά­ποι­α ἄλ­λη στιγ­μή, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς) πρω­το­σκέ­φτη­κα τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ σι­ω­πη­λὰ διὰ βί­ου θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σα. Φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­πρε­πές, με­τρί­ως προ­σο­δο­φό­ρο πι­θα­νῶς, ἀλ­λὰ δι­αμ­πε­ρὲς καὶ ἐλ­πι­δο­φό­ρο: Στέ­λε­χος τῆς γε­ω­γρα­φι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Θὰ φι­λο­τε­χνοῦ­σα μι­κρές, ἀλ­λὰ καί­ρι­ες πα­ρα­ποι­ή­σεις στοι­χεί­ων στοὺς χάρ­τες· σὲ χάρ­τες ναυ­τι­κούς, ἀ­γρο­τι­κοὺς ἢ ὁ­δι­κούς, σι­δη­ρο­δρο­μι­κούς, τῶν ὑ­πο­γεί­ων, ὀ­ρει­βα­τι­κούς, πο­λι­τι­κοὺς καὶ γε­ω­φυ­σι­κούς, φυ­σι­κῶν πό­ρων, στρα­τι­ω­τι­κούς, ἱ­στο­ρι­κούς, του­ρι­στι­κούς, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κούς, σὲ χάρ­τες δα­σι­κοὺς καὶ ἀ­στρο­νο­μι­κούς, το­πι­κοὺς καὶ παγ­κό­σμιους, ἐ­πί­πε­δους, ἀ­νά­γλυ­φους ἢ πα­ρα­βο­λι­κούς, μὲ προ­βο­λὲς μερ­κα­το­ρι­κὲς ἢ Πέ­τερς. Ἐ­λά­χι­στες δο­λι­ο­φθο­ρὲς στὸ σύ­στη­μα προ­σα­να­το­λι­σμοῦ ἐ­πι­νο­ών­τας, σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­δρο­μῆς ἀρ­χι­κά, ὑ­στέ­ρα ὑ­πὸ τύ­πον φάρ­σας, κα­τό­πιν σὲ μορ­φὴ πα­γί­δας καὶ ἐν­τέ­λει ἀ­πό­το­μης ἔ­κρη­ξης. Χάρ­τες λευ­κούς, χάρ­τες δι­ά­τρη­τους ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ρι­πές, χάρ­τες σπιν­θή­ρων σὰν πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, δι­α­φα­νεῖς, χάρ­τες γιὰ ὀ­ρυ­χεῖ­α καὶ ἀ­ε­ρο­δι­αδρό­μους, χάρ­τες πο­ρεί­ας τῆς μέ­λισ­σας καὶ τοῦ ψα­ριοῦ, χάρ­τες ἄ­νε­μων καὶ ὑ­δά­των, ἀ­πό­κρυ­φους, μυ­στη­ρι­ώ­δεις, νο­η­τοὺς καὶ κα­τα­κό­ρυ­φους, χάρ­τες ἀ­κό­μη ψυ­χο­γρα­φι­κούς, χάρ­τες ἐ­ρώ­των κω­μα­τώ­δεις.

        Καὶ αὐ­τό, πά­νω κά­τω, ἔ­κα­να.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001)

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Εἴμαστε μεῖς, Ἑλλάδα, τὰ παιδιά σου


Markoglou,Prodromos-Eimast;Emeis,Ellada,TaPaidiaSou...-Eikona-02


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Εἴ­μα­στε μεῖς, Ἑλ­λά­δα, τὰ παι­διά σου


03-Sigma’ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ τὰ σχο­λεῖ­α ἦ­ταν κλει­στά. Τὰ εἴ­χα­νε κλεί­σει, οἱ Βούλ­γα­ροι στὴν προ­σπά­θειά τους ν’ ἀ­φελ­λη­νί­σουν τὴν πε­ρι­ο­χή μας, κα­θὼς τὴν εἶ­χαν προ­σαρ­τή­σει στὸ βα­σί­λει­ό τους. Ὅ­ταν τὸν Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1944 ὁ ΕΛΑΣ μπῆ­κε στὴν πό­λη, σχε­δὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν μή­να, ἄ­νοι­ξαν καὶ πά­λι τὰ σχο­λεῖ­α μας. Ἦ­ταν ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς Λα­ο­κρα­τί­ας.

       Οἱ αἴ­θου­σες ἦ­ταν πα­γω­μέ­νες καὶ τὰ τζά­μια στὰ πα­ρά­θυ­ρα σπα­σμέ­να. Ἐ­λά­χι­στα θρα­νί­α εἶ­χαν δι­α­σω­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς Γερ­μα­νούς, ποὺ εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὸ σχο­λεῖ­ο σὲ στρα­τώ­να. Ἔ­τσι, μὲ τὴν προ­τρο­πὴ τοῦ δα­σκά­λου μας, ἦ­ταν ἕ­νας γεί­το­νάς μας φοι­τη­τὴς τῆς Νο­μι­κῆς, δώ­σα­με τὰ θρα­νί­α στὰ κο­ρί­τσια κι ἐ­μεῖς τ’ ἀ­γό­ρια κα­θό­μα­σταν πά­νω σε κού­τσου­ρα, ποὺ εἴ­χα­με κου­βα­λή­σει ἀ­π’ τὸ βου­νὸ κι ἀ­πὸ τοὺς δι­ά­φο­ρους κή­πους. Γιὰ νὰ γρά­φου­με εἴ­χα­με ἕ­να πα­λιὸ σα­νί­δι πά­νω στὰ γό­να­τά μας· ἐ­κεῖ ἀ­κουμ­πού­σα­με τὰ χαρ­τιὰ ἢ τὴν πλά­κα μας, γιὰ νὰ χα­ράσ­σου­με τὶς πρῶ­τες μας προ­τά­σεις. Ὁ δά­σκα­λος μᾶς ἐμ­ψύ­χω­νε: «Τὰ πράγ­μα­τα δὲν θὰ ἦ­ταν γιὰ πάν­τα ἔ­τσι δύ­σκο­λα, σύν­το­μα θ’ ἀλ­λά­ζα­νε.»

       Στὰ δι­α­λείμ­μα­τα, ἀν­τὶ νὰ παί­ζου­με, φτι­ά­χνα­με μι­κροὺς σχη­μα­τι­σμοὺς κρα­τών­τας βέρ­γες στοὺς ὤ­μους μας σὰν ὅ­πλα καὶ τρα­γου­δών­τας μ’ ὅ­λη μας τὴ δύ­να­μη:


Εἴ­μα­στε μεῖς, Ἑλ­λά­δα, τὰ παι­διά σου

Συγ­κεν­τρω­μέ­να πά­νω στὰ βου­νὰ

Καὶ γιὰ σέ­να καὶ γιὰ τὴ λευ­τε­ριά σου

Θ’ ἀ­γω­νι­στοῦ­με ὅ­λοι μὲ καρ­διά.

 

Δὲν μᾶς τρο­μά­ζουν τῶν Γερ­μα­νῶν τὰ βό­λια

Τῶν φα­σι­στῶν τὰ ἄ­δο­ξα σπα­θιὰ

Τό ‘­χου­με γρά­ψει βα­θιὰ μὲς στὴν καρ­διά μας

Λα­ο­κρα­τί­α καὶ ὄ­χι βα­σι­λιά.


Ἐ­κεῖ μά­θα­με τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα.


       Στὸ τέ­λος τοῦ Μάρ­τη τὰ σχο­λεῖ­α καὶ πά­λι κλεί­σα­νε. Ἀρ­χὲς τοῦ Ἀ­πρί­λη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φτά­νουν οἱ Ἄγ­γλοι κι ἀ­πὸ πί­σω τους τὸ πα­λιὸ κα­θε­στώς. Τὴν 25η Μαρ­τί­ου πραγ­μα­το­ποι­ή­σα­με τὴν τε­λευ­ταί­α μας συγ­κέν­τρω­ση. Κλεί­νον­τας τὴ γι­ορ­τή, ὁ δά­σκα­λος μᾶς εἶ­πε: «Μέ­χρι ἐ­δῶ ἤ­μα­σταν ἐ­μεῖς, ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα θὰ συ­νε­χί­σε­τε μὲ ἄλ­λους, νὰ θυ­μᾶ­στε πὼς ἡ γνώ­ση εἶ­ναι δύ­να­μη, μπο­ρεῖ ν’ ἀλ­λά­ξει τὸν κό­σμο, νὰ τὴν κα­τα­κτή­σε­τε για­τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξει ὁ κό­σμος, ἐ­σεῖς θ’ ἀλ­λά­ξε­τε τὸν κό­σμο.»

       Κλεί­σα­με κλαί­γον­τας τὴ γι­ορ­τὴ τρα­γου­δών­τας: Εἴ­μα­στε μεῖς, Ἑλ­λά­δα, τὰ παι­διά σου…

       Δὲν ξέ­ρω τί κερ­δί­σα­με ἢ τί χά­σα­με κρα­τών­τας ἔ­κτο­τε μέ­σα μας βα­θιὰ μιὰ ἄρ­νη­ση προ­σαρ­μο­γῆς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).


Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου: Ἐ­λάφια στὰ δάση


Michalopoulou,Amanta-ElafiaStaDasi-Eikona-01


Ἀμάντα Μιχαλοπούλου


Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση


04-KappaΟΙΜΗΘΗΚΑΜΕ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, ὁ ἀ­δερ­φός μου κι ἐ­γώ. Εἶ­χα γεί­ρει στὸν ὦ­μο του κα­θὼς τραμ­πα­λι­ζό­μα­σταν στὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Ξε­κι­νή­σα­με ἀ­πό­γευ­μα ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Καρ­λσρού­ης, δι­α­σχί­σα­με πό­λεις καὶ χω­ριά. Προ­ο­ρι­σμός μας ἦ­ταν ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο με­τὰ τὰ γαλ­λι­κὰ σύ­νο­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας μύ­ρι­ζε κο­πριά. Οἱ κου­ρε­μέ­νοι θά­μνοι τοῦ κτή­μα­τος ἰ­ρί­δι­ζαν στὸ φεγ­γα­ρό­φω­το. Ἕ­νας πύρ­γος μὲ φω­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα δι­α­κρι­νό­ταν στὸ βά­θος.

       Οἱ οἰ­κο­δε­σπό­τες μας συμ­με­τεῖ­χαν σ’ ἕ­να πρό­γραμ­μα ἀν­ταλ­λα­γῶν μὲ τὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Μᾶς φι­λο­ξε­νοῦ­σαν μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­πως φι­λο­ξε­νή­σα­με κι ἐ­μεῖς τὰ παι­διά τους. Τὰ γερ­μα­νά­κια εἶ­χαν ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴ φι­λο­ξε­νί­α. Μι­λοῦ­σαν καὶ ξα­να­μι­λοῦ­σαν στοὺς γο­νεῖς τους γιὰ τὴν Ὀ­λυμ­πί­α, τὶς Μυ­κῆ­νες, τὴν Κό­ριν­θο, γιὰ τὴν ἀ­νά­βα­σή μας στὸ βρά­χο τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, τὶς ἐ­ξό­δους μας σὲ τα­βέρ­νες καὶ τὴ βρα­διὰ πα­ρα­δο­σια­κῆς μου­σι­κῆς στὸ Ἠ­ρώ­δει­ο. Οἱ Γερ­μα­νοὶ ἤ­θε­λαν νὰ ἀν­τα­πο­δώ­σουν. Τὸ πρῶ­το κι­ό­λας βρά­δυ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὸν πύρ­γο. Ἦ­ταν ξα­κου­στὸ γιὰ τὸν ἀ­στα­κὸ θερ­μι­δόρ, τὸ ἐ­λά­φι του καὶ τὰ βα­τρα­χο­πό­δα­ρα. Ὅ­πως ὅ­λα τα ἑ­στι­α­τό­ρια τῶν συ­νό­ρων, εἶ­χε ἐ­πη­ρε­α­στεῖ ἀ­πὸ τὶς κου­ζί­νες καὶ τῶν δύ­ο χω­ρῶν. Εἶ­χε κι ἕ­να ἀ­στέ­ρι τοῦ Ὁ­δη­γοῦ Μι­σε­λέν.

       Ὁ ἀ­δερ­φός μου ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ τὶς πε­ρί­ερ­γες γεύ­σεις. Ἐ­γὼ πά­λι ὄ­χι. Ἤ­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, τρε­φό­μουν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ μπι­φτέ­κια καί, μα­κα­ρό­νια. Μό­λις πα­τή­σα­με τὸ πό­δι μας στὸ γαλ­λι­κὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι ἐ­κεῖ, στὸν πύρ­γο, θὰ δο­κι­μά­σω κά­τι και­νούρ­γιο.

       Στὴν εἴ­σο­δο πῆ­ραν τὰ παλ­τά μας. Τὰ γερ­μα­νά­κια —δὲ θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ ὀ­νό­μα­τά τους— ἤ­ξε­ραν πῶς ἀ­κρι­βῶς νὰ φερ­θοῦν. Τοὺς μι­μη­θή­κα­με. Δι­α­σχί­σα­με ἕ­ναν στε­νὸ δι­ά­δρο­μο ἐ­πεν­δε­δυ­μέ­νο μὲ βα­ρὺ ξύ­λο. Μᾶς ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα με­γά­λη καὶ γι­ορ­τι­νή. Ὅ­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα ἔ­δει­χναν χα­ρού­με­νοι. Μπρο­στά μας, ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν κε­ρι­ῶν, παι­ζό­ταν μιὰ ὄ­πε­ρα χω­ρὶς μου­σι­κή. «Μα­κά­ρι νὰ ζού­σα­με πάν­τα ἔ­τσι», ψι­θύ­ρι­σα στὸν ἀ­δερ­φό μου. Ἕ­σφι­ξε τὴν πα­λά­μη μου στὴ δι­κή του. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ πο­λυ­τέ­λει­ες ὅ­σο καὶ σ’ ἐ­μέ­να. Ἡ Εὐ­ρώ­πη ἦ­ταν ἀ­κό­μα εὐ­σε­βὴς πό­θος μου­σεί­ων, λι­βα­δι­ῶν, ἄ­γνω­στων φα­γη­τῶν.

       Ὁ χα­μη­λὸς φω­τι­σμὸς ἔ­δι­νε στὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μας ὄ­ψη γλυ­πτῶν. Τὰ σερ­βί­τσια ἦ­ταν πολ­λὰ καὶ πε­ρί­τε­χνα το­πο­θε­τη­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πιά­τα. Κα­θό­μα­σταν σὲ μπερ­ζέ­ρες. Ἡ πλά­τη τους κα­τέ­λη­γε σὲ δυ­ὸ βε­λού­δι­να φτε­ρὰ κι ἔ­πρε­πε νὰ γεί­ρεις μπρο­στὰ γιὰ νὰ δεῖς τί συ­νέ­βαι­νε στὸν ἔ­ξω κό­σμο, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμα. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν προ­τι­μοῦ­σα τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση ἢ τὴν ἐ­πα­φὴ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἦ­ταν ὄ­μορ­φα: οἱ σερ­βι­τό­ροι κι­νοῦν­ταν μὲ χά­ρη ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια. Οἱ θα­μῶ­νες μι­λοῦ­σαν χα­μη­λό­φω­να ὑ­ψώ­νον­τας τὰ πο­τή­ρια τους.

       Μᾶς πρό­σφε­ραν κρεμ­μυ­δό­πι­τα, ἁ­πα­λὴ σὰν γλύ­κι­σμα. Ἀ­νά­με­σα στὸ πρῶ­το καὶ στὸ δεύ­τε­ρο πιά­το ἔ­φε­ραν —ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἐ­μᾶς τὰ παι­διά— μι­κρὰ πο­τή­ρια μὲ μοῦ­στο. Ὁ ἀ­δερ­φός μου πα­ρήγ­γει­λε ἀ­στα­κὸ θερ­μι­δόρ, ἐ­γὼ ἐ­λά­φι μὲ κου­λὶ μού­ρων καὶ ψη­τὸ ἀ­χλά­δι. Δὲν εἶ­χα ξα­να­φά­ει τί­πο­τα τό­σο νό­στι­μο. Ἔ­πρε­πε, σκέ­φτη­κα, ἔ­πρε­πε νὰ δο­κι­μά­ζω πό­τε πό­τε κά­τι και­νούρ­γιο. Νὰ μὴ φο­βᾶ­μαι τό­σο.

       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­ξυ­μνοῦ­σαν τὴ σπε­σι­α­λι­τὲ τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου, τὰ βα­τρα­χο­πό­δα­ρα. Ἔ­πλε­αν στὴ σάλ­τσα σὰν πνιγ­μέ­να μπου­τά­κια κο­τό­που­λου. Ἀρ­νή­θη­κα νὰ δο­κι­μά­σω. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ση­μεῖ­ο πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ γι­νό­ταν νὰ προ­χω­ρή­σω. Μοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ φά­ω ζῶ­α ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σαν τὸ σχῆ­μα τοὺς (κο­τό­που­λα ἢ ὁ­λό­κλη­ρα ψά­ρια). Τοὺς ἐ­ξή­γη­σα τὴ θε­ω­ρί­α μου γιὰ τὸ κε­φά­λι, γιὰ τὸ σχῆ­μα τοῦ ζώ­ου – πῶς ἔ­κα­νε τὸ θά­να­το χει­ρο­πια­στὸ καὶ ἀ­νάρ­μο­στο.

       Ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της μας, ποὺ εἶ­χε, ὅ­πως δι­α­πί­στω­σα ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν εἰ­ρω­νεί­α στὸ αἷ­μα του, εἶ­πε ὅ­τι ἡ μέ­θο­δος αὐ­το­προ­στα­σί­ας μου εἶ­ναι ἠ­θι­κὰ ἐ­πι­λή­ψι­μη. Δὲν ξέ­ρω πῶς ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­πε γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βου­με ἐ­μεῖς τὰ παι­διά. Τὸ νό­η­μα ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­ποι­ος νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὰ ζῶ­α δὲν κά­νει ἐ­ξαι­ρέ­σεις. Μᾶς μί­λη­σε γιὰ μιὰ ἔ­ρευ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ στὴ Βό­ρεια καὶ Κεν­τρι­κὴ Εὐ­ρώ­πη. Οἱ συμ­με­τέ­χον­τες ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σουν στὴν ἐ­ρώ­τη­ση «Ποι­ά εἶ­ναι γιὰ σᾶς ἡ εὐ­κρι­νέ­στε­ρη εἰ­κό­να εὐ­τυ­χί­ας». Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πάν­τη­σαν «Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση».

       «Πρέ­πει λοι­πὸν νὰ ἀ­να­λο­γι­στεῖς τί ση­μαί­νει γιὰ σέ­να εὐ­τυ­χί­α», εἶ­πε ὁ Γερ­μα­νὸς γέρ­νον­τας πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἐ­λά­φια στὰ δά­ση; Ἢ ἐ­λά­φια στὸ πιά­το;»

       Ἄ­φη­σα τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­νά μου. Ὁ Γερ­μα­νὸς ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, μὲ πα­ρό­τρυ­νε νὰ συ­νε­χί­σω τὸ φα­γη­τό μου. Ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­πε νὰ μὴ δί­νω ση­μα­σί­α στὸ πα­ρά­ξε­νο χι­οῦ­μορ του. Ἦ­ταν ὅ­μως ἀρ­γά. Μὲ τὰ μά­τια τῆς φαν­τα­σί­ας μου εἶ­δα αὐ­τὰ τὰ κομ­μα­τι­α­σμέ­να ἐ­λά­φια, προ­άγ­γε­λους εὐ­τυ­χί­ας, νὰ τι­νά­ζουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὰ ἀ­χλά­δια, νὰ συν­δέ­ον­ται μα­γι­κὰ μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μέ­λη τους καὶ νὰ ζων­τα­νεύ­ουν. Πέ­τα­ξαν πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι μας, σὰν τά­ρανδοι τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν. Δι­α­πέ­ρα­σαν τὶς τζα­μα­ρί­ες τοῦ πύρ­γου, θρυμ­μα­τί­ζον­τάς τες σὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μά­τια. Στὸ διά­βα τους ξή­λω­σαν τὶς βε­λού­δι­νες κουρ­τί­νες, ποὺ κυ­μά­τι­σαν πί­σω τους σὰν κά­πες, καὶ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι. Ὁ ἀ­δερ­φός μου πρέ­πει νὰ σκέ­φτη­κε κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Κοι­τα­χτή­κα­με καὶ —στὸ κλά­σμα μιᾶς ἀ­στρα­πῆς— συμ­φω­νή­σα­με νο­ε­ρὰ ὅ­τι ἡ ἀ­λή­θεια βρί­σκε­ται ἀλ­λοῦ. Στὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­να τρα­πέ­ζια. Στὸ θρό­ι­σμα τῶν κουρ­τι­νῶν. Στὰ ἐ­λά­φια ποὺ ξε­φεύ­γουν, τυ­φλω­μέ­να ἀ­πὸ φό­βο, πέ­ρα, μα­κριά, προ­σφέ­ρον­τας στοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­να­κού­φι­ση καὶ εὐ­τυ­χί­α μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ ὑ­πῆρ­ξαν.

       Τώ­ρα ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου δὲ ζεῖ πιά, ἡ φι­γού­ρα του συγ­χέ­ε­ται συ­χνὰ στὴ μνή­μη μου μὲ τὰ ἐ­λά­φια. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ πέ­ρα­σαν πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου καλ­πά­ζον­τας πρὸς κά­ποι­α ἄ­γνω­στα δά­ση, ποὺ δὲ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­ρι­γρά­ψω, ἐ­πει­δὴ δὲν τὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν ἀρ­γὰ ὅ­ταν βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Τὸ το­πί­ο εἶ­χε ρου­φη­χτεῖ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι. Ἡ ὁ­μί­χλη εἶ­χε κυ­κλώ­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Λαμπερὴ μέρα (ἐκδ. Καστανιώτης, 2012).

Ἀ­μάν­τα Μι­χα­λο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1966). Πε­ζο­γρα­φί­α, δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Γαλ­λι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε γιὰ χρό­νια στὴν ἐφ. Κα­θη­με­ρι­νή. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ἔ­ξω ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πο­λύ­χρω­μη (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, δι­η­γή­μα­τα, 1994), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Θε­οῦ (μυ­θι­στό­ρη­μα· ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 2014).



		

	

Ἀχιλλέας Κυριακίδης: Disperato ma non troppo


Senior Couple Having Argument At Home


Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης


Disperato ma non troppo

 

01-TaphΟ ΠΑΙΔΙ ΕΧΕΙ ΑΠΟΦΑΕΙ καὶ πε­τά­ει κά­τω ψί­χου­λα. Ὁ ἄν­τρας τὸ μα­λώ­νει. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει δὲν πει­ρά­ζει, ἄ­σ’ τὸ παι­δί, θὰ τὰ μα­ζέ­ψω ἐ­γώ. Ὁ ἄν­τρας κα­τα­βρο­χθί­ζει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­ναι μπρο­στὰ στὸ νε­ρο­χύ­τη, τῆς ἔρ­χε­ται νὰ βά­λει τὰ κλά­μα­τα. Τὸ παι­δὶ κοι­μᾶ­ται. Κά­θον­ται μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση: ὁ Ὄ­λι­βερ Του­ί­στ ζη­τά­ει κι ἄλ­λο χυ­λό, μὲ τὶς γνω­στὲς συ­νέ­πει­ες. Ἡ γυ­ναί­κα, τε­λι­κά, βά­ζει τὰ κλά­μα­τα. Ὁ ἄν­τρας λέ­ει τί μυ­ξο­κλαῖς ἐ­κεῖ, ται­νί­α εἶ­ναι. Ἀλ­λά­ζει κα­νά­λι. Ἡ και­νούρ­για ὀ­θό­νη δι­α­φη­μί­ζει τρο­φὲς γιὰ σκύ­λους. Ἡ γυ­ναί­κα κλαί­ει πά­λι. Ὁ ἄν­τρας λέ­ει δὲν ὑ­πο­φέ­ρε­σαι, τρώ­γε­σαι μὲ τὰ ροῦ­χα σου, βα­ρέ­θη­κα. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει θὰ φύ­γω. Ὁ ἄν­τρας λέ­ει κά­τι ποὺ δὲν ἀ­κού­γε­ται, σὰν μέ­σα ἀ­π’ τὴν κοι­λιά του. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει μοῦ ‘­φα­γες τὰ νιά­τα μου καὶ κά­τι ἄλ­λο ποὺ κι αὐ­τὸ δὲν ἀ­κού­γε­ται. Ἀ­κού­γε­ται ὅ­μως ἡ πόρ­τα ποὺ ἀ­νοί­γει καὶ κλεί­νει. Ὁ ἄν­τρας φω­νά­ζει ἀ­χώ­νευ­τη ἔ­χεις κα­ταν­τή­σει, δὲν εἶ­ναι ζω­ὴ πιὰ αὐ­τὴ μα­ζί σου. Ἡ γυ­ναί­κα βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἕ­τοι­μη νὰ δρα­σκε­λί­σει τὸ κα­τώ­φλι, ν’ ἀ­πορ­ρο­φη­θεῖ ἀ­π’ τὴ νύ­χτα. Σὲ λί­γο, ὁ ἄν­τρας κα­τε­βαί­νει τὶς σκά­λες. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νη ἐ­κεῖ. Ὁ ἄν­τρας κά­θε­ται δυ­ὸ σκα­λο­πά­τια πιὸ πά­νω. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ κλαί­ει. Ὁ ἄν­τρας τῆς δί­νει τσι­γά­ρο. Δὲ λέ­νε τί­πο­τα. Κά­θον­ται ἔ­τσι δέ­κα-δώ­δε­κα λε­πτά. Ὁ ἄν­τρας λέ­ει τί θὰ φᾶ­με;


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Μου­σι­κὴ (μι­κρὰ πε­ζά, ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, ἀρ. 18, Μάρ­τι­ος 1992.

Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης (Κά­ι­ρο, 1946). Πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, κι­νη­μα­το­γρά­φος. Σπούδασε οἰκονομικά. Πρῶτο του βιβλίο Διαφάνεια (ἐκδ. Δωδώνη, 1973). Ἔχει γρά­ψει σε­νά­ρια γιὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους, καὶ ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Τὸ 2004 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἰσπανικὰ καὶ τὰ γαλλικά.



		

	

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó): Ἡ Μοναρχία

Monzo,Quim-IMonarchia-Eikona-01

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)


 

Μοναρχία

 

(La Monarquia)

 


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΛΑ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ χά­ρη σὲ κεῖ­νο τὸ γο­βά­κι ποὺ ἔ­χα­σε ὅ­ταν ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ χο­ρὸ για­τί στὶς δώ­δε­κα λύ­νον­ταν τὰ μά­για, τὸ φου­στά­νι γι­νό­ταν πά­λι κου­ρέ­λια, ἡ ἅ­μα­ξα ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι ἅ­μα­ξα καὶ γι­νό­ταν πά­λι κο­λο­κύ­θα, τὰ ἄ­λο­γα πον­τί­κια, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Πάν­τα τῆς φαι­νό­ταν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο πῶς μό­νο σὲ ἐ­κεί­νη ταί­ρια­ζε τὸ γο­βά­κι τέ­λεια, δι­ό­τι τὸ πό­δι της (νού­με­ρο 36) δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­συ­νή­θι­στο καὶ ἄλ­λες κο­πέ­λες στὴ χώ­ρα θὰ εἶ­χαν τὸ ἴ­διο νού­με­ρο. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­ται τὸ ξαφ­νι­α­σμέ­νο πρό­σω­πο τῶν δύ­ο ἑ­τε­ρο­θα­λῶν ἀ­δερ­φῶν της, ὅ­ταν εἶ­δαν ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ποὺ παν­τρευ­ό­ταν μὲ τὸν πρίγ­κι­πα καὶ ποὺ (με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ βα­σι­λιά­δες πέ­θα­ναν) γι­νό­ταν ἡ νέ­α βα­σί­λισ­σα.

       Ὁ βα­σι­λιὰς ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας σύ­ζυ­γος στορ­γι­κὸς καὶ θερ­μός. Εἶ­χαν μιὰ ὀ­νει­ρε­μέ­νη ζω­ὴ μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε, στὸ βα­σι­λι­κὸ που­κά­μι­σο, ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κρα­γιόν. Ἡ γῆ γκρε­μί­στη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια της. Τί τα­ρα­χή! Πῶς ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­δρά­σει, ἐ­κεί­νη, ποὺ πάν­τα συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ χω­ρὶς κα­κί­α, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τὴ προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη;

       Ὅ­τι ὁ βα­σι­λιὰς εἶ­χε μί­α ἐ­ρω­μέ­νη ἦ­ταν σί­γου­ρο. Ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κρα­γιὸν στὸ που­κά­μι­σο πάν­τα ἦ­ταν μί­α ξε­κά­θα­ρη ἀ­πό­δει­ξη μοι­χεί­ας. Ποιά μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι, ἡ ἐ­ρω­μέ­νη τοῦ συ­ζύ­γου της; Πρέ­πει νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἢ κα­λύ­τε­ρα νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ὅ­πως ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ πα­ρά­δο­ση γιὰ τὶς βα­σί­λισ­σες, σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, γιὰ νὰ μὴ θέ­σουν σὲ κίν­δυ­νο τὸ θε­σμὸ τῆς μο­ναρ­χί­ας; Καὶ για­τί ἔ­ψα­ξε γιὰ ἐ­ρω­μέ­νη, ὁ βα­σι­λιάς; Εἶ­ναι ποὺ δὲν τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἀρ­κε­τὰ ἐ­κεί­νη; Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἀρ­νεῖ­ται πρα­κτι­κὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ δι­ε­στραμ­μέ­νες (σο­δο­μι­σμὸ καὶ χρυ­σὴ βρο­χή, κα­τὰ βά­ση) ὁ σύ­ζυ­γός της τὶς ἀ­να­ζη­τεῖ ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ;

       Ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ σι­ω­πή­σει. Σι­ω­πᾶ καὶ ὅ­ταν ὁ βα­σι­λιὰς ἐ­πι­στρέ­φει στὴν βα­σι­λι­κὴ κά­μα­ρα στὶς ὀ­χτὼ τὸ πρω­ί, μὲ χον­τρὰ γυα­λιὰ καὶ ἄ­ρω­μα γυ­ναί­κας. (Ποῦ συ­ναν­τι­οῦν­ται; Σὲ κά­ποι­ο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, στὸ σπί­τι ἐ­κεί­νης, στὸ ἴ­διο τὸ πα­λά­τι; Ὑ­πάρ­χουν τό­σα δω­μά­τια, σὲ αὐ­τὸ τὸ πα­λά­τι, ποὺ εὔ­κο­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τὴν ἐ­ρω­μέ­νη σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει.) Δὲν λέ­ει τί­πο­τα οὔ­τε ὅ­ταν οἱ σαρ­κι­κὲς ἐ­πα­φὲς ποὺ πρὶν συ­νέ­βαι­ναν μὲ στα­θε­ρό­τη­τα με­τρο­νό­μου (μιὰ νύ­χτα ναί, μί­α ὄ­χι) ἀ­ραι­ώ­νουν μέ­χρι ποὺ μί­α μέ­ρα συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι ἔ­χουν πε­ρά­σει πά­νω ἀ­πὸ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά.

       Κλαί­ει σι­ω­πη­λά, στὸ βα­σι­λι­κὸ δω­μά­τιο, κά­θε βρά­δυ· για­τὶ πλέ­ον, κα­νέ­να βρά­δυ ὁ βα­σι­λιὰς δὲν πη­γαί­νει στὸ κρε­βά­τι μα­ζί της. Ἡ μο­να­ξιὰ τὴν πλη­γώ­νει. Θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν εἶ­χε πά­ει πο­τὲ στὸν χο­ρό, ἢ τὸ πό­δι κά­ποι­ας ἄλ­λης κο­πέ­λας νὰ εἶ­χε ται­ριά­ξει μὲ τὸ γο­βά­κι ἀν­τὶ γιὰ ἐ­κεί­νης. Ἔ­τσι, ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή του, ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος τοῦ πρίγ­κι­πα δὲν θὰ εἶ­χε φτά­σει πο­τὲ σπί­τι της. Καί, ἂν εἶ­χε φτά­σει, θὰ προ­τι­μοῦ­σε, τε­λι­κῶς, κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές της νὰ φο­ροῦ­σε τὸ 36, ἀν­τὶ γιὰ 40 καὶ 41, νού­με­ρα πο­λὺ με­γά­λα γιὰ κο­πέ­λα. Ἔ­τσι, ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος δὲν θὰ εἶ­χε κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ τώ­ρα, κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α τοῦ συ­ζύ­γου, τῆς φαί­νε­ται προ­φη­τι­κή: ἂν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη κο­πέ­λα στὸ σπί­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν μη­τριὰ καὶ τὶς δύ­ο ἑ­τε­ρο­θα­λεῖς ἀ­δερ­φές.

       Τί νό­η­μα ἔ­χει νὰ εἶ­ναι βα­σί­λισ­σα ἂν δὲν ἔ­χει τὴν ἀ­γά­πη τοῦ βα­σι­λιᾶ; Θὰ ἔ­δι­νε τὰ πάν­τα γιὰ νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ βα­σι­λιὰς συ­νευ­ρί­σκε­ται ἐ­ξω­συ­ζυ­γι­κά. Χί­λι­ες φο­ρὲς θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ πρω­τα­γω­νι­στεῖ στὶς νύ­χτες πα­ρά­νο­μης ἀ­γά­πης τοῦ μο­νάρ­χη πα­ρὰ νὰ ξα­πλώ­νει στὸ ἄ­δει­ο συ­ζυ­γι­κὸ κρε­βά­τι. Κα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­θυ­μη­τὴ πα­ρὰ βα­σί­λισ­σα.

       Ἡ πα­λιὰ ὑ­πη­ρέ­τρια ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ βο­λευ­τεῖ μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση καὶ νὰ μὴν πεῖ στὸν βα­σι­λιὰ τί ἔ­χει ἀ­να­κα­λύ­ψει. Θὰ δρά­σει μὲ σι­βυλ­λι­κὸ τρό­πο. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν με­τὰ τὸ δεῖ­πνο ὁ βα­σι­λιὰς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ τρό­πο, τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ κρυ­φά. Τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει, ἀ­πὸ πτέ­ρυ­γες τοῦ πα­λα­τιοῦ ποὺ ἀ­γνο­εῖ, ἀ­πὸ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν. Ὁ βα­σι­λιὰς προ­η­γεῖ­ται μὲ ἕ­να δαυ­λό. Τε­λι­κὰ κλεί­νε­ται σὲ ἕ­να δω­μά­τιο καὶ ἐ­κεί­νη μέ­νει στὸ δι­ά­δρο­μο, στὶς σκι­ές. Ἀ­μέ­σως ἀ­κού­ει φω­νὲς ποὺ φτά­νουν ἀ­πὸ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ δω­μα­τί­ου. Τοῦ συ­ζύ­γου της, σί­γου­ρα. Καὶ τὸ κα­κα­ρι­στὸ γέ­λιο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο ἀ­κού­ει καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄλ­λης γυ­ναί­κας. Εἶ­ναι μὲ δύ­ο; Σι­γὰ σι­γά, προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν κά­νει θό­ρυ­βο, ἀ­νοί­γει λί­γο τὴν πόρ­τα. Ξα­πλώ­νει στὸ ἔ­δα­φος ὥ­στε νὰ μὴν τὴν βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι· μπαί­νει ἡ μι­σὴ μέ­σα στὸ δω­μά­τιο. Στοὺς τοί­χους, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ καν­τη­λέ­ρια προ­βάλ­λει τὶς σκι­ὲς τῶν τρι­ῶν σω­μά­των ποὺ ἑ­νώ­νον­ται. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ δεῖ ποι­ός εἶ­ναι στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ τὰ γέ­λια καὶ τὰ μουρ­μου­ρη­τὰ δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὶς γυ­ναῖ­κες. Ἀ­πὸ κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται, ξα­πλω­μέ­νη στὸ πά­τω­μα, δὲν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρα· μο­νά­χα βλέ­πει, στὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, πε­τα­μέ­να ὅ­πως νά ‘ναι, τὰ πα­πού­τσια τοῦ συ­ζύ­γου της καὶ δύ­ο ζευ­γά­ρια γυ­ναι­κεῖ­α πα­πού­τσια, μὲ ψη­λὸ τα­κού­νι, τὸ ἕ­να μαῦ­ρο, νού­με­ρο 40, καὶ τὸ ἄλ­λο κόκ­κι­νο, νού­με­ρο 41.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πηγή: Δημοσιεύτηκε στὸ El per­què de tot ple­gat, Βαρ­κε­λώ­νη: Quaderns Cre­ma, 1999.

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.