Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἔπρεπε νὰ εἶχες ἐπιμείνει


Pàmies,Sergi-EprepeNaEichesEpimeinei-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει

(Hauries hagut d’insistir)


S-[Sigma]-SomataΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ τυ­χαῖ­α βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο. Ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ πε­νήν­τα κι­λά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ κομ­ψοὶ ὥστε νὰ προ­σποι­η­θοῦν πὼς δὲν τοὺς ἐν­τυ­πω­σιά­ζει ἡ πα­ρακ­μὴ καὶ τῶν δυ­ό τους. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζὶ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα τὴ φω­νὴ καὶ τὸ βλέμ­μα, καὶ ἀ­να­κτοῦν ἀ­μέ­σως τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μά­θουν πράγ­μα­τα ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο, ἀν­τι­πα­ρερ­χό­με­νοι τὴν ἔν­τα­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τό­τε πού, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη πε­ρί­ο­δο τρι­ῶν χρό­νων ποὺ ὅ­μοι­ά της δὲν ξα­νά­ζη­σαν, χώ­ρι­σαν. Ἡ συ­ζή­τη­ση ξα­να­ζων­τα­νεύ­ει τὶς ἀ­να­μνή­σεις καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζί, τό­τε πού, ἀ­νά­βον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε πεῖ πὼς δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα, πο­λὺ κον­τὰ στὸ θέ­α­τρο ὅ­που μό­λις εἶ­δαν ἕ­να θί­α­σο νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν νὰ θρι­αμ­βεύ­ει, ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πὼς ὑ­πάρ­χουν συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ καυ­τη­ριά­σει ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σει. Ἐ­πι­δει­κνύ­ουν μιὰ τρυ­φε­ρὴ ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α, ἂν ἦ­ταν συ­ναι­σθη­μα­τί­ες, θὰ τοὺς συγ­κι­νοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος τῆς θυ­μί­ζει τὸ χρῶ­μα ποὺ εἶ­χαν οἱ βα­λί­τσες καὶ τὴν, τό­σο θλι­βε­ρή, στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἐ­πέ­στρε­ψε τὰ κλει­διά. Κα­τε­βά­ζον­τας λίγο το βλέμ­μα της, ἐ­κεί­νη τοῦ λέ­ει: «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει.» Ἐ­κεῖ­νος ἀ­κού­ει τὸ σχό­λιο δί­χως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Στέ­κε­ται ὄρ­θιος, μὲ τὸν για­κὰ τοῦ παλ­τοῦ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο καὶ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες, ἂν καὶ ἀ­μέ­σως αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν τρο­πὴ ποὺ ἔ­χει πά­ρει ἡ συ­ζή­τη­ση καί, μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, κα­τα­φέρ­νει νὰ μι­λή­σουν γιὰ ὅ­σα ἔ­χουν κά­νει, γιὰ τὰ παι­διὰ ποὺ ἀ­πέ­κτη­σαν (καὶ ἔχασαν) καὶ γιὰ τὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα ποὺ τοὺς κρα­τοῦν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­οῦν­ται μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦν, ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν τη­ρή­σουν. Ἐ­κεί­νη για­τί δὲν εἶ­ναι θι­α­σώ­της οὔ­τε τῶν συ­ναν­τή­σε­ων μὲ πα­λαι­οὺς συμ­μα­θη­τὲς οὔ­τε τῶν εὐ­και­ρια­κῶν ἐ­ξό­δων γιὰ δεῖ­πνο μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς πρώ­ην της. Ἐ­κεῖ­νος για­τί αἰ­σθά­νε­ται ἀ­μή χα­νος καὶ λίγο πλη­γω­μέ­νος. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει. Πῶς νὰ ἐ­πι­μεί­νεις ὅ­ταν σου λέ­νε ὅ­τι δὲν σὲ ἀ­γα­ποῦν; Μὰ καὶ βέ­βαι­α εἶ­χε σκε­φτεῖ νὰ μὴν ὑ­πο­τα­χθεῖ στὸ προ­φα­νὲς καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὶς συμ­βου­λὲς ὁ­ρι­σμέ­νων κοι­νῶν φί­λων ποὺ τοῦ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ τὴν ξα­να­κερ­δί­σει. Ἀλ­λά, στὸ τέ­λος, ἐ­πέ­λε­ξε τὴ ρι­ζι­κὴ ἀ­πο­μά­κρυν­ση, σὰν νὰ εἶ­χε ἐν­τα­χθεῖ σὲ κά­ποι­ο πρό­γραμ­μα προ­στα­σί­ας μαρ­τύ­ρων καὶ νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ζω­ή, ὄ­νο­μα, ἐ­πάγ­γελ­μα, πό­λη. Νὰ πα­λέ­ψει; Μὰ τί ἤ­θε­λε; Νὰ μπεῖ ξη­με­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ὡς φτη­νὴ ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ Ρω­μαί­ου; Ἢ νὰ με­ταμ­φι­ε­στεῖ σὲ κι­θα­ρω­δὸ ποῦ μπαί­νει μπρο­στά­ρης σὲ καν­τά­δα; Μή­πως νὰ προσ­λάμ­βα­νε κα­νέ­ναν ἀ­ε­ρο­πό­ρο-ἀ­κρο­βά­τη γιὰ νὰ σχε­διά­σει στὸν οὐ­ρα­νὸ μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη φρά­ση; Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἰ­δι­κὰ ἐ­φὲ τοῦ φαί­νον­ταν ὅ­τι ἁρ­μό­ζουν σὲ ἐ­κεί­νους πού, λό­γω ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ πε­ρη­φά­νιας, δὲν σέ­βον­ται τὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ἑ­νὸς —πιὸ ξε­κά­θα­ρο δὲν γι­νό­ταν— «Δὲν σὲ ἀ­γα­πά­ω». Ὄρ­θιος στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀλ­λά­ξει τὸ χρῶ­μα στὸ φα­νά­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­ται πλέ­ον τὴν προ­σπά­θεια τῶν νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν ἐ­πὶ σκη­νῆς, οὔ­τε τὸ γε­μά­το ἱ­κα­νο­ποί­η­ση βλέμ­μα ποὺ ἀν­τάλ­λα­ξαν τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸ κοι­νὸ τοὺς χει­ρο­κρο­τοῦ­σε μὲ ἐν­θου­σια­σμό. Καὶ τὸν θλί­βει ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πό­σο κον­τὰ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν ἔρ­θει ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τῆς γνώ­μης πώς, ὅ­ταν σοῦ λέ­νε ὅ­τι μιὰ ἱ­στο­ρί­α τε­λεί­ω­σε, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴν ἐ­πι­μεί­νεις, νὰ μὴν πα­λέ­ψεις καὶ νὰ τῆς βά­λεις, μὲ ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ καὶ γρή­γο­ρο τρό­πο, τε­λεί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

SergiPamies-Eikona-04Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔργο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: