Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1


 Gollwitzer, Prof. Dr. Helmut Einer der bekanntesten evangelischen Theologen Deutschlands, Helmut Gollwitzer, ist am Sonntag, 17.10.93, im Alter von 84 Jahren in Berlin an den Folgen eines Schlaganfalles gestorben. Der am 29.12.1908 als Sohn eines Pfarrers im bayerischen Pappenheim geborene Gollwitzer trat 1936 der Bekennenden Kirche bei, wandte sich während der Nazi-Diktatur öffentlich gegen die Ver folgung der Juden und galt nach 1945 als streitbarer Kämpfer im Dienste der Friedensbewegung.Foto: Auf einer Friedensdemonstration während des Kirchentages 1983 in Hannover.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1

γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, τὸν ἀ­κα­τα­πό­νη­το

(Deutsche Utopien I

für Helmut

Gollwitzer, den Unermüdlichen)


 

1. Ο ΓΚΟΥΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ, προ­σκε­κλη­μέ­νος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Στρά­ους γιὰ κα­φέ, πα­ρα­δί­δει τὴ σκυ­τά­λη τοῦ φι­λο­ξε­νού­με­νου στὸν Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε. Ἡ κυ­ρί­α, ὁ κύ­ριος, καὶ τὰ τέ­κνα τῆς οἰ­κί­ας Στρά­ους φω­νά­ζουν στὸν ἀ­περ­χό­με­νο Γκρὰς καὶ τὸν προ­σερ­χό­με­νο Ντοῦ­τσκε: «Νί­κη­σε ὁ Σο­σι­α­λι­σμός!» «Ὄ­χι ὁ Σο­σι­α­λι­σμός», τοὺς δι­ορ­θώ­νει ὁ Ντοῦ­τσκε, «ἀλ­λὰ ἕ­νας Σο­σι­α­λι­σμός». Ἀ­κο­λου­θοῦν ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα, δά­κρυ­α, ἄ­φθο­νος κα­φὲς κι ἀ­σύγ­κρι­τη θαλ­πω­ρὴ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Ντοῦ­τσκε ἁρ­πά­ζει μὲ τὸ χέ­ρι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὸ φρέ­σκο γλύ­κι­σμα ποὺ ἀρ­νι­ό­ταν νὰ ὑ­πα­κού­σει στὸ κου­τα­λά­κι τοῦ γλυ­κοῦ. Οἱ υἱ­οὶ Στρά­ους ρω­τοῦν νὰ μά­θουν γιὰ τὸν Χο­ζέ­α Τσέ. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο πε­ρι­μέ­νουν ντρο­πα­λὰ —μὲ δέ­ος σχε­δόν— ὁ Τάν­τλερ, ὁ Κὴσλ καὶ ὁ Σπράγ­κερ. Μό­λις συ­νέ­τα­ξαν ἕ­να φυλ­λά­διο ποὺ ξε­σκε­πά­ζει τὸν Λά­τμανν: πα­ρα­βά­της τοῦ νό­μου! Πε­ρι­μέ­νουν κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸν ἔ­παι­νο, ἕ­να κά­ποι­ο εἶ­δος τέ­λος πάν­των ἀ­να­γνώ­ρι­σης, καὶ ἂς εἶ­ναι μό­νο ἕ­να φι­λι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν πλά­τη. Θὰ ἤ­θε­λαν τό­σο πο­λὺ νὰ γί­νουν μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς τό­σο ἐγ­κάρ­διας ὁ­μή­γυ­ρης. Ὁ Ντοῦ­τσκε, συγ­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ πρό­σω­πό του, τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ Τάν­τλερ ξε­σπά­ει σὲ κλά­μα­τα, ἐ­νῶ οἱ Κὴσλ καὶ Σπράγ­κερ ἀρ­κοῦν­ται σὲ μά­τια ὑ­γρά.

 


2. Στὸ πλαί­σιο τοῦ νέ­ου ἀν­τι­τρο­μο­κρα­τι­κοῦ νό­μου, θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ νέ­α ὑ­πη­ρε­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α θὰ λά­βει τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ἔμ­βιο θερ­μό­με­τρο ‘ὑ­πο­δεί­ξε­ω­ν’». Στό­χος τῆς νέ­ας αὐ­τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας θὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ νὰ κα­τα­λή­γουν καυ­τὲς ὑ­πο­δεί­ξεις στὶς ψυ­χρὲς λί­στες τῶν ἀ­ζή­τη­των. Ἔ­τσι, ἀ­νὰ ὑ­πό­δει­ξη ἢ ἀ­νώ­νυ­μο τη­λε­φώ­νη­μα θὰ συν­δέ­ον­ται στὴ γραμ­μὴ συγ­χρο­νι­κὰ δέ­κα ψυ­χο­λό­γοι καὶ ἀ­κου­στο­λό­γοι, τῶν ὁ­ποί­ων μέ­λη­μα θὰ εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­φαν­θοῦν ἂν ἡ ἐν λό­γῳ ὑ­πό­δει­ξη μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ καυ­τὴ ἢ ὄ­χι. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ κα­τα­λή­ξουν ψυ­χρὲς ὑ­πο­δεί­ξεις σὲ καυ­τὲς λί­στες πα­ρα­βλέ­πε­ται ὡς «ἄ­σχε­το».


 

3. Ἀ­κό­μη καὶ στὸν γλωσ­σι­κῶς δει­νό­τε­ρο τῶν ἐκ­φω­νη­τῶν, σχο­λια­στῶν καὶ συν­το­νι­στῶν παίρ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα ὥ­σπου νὰ συ­νη­θί­σει τὴ λέ­ξη Ἑ­τε­ρο­πτε­ρο­κρα­τί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ὑ­φί­στα­ται ὁ σχε­τι­κὸς νό­μος πε­ρὶ κα­τάρ­γη­σης τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς σφαί­ρας, ὁ­πό­τε κα­θέ­νας μπο­ρεῖ —μά­λι­στα ὀ­φεί­λει— νὰ σπι­ου­νεύ­ει τὸν ἄλ­λο, ὀ­ξεί­α πλή­ξη προ­σέ­βα­λε τοὺς πο­λί­τες ἀ­νὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Ἀ­κό­μη καὶ ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ἰ­δι­ω­τι­κό­τε­ρης ἰ­δι­ω­τι­κῆς ζω­ῆς τοῦ ἄλ­λου προ­κα­λεῖ χα­σμου­ρη­τό. Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ πο­λί­τες πέ­ρα­σαν στὸ στά­διο τῆς πα­ρα­κο­λού­θη­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους: εἰ­σή­χθη ἔ­τσι τὸ Ἔ­σω-Ἐ­τε­ρό­πτε­ρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο στὸ στό­μα τοῦ κο­σμά­κη ἐκ­φυ­λί­ζε­ται σὲ Ψυ­χο-Ἑ­λι­κό­πτε­ρο. Ἡ σπι­ου­νευ­τι­κὴ κα­τὰ τοῦ ἐ­αυ­τοῦ ἔ­χει ἀ­να­χθεῖ σὲ μό­δα. Ἀ­πὸ τό­τε ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πιὰ μυ­στι­κὰ —οὔ­τε κὰν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἐ­αυ­τό—, ἔ­χει ἐ­ξα­πλω­θεῖ τέ­τοι­α ψυ­χι­κὴ ἀ­δρά­νεια, ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ κα­τα­κό­ρυ­φη πτώ­ση τῆς ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τας. Τὸ σλόγ­καν «Ὅ,τι εἶ­ναι ἡ χλω­ρί­δα τοῦ ἐν­τέ­ρου γιὰ τὴν πέ­ψη, εἶ­ναι καὶ τὰ μυ­στι­κὰ γιὰ τὴν ψυ­χὴ» τεί­νει νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ και­νούρ­για ἀ­γο­ρά: τὴν ἐμ­πο­ρί­α μυ­στι­κῶν. Ὁ τζί­ρος τῶν μυ­στι­κῶν ἀ­να­κι­νεῖ πρό­σκαι­ρα τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δη­μι­ουρ­γεῖ ὡ­στό­σο σο­βα­ρό­τα­τη κρί­ση στὶς μυ­στι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες. Ὄ­χι μό­νο δὲν ἔ­χει κα­νέ­νας ἀ­πο­λύ­τως, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­φί­σταν­ται κὰν μυ­στι­κά. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ὁ καρ­δι­νά­λιος Χόφ­νερ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται δη­μο­σί­ως στὴ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε ἕ­να μυ­στι­κό: ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πὲρ τοῦ Σο­σι­α­λι­σμοῦ. Ἡ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε, ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἐ­λεύ­θε­ρη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Ὁ Ἑρ­μῆς τοῦ Ρή­νου» —τὴν πρό­τα­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Πα­νό­ρα­μα τῆς Κο­λω­νί­ας» φέ­ρε­ται νὰ τὴν ἀ­πέρ­ρι­ψε μὲ τὶς λέ­ξεις «Ὄ­χι, μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς καὶ ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­δύ­να­το!» — καὶ κα­τό­πιν προ­σω­πι­κῆς πα­ρά­κλη­σης τοῦ καρ­δι­νά­λιου, προ­χω­ρεῖ στὴ γνω­στο­ποί­η­ση τοῦ μυ­στι­κοῦ στὴν ἐν λό­γῳ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χουν Κα­θο­λι­κοί, ἔ­ξαλ­λοι μὲ τὸ γε­γο­νός.

 


4. Καὶ ὅ­μως, τὰ θε­ό­ρα­τα κω­δω­νο­στά­σια τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ της Κο­λω­νί­ας θὰ με­τα­φερ­θοῦν. Ὁ Μπό­ις —ὑ­πεύ­θυ­νος τοῦ ἔρ­γου ὡς ἐν­τε­ταλ­μέ­νος γιὰ τὴν παι­δεί­α στὸ κρα­τί­διο τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας— κα­λεῖ τὴν ντό­πια κοι­νω­νί­α τῆς Κο­λω­νί­ας νὰ συμ­με­τά­σχει ἐ­νερ­γά. Ἀν­τλών­τας ἔμ­πνευ­ση ἀ­πὸ τὸν «Πύρ­γο τῆς Βα­βὲλ» τοῦ Μπρό­ιγ­κελ δι­α­τά­ζει τὴν κα­τα­σκευ­ὴ στα­θε­ρῶν σπει­ρο­ει­δῶν κα­τα­σκευ­ῶν, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων θὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φτά­νει μὲ ἀ­σφά­λεια στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν κω­δω­νο­στα­σί­ων καὶ νὰ κα­τέρ­χε­ται ἐκ νέ­ου μὲ δύ­ο λί­θους ἀ­νὰ χεί­ρας. Ὁ ἕ­νας ἐκ τῶν λί­θων θὰ τυγ­χά­νει χρή­σης ἐν­θυ­μί­ου, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος θὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τοῦ «Ἐ­λεύ­θε­ρου Κα­θο­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του γιὰ τὴν Ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καὶ τὴν Κα­τάρ­γη­ση τῶν Δογ­μά­των». Μά­λι­στα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἤ­δη «Σύν­δε­σμος γιὰ τὴν Ἀ­να­δό­μη­ση τοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ». Μύ­ρι­σε ἤ­δη και­νούρ­για κλί­κα!


 

5. Ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση, ἐ­στι­ά­ζον­τας μέ­χρι πρό­τι­νος ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ χρῆ­μα καὶ τὰ σύ­νο­ρα, ζη­τᾶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ συμ­βο­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο κόμ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α —ὅ­πως πάν­τα, χά­ριν συν­το­μί­ας κι εὐ­κο­λί­ας— δό­θη­καν οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες «οἱ Συ­νε­τοὶ» καὶ «οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι». Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Συ­νε­τῶν» εἶ­ναι ἀ­νώ­τα­το κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος. Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Ἀ­σύ­νε­των», ἕ­νας Πα­τριά­ρχης τῆς ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Βε­βαί­ως, δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος συ­νε­τό, οὔ­τε ὁ Πα­τριά­ρχης ἀ­σύ­νε­τος, οὔ­τε μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς εὔ­κο­λα ὅ­τι ἰ­σχύ­ει τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Πο­λὺ ἁ­πλά, εἶ­ναι —ὡς συ­νή­θως— πο­λύ­πλο­κο. Οἱ Συ­νε­τοὶ θέ­λουν νὰ ξα­να­κά­νουν τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐ­πί­ση­μη θρη­σκεί­α τοῦ κρά­τους, ἐ­νῶ οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι τὸ ἀρ­νοῦν­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά. Ἡ σύγ­χυ­ση στὴ Δύ­ση μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ προ­βλή­μα­τα τῶν Σο­βι­ε­τι­κῶν αὐ­ξά­νει. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση —μὴ ἐμ­πι­στευ­ό­με­νη τοὺς Πο­λω­νούς, τοὺς Τσέ­χους, πο­λὺ λι­γό­τε­ρο δὲ τοὺς Γερ­μα­νοὺς τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Γερ­μα­νί­ας (οἱ ὁ­ποῖ­οι γιὰ ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ δὲν ξέ­ρουν τί στά­ση νὰ κρα­τή­σουν!) — ζη­τᾶ τὴ συμ­βο­λὴ καὶ συμ­βου­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Μὲ τὴ σει­ρά της, ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ κυ­βέρ­νη­ση κα­λεῖ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει ὁ­ρι­στεῖ εἰ­δι­κὸς ἀ­πε­σταλ­μέ­νος, νὰ συν­δρά­μει τὴ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­να­μέ­νε­ται ἐ­να­γω­νί­ως. Ἡ γερ­μα­νι­κὴ βι­ο­χα­νί­α ἀ­φο­σί­ω­σης λαμ­βά­νει ἤ­δη ἐ­πεν­δυ­τι­κὰ δά­νεια. Ὁ Γκόλ­βί­τσερ πέ­φτει στὴ Μό­σχα θύ­μα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νων ἀ­πό­πει­ρων ἐκ­βια­σμοῦ ἀ­πὸ δυ­τι­κὰ λόμ­πι. Ἀν­τι­στέ­κε­ται σθε­να­ρά. Ὡς συ­νε­τός, παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν Ἀ­σύ­νε­των. Ἕ­νας —κα­τὰ τὰ ἄλ­λα πραγ­μα­τι­στής— Γερ­μα­νὸς πο­λι­τι­κὸς τοῦ ἀ­νέ­θε­σε μιὰ εἰ­δι­κὴ μυ­στι­κὴ ἀ­πο­στο­λή: νὰ φέ­ρει ἔν­ζυ­μα, βά­κι­λους καὶ βα­κτή­ρια μὲ «ρώ­σι­κη ψυ­χή», γιὰ νὰ ἐμ­ψυ­χω­θεῖ ἡ γερ­μα­νι­κὴ σκη­νὴ ποὺ ἔ­χει κα­ταν­τή­σει ἄ­ψυ­χη.

 

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

 

 

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

 

Εἰ­κό­να: Ὁ Γκόλ­βί­τσερ σὲ φοι­τη­τι­κὴ κα­θι­στι­κὴ δι­α­δή­λω­ση στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ὁ Γερ­μα­νὸς θε­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ (1908-1993), ὑ­πῆρ­ξε σο­σι­α­λι­στής, εἰ­ρη­νι­στὴς καὶ ἀν­τι­κα­πι­τα­λι­στής, φί­λος τοῦ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε καὶ πά­στο­ρας τῆς Οὐλ­ρί­κε Μά­ιν­χοφ. Τὸ βι­βλί­ο του, στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς αἰχ­μα­λώ­του πο­λέ­μου στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση (1945-1949) [«…und führen wohin Du nicht willst», 1951] εἶ­χε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὴν Γερ­μα­νί­α τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ‘50. Σὲ δι­ά­λε­ξή του στὸ Ἐ­λεύ­θε­ρο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ὁ Γκόλ­βί­τσερ ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὴν δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὴν «βί­α κα­τὰ τῆς ι­δι­ο­κτη­σί­ας» και τὴν «βί­α ἐ­ναν­τί­ον ἀν­θρώ­πων», γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη πολ­λές ε­πι­κρί­σεις.

Advertisements

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἔπρεπε νὰ εἶχες ἐπιμείνει


Pàmies,Sergi-EprepeNaEichesEpimeinei-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει

(Hauries hagut d’insistir)


S-[Sigma]-SomataΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ τυ­χαῖ­α βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο. Ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ πε­νήν­τα κι­λά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ κομ­ψοὶ ὥστε νὰ προ­σποι­η­θοῦν πὼς δὲν τοὺς ἐν­τυ­πω­σιά­ζει ἡ πα­ρακ­μὴ καὶ τῶν δυ­ό τους. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζὶ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα τὴ φω­νὴ καὶ τὸ βλέμ­μα, καὶ ἀ­να­κτοῦν ἀ­μέ­σως τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μά­θουν πράγ­μα­τα ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο, ἀν­τι­πα­ρερ­χό­με­νοι τὴν ἔν­τα­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τό­τε πού, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη πε­ρί­ο­δο τρι­ῶν χρό­νων ποὺ ὅ­μοι­ά της δὲν ξα­νά­ζη­σαν, χώ­ρι­σαν. Ἡ συ­ζή­τη­ση ξα­να­ζων­τα­νεύ­ει τὶς ἀ­να­μνή­σεις καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζί, τό­τε πού, ἀ­νά­βον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε πεῖ πὼς δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα, πο­λὺ κον­τὰ στὸ θέ­α­τρο ὅ­που μό­λις εἶ­δαν ἕ­να θί­α­σο νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν νὰ θρι­αμ­βεύ­ει, ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πὼς ὑ­πάρ­χουν συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ καυ­τη­ριά­σει ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σει. Ἐ­πι­δει­κνύ­ουν μιὰ τρυ­φε­ρὴ ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α, ἂν ἦ­ταν συ­ναι­σθη­μα­τί­ες, θὰ τοὺς συγ­κι­νοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος τῆς θυ­μί­ζει τὸ χρῶ­μα ποὺ εἶ­χαν οἱ βα­λί­τσες καὶ τὴν, τό­σο θλι­βε­ρή, στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἐ­πέ­στρε­ψε τὰ κλει­διά. Κα­τε­βά­ζον­τας λίγο το βλέμ­μα της, ἐ­κεί­νη τοῦ λέ­ει: «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει.» Ἐ­κεῖ­νος ἀ­κού­ει τὸ σχό­λιο δί­χως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Στέ­κε­ται ὄρ­θιος, μὲ τὸν για­κὰ τοῦ παλ­τοῦ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο καὶ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες, ἂν καὶ ἀ­μέ­σως αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν τρο­πὴ ποὺ ἔ­χει πά­ρει ἡ συ­ζή­τη­ση καί, μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, κα­τα­φέρ­νει νὰ μι­λή­σουν γιὰ ὅ­σα ἔ­χουν κά­νει, γιὰ τὰ παι­διὰ ποὺ ἀ­πέ­κτη­σαν (καὶ ἔχασαν) καὶ γιὰ τὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα ποὺ τοὺς κρα­τοῦν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­οῦν­ται μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦν, ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν τη­ρή­σουν. Ἐ­κεί­νη για­τί δὲν εἶ­ναι θι­α­σώ­της οὔ­τε τῶν συ­ναν­τή­σε­ων μὲ πα­λαι­οὺς συμ­μα­θη­τὲς οὔ­τε τῶν εὐ­και­ρια­κῶν ἐ­ξό­δων γιὰ δεῖ­πνο μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς πρώ­ην της. Ἐ­κεῖ­νος για­τί αἰ­σθά­νε­ται ἀ­μή χα­νος καὶ λίγο πλη­γω­μέ­νος. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει. Πῶς νὰ ἐ­πι­μεί­νεις ὅ­ταν σου λέ­νε ὅ­τι δὲν σὲ ἀ­γα­ποῦν; Μὰ καὶ βέ­βαι­α εἶ­χε σκε­φτεῖ νὰ μὴν ὑ­πο­τα­χθεῖ στὸ προ­φα­νὲς καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὶς συμ­βου­λὲς ὁ­ρι­σμέ­νων κοι­νῶν φί­λων ποὺ τοῦ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ τὴν ξα­να­κερ­δί­σει. Ἀλ­λά, στὸ τέ­λος, ἐ­πέ­λε­ξε τὴ ρι­ζι­κὴ ἀ­πο­μά­κρυν­ση, σὰν νὰ εἶ­χε ἐν­τα­χθεῖ σὲ κά­ποι­ο πρό­γραμ­μα προ­στα­σί­ας μαρ­τύ­ρων καὶ νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ζω­ή, ὄ­νο­μα, ἐ­πάγ­γελ­μα, πό­λη. Νὰ πα­λέ­ψει; Μὰ τί ἤ­θε­λε; Νὰ μπεῖ ξη­με­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ὡς φτη­νὴ ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ Ρω­μαί­ου; Ἢ νὰ με­ταμ­φι­ε­στεῖ σὲ κι­θα­ρω­δὸ ποῦ μπαί­νει μπρο­στά­ρης σὲ καν­τά­δα; Μή­πως νὰ προσ­λάμ­βα­νε κα­νέ­ναν ἀ­ε­ρο­πό­ρο-ἀ­κρο­βά­τη γιὰ νὰ σχε­διά­σει στὸν οὐ­ρα­νὸ μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη φρά­ση; Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἰ­δι­κὰ ἐ­φὲ τοῦ φαί­νον­ταν ὅ­τι ἁρ­μό­ζουν σὲ ἐ­κεί­νους πού, λό­γω ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ πε­ρη­φά­νιας, δὲν σέ­βον­ται τὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ἑ­νὸς —πιὸ ξε­κά­θα­ρο δὲν γι­νό­ταν— «Δὲν σὲ ἀ­γα­πά­ω». Ὄρ­θιος στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀλ­λά­ξει τὸ χρῶ­μα στὸ φα­νά­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­ται πλέ­ον τὴν προ­σπά­θεια τῶν νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν ἐ­πὶ σκη­νῆς, οὔ­τε τὸ γε­μά­το ἱ­κα­νο­ποί­η­ση βλέμ­μα ποὺ ἀν­τάλ­λα­ξαν τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸ κοι­νὸ τοὺς χει­ρο­κρο­τοῦ­σε μὲ ἐν­θου­σια­σμό. Καὶ τὸν θλί­βει ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πό­σο κον­τὰ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν ἔρ­θει ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τῆς γνώ­μης πώς, ὅ­ταν σοῦ λέ­νε ὅ­τι μιὰ ἱ­στο­ρί­α τε­λεί­ω­σε, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴν ἐ­πι­μεί­νεις, νὰ μὴν πα­λέ­ψεις καὶ νὰ τῆς βά­λεις, μὲ ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ καὶ γρή­γο­ρο τρό­πο, τε­λεί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

SergiPamies-Eikona-04Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔργο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.