Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ὁ ἐξόριστος


06-CristinaPeriRossi-OEksoristos-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ὁ ἐξόριστος

(El exiliado)


01-HttaΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ τὸν προ­δί­νει. Πα­ρα­τεί­νει λί­γο τὰ σίγ­μα καὶ προ­φέ­ρει μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο τὸ β καὶ τὸ μπ. Δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό­τε μιὰ σχε­τι­κὴ σι­ω­πὴ γύ­ρω του. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κα­μιὰ με­γά­λη σι­ω­πή, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως συλ­λαμ­βά­νει κά­ποι­α πε­ρι­έρ­γεια στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ἕ­ναν μι­κρὸ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ στὶς κι­νή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ται πιὸ ἐμ­φα­τι­κές. (Ἀ­νε­παί­σθη­τες ἀλ­λα­γὲς γιὰ ἕ­ναν κοι­νὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ἀλ­λὰ ἡ ἐ­ξο­ρί­α εἶ­ναι ἕ­νας με­γε­θυν­τι­κὸς φα­κός.) Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες ἐ­πί­σης) ἐ­κεῖ­νος νι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σει τοὺς ἄλ­λους. Ὤ, εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος καὶ ὀ­φεί­λει νὰ κά­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν. Εὐ­γνω­μο­νεῖ τὴν κα­λὴ θέ­λη­ση τῶν πλη­σί­ον του, αὐ­τὴ ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν τὸν ρω­τοῦν πο­τὲ ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται, οὔ­τε τί ἔ­κα­νε πρίν, ἂν ἔ­λυ­σε ἢ ὄ­χι τὰ προ­βλή­μα­τα μὲ τὰ χαρ­τιά, πῶς ἦ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε, ἂν ἔ­χα­σε κά­τι στὴ δι­α­δρο­μή, ἂν νιώ­θει μό­νος. Ὅ­λοι φαί­νον­ται δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ πα­ρα­βλέ­ψουν αὐ­τὴν τὴν μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α, νὰ τὸ λά­βουν ὑ­πό­ψιν τους πά­ρα ταῦ­τα, νὰ μὴν τοῦ κά­νουν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ κυ­ρί­ως νὰ μὴν δεί­ξουν κα­νε­νὸς εἴ­δους πε­ρι­έρ­γεια γιὰ τὴν ζωή του. Ὡς ἀ­πάν­τη­ση στὴν τό­ση προ­σή­νεια, ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ πεῖ­σμα νὰ ξε­χά­σει τὸ πα­ρελ­θὸν του (κά­νει σὰν νὰ μὴν τὸ εἶ­χε πο­τέ), κα­τα­πι­έ­ζει κά­θε τύ­πο ἀ­δι­α­θε­σί­ας καὶ ἐ­πι­δει­κνύ­ει τὶς γνώ­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς πό­λης, τὰ μνη­μεῖ­α, τὸ ὄ­νο­μα καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν δρό­μων, τὶς δη­μό­σι­ες ὑ­πη­ρε­σί­ες καὶ τὴν λι­γο­στὴ βλά­στη­ση τοῦ τό­που.

       Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ μὲ ἀ­κρί­βεια στὴν δι­α­δρο­μὴ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων καὶ τοῦ με­τρό, κα­θὼς καὶ στὴν σύν­θε­ση τῆς Δη­μαρ­χί­ας, ἀλ­λὰ τὸ γε­γο­νὸς ἀ­κρι­βῶς πὼς γνω­ρί­ζει ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες (κυ­ρί­ως τὸ ὄ­νο­μα τῶν φυ­τῶν τῆς δη­μό­σιας δεν­τρο­φύ­τευ­σης καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων μνη­μεί­ων) προ­κα­λεῖ ὁ­ρι­σμέ­νη κα­χυ­πο­ψί­α γύ­ρω του καὶ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὸ γε­γο­νὸς πὼς πρό­κει­ται πράγ­μα­τι γιὰ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ ζεῖ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πο­φεύ­γει πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ τὴν χρή­ση τοῦ πρώ­του προ­σώ­που τοῦ πλη­θυν­τι­κοῦ γιὰ νὰ μὴν σπεί­ρει ἀμ­φι­βο­λί­ες στὸ πέ­ρα­σμά του, για­τί τὰ ἄ­το­μα εἶ­ναι συ­νή­θως πο­λὺ κτη­τι­κὰ ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κουν, κι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ προ­σβάλ­λει κα­νέ­ναν. Εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­γνώ­μων στὸν ἥ­λιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζε­σταί­νει ἐ­πί­σης τὸν ἴ­διο, καὶ χά­ρη σ’ ἕ­ναν εὐ­φυ­ῆ μη­χα­νι­σμὸ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς πα­γί­δες ποὺ τοῦ στή­νον­ται γιὰ νὰ τὸν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νουν: ὅ­ταν κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ ἕ­να ἐ­θνι­κὸ ἐ­λάτ­τω­μα, ἐ­κεῖ­νος τὸ με­τα­τρέ­πει κα­τευ­θεί­αν σὲ ἀ­ρε­τή. Ὅ­ταν ὁ συ­νο­μι­λη­τής του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χω­ρὶς νὰ στρέ­ψει τὸ βλέμ­μα του σ’ αὐ­τὸν συγ­κε­κρι­μέ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν τσιγ­κου­νιὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πό­λης, ἐ­κεῖ­νος δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ ὑ­γι­ὲς πνεῦ­μα τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς οἰ­κο­γέ­νει­ες νὰ εὐ­η­με­ρή­σουν. Ἂν ἡ κου­βέν­τα ἀ­φο­ρᾶ στὴν τρα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη εὐ­γέ­νειας τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­κεῖ­νος δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ αὐ­θορ­μη­τι­σμὸς καὶ ἔλ­λει­ψη πε­ρι­ο­ρι­σμῶν. Ἂν κά­ποι­ος σχο­λιά­σει ὅ­τι σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χει ἀρ­κε­τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὅ­τι οἱ κά­τοι­κοί της εἶ­ναι βα­ρε­τοί, ἐ­κεῖ­νος ἀν­τα­παν­τᾶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νὴ λο­γι­κὴ τοῦ ἔ­θνους, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν προ­βαί­νει —δό­ξᾳ τῷ Θεῷ!— σὲ δρά­μα­τα καὶ ρι­ψο­κίν­δυ­νες ἀ­πο­φά­σεις. Ἂν ὁ συ­νο­μι­λη­τὴς ἐ­πι­μέ­νει νὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ τὶς κα­κὲς συ­νή­θει­ες τῆς χώ­ρας, ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τέρ­μα στὴν συ­ζή­τη­ση μ’­ἕ­να ἐμ­φα­τι­κὸ «Ἄχ, δὲν ξέ­ρε­τε τί ἔ­χε­τε!» καὶ ὁ πο­λί­της ἀ­φή­νει στὴ μέ­ση τὴν ὁ­μι­λί­α του, κοι­τά­ζει γύ­ρω του κά­πως μπερ­δε­μέ­νος, πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ ἐ­ξό­ρι­στος ἀ­γα­πᾶ τὸν τό­πο του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, συ­νέρ­χε­ται. Δὲν εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει σὲ κα­νέ­ναν νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴν πα­τρί­δα του σὲ ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μό, ἂν δὲν ἔ­χει γεν­νη­θεῖ σ’ αὐ­τήν. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ ὁ Ἐ­ξό­ρι­στος κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι δι­έ­πρα­ξε ἕ­να ἀ­συγ­χώ­ρη­το λά­θος καὶ ὅ­τι ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θή­σει, θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­νας ξέ­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Jonas Torres (2015).


		
Advertisements