Niemands Rose: Κόκκινο τριαντάφυλλο


NiemandsRose-KokkinoTrianttafyllo-Eikona-01


Niemands Rose

Κόκ­κι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο

 

 O-Omikron-SomataΤΑΝ ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΑΚΙ, ἤ­θε­λε στὶς Ἀ­πό­κρι­ες νὰ ντυ­θεῖ Χι­ο­νά­τη. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ἄ­ρε­σε στὴ μα­μά. Μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­κρι­βὴ ἡ στο­λή. Καὶ τε­λι­κὰ ντύ­θη­κε κά­τι ἄλλο. Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δά­κι, ἔ­κα­νε κά­τι ζω­γρα­φι­ὲς μούρ­λια. Πο­λὺ ζω­η­ρά, χα­ρού­με­να χρώ­μα­τα, μπο­γι­άν­τι­σμα προ­σε­κτι­κὸ καὶ φρον­τι­σμέ­να σχε­δι­α­γράμ­μα­τα. Ἀλ­λὰ οὔ­τε αὐτὰ ἄ­ρε­σαν στὴ μα­μά. Μᾶλ­λον δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν τῆς μα­μᾶς οὔ­τε οἱ πριγ­κί­πισ­σες, οὔ­τε οἱ νε­ρά­ι­δες οὔ­τε οἱ καρ­δοῦ­λες μὲ φο­ρέ­μα­τα, οὔ­τε τὰ λου­λού­δια μὲ τὶς με­γά­λες βλε­φα­ρί­δες καὶ τὰ ρὸζ μά­γου­λα. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν τῆς μα­μᾶς. Οὔτε τοῦ μπαμ­πά. Κα­θό­λου μὰ κα­θό­λου.

       Με­τά, πῆ­γαν σὲ ἕ­να με­γά­λο κτί­ριο. Ἐ­κεῖ, στὸ σα­λο­νά­κι ποὺ πε­ρί­με­ναν, εἶ­χε πολ­λὰ παι­χνί­δια. Ἀλ­λὰ εἶ­χε καὶ με­ρι­κὰ σπα­σμέ­να. Κι ἔ­παι­ζε μὲ τὰ κου­ζι­νι­κὰ μὲ τὰ ἄλ­λα κο­ρί­τσια. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ἄ­ρε­σε στὴ μα­μά. Δὲν ἄ­ρε­σε κα­θό­λου στὴ μα­μά. Σὲ λί­γο μπῆ­καν σὲ ἕ­να γρα­φεῖ­ο ποὺ ἦ­ταν ἕ­νας κύ­ριος καὶ μιὰ κυ­ρί­α. Ὁ κύ­ριος ἦ­ταν πο­λὺ χα­μο­γε­λα­στὸς καὶ ἡ κυ­ρί­α πο­λὺ σο­βα­ρή. Ἢ τὸ ἀν­τί­θε­το. Ἔ­δω­σαν στὸ παι­δά­κι νὰ ζω­γρα­φί­σει. Τοὺς ἔ­κα­νε τὴν κα­λύ­τε­ρή του ζω­γρα­φιά, για­τί σκέ­φτη­κε νὰ βά­λει με­γά­λα στέμ­μα­τα στὶς πριγ­κί­πισ­σες στο­λι­σμέ­να μὲ χρω­μα­τι­στὰ πε­τρά­δια. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ ἰ­δέ­α, ἔ; Τοὺς ἔ­βα­λε καὶ χρυ­σὰ ρα­βδιά. Στὴν πιὸ μι­κρὴ ἔ­βα­λε με­γα­λύ­τε­ρο. Ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α κού­νη­σαν τὰ κε­φά­λια τους. Μᾶλ­λον οὔ­τε σ’ αὐ­τοὺς ἄ­ρε­σε ἡ ζω­γρα­φιά. Ἔ­πει­τα τοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να κα­λά­θι γε­μά­το παι­χνί­δια, πι­στό­λια, αὐ­το­κι­νη­τά­κια, ψεύ­τι­κα κρα­γιόν, πι­α­τά­κια, κοῦ­κλες καὶ εἶ­παν νὰ δι­α­λέ­ξει. Δι­ά­λε­ξε νὰ βά­ψει μιὰ κου­κλί­τσα μὲ κρα­γιόν, ὅ­σο ἡ μα­μὰ συμ­πλή­ρω­νε κά­τι χαρ­τιά.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α θὰ ἀ­πο­χαιτοῦ­σαν τὸ παι­δά­κι καὶ τὴ μα­μά, θὰ δι­ά­βα­ζαν τὰ συ­μπληρω­μέ­να ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­για καὶ θὰ συ­να­πο­φά­σι­ζαν τὴ διάγνω­ση: Δι­α­τα­ρα­χὴ φύ­λου. Τὴν ἴ­δια ἀρ­ρώ­στια ποὺ εἶ­χε ὁ Γῶ­γος, ὁ Μά­κης, ὁ Πε­ρι­κλῆς, ὁ Ντί­νος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης. Καὶ με­τὰ πή­γαι­ναν καὶ ξα­να­πή­γαι­ναν καὶ ξα­να­πή­γαι­ναν στὸ κτί­ριο καὶ μι­λοῦ­σαν ἐ­κεῖ μὲ τὴν κυ­ρί­α πιὸ πο­λύ, τὸν κύριο δὲν τὸν ἔ­βλε­πε καὶ τό­σο πο­λὺ πιά. Καὶ ὅ­λο νὰ τὸ ρωτᾶ­νε, καὶ ὅ­λο νὰ κου­νᾶ­νε τὸ κε­φά­λι τους, καὶ ὅ­λο νὰ ρωτᾶ­νε, καὶ ὅ­λο νὰ ρω­τᾶ­νε. Καὶ για­τί εἶ­ναι κα­κὸ νὰ ζω­γρα­φί­ζεις πριγ­κί­πισ­σες δὲν κα­τά­λα­βε πο­τέ.

       Ὅ­ταν με­γά­λω­σε τὸ παι­δά­κι ἔ­γι­νε σὰν τὴ μα­μὰ κι ἀ­κόμη, κι ἀ­κό­μη πιὸ ὡ­ραῖ­ο. Εἶ­χε κά­τι μαλ­λιὰ ξαν­θὰ ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ τό­σο μα­κριά, ὅ­πως τῆς Ρα­πουν­ζέλ, πιὸ λί­γο μα­κριά, κι ὡ­ραῖ­α χεί­λη, βυσ­σι­νὶ σὰν τῆς Χι­ο­νά­της, καὶ τὶς νύ­χτες πε­ρί­με­νε τὸν πρίγ­κι­πα σὰν τὴ Στα­χτο­πού­τα ἀλ­λὰ μὲ μίνι καὶ ζαρ­τι­έ­ρες. Κι ὁ πρίγ­κι­πας ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ μὲ ἄλ­λο αὐ­το­κί­νη­το καὶ μὲ ἄλ­λο πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ μὲ τὰ ἴ­δια χαρ­το­νο­μί­σμα­τα. Πί­πα, κῶ­λο, ἴ­δια τι­μὴ γιὰ ὅ­λους. Μό­νο ἕ­νας, μιὰ φο­ρά, στὸ γυ­ρι­σμό, ἔ­τσι, πῶς τοῦ ἦρ­θε, τῆς εἶ­πε να­ πᾶ­νε νὰ πι­οῦ­νε κα­νέ­να πο­τό. Καὶ ἦρ­θε ἕ­να γυ­φτά­κι, μὲ ἕ­να μά­τσο τρι­αν­τά­φυλ­λα, «καὶ πάρ­τε κα­λὲ κύ­ρι­ε, ποὺ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα τῆς γυ­ναί­κας» τοῦ ἔ­λε­γε. Καὶ τῆς ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να κόκ­κι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς γυ­ναί­κας.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Τὰ φῶ­τα στὸ βά­θος (ἀ­φη­γή­σεις μι­κροῦ μή­κους, ἐκδ. Ἀ­πό­πει­ρα, 2013).

Niemands rose (Κρή­τη). Σπού­δα­σε Κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Λον­δί­νο. Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Δι­α­τη­ρεῖ τὸ μπλὸγκ Τοῦ κα­νε­νὸς τὸ ρό­δο. Πρῶτο της βιβλίο Τὰ φῶ­τα στὸ βά­θος.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1


 Gollwitzer, Prof. Dr. Helmut Einer der bekanntesten evangelischen Theologen Deutschlands, Helmut Gollwitzer, ist am Sonntag, 17.10.93, im Alter von 84 Jahren in Berlin an den Folgen eines Schlaganfalles gestorben. Der am 29.12.1908 als Sohn eines Pfarrers im bayerischen Pappenheim geborene Gollwitzer trat 1936 der Bekennenden Kirche bei, wandte sich während der Nazi-Diktatur öffentlich gegen die Ver folgung der Juden und galt nach 1945 als streitbarer Kämpfer im Dienste der Friedensbewegung.Foto: Auf einer Friedensdemonstration während des Kirchentages 1983 in Hannover.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1

γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, τὸν ἀ­κα­τα­πό­νη­το

(Deutsche Utopien I

für Helmut

Gollwitzer, den Unermüdlichen)


 

1. Ο ΓΚΟΥΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ, προ­σκε­κλη­μέ­νος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Στρά­ους γιὰ κα­φέ, πα­ρα­δί­δει τὴ σκυ­τά­λη τοῦ φι­λο­ξε­νού­με­νου στὸν Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε. Ἡ κυ­ρί­α, ὁ κύ­ριος, καὶ τὰ τέ­κνα τῆς οἰ­κί­ας Στρά­ους φω­νά­ζουν στὸν ἀ­περ­χό­με­νο Γκρὰς καὶ τὸν προ­σερ­χό­με­νο Ντοῦ­τσκε: «Νί­κη­σε ὁ Σο­σι­α­λι­σμός!» «Ὄ­χι ὁ Σο­σι­α­λι­σμός», τοὺς δι­ορ­θώ­νει ὁ Ντοῦ­τσκε, «ἀλ­λὰ ἕ­νας Σο­σι­α­λι­σμός». Ἀ­κο­λου­θοῦν ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα, δά­κρυ­α, ἄ­φθο­νος κα­φὲς κι ἀ­σύγ­κρι­τη θαλ­πω­ρὴ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Ντοῦ­τσκε ἁρ­πά­ζει μὲ τὸ χέ­ρι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὸ φρέ­σκο γλύ­κι­σμα ποὺ ἀρ­νι­ό­ταν νὰ ὑ­πα­κού­σει στὸ κου­τα­λά­κι τοῦ γλυ­κοῦ. Οἱ υἱ­οὶ Στρά­ους ρω­τοῦν νὰ μά­θουν γιὰ τὸν Χο­ζέ­α Τσέ. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο πε­ρι­μέ­νουν ντρο­πα­λὰ —μὲ δέ­ος σχε­δόν— ὁ Τάν­τλερ, ὁ Κὴσλ καὶ ὁ Σπράγ­κερ. Μό­λις συ­νέ­τα­ξαν ἕ­να φυλ­λά­διο ποὺ ξε­σκε­πά­ζει τὸν Λά­τμανν: πα­ρα­βά­της τοῦ νό­μου! Πε­ρι­μέ­νουν κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸν ἔ­παι­νο, ἕ­να κά­ποι­ο εἶ­δος τέ­λος πάν­των ἀ­να­γνώ­ρι­σης, καὶ ἂς εἶ­ναι μό­νο ἕ­να φι­λι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν πλά­τη. Θὰ ἤ­θε­λαν τό­σο πο­λὺ νὰ γί­νουν μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς τό­σο ἐγ­κάρ­διας ὁ­μή­γυ­ρης. Ὁ Ντοῦ­τσκε, συγ­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ πρό­σω­πό του, τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ Τάν­τλερ ξε­σπά­ει σὲ κλά­μα­τα, ἐ­νῶ οἱ Κὴσλ καὶ Σπράγ­κερ ἀρ­κοῦν­ται σὲ μά­τια ὑ­γρά.

 


2. Στὸ πλαί­σιο τοῦ νέ­ου ἀν­τι­τρο­μο­κρα­τι­κοῦ νό­μου, θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ νέ­α ὑ­πη­ρε­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α θὰ λά­βει τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ἔμ­βιο θερ­μό­με­τρο ‘ὑ­πο­δεί­ξε­ω­ν’». Στό­χος τῆς νέ­ας αὐ­τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας θὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ νὰ κα­τα­λή­γουν καυ­τὲς ὑ­πο­δεί­ξεις στὶς ψυ­χρὲς λί­στες τῶν ἀ­ζή­τη­των. Ἔ­τσι, ἀ­νὰ ὑ­πό­δει­ξη ἢ ἀ­νώ­νυ­μο τη­λε­φώ­νη­μα θὰ συν­δέ­ον­ται στὴ γραμ­μὴ συγ­χρο­νι­κὰ δέ­κα ψυ­χο­λό­γοι καὶ ἀ­κου­στο­λό­γοι, τῶν ὁ­ποί­ων μέ­λη­μα θὰ εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­φαν­θοῦν ἂν ἡ ἐν λό­γῳ ὑ­πό­δει­ξη μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ καυ­τὴ ἢ ὄ­χι. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ κα­τα­λή­ξουν ψυ­χρὲς ὑ­πο­δεί­ξεις σὲ καυ­τὲς λί­στες πα­ρα­βλέ­πε­ται ὡς «ἄ­σχε­το».


 

3. Ἀ­κό­μη καὶ στὸν γλωσ­σι­κῶς δει­νό­τε­ρο τῶν ἐκ­φω­νη­τῶν, σχο­λια­στῶν καὶ συν­το­νι­στῶν παίρ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα ὥ­σπου νὰ συ­νη­θί­σει τὴ λέ­ξη Ἑ­τε­ρο­πτε­ρο­κρα­τί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ὑ­φί­στα­ται ὁ σχε­τι­κὸς νό­μος πε­ρὶ κα­τάρ­γη­σης τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς σφαί­ρας, ὁ­πό­τε κα­θέ­νας μπο­ρεῖ —μά­λι­στα ὀ­φεί­λει— νὰ σπι­ου­νεύ­ει τὸν ἄλ­λο, ὀ­ξεί­α πλή­ξη προ­σέ­βα­λε τοὺς πο­λί­τες ἀ­νὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Ἀ­κό­μη καὶ ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ἰ­δι­ω­τι­κό­τε­ρης ἰ­δι­ω­τι­κῆς ζω­ῆς τοῦ ἄλ­λου προ­κα­λεῖ χα­σμου­ρη­τό. Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ πο­λί­τες πέ­ρα­σαν στὸ στά­διο τῆς πα­ρα­κο­λού­θη­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους: εἰ­σή­χθη ἔ­τσι τὸ Ἔ­σω-Ἐ­τε­ρό­πτε­ρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο στὸ στό­μα τοῦ κο­σμά­κη ἐκ­φυ­λί­ζε­ται σὲ Ψυ­χο-Ἑ­λι­κό­πτε­ρο. Ἡ σπι­ου­νευ­τι­κὴ κα­τὰ τοῦ ἐ­αυ­τοῦ ἔ­χει ἀ­να­χθεῖ σὲ μό­δα. Ἀ­πὸ τό­τε ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πιὰ μυ­στι­κὰ —οὔ­τε κὰν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἐ­αυ­τό—, ἔ­χει ἐ­ξα­πλω­θεῖ τέ­τοι­α ψυ­χι­κὴ ἀ­δρά­νεια, ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ κα­τα­κό­ρυ­φη πτώ­ση τῆς ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τας. Τὸ σλόγ­καν «Ὅ,τι εἶ­ναι ἡ χλω­ρί­δα τοῦ ἐν­τέ­ρου γιὰ τὴν πέ­ψη, εἶ­ναι καὶ τὰ μυ­στι­κὰ γιὰ τὴν ψυ­χὴ» τεί­νει νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ και­νούρ­για ἀ­γο­ρά: τὴν ἐμ­πο­ρί­α μυ­στι­κῶν. Ὁ τζί­ρος τῶν μυ­στι­κῶν ἀ­να­κι­νεῖ πρό­σκαι­ρα τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δη­μι­ουρ­γεῖ ὡ­στό­σο σο­βα­ρό­τα­τη κρί­ση στὶς μυ­στι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες. Ὄ­χι μό­νο δὲν ἔ­χει κα­νέ­νας ἀ­πο­λύ­τως, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­φί­σταν­ται κὰν μυ­στι­κά. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ὁ καρ­δι­νά­λιος Χόφ­νερ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται δη­μο­σί­ως στὴ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε ἕ­να μυ­στι­κό: ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πὲρ τοῦ Σο­σι­α­λι­σμοῦ. Ἡ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε, ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἐ­λεύ­θε­ρη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Ὁ Ἑρ­μῆς τοῦ Ρή­νου» —τὴν πρό­τα­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Πα­νό­ρα­μα τῆς Κο­λω­νί­ας» φέ­ρε­ται νὰ τὴν ἀ­πέρ­ρι­ψε μὲ τὶς λέ­ξεις «Ὄ­χι, μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς καὶ ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­δύ­να­το!» — καὶ κα­τό­πιν προ­σω­πι­κῆς πα­ρά­κλη­σης τοῦ καρ­δι­νά­λιου, προ­χω­ρεῖ στὴ γνω­στο­ποί­η­ση τοῦ μυ­στι­κοῦ στὴν ἐν λό­γῳ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χουν Κα­θο­λι­κοί, ἔ­ξαλ­λοι μὲ τὸ γε­γο­νός.

 


4. Καὶ ὅ­μως, τὰ θε­ό­ρα­τα κω­δω­νο­στά­σια τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ της Κο­λω­νί­ας θὰ με­τα­φερ­θοῦν. Ὁ Μπό­ις —ὑ­πεύ­θυ­νος τοῦ ἔρ­γου ὡς ἐν­τε­ταλ­μέ­νος γιὰ τὴν παι­δεί­α στὸ κρα­τί­διο τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας— κα­λεῖ τὴν ντό­πια κοι­νω­νί­α τῆς Κο­λω­νί­ας νὰ συμ­με­τά­σχει ἐ­νερ­γά. Ἀν­τλών­τας ἔμ­πνευ­ση ἀ­πὸ τὸν «Πύρ­γο τῆς Βα­βὲλ» τοῦ Μπρό­ιγ­κελ δι­α­τά­ζει τὴν κα­τα­σκευ­ὴ στα­θε­ρῶν σπει­ρο­ει­δῶν κα­τα­σκευ­ῶν, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων θὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φτά­νει μὲ ἀ­σφά­λεια στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν κω­δω­νο­στα­σί­ων καὶ νὰ κα­τέρ­χε­ται ἐκ νέ­ου μὲ δύ­ο λί­θους ἀ­νὰ χεί­ρας. Ὁ ἕ­νας ἐκ τῶν λί­θων θὰ τυγ­χά­νει χρή­σης ἐν­θυ­μί­ου, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος θὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τοῦ «Ἐ­λεύ­θε­ρου Κα­θο­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του γιὰ τὴν Ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καὶ τὴν Κα­τάρ­γη­ση τῶν Δογ­μά­των». Μά­λι­στα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἤ­δη «Σύν­δε­σμος γιὰ τὴν Ἀ­να­δό­μη­ση τοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ». Μύ­ρι­σε ἤ­δη και­νούρ­για κλί­κα!


 

5. Ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση, ἐ­στι­ά­ζον­τας μέ­χρι πρό­τι­νος ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ χρῆ­μα καὶ τὰ σύ­νο­ρα, ζη­τᾶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ συμ­βο­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο κόμ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α —ὅ­πως πάν­τα, χά­ριν συν­το­μί­ας κι εὐ­κο­λί­ας— δό­θη­καν οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες «οἱ Συ­νε­τοὶ» καὶ «οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι». Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Συ­νε­τῶν» εἶ­ναι ἀ­νώ­τα­το κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος. Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Ἀ­σύ­νε­των», ἕ­νας Πα­τριά­ρχης τῆς ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Βε­βαί­ως, δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος συ­νε­τό, οὔ­τε ὁ Πα­τριά­ρχης ἀ­σύ­νε­τος, οὔ­τε μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς εὔ­κο­λα ὅ­τι ἰ­σχύ­ει τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Πο­λὺ ἁ­πλά, εἶ­ναι —ὡς συ­νή­θως— πο­λύ­πλο­κο. Οἱ Συ­νε­τοὶ θέ­λουν νὰ ξα­να­κά­νουν τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐ­πί­ση­μη θρη­σκεί­α τοῦ κρά­τους, ἐ­νῶ οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι τὸ ἀρ­νοῦν­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά. Ἡ σύγ­χυ­ση στὴ Δύ­ση μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ προ­βλή­μα­τα τῶν Σο­βι­ε­τι­κῶν αὐ­ξά­νει. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση —μὴ ἐμ­πι­στευ­ό­με­νη τοὺς Πο­λω­νούς, τοὺς Τσέ­χους, πο­λὺ λι­γό­τε­ρο δὲ τοὺς Γερ­μα­νοὺς τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Γερ­μα­νί­ας (οἱ ὁ­ποῖ­οι γιὰ ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ δὲν ξέ­ρουν τί στά­ση νὰ κρα­τή­σουν!) — ζη­τᾶ τὴ συμ­βο­λὴ καὶ συμ­βου­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Μὲ τὴ σει­ρά της, ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ κυ­βέρ­νη­ση κα­λεῖ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει ὁ­ρι­στεῖ εἰ­δι­κὸς ἀ­πε­σταλ­μέ­νος, νὰ συν­δρά­μει τὴ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­να­μέ­νε­ται ἐ­να­γω­νί­ως. Ἡ γερ­μα­νι­κὴ βι­ο­χα­νί­α ἀ­φο­σί­ω­σης λαμ­βά­νει ἤ­δη ἐ­πεν­δυ­τι­κὰ δά­νεια. Ὁ Γκόλ­βί­τσερ πέ­φτει στὴ Μό­σχα θύ­μα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νων ἀ­πό­πει­ρων ἐκ­βια­σμοῦ ἀ­πὸ δυ­τι­κὰ λόμ­πι. Ἀν­τι­στέ­κε­ται σθε­να­ρά. Ὡς συ­νε­τός, παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν Ἀ­σύ­νε­των. Ἕ­νας —κα­τὰ τὰ ἄλ­λα πραγ­μα­τι­στής— Γερ­μα­νὸς πο­λι­τι­κὸς τοῦ ἀ­νέ­θε­σε μιὰ εἰ­δι­κὴ μυ­στι­κὴ ἀ­πο­στο­λή: νὰ φέ­ρει ἔν­ζυ­μα, βά­κι­λους καὶ βα­κτή­ρια μὲ «ρώ­σι­κη ψυ­χή», γιὰ νὰ ἐμ­ψυ­χω­θεῖ ἡ γερ­μα­νι­κὴ σκη­νὴ ποὺ ἔ­χει κα­ταν­τή­σει ἄ­ψυ­χη.

 

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

 

 

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

 

Εἰ­κό­να: Ὁ Γκόλ­βί­τσερ σὲ φοι­τη­τι­κὴ κα­θι­στι­κὴ δι­α­δή­λω­ση στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ὁ Γερ­μα­νὸς θε­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ (1908-1993), ὑ­πῆρ­ξε σο­σι­α­λι­στής, εἰ­ρη­νι­στὴς καὶ ἀν­τι­κα­πι­τα­λι­στής, φί­λος τοῦ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε καὶ πά­στο­ρας τῆς Οὐλ­ρί­κε Μά­ιν­χοφ. Τὸ βι­βλί­ο του, στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς αἰχ­μα­λώ­του πο­λέ­μου στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση (1945-1949) [«…und führen wohin Du nicht willst», 1951] εἶ­χε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὴν Γερ­μα­νί­α τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ‘50. Σὲ δι­ά­λε­ξή του στὸ Ἐ­λεύ­θε­ρο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ὁ Γκόλ­βί­τσερ ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὴν δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὴν «βί­α κα­τὰ τῆς ι­δι­ο­κτη­σί­ας» και τὴν «βί­α ἐ­ναν­τί­ον ἀν­θρώ­πων», γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη πολ­λές ε­πι­κρί­σεις.

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἔπρεπε νὰ εἶχες ἐπιμείνει


Pàmies,Sergi-EprepeNaEichesEpimeinei-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει

(Hauries hagut d’insistir)


S-[Sigma]-SomataΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ τυ­χαῖ­α βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο. Ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ πε­νήν­τα κι­λά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ κομ­ψοὶ ὥστε νὰ προ­σποι­η­θοῦν πὼς δὲν τοὺς ἐν­τυ­πω­σιά­ζει ἡ πα­ρακ­μὴ καὶ τῶν δυ­ό τους. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζὶ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα τὴ φω­νὴ καὶ τὸ βλέμ­μα, καὶ ἀ­να­κτοῦν ἀ­μέ­σως τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μά­θουν πράγ­μα­τα ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο, ἀν­τι­πα­ρερ­χό­με­νοι τὴν ἔν­τα­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τό­τε πού, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη πε­ρί­ο­δο τρι­ῶν χρό­νων ποὺ ὅ­μοι­ά της δὲν ξα­νά­ζη­σαν, χώ­ρι­σαν. Ἡ συ­ζή­τη­ση ξα­να­ζων­τα­νεύ­ει τὶς ἀ­να­μνή­σεις καὶ κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζί, τό­τε πού, ἀ­νά­βον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε πεῖ πὼς δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα, πο­λὺ κον­τὰ στὸ θέ­α­τρο ὅ­που μό­λις εἶ­δαν ἕ­να θί­α­σο νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν νὰ θρι­αμ­βεύ­ει, ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται πὼς ὑ­πάρ­χουν συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ καυ­τη­ριά­σει ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νί­σει. Ἐ­πι­δει­κνύ­ουν μιὰ τρυ­φε­ρὴ ἐγ­καρ­δι­ό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α, ἂν ἦ­ταν συ­ναι­σθη­μα­τί­ες, θὰ τοὺς συγ­κι­νοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος τῆς θυ­μί­ζει τὸ χρῶ­μα ποὺ εἶ­χαν οἱ βα­λί­τσες καὶ τὴν, τό­σο θλι­βε­ρή, στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἐ­πέ­στρε­ψε τὰ κλει­διά. Κα­τε­βά­ζον­τας λίγο το βλέμ­μα της, ἐ­κεί­νη τοῦ λέ­ει: «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει.» Ἐ­κεῖ­νος ἀ­κού­ει τὸ σχό­λιο δί­χως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Στέ­κε­ται ὄρ­θιος, μὲ τὸν για­κὰ τοῦ παλ­τοῦ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο καὶ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες, ἂν καὶ ἀ­μέ­σως αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν τρο­πὴ ποὺ ἔ­χει πά­ρει ἡ συ­ζή­τη­ση καί, μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, κα­τα­φέρ­νει νὰ μι­λή­σουν γιὰ ὅ­σα ἔ­χουν κά­νει, γιὰ τὰ παι­διὰ ποὺ ἀ­πέ­κτη­σαν (καὶ ἔχασαν) καὶ γιὰ τὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα ποὺ τοὺς κρα­τοῦν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­οῦν­ται μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦν, ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴν τη­ρή­σουν. Ἐ­κεί­νη για­τί δὲν εἶ­ναι θι­α­σώ­της οὔ­τε τῶν συ­ναν­τή­σε­ων μὲ πα­λαι­οὺς συμ­μα­θη­τὲς οὔ­τε τῶν εὐ­και­ρια­κῶν ἐ­ξό­δων γιὰ δεῖ­πνο μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς πρώ­ην της. Ἐ­κεῖ­νος για­τί αἰ­σθά­νε­ται ἀ­μή χα­νος καὶ λίγο πλη­γω­μέ­νος. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες ἐ­πι­μεί­νει. Πῶς νὰ ἐ­πι­μεί­νεις ὅ­ταν σου λέ­νε ὅ­τι δὲν σὲ ἀ­γα­ποῦν; Μὰ καὶ βέ­βαι­α εἶ­χε σκε­φτεῖ νὰ μὴν ὑ­πο­τα­χθεῖ στὸ προ­φα­νὲς καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὶς συμ­βου­λὲς ὁ­ρι­σμέ­νων κοι­νῶν φί­λων ποὺ τοῦ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ τὴν ξα­να­κερ­δί­σει. Ἀλ­λά, στὸ τέ­λος, ἐ­πέ­λε­ξε τὴ ρι­ζι­κὴ ἀ­πο­μά­κρυν­ση, σὰν νὰ εἶ­χε ἐν­τα­χθεῖ σὲ κά­ποι­ο πρό­γραμ­μα προ­στα­σί­ας μαρ­τύ­ρων καὶ νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ζω­ή, ὄ­νο­μα, ἐ­πάγ­γελ­μα, πό­λη. Νὰ πα­λέ­ψει; Μὰ τί ἤ­θε­λε; Νὰ μπεῖ ξη­με­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ὡς φτη­νὴ ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ Ρω­μαί­ου; Ἢ νὰ με­ταμ­φι­ε­στεῖ σὲ κι­θα­ρω­δὸ ποῦ μπαί­νει μπρο­στά­ρης σὲ καν­τά­δα; Μή­πως νὰ προσ­λάμ­βα­νε κα­νέ­ναν ἀ­ε­ρο­πό­ρο-ἀ­κρο­βά­τη γιὰ νὰ σχε­διά­σει στὸν οὐ­ρα­νὸ μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη φρά­ση; Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἰ­δι­κὰ ἐ­φὲ τοῦ φαί­νον­ταν ὅ­τι ἁρ­μό­ζουν σὲ ἐ­κεί­νους πού, λό­γω ἐ­γω­ι­σμοῦ καὶ πε­ρη­φά­νιας, δὲν σέ­βον­ται τὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ἑ­νὸς —πιὸ ξε­κά­θα­ρο δὲν γι­νό­ταν— «Δὲν σὲ ἀ­γα­πά­ω». Ὄρ­θιος στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀλ­λά­ξει τὸ χρῶ­μα στὸ φα­νά­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­ται πλέ­ον τὴν προ­σπά­θεια τῶν νε­α­ρῶν ἠ­θο­ποι­ῶν ἐ­πὶ σκη­νῆς, οὔ­τε τὸ γε­μά­το ἱ­κα­νο­ποί­η­ση βλέμ­μα ποὺ ἀν­τάλ­λα­ξαν τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸ κοι­νὸ τοὺς χει­ρο­κρο­τοῦ­σε μὲ ἐν­θου­σια­σμό. Καὶ τὸν θλί­βει ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πό­σο κον­τὰ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν ἔρ­θει ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τῆς γνώ­μης πώς, ὅ­ταν σοῦ λέ­νε ὅ­τι μιὰ ἱ­στο­ρί­α τε­λεί­ω­σε, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴν ἐ­πι­μεί­νεις, νὰ μὴν πα­λέ­ψεις καὶ νὰ τῆς βά­λεις, μὲ ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ καὶ γρή­γο­ρο τρό­πο, τε­λεί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

SergiPamies-Eikona-04Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔργο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ἄντριου Μακκουάιγκ (Andrew McCuaig): Τὸ πορτοφόλι

Бςˇ́ԁ ˏÙ ԇӠ׉ύϐԙӇӠӔ`ĉτɁ ́˃Qٍ ӔǠň͉ʇ τϠHǍٍ-ȅӓKύɊǓ/PHASMA/nׁ̉NjɄǓ


 

Ἄν­τριου Μακ­κουά­ιγκ (Andrew McCuaig)

 

Τὸ πορ­το­φό­λι

 

(The Wallet)


 12-Omikron-Hymnus_in_Romam_61_2ΤΑΝ Η ΙΛΕΪΝ ΕΦΤΑΣΕ στὴ δου­λειά, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ πα­ρα­τή­ρη­σε ἦ­ταν ὅ­τι ὁ Τρό­ι εἶ­χε ἀ­φή­σει τὸ πορ­το­φό­λι του πά­νω στὸ μι­κρὸ ρά­φι δί­πλα σὲ μιὰ μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νη κού­πα μὲ κό­κα-κό­λα. Ὁ Τρό­ι συ­νή­θι­ζε νὰ πα­ρα­τά­ει τὸ φα­γη­τὸ του τα­κτι­κὰ σὰν ἐ­κεί­νη νὰ ἦ­ταν ἡ ὑ­πη­ρέ­τριά του, ἀλ­λὰ τὸ πορ­το­φό­λι του δὲν τὸ ξέ­χνα­γε συ­χνά, πα­ρὰ μό­νο μί­α φο­ρὰ τὸ μή­να. Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ αὐ­τό, ἦ­ταν μό­λις ἡ δεύ­τε­ρη βρα­διά της στὴ δου­λειὰ κι εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι μᾶλ­λον δο­κί­μα­ζε τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά της, ἢ ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὅ­τι ἦ­ταν μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει νὰ τὴ δεῖ. Ὄν­τως, εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει μι­σὴ ὥ­ρα με­τὰ καὶ ἐ­σκεμ­μέ­να ἔ­τρι­βε τὸ σῶ­μα του στὸ δι­κό της, κα­θὼς ἔ­παιρ­νε πί­σω τὸ πορ­το­φό­λι του, ἀν­τὶ νὰ στα­θεῖ ἁ­πλῶς στὴν πόρ­τα καὶ νὰ τῆς ζη­τή­σει νὰ τοῦ τὸ φέ­ρει. Εἶ­χαν κά­νει μιὰ ἀ­μή­χα­νη, σύν­το­μη συ­ζή­τη­ση στὴ στε­νὴ καμ­πί­να δι­ο­δί­ων, πρὶν ση­κώ­σει στὸ τέ­λος τὸ πορ­το­φό­λι του, γιὰ νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει λέ­γον­τας «ἀν­τί­ο καὶ κα­λὴ τύ­χη». Κα­θὼς ἔ­φευ­γε, ἔ­τρι­ψε πά­λι τὸ σῶ­μα του στὸ δι­κό της.

       Τώ­ρα, ἐ­νῶ εἶ­χε βο­λευ­τεῖ πά­νω στὸ σκαμ­πὸ τὴν ὥ­ρα τῆς βάρ­διας της, αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­κό­μα τὴν ἐ­πί­μο­νη πα­ρου­σί­α του. Ἡ Σλό­ι σή­κω­σε τὴν κού­πα μὲ τὴν κό­κα-κό­λα καὶ τὴν το­πο­θέ­τη­σε προ­σε­κτι­κά, νὰ μὴν ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει μὲς στὸν κά­δο σκου­πι­δι­ῶν ποὺ εἶ­χε στὰ πό­δια της. Ἡ κό­κα-κό­λα εἶ­χε γί­νει σὰ λά­σπη λό­γω τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς ζέ­στης κι ἐ­κεί­νη κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πε­γνω­σμέ­να. Ἴ­σι­ω­νε τὴ στοί­βα ἀ­πὸ κέρ­μα­τα πά­νω στὸ ρά­φι, γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα. Δυ­ὸ καμ­πί­νες πιὸ κά­τω, ὁ Χο­σὲ τῆς ἔ­γνε­ψε καὶ τῆς σή­κω­σε τοὺς ἀν­τί­χει­ρές του, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἔ­κα­νε κά­τι χα­ρι­τω­μέ­νο. Ἦ­ταν ἄλ­λος ἕ­νας λε­χρί­της ποὺ σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μά του στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα της, κοι­τών­τας τὴν ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω καὶ φυ­σών­τας τὸν κα­πνὸ τοῦ τσι­γά­ρου του μέ­σα στὴν καμ­πί­να της. Τοῦ ἔ­γνε­ψε, γιὰ νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος της.

       Τώ­ρα ὁ δρό­μος μπρο­στά της ἁ­πλω­νό­ταν σκο­τει­νός. Κά­θε λί­γο ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­πὸ μα­κριὰ προ­βο­λεῖς ἁ­μα­ξι­ῶν ποὺ ἔ­μοια­ζαν μὲ ἀρ­γὰ τρέ­να, ἀλ­λὰ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς οἱ ὁ­δη­γοὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴ λω­ρί­δα τα­χεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Με­τά, μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ταν τρί­α ἢ τέσ­σε­ρα ἁ­μά­ξια στὴ σει­ρὰ κι ἔ­νι­ω­θε εὐ­γνώ­μων ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες κι­νή­σεις «φτά­σε, πά­ρε, στρί­ψε, μά­ζε­ψε, στρί­ψε, φτά­σε, κα­λη­νύ­χτα». Τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε, ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἔ­φερ­ναν ἀρ­κε­τὰ κον­τὰ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό τους, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον αὐ­τὸ τῆς ἔ­δι­νε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τεν­τω­θεῖ καὶ λί­γο. Μέ­χρι τὰ με­σά­νυ­χτα εἶ­χε δώ­σει ρέ­στα σὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι ἀν­θρώ­πους. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ρε­κόρ της γιὰ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­βδο­μήν­τα δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι καὶ τὸ μι­κρό­τε­ρο δώ­δε­κα.

       Γύ­ρω στὶς τρεῖς ἡ ὥ­ρα τὸ ξη­μέ­ρω­μα, ἕ­να ἁ­μά­ξι ποὺ ἄ­στρα­φτε σὰν πυ­γο­λαμ­πί­δα ἦρ­θε κα­τὰ πά­νω της μὲ πο­λὺ μεγάλη τα­χύ­τη­τα. Ἐ­πέ­λε­ξε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη. Τὰ φρέ­να ἔ­κα­ναν ἕ­να ἀ­παί­σιο τρί­ξι­μο κι ἡ ἐ­ξά­τμι­ση ἔ­βγα­λε ἕ­να δυ­να­τὸ βου­η­τό. Ἦ­ταν μιὰ κί­τρι­νη Σε­βέτ, ἕ­να σκου­ρι­α­σμέ­νο ἁ­μά­ξι βγαλ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80. Ἡ Ἰ­λέ­ιν ἔ­γει­ρε μπρο­στὰ μὲ τὸ χέ­ρι της ἕ­τοι­μο, ἀλ­λὰ ἡ ὁ­δη­γός, μί­α νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα δὲν ἔ­κα­νε κα­μιὰ κί­νη­ση νὰ πλη­ρώ­σει. Κοι­τοῦ­σε εὐ­θεί­α, στὸ πρό­σω­πό της ἔ­πε­φταν κα­στα­νὲς τοῦ­φες καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια ἦ­ταν σφιγ­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τι­μό­νι. Πί­σω της ὑ­πῆρ­χε μιὰ πα­λιὰ βα­λί­τσα ποὺ ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ ροῦ­χα.

       «Κα­λη­μέ­ρα» εἶ­πε ἡ Ἰ­λέ­ιν.

       «Χρει­ά­ζο­μαι χρή­μα­τα» τῆς ἀ­πάν­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

       Ἡ Ἰ­λέ­ιν δεί­λια­σε. «Ἐν­νο­εῖ­τε πῶς δὲν ἔ­χε­τε νὰ πλη­ρώ­σε­τε τὰ δι­ό­δια;»

       «Ὄ­χι, ἁ­πλὰ ἐν­νο­ῶ ὅ­τι χρει­ά­ζο­μαι χρή­μα­τα». Τό­τε, γύ­ρι­σε πρὸς ἐ­κεί­νη κι ἡ Ἰ­λέ­ιν εἶ­δε τὰ θο­λὰ της μά­τια καὶ τὸ λε­ρω­μέ­νο πρό­σω­πό της. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἄ­σχη­μη, βα­θιὰ πλη­γὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να της μά­τι καὶ τὸ δέρ­μα γύ­ρω-γύ­ρω ἦ­ταν πρη­σμέ­νο καὶ με­λα­νι­α­σμέ­νο. Φαι­νό­ταν ὅ­τι εἶ­χε καὶ μιὰ πιὸ πα­λιὰ οὐ­λὴ στὴ μύ­τη της καὶ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα στὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τός της. Τὸ βλέμ­μα τῆς ἦ­ταν θλιμ­μέ­νο κι ἔν­το­νο κι ἔ­κα­νε τὴν Ἰ­λέ­ιν νὰ γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

       Ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ση­κώ­σει τὴν μπά­ρα καὶ νὰ τῆς πεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὴν πο­ρεί­α της, ὅ­ταν εἶ­δε κά­τι νὰ κι­νεῖ­ται στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Κοι­τά­ζον­τας πιὸ προ­σε­χτι­κά, εἶ­δε ὅ­τι ἦ­ταν δυ­ὸ παι­διά, τὸ ἕ­να γύ­ρω στὰ πέν­τε, τὸ ἄλ­λο με­τὰ βί­ας δύο. Κα­νέ­να δὲν κα­θό­ταν σὲ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του, οὔ­τε φο­ροῦ­σαν ζώ­νη. Τὰ μά­τια τους ἦ­ταν δι­ά­πλα­τα ἀ­νοι­χτὰ καὶ φο­βι­σμέ­να καὶ τό­τε ἡ Ἰ­λέ­ιν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ποὺ τῆς εἶ­χε τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ στὸ σκο­τά­δι. Τὸ μι­κρό­τε­ρο κρα­τοῦ­σε ἕ­να γκρί­ζο ἀρ­κου­δά­κι, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πι­πι­λοῦ­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

       Ὁ Χο­σὲ τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε. Τῆς ἔ­γνε­ψε ση­κώ­νον­τας τὶς πα­λά­μες του καὶ συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε μά­θει νὰ γνέ­φει μὲ ἕ­ναν συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο, ὅ­ταν κα­θυ­στε­ροῦ­σε κι ὁ Χο­σὲ φαι­νό­ταν ὅ­τι πε­ρί­με­νε αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Ἀν­τὶ γι΄ αὐ­τό, τοῦ σή­κω­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρα, γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξει πὼς ὅ­λα ἦ­ταν κα­λὰ καὶ κρυ­φὰ ἔ­πια­σε τὸ πορ­το­φό­λι τοῦ Τρό­ι. Τὸ ἄ­νοι­ξε καὶ βρῆ­κε ἐ­νε­νήν­τα δύο δο­λά­ρια μέ­σα. Τὰ πῆ­ρε στὸ χέ­ρι της καὶ τὸ ἅ­πλω­σε πρὸς τὴ γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη μό­λις τὰ πῆ­ρε, ἅρ­πα­ξε τὸ τι­μό­νι κι ἔ­φυ­γε γρή­γο­ρα. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου κο­ρι­τσιοῦ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ πί­σω πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς τὸ ἁ­μά­ξι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν μὲς στὸ σκο­τά­δι καὶ τὰ μά­τια του ἔ­λαμ­παν σὰν ἀ­στρα­φτε­ρὲς πέ­τρες.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Ἄν­τριου Μακ­κουά­ιγκ (Andrew McCuaig). Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α στὸ γυ­μνά­σιο La Follette. Ἔχει κερ­δί­σει τὸ Boulevard Short Fiction Contest γιὰ Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους Συγγραφε[ις το 2006, καθώς καὶ τὸ Howard Frank Mosher Short Fiction Prize ἀπὸ τὸ Hunger Mountain τὸ 2007.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σι­λεί­α Μπλέ­τσα. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.



		

	

Τζὶμ Κρέις (jim Crace): 21

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τζὶμ Κρέ­ις (Jim Crace)


 

21

 


12-EpsilonΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ ΑΝΤΡΑΣ, σχε­τι­κὰ ὑ­πέρ­βα­ρος καὶ πο­λὺ ἀγ­χώ­δης γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, τε­λεί­ω­σε τὸ γύ­ρο του στὰ ρά­φια καὶ τὰ ψυ­γεῖ­α τοῦ σου­περ­μάρ­κετ καὶ στά­θη­κε στὴν οὐ­ρὰ ντρο­πι­α­σμέ­νος, ὡς συ­νή­θως.

       Τα­κτο­ποί­η­σε τὶς ἀ­γο­ρὲς του στὸ τα­μεῖ­ο καὶ πε­ρί­με­νε, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ δρό­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α, κα­θὼς ἡ γυ­ναί­κα στὸ τα­μεῖ­ο σκά­να­ρε τοὺς κω­δι­κοὺς ἀ­πὸ τὰ φάρ­μα­κα, τὶς βι­τα­μί­νες, τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κὸ χώ­ρου, τὸ χαρ­τὶ ὑ­γεί­ας, τὰ κα­τε­ψυγ­μέ­να «Γεύ­μα­τα γιὰ Ἕ­ναν», τὶς κον­σέρ­βες, τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὴν μπύ­ρα καὶ τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κό του, τὸ ψω­μί, τὶς μπα­νά­νες, τὸ γά­λα, τὸ ἄ­πα­χο γι­α­ούρ­τι, τὸν ντε­κα­φε­ϊ­νὲ καὶ τὶς λι­χου­δι­ὲς τῆς ἡ­μέ­ρας: ψη­μέ­να μπου­τά­κια κο­τό­που­λου, λί­γα στα­φύ­λια, μία πλά­κα σο­κο­λά­τας καὶ δυ­ὸ κρουα­σάν. Πέ­ρα­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­γλυ­φα νού­με­ρα τῆς πι­στω­τι­κῆς του κάρ­τας, κα­θὼς κά­θε προ­ϊ­ὸν ἔ­βγα­ζε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ τα­μεῖ­ο.

       Ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς τοῦ τα­μεί­ου ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν «Ταυ­τό­τη­τα τοῦ Πε­λά­τη» τοῦ νέ­ου ἄν­τρα, τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­να­λο­γί­α με­τα­ξὺ λι­πα­ρῶν καὶ ἀ­μύ­λου, τὴν οἰ­κεί­α ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς κον­σέρ­βες, τὴν πρό­σφα­τη καὶ αὐ­ξα­νό­με­νη ποι­κι­λί­α τῶν συμ­πλη­ρω­μά­των ὑ­γεί­ας, τὸν ξε­χω­ρι­στὸ συν­δυα­σμὸ τῶν μη­νια­ίων πε­ρι­ο­δι­κῶν. Οἱ ἀ­γο­ρὲς ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν τὸν κά­θε πε­λά­τη. Προ­τοῦ ἡ γυ­ναί­κα στὸ τα­μεῖ­ο πε­ρά­σει τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα, ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς εἶ­χε πα­ρα­θέ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ νέ­ου ἄν­τρα, τὴ λί­στα μὲ τὶς ἀ­γο­ρὲς του τοὺς τε­λευ­ταί­ους ἑ­πτὰ μῆ­νες, τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση φε­ρεγ­γυ­ό­τη­τας τῆς κάρ­τας του, τὸ πο­σο­στό του στὴν κλί­μα­κα «Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος Πε­λά­της». Γνώ­ρι­ζε σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὸ ποι­ός ἦ­ταν καὶ τὸ πῶς ζοῦ­σε. Μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­πε­ρά­νει πῶς ἦ­ταν τὸ τα­πει­νό του δω­μά­τιο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο, πό­σο πα­λιὸ ἦ­ταν, χω­ρὶς κα­θό­λου λου­λού­δια, πό­σο λει­τουρ­γι­κὸ καὶ πό­σο κραύ­γα­ζε γιὰ ἀλ­λα­γή. Ἐ­δῶ ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ ἡ γά­τα του εἶ­χε πε­θά­νει ἢ εἶ­χε χα­θεῖ πρὶν τρεῖς μῆ­νες. Δὲν εἶ­χε ἀ­γο­ρα­στεῖ γα­το­τρο­φὴ γιὰ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἐ­δῶ ἦ­ταν ὁ πε­λά­της ποὺ δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά του γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μί­α ἑ­βδο­μά­δα, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­νερ­γὴ ψη­φια­κὴ μνή­μη του. Πέ­ρυ­σι τὴν ἄ­νοι­ξη εἶ­χε προ­σπα­θή­σει, ἀ­πο­τυ­χη­μέ­να, νὰ κό­ψει τὰ γλυ­κὰ καὶ τὴ ζά­χα­ρη. Σή­με­ρα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­χε ἀν­τι­στα­θεῖ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να πα­κέ­το ποῦ­ρα Cheroots.

       Στὸ τα­μεῖ­ο ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς ἐμ­φά­νι­σε τὸ μή­νυ­μα: «Cheroots…Cheroots. Ὑ­πεν­θύ­μι­σε στὸν πε­λά­τη ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἀ­γο­ρά­σει δη­μη­τρια­κὰ ἢ τυ­ρὶ ἢ λα­χα­νι­κὰ αὐ­τὸ τὸ μή­να. Ὑ­πεν­θύ­μι­σέ του τὶς εἰ­δι­κές μας προ­σφο­ρές: 12 μπου­κά­λια μπύ­ρας lager στὴν τι­μὴ τῶν 10. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να μπου­κά­λι ἀ­πὸ τὸ Boulevard λι­κέρ μας καὶ σοῦ δί­νου­με τὸ δεύ­τε­ρο δῶ­ρο. Ὑ­πεν­θύ­μι­σέ του ὅ­τι ὁ χρό­νος περ­νά­ει πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ­σο νο­μί­ζει, τὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κό του θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει μέ­χρι τώ­ρα, ὅ­πως καὶ τὰ ἀν­τι­συλ­λη­πτι­κὰ ποὺ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πρὶν δυ­ὸ χρό­νια. Τοῦ χρει­ά­ζον­ται τὰ βα­σι­κά, ὅ­πως ρύ­ζι καὶ μα­κα­ρό­νια, σα­πού­νι, ὀ­δον­τό­κρε­μα, ἀ­λεύ­ρι, λά­δι καὶ μπα­χα­ρι­κά. Ἐ­νη­μέ­ρω­σέ τον γιὰ τὰ Προ­γράμ­μα­τα Λι­α­νι­κῆς μας καὶ πὼς πα­ρα­μέ­νου­με ἀ­νοι­χτοὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τῆς Κυ­ρια­κῆς. Συμ­βού­λευ­σέ τον νὰ μα­γει­ρεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ὀ­φεί­λει νὰ συ­γυ­ρί­ζει καὶ νὰ κα­θα­ρί­ζει τὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου του μὲ τὸ νέ­ο μας λευ­καν­τι­κὸ μὲ λε­μό­νι. Πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Πρό­τει­νέ του νὰ κά­νει ἄλ­λη μιὰ γύ­ρα στοὺς δι­α­δρό­μους μας. Ἀ­μέ­σως. Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ἐ­πι­λέ­γου­με εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἴ­μα­στε. Δὲ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ χά­σει αὐ­τὴ τὴ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γή­σει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὸ φα­γη­τό.»


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Τζιμ Κρέ­ις (Jim Crace) (1946-): Βρε­τα­νός μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος μὲ πλού­σια πα­ρα­γω­γή μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ και­νο­τό­μους καὶ πρω­τό­τυ­πους συγ­γρα­φείς μὲ με­γά­λη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ φαν­τα­στι­κοὺς κό­σμους και τό­πους.

Με­τά­φρα­ση ὰπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νε­φέ­λη Γα­λα­νοῦ. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.



		

	

Ἕλενα Πέγκα: Michael


Pegka,Elena-Mickael-Eikona-01


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Μickael


D-Delta-SomataΕΝ ΤΟΝ ΗΞΕΡΑ. Ἦ­ταν ὁ τα­ξι­θέ­της σὲ ἕ­να ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ σι­νε­μὰ στὸ Βό­ρει­ο Λον­δί­νο. Εἶχα πά­ει μό­νη μου ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν Pina Bausch, νὰ δῶ σὲ βίν­τε­ο πα­ρα­στά­σεις της. Ἔ­παι­ζε τὸ «Cafe Muler». Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φος, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ προ­βο­λή, πή­γα­με μα­ζὶ στὸ δι­πλα­νὸ μπὰρ γιὰ ἕ­να πο­τό. Μὲ φλέρ­τα­ρε, ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα μα­ζί του, τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου. Μὲ πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης, στὸ Hackney. Δέ­χτη­κα. Τὸ Hackney εἶ­ναι κα­κὴ γει­το­νιά, φτω­χὴ καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ τὸ με­τρὸ τοῦ Λον­δί­νου κλεί­νει με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὑ­πάρ­χουν λε­ω­φο­ρεῖ­α. Μό­νο μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ κεῖ στὸ κέν­τρο ὅ­που ἔ­με­να. Ἤ­μουν μό­νη στὸ Λον­δί­νο, δὲν δού­λευ­α, καὶ ἡ συγ­κά­τοι­κός μου ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Δὲν εἶ­χα ἄλ­λους φί­λους ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, καὶ δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ δώ­σω σὲ κα­νέ­ναν λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὸ τί ἔ­κα­να, ποῦ πή­γαι­να, μὲ ποι­όν. Στὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ ζή­τη­σε νὰ φο­ρέ­σω κά­τι σέ­ξυ, νὰ πῶ τὸ ὄ­νο­μά μου στὸν πορ­τι­έ­ρη τοῦ πάμπ, ἐ­κεῖ­νος θὰ μὲ πε­ρί­με­νε μέ­σα.

       Ἔ­τσι ἔ­κα­να. Χά­ρη­κε ὅ­ταν μὲ εἶ­δε. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου βέ­βαι­ος πῶς θὰ ἐρ­χό­μουν. Μοῦ πα­ρήγ­γει­λε μί­α μπί­ρα καὶ ἕ­να δι­πλὸ οὐ­ΐσκυ. Ὅ,τι ἔ­πι­νε καὶ κεῖ­νος. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν ἠ­θο­ποι­ός, πὼς καὶ οἱ δύ­ο γονεῖς του εἶ­χαν σκο­τω­θεῖ σὲ αὐ­το­κι­νη­τι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, καὶ πὼς εἶ­χε με­γα­λώ­σει μὲ ἕ­ναν φί­λο τοῦ πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πί­σης, πρό­σφα­τα εἶ­χε πε­θά­νει. Δὲν θυ­μᾶ­μαι νὰ τοῦ μί­λη­σα γιὰ μέ­να. Στὶς τρεῖς τὸ πρω­ῒ τὸ πὰμπ ἔ­κλει­σε. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­χει, τὰ κλει­διὰ ἑ­νὸς δια­με­ρί­σμα­τος ἑ­νὸς φί­λου του ποὺ ἔ­λει­πε, καὶ πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με ἐ­κεῖ περ­πα­τών­τας. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν κον­τά. Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν εἶ­χε δι­κό του σπί­τι. Ἔ­με­νε ἀ­πὸ δῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ, σὲ φί­λους. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πα­ρα­μεί­νει στὸ Λον­δί­νο. Θὰ πή­γαι­νε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μό­λις εἶ­χε τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο. Περ­πα­τή­σα­με σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, χω­ρὶς ἀν­θρώ­πους καὶ χω­ρὶς αὐ­το­κί­νη­τα. Θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὡ­ραί­α νύ­χτα, βλέ­πα­με τὰ σπί­τια, τοὺς κή­πους, τοὺς φρά­χτες, σκο­τει­νὰ καὶ μυ­στη­ρι­ώ­δη, ἔ­τσι ὅ­πως πο­τὲ δὲν εἶ­ναι μέ­σα στὴ μέ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δὲν ἦ­ταν κον­τά. Περ­πα­τή­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ βρι­σκό­μα­σταν, ἐ­κεῖ­νος μὲ πή­γαι­νε δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρά, εὐ­θεί­α, πά­νω, κά­τω.

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν σὲ ἕ­να κτί­ριο ὑ­πὸ κα­τα­σκευ­ή, μι­σὸ χτι­σμέ­νο, μι­σὸ για­πί. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε ξα­νάρ­θει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά. Ξε­κλεί­δω­σε μιὰ πόρ­τα καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­ναν χῶ­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ κου­ζί­να. Ἦ­ταν μιὰ κου­ζί­να ποὺ εἶ­χε ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων καὶ ἕ­να στρω­μέ­νο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἐ­κεῖ βγά­λα­με τὰ ροῦ­χα μας. Μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του καὶ μοῦ εἶ­πε: «Θέ­λω νὰ μπῶ μέ­σα σου ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἀ­νοίγ­μα­τα τοῦ σώ­μα­τός σου, θέ­λω νὰ μπῶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ μὲ θέ­λεις νὰ μπῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ δὲν μὲ θέ­λεις, θέ­λω νὰ σοῦ προ­κα­λέ­σω πό­νο, νὰ σὲ δῶ νὰ πο­νᾶς, νὰ σὲ δῶ σὲ ἔκ­στα­ση, μί­λη­σέ μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μί­λα μου, συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, μὴ στα­μα­τᾶς, μί­λα μου, ὅ,τι σοῦ ἔρ­χε­ται, πὲς σὲ μέ­να ὅ,τι θὰ ἔ­λε­γες σὲ κεῖ­νον ποὺ ἀ­γα­πᾶς, ὅ­λα, θέ­λω νὰ σὲ ἀ­κού­σω νὰ τὰ λές.» Τοῦ μί­λη­σα, δι­στα­χτι­κά, ἐ­πι­θε­τι­κά, βί­αι­α, τρυ­φε­ρά, πο­λὺ ἁ­πα­λά, ὅ­πως ἤ­θε­λα. Ὅ­πως μοῦ ζή­τη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Τζένιφερ Α. Χάουαρντ (Jennifer A. Howard): Ἡ κατάληξη

Howard,JenniferA.-Ikataliski-Eikona-03

Τζέ­νι­φερ Α. Χά­ου­αρντ (Jennifer A. Howard)


κα­τά­λη­ξη

(How to End up)


 

03-PiΡΩΤΑ, ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΕ ἀ­πὸ τὸ κολ­λέ­γιο. Τώ­ρα εἶ­σαι κι ἐ­πί­ση­μα ενήλικας.

       Με­τά, ὑ­πο­σχέ­σου σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶς γιὰ πάν­τα. Πές του, «κα­νέ­νας ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­σέ­να δὲ θὰ φι­λή­σει πο­τὲ αὐ­τὰ τὰ χεί­λη» (χά­ι­δε­ψέ τα μὲ τὰ δά­χτυ­λά σου γιὰ ἔμ­φα­ση). Σύ­ρε τὸ χέ­ρι σου μέ­χρι τὸ μπρο­στι­νὸ μέ­ρος τοῦ τζίν σου καὶ πὲς «κι αὐ­τό σοῦ ἀ­νή­κει, ἐ­πί­σης». Δι­ά­λε­ξε μιὰ με­ριὰ στὸ κρε­βά­τι ποὺ θὰ εἶ­ναι μό­νο δι­κιά σου, ἀλ­λὰ μοι­ρά­σου τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κό σου καὶ τὸν κω­δι­κό σου. Στὰ τα­ξί­δια μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το δι­ά­βα­ζε δυ­να­τὰ με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Συμ­φω­νῆστε ποι­ὸ θὰ εἶ­ναι τὸ τρα­γού­δι σας. Ὅ­ταν πλέ­ον δὲ θὰ σὲ κα­λύ­πτει ἡ ἀ­σφά­λεια ὑ­γεί­ας τῶν γονι­ῶν σου, πά­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ τὸ γι­ορ­τά­σεις δη­μο­σί­ως. Δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν πά­στο­ρα ἀ­πὸ τὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λογο κι ἂν γί­νε­ται δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν ποὺ θὰ ἔ­χει δι­κή του σφρα­γί­δα. Σέρ­βι­ρε κε­φτέ­δες γιὰ φα­γη­τό.

         Ἀγοράστε ἀ­πὸ κοι­νοῦ μί­α βα­σι­κὴ οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή. Ψάξ­τε κι ἀγοράστε ἕ­να σπί­τι. Ἄλ­λα­ξε τὸ ἐ­πί­θε­τό σου καὶ πὲς στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φί­λες σου ὅ­τι εἶ­ναι πα­ρά­δο­ση γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου. Ὀρ­γα­νῶστε μα­ζὶ τὸ σπί­τι. Κάν­τε ἔ­ρευ­να σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες μὲ ἰ­δέ­ες γιὰ δι­α­κό­σμη­ση, γιὰ νὰ βρεῖ­τε χρῶ­μα γιὰ τοὺς τοί­χους.

       Κά­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια γιὰ χρό­νια. Ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ ἐ­σέ­να πό­σα χρό­νια. Ἀλ­λὰ κά­που ἐ­κεῖ, ξε­κί­να νὰ κοι­μᾶ­σαι ὅ­ταν βρί­σκε­σαι στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ σὲ με­γά­λα τα­ξί­δια. Ἄρ­χι­ζε νὰ κου­ρά­ζε­σαι ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τό­σο πο­λὺ τὸ δελ­τί­ο και­ροῦ. Πεῖ­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου ὅ­τι πο­τὲ δέ σοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σὲξ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Ὅ­ταν νι­ώ­σεις ἕ­τοι­μη, ξε­κί­να νὰ ἀ­νυ­πο­μο­νεῖς γιὰ τὴ στιγ­μὴ τῆς νύ­χτας ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­χει κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ρω­τεύ­σου ἐ­κεῖ­νες τὶς ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις μέ­σα στὰ βι­βλί­α ποὺ θὰ παίρ­νεις στὸ κρε­βά­τι γιὰ δι­ά­βα­σμα. Πι­ὲς πο­λὺ σ’ ἕ­να πάρ­τι καὶ φί­λα κά­ποι­ον πο­λὺ μι­κρό­τε­ρό σου. Θυ­μή­σου πῶς δί­νουν φι­λιά. Μηχανι­κὰ φι­λιά. Πά­ρε το ἀ­πό­φα­ση ὅ­τι εἶ­σαι μιὰ ἠ­θι­κὴ τσού­λα. Ὑ­πο­κρί­σου ὅ­τι προ­σπα­θεῖς νὰ πεί­σεις τὸν ἄν­τρα σου νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἀλ­λὰ εὐ­χή­σου νὰ δι­α­φω­νή­σει. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ θέ­λει ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια.

       Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ προ­χω­ρή­σεις τὴ ζω­ή σου σι­γά-σι­γά. Σκόρ­πι­σε στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α τὶς ἀγ­γε­λί­ες μὲ τὰ κυ­κλω­μέ­να μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ δι­α­με­ρί­σμα­τα. Ἀ­να­ρω­τή­σου ποι­ὸς θὰ πά­ρει τὸ μι­σο­ά­δει­ο ὑ­γρὸ σα­πού­νι χε­ρι­ῶν τοῦ μπά­νιου καὶ σι­γου­ρέ­ψου ὅ­τι τὰ δη­μη­τρια­κὰ θὰ τὰ πά­ρεις ἐ­σύ. Κρύ­ψε τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να σου βι­βλί­α στὴ δου­λειά. Ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ ἀ­να­φέ­ρε­σαι στὸν ἑ­αυ­τό σου στὸ α’ ἑ­νι­κὸ πρό­σω­πο δη­μο­σί­ως. Πά­ρε τη­λέ­φω­νο τὴ μη­τέ­ρα σου καὶ ζή­τη­σέ της κου­τιά.

       Μό­λις τοῦ ρα­γί­σεις τὴν καρ­διά, κά­νε τον νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι μό­νο μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο θὰ ἐ­πι­βί­ω­νες. Γί­νε πα­ρά­τολ­μη μὲ τὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἄλ­λων καὶ ἄ­στα­τη μὲ τὴ δι­κή σου. Μά­θε νὰ ζεῖς χω­ρὶς τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἔ­πι­πλά σου, ἀλ­λὰ βα­σί­σου στὰ τσι­γά­ρα σου. Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, ὅ­ταν θὰ κό­ψεις κά­θε ἐ­πα­φή. Δι­ά­γρα­ψε τὰ μι­σὰ ὀ­νό­μα­τα τῆς τη­λε­φω­νι­κῆς σου ἀ­τζέν­τας μὲ ἀ­νε­ξί­τη­λο μαρ­κα­δό­ρο. Συ­νή­θι­σε νὰ μὴ φο­ρᾶς τὴ βέ­ρα σου στοὺς πε­ρι­πά­τους πρὸς τὸ μα­γα­ζί.

       Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, κά­νε πα­ρέ­α μὲ γυ­ναῖ­κες κυ­νι­κὲς καὶ ὀ­νει­ρο­πό­λες. Βγὲς μα­ζί τους καὶ πά­ρε τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό σου ὑ­πνά­κο μὲς στὴ ζε­στα­σιὰ καὶ μὲ ὄ­μορ­φα συ­ναι­σθή­μα­τα. Πα­ρα­δέ­ξου ἐ­κεῖ­να ποὺ χρει­ά­ζε­σαι. Μεῖ­νε ἥ­συ­χη ὅ­τι θὰ σὲ ἀ­γα­ποῦν ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­σαι ἁ­πλὰ ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ θέ­λει νὰ κά­νει τὸ δι­κό του. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς δὲν εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἴ­διος μὲ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σες, γιὰ νὰ φτά­σεις μέ­χρι ἐ­δῶ, θὰ σοῦ θυ­μί­σουν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 very short stories, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζέ­νι­φερ Α. Χά­ου­αρτ (Jennifer A. Howard): Ζεῖ, δι­δά­σκει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Passages North στὴ χι­ο­νι­σμέ­νη Upper Peninsula τοῦ Μί­σιγ­καν. Ἡ συλ­λο­γή μὲ τὰ ὑ­πέρ­μι­κρα δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο How to End Up, ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὴ New Delta Review.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σι­λεί­α Μπλέ­τσα. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Γιῶργος Σκαμπαρδώνης: Ὁ καστανὰς τῆς Β’ Δημοτικοῦ

Skampardonis,Giorgos-OKastanasTisB'Dimotikou-Eikona-01

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης


 

Ὁ κα­στα­νὰς τῆς Β΄ Δη­μο­τι­κοῦ

 


01-DeltaΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ τὴν Τσι­μι­σκή· γω­νί­α μὲ Ἀ­ρι­στο­τέ­λους, βλέ­πω τὸν κα­στα­νὰ ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ Ἀ­να­γνω­στι­κό τῆς Β’ Δη­μο­τι­κοῦ, τὸν ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν Γι­ῶρ­γο Μα­νου­σά­κη (κά­ποι­οι νο­μί­ζου­νε, λά­θος, ὅ­τι εἶ­ναι ζω­γρα­φιὰ τοῦ Γραμ­μα­τό­που­λου), νὰ κά­θε­ται στὴ γω­νί­α μὲ τὴ φου­φοὺ καὶ νὰ ψή­νει κά­στα­να. Στὲκο­μαι δι­στα­κτι­κὰ μπρο­στά του. Τὸν κοι­τά­ζω ἐ­πί­μο­να, ἐ­ξε­τα­στι­κὰ – κι ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ ἴ­διος, αὐ­το­προ­σώ­πως. Τοῦ ζη­τά­ω ἀ­μή­χα­νος ἕ­να σα­κου­λά­κι. Αὐ­τὸς πιά­νει ἐ­πι­δέ­ξια με­ρι­κὰ ψη­μέ­να κά­στα­να μὲ μιὰ μα­σιά, τὰ βά­ζει προ­σε­κτι­κὰ σὲ μιὰ μι­κρὴ χάρ­τι­νη σα­κού­λα καὶ μοῦ τὰ δί­νει – βγά­ζω καὶ τὸν πλη­ρώ­νω.

       Προ­χω­ρά­ω πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος πα­ρα­κά­τω. Νι­ώ­θω τὴ χού­φτα μου ζε­στὴ ἀ­π’ τὰ κά­στα­να, σὰν κοι­λιὰ τρυ­γό­νας – παίρ­νω ἕ­να, τὸ ξε­φλου­δί­ζω ἀπ’ τὰ σκα­σμέ­να τσό­φλια κι ἐ­νῶ τὸ τρώ­ω ξε­φυ­σών­τας για­τί εἶ­ναι καυ­τό, βλέ­πω ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου, ὁ κύ­ριος Πα­πα­στρα­τη­γό­που­λος, ποὺ μᾶς ἔ­κα­νε τό­τε γραμ­μα­τι­κή: αὐ­στη­ρός, μέ­σα στὸ γκρὶ κο­στού­μι του, ἄ­καμ­πτος, κρα­τών­τας ἕ­ναν ξύ­λι­νο χά­ρα­κα. Φτά­νει δί­πλα μου, στέ­κει ἀ­κί­νη­τος, βλο­συ­ρός, βλέ­πει τί κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια, καὶ μὲ ρω­τά­ει, ἐ­νῶ χτυ­πά­ει ρυθ­μι­κά, ἀ­πει­λη­τι­κὰ τὸν χά­ρα­κα στὴ χού­φτα του:

       «Σκαμ­παρ­δώ­νη, πῶς λέ­με τὰ κά­στα­να στὰ ἀρ­χαῖ­α;»

       Ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τὰ πό­δια μου. Βου­βά­θη­κα. Ξε­ρο­κα­τά­πια.

       Μὲ κοι­τά­ζει ἐ­πι­τι­μη­τι­κὰ καὶ συ­νε­χί­ζει:

       «Διὸς κά­ρυ­α. Πε­νήν­τα δύ­ο χρό­νια πέ­ρα­σαν κι ἀ­κό­μα δὲν τὸ ’μα­θες;»

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Νο­έμ­βριος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πα­τά­κη, 2014).

Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης (Θεσσαλονίκη, 1953). Δι­ή­γη­μα, Μυθι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Μά­τι φώ­σφο­ρο, κου­μάν­το γε­ρό (ἐκδ. Κα­στανι­ώ­της, 1992). Ἔ­γρα­ψε μὲ τὸν Παν­τε­λῆ Βούλ­γα­ρη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν ται­νί­α Ὅ­λα εἶ­ναι δρό­μος. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Νο­έμ­βριος (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2014). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух): Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα


 

Pietsouch,Bitseslaf-EgoKaiIPerestroika-Eikona-04

 

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух)


Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα

(Я и перестройка)


10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.

       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:

       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.

       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.

       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.

       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;

       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.

       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!

       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)

       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.

       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.

       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:

       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!

       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;… Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;

       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;

       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.

       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Τὰ μαχητικὰ στὴ μύτη


 

Koutsoukos,Ilias-TaMachitikaStiMyti-Eikona-03


Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος


 Τὰ μα­χη­τι­κὰ στὴ μύ­τη

 

02-OmikronΓΙΩΡΓΟΣ θέ­λει νὰ βγά­λει με­ρι­κὲς φω­τὸ στὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, στὸ ἀ­έ­τω­μα τοῦ μο­να­χοῦ Ἰ­ω­σήφ, ποὺ βρί­σκε­ται στὸ ἀ­κραῖ­ο τμῆ­μα τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας, τρα­κό­σια μέ­τρα πά­νω ἀπ’ τὴ θά­λασ­σα, στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν βρά­χων.

        Πᾶ­με μὲ τὸ τζὶπ καὶ τὸ ἀ­φή­νου­με δι­α­κό­σια μέ­τρα πρὶν ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα. Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, Ἰ­ού­λιος, καὶ στὶς ἄ­κρες των βρά­χων ὁ ἀ­έ­ρας σφυ­ρί­ζει.

        Τὸ κε­λὶ ἔ­χει ἕ­να μι­κρὸ αὔ­λει­ο χῶ­ρο ὅ­που βρί­σκον­ται κι ἀ­νε­μί­ζουν στὰ ψη­λὰ κον­τά­ρια τους δυ­ὸ ση­μαῖ­ες. Μί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ μί­α τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου.

        «Αὐ­τὲς ἀ­νε­μί­ζει ὁ γέ­ρον­τας ὅ­ταν περ­νοῦν τὰ κορ­σὲρ καὶ τὰ F16 ἀ­πὸ πά­νω του χαμηλά», μοῦ λέ­ει ὁ Γι­ῶρ­γος, ἐ­νῶ φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­ω­σήφ.

        Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἐμ­φα­νί­ζε­ται χαμο­γε­λα­στός, κι ὅ­πως τὸν κό­βω, εἶ­ναι του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρός μου, πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ σε­βα­σμοῦ μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν φη­μί­ζε­ται γιὰ τὶς κα­λύ­τε­ρες δι­α­θέ­σεις του ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς θρη­σκευ­τι­κοὺς «μύ­θους».

        Ὡ­στό­σο, ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­χει ἕ­να θερ­μὸ χαμό­γε­λο στὰ χεί­λη καὶ μᾶς κα­λω­σο­ρί­ζει στὸ ἀ­έ­τω­μά του, λέ­ει:

        «Πε­ράστε, παι­διά, πε­ράστε γιὰ μιὰ ρα­κὴ κι ἕ­να γλυ­κό, ἔ­χω δι­κό μου γλυ­κὸ συ­κα­λά­κι, ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε μέ­σα.»

        Περ­νᾶ­με στὸ κε­λὶ τοῦ γέ­ρον­τα καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ βλέ­πω εἶ­ναι μιὰ με­γά­λη, γύ­ρω στὸ ἕ­να μέ­τρο, μι­νι­α­τού­ρα μα­χη­τι­κοῦ F16 μέ­σα σὲ φά­ιμ­περ­γκλας ποὺ γρά­φει στὴ βά­ση του «στὸν γέ­ρον­τα Ἰ­ω­σὴφ ἀ­πὸ τοὺς πι­λό­τους τῆς Τα­νά­γρας» καὶ πά­νω ἀπ’ τὴ μι­νι­α­τού­ρα μιὰ στο­λὴ πι­λό­του μα­χη­τι­κοῦ μὲ τὸ ὄ­νο­μά του κεν­τη­μέ­νο στὸ δε­ξὶ στῆ­θος «Ἰ­ω­σήφ» καὶ ὅ­λα τα δι­α­κρι­τι­κὰ τῆς Μοί­ρας.

        Ὁ Γι­ῶρ­γος τὸν ρω­τά­ει ἂν μέ­νει μό­νος του στὸ κε­λὶ κι ὁ γέ­ρον­τας ἀ­παν­τά­ει μὲ φυ­σι­κό­τη­τα πὼς μέ­νει μὲ ἄλ­λους δυ­ό, ποὺ ἐ­μεῖς δὲν τοὺς βλέ­που­με, για­τί εἶ­ναι οἱ ἄγ­γε­λοί του.

       Εἶ­ναι σί­γου­ρο, σκέ­φτο­μαι, πὼς ὁ Ἰ­ω­σὴφ χά­νει λά­δια, πλὴν ὅ­μως θέ­λω νὰ τὸν ἀ­κού­σω στὶς δι­η­γή­σεις του καὶ τὸν ρω­τά­ω πῶς κι ἔ­τσι ἔ­πι­α­σε παρ­τί­δες μὲ τοὺς πι­λό­τους τῆς Πο­λε­μι­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας, κι ἐ­νῶ μᾶς σερ­βί­ρει τὸ συ­κα­λά­κι καὶ τὴ ρα­κὴ καὶ τοῦ λέ­με «εὐ­λό­γη­σον», μ’ ἕ­να χαρού­με­νο πρό­σω­πο μᾶς λέ­ει πώς, ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια οἱ ἀ­ε­ρο­μα­χί­ες στὸ Αἰ­γαῖ­ο, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρα­βιά­σεις τοῦ ἐ­να­έ­ριου χώ­ρου μας γί­νον­ταν λίγο πιὸ πέ­ρα ἀ­π’ τὴ μύ­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, κι ὅ­ταν οἱ δι­κοί μας κυ­νη­γοῦ­σαν τοὺς Τούρ­κους καὶ τοὺς ἔ­δι­ω­χναν, με­τὰ πε­τοῦ­σαν χαμηλά πρὸς τὴ μύ­τη κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ ἔ­βγαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ κου­νοῦ­σε τὶς ση­μαῖ­ες κι οἱ πι­λό­τοι τὶς ἔ­βλε­παν καὶ χαί­ρον­ταν καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σαν σὲ χαμη­λὴ πτή­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν. Με­τὰ ἦρ­θαν γιὰ προ­σκύ­νη­μα στὸ Ὅ­ρος καὶ τὸν συ­νάν­τη­σαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ ξα­να­ῆρ­θαν καὶ τοῦ ἔ­φε­ραν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ με­τὰ τοῦ ἔ­φτια­ξαν καὶ τὴ στο­λή, πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα πι­λό­τοι, ὅ­λοι βα­θύ­τα­τα πι­στοί, ἀν­θυ­πο­σμη­να­γοί, ὑ­πο­σμη­να­γοί, σμη­να­γοί, ὁ δι­οι­κη­τής τους, ὁ σμή­ναρ­χος, καὶ ὁ γέ­ρον­τας ἔ­γι­νε ὁ προ­στά­της τῆς Μοί­ρας τους καὶ τὸν κά­λε­σαν στὴν Τα­νά­γρα καὶ τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τὴ —κι ὅ­σο μᾶς τὰ δι­η­γεῖ­ται, τό­σο λάμ­πει τὸ πρό­σω­πό του— κι ὁ γέ­ρον­τας ξέ­ρει ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀ­να­κα­τω­τὰ ὅ­λο το ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ πρό­γραμ­μα τῆς Μοί­ρας, ξέ­ρει τὰ πάν­τα γύ­ρω ἀ­π’ τὸ μα­χη­τι­κὸ F16 καὶ μά­λι­στα κο­ρυ­φώ­νει τὴ δι­ή­γη­ση του λέ­γον­τάς μας:

        «Ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς τὸν ἄ­πι­στο μὲ δύ­ο μάχ, ὅ­ταν παίρ­νεις κλει­στὲς στρο­φὲς στὰ τε­τρα­κό­σια πε­νῆν­τα μέ­τρα μὲ τέ­τοι­ες τα­χύ­τη­τες κι ἀρ­χί­ζεις νὰ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα κόκ­κι­να, δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν πά­θεις βέρ­τιγ­κο, τό­τε οἱ Ἀρ­χάγ­γε­λοι Μιχα­ὴλ καὶ Γα­βρι­ὴλ μὲ ἐν­το­λὴ τῆς Πα­να­γί­ας ἐ­πεμ­βαί­νουν, ὁ­δη­γοῦν οἱ ἴ­διοι ἀ­π’ τὸ κόκ­πιτ τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­νο καὶ τὸ γυρ­νᾶ­νε ἀ­σφα­λὲς στὴ βά­ση του, ἀ­φοῦ πρῶ­τα πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ Ὅ­ρος γιὰ νὰ πά­ρει εὐ­λο­γί­α.»

        Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου πὼς δὲν γί­νε­ται νὰ ἀ­κυ­ρώ­σεις αὐ­τὴ τὴ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὶς με­τα­φυ­σι­κές σου ἀ­νε­πάρ­κει­ες, κι ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν ἤ­θε­λε νὰ γί­νει πι­λό­τος πρὶν γί­νει Ἰ­ω­σὴφ στὸ Ἅ­γιο Ὅ­ρος, ὁ Γιῶρ­γος τοῦ κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση πῶς κου­νοῦν τὰ μα­χη­τι­κὰ τὰ φτε­ρά τους γιὰ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σουν κι ὁ γέ­ρον­τας ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος ἀ­π’ τὸ σκα­μνά­κι του, φέρ­νει τὰ χέ­ρια σ’ ἔ­κτα­ση καὶ μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα γλυ­κιὰ ἔκ­στα­ση κά­νει «Νά, ἔ­τσι τὰ κου­νοῦν», καὶ πά­ει πλά­για ἀ­ριστερὰ καὶ πλά­για δε­ξιὰ καὶ μὲ τὸ στό­μα του κά­νει «βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ, βοῦ» τὸν ἦ­χο ἀ­π’ τὶς τουρ­μπί­νες…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Ποίηση, διήγημα. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

 

Ρεάλια ἐδῶ!