Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Μικροῦ μήκους

Untitled-1

Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Μικροῦ μήκους


02-Htta ΠΥΛΗ ἄνοιξε ἀργά. Μπο­ρεῖ κι αὐ­του­νοῦ νὰ τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ὅ­λα γί­νον­ταν σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ μα­τιά, τὸ εἶ­χε σπου­δά­σει, μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει ἀ­κό­μη νὰ γυ­ρί­σει τὴν πρώ­τη του ται­νί­α. Μιὰ ται­νι­ού­λα μι­κροῦ μή­κους εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει νὰ φτιά­ξει, κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φτα­σε οὔ­τε στὸ φε­στι­βὰλ νέ­ων δη­μι­ουρ­γῶν τῆς Δρά­μας. Μπά, δὲν ἦ­ταν γκαν­τε­μιὰ τω­ρι­νή, αὐ­τὴ τὴν κου­βά­λα­γε χρό­νια, ἀ­πὸ τό­τε. Ἀ­πὸ κεῖ­νον ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τῶν φυ­λα­κῶν.

       Οἱ Ἀ­γρο­τι­κὲς Φυ­λα­κές. Ἐ­πί­τη­δες, λές, φτι­αγ­μέ­νες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη, σὲ μιὰ στε­πώ­δη ἀ­νοι­χτω­σιά. Γκρί­ζο χῶ­μα, ἀ­καλ­λι­έρ­γη­το, κά­τι πα­λιὰ ἐρ­γο­στά­σια ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας με­τάλ­λων εἶ­χαν ἀ­φή­σει πί­σω τους ἐ­ρεί­πια καὶ μο­λυ­σμέ­να ὑ­πε­δά­φη. Οἱ κτι­ρια­κὲς ἐγ­κα­τα­στά­σεις μο­να­χι­κές, στὸ που­θε­νά, σὰν νὰ τε­λεί­ω­νε κά­που ἐ­κεῖ ἡ ζω­ὴ καὶ ἀ­μέ­σως πα­ρα­πέ­ρα ν’ ἄρ­χι­ζε τὸ τί­πο­τε.

       Πῶς νά ‘­ταν ἄ­ρα­γε αὐ­τὸς ποὺ εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ νὰ τὸν δεῖ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια; Καὶ για­τί ἔ­πρε­πε νὰ τὸν δεῖ; Νὰ τὸν φορ­τω­θεῖ; Νὰ φορ­τω­θεῖ τὶς δι­κές του τύ­ψεις; Πιὸ λο­γι­κὸ ἀ­κου­γό­ταν νὰ μὴν τὸν συ­ναν­τή­σει ποτέ. Τὰ γράμ­μα­τά του λί­γα. Ἐ­πί­σκε­ψη κα­μιά, καὶ ἄς ἐ­πέ­με­νε ἡ για­γιὰ Ντρού­σκα, λί­γο πρὶν πε­θά­νει, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸν συγ­χω­ρέ­σει καὶ νὰ τὸν δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Δι­κός της γιὸς ἦ­ταν ὁ δο­λο­φό­νος, ἂν ἦ­ταν μά­να τῆς νύ­φης, ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ ἀν­τι­δροῦ­σε ἔ­τσι γιὰ τὸν φο­νιά.

       Ἡ δο­κι­μα­σί­α, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νο πα­τέ­ρα του, κρά­τη­σε μῆ­νες. Τε­λι­κά το ἀ­πο­δέ­χτη­κε καὶ ἦρ­θε. Του­λά­χι­στον ἂς τὸν κα­τέ­βα­ζε μέ­χρι τὴν πό­λη κι ἂς τὸν ἄ­φη­νε στὴν και­νού­ρια του ζω­ή, ὅ­ση τοῦ ἀ­πέ­με­νε.

       Ἡ πύ­λη ἄ­νοι­γε. Ἡ κά­με­ρα στὰ χέ­ρια του. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­βγαι­νε κρα­τοῦ­σε ἕ­να σὰκ βου­α­γι­άζ. Τὸ συννε­φό­κα­μα τοῦ ἔ­φερ­νε πρό­σκαι­ρη τύ­φλω­ση στὰ μά­τια – ἐ­κεῖ μέ­σα δὲν χρει­ά­ζον­ταν γυα­λιά.

       «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ εἶ­πε.

       «Κα­λη­μέ­ρα, πα­λι­κά­ρι μου» εἶ­πε ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος, ζα­ρω­μέ­νος, εὐ­νου­χι­σμέ­νος. Τε­λει­ω­μέ­νος. «Τί κρα­τᾶς στὰ χέ­ρια σου, γι­έ μου;»

       «Μιὰ κά­με­ρα. Θέ­λω νὰ γρά­ψω τὴ ζω­ή σου, ἀρ­χί­ζον­τας ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ βγῆ­κες.»

       «Τί τὴ θέ­λεις τὴ ζω­ή μου» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πάν­τη­ση. «Τὴν ἔ­φα­γα. Μα­ζὶ μ’ ἐ­κεί­νη.»

       Ὁ γιὸς τρα­βοῦ­σε συ­νε­χῶς ὑ­λι­κό.

       «Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μὲ ὑ­πο­δε­χτεῖς, Τά­σο; Γιὰ νὰ μὲ κά­νεις ται­νί­α;»

       «Αὐ­τὸ σπού­δα­σα, πα­τέ­ρα.»

       «Σπού­δα­σες πῶς νὰ προ­δί­νεις τὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων;»

       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴ στά­ση τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Κά­θε μί­α ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ ΚΤΕΛ. Δὲν ἔ­βλε­πε στὰ μά­τια τὸν γιό του, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε, ὁ ἄλ­λος εἶ­χε φρον­τί­σει νὰ φο­ρέ­σει τὰ μά­τια τοῦ φα­κοῦ.

       «Για­τί τὴ σκό­τω­σες;»

       «Αὐ­τὸ ἦρ­θες νὰ μά­θεις ἀ­πὸ μέ­να; Εἴ­κο­σι χρό­νια ἔ­μει­να ἐ­κεῖ μέ­σα στοὺς γα­μη­μέ­νους τοί­χους γιὰ νὰ τὸ ξε­χά­σω…»

       «Ἔ­χεις δί­κιο. Ἡ μά­να δὲν ξε­χνι­έ­ται.»

       «Σω­στά. Στα­μά­τα νὰ μὲ φω­το­γρα­φί­ζεις!»

       «Σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φῶ».

       «Θὲς νὰ μά­θεις για­τί τὴ σκό­τω­σα; Δὲν σοῦ εἶ­πε ἡ για­γιά σου, ἡ κοι­νω­νί­α ἡ σω­στὴ δὲν σοῦ τὸ πρό­λα­βε τὸ μυ­στι­κό;»

       «Τί νὰ προ­λά­βει;»

       «Για­τί τὴ σκό­τω­σα…»

       «Για­τί εἶ­σαι πα­ρα­νο­ϊ­κὸς καὶ τὴ ζή­λευ­ες.»

       Ὁ ἀ­πο­φυ­λα­κι­σμέ­νος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν ἄν­θρω­πο-κά­με­ρα.

       «Δὲν θὰ σοῦ τὴ σπά­σω τὴ μη­χα­νή, μπά­σταρ­δε. Ἐ­ξαι­τί­ας σου τὴ σκό­τω­σα. Γρά­ψ’ το αὐ­τό. Γιὰ τὴν τι­μή μου. Καί, ἂν τολ­μᾶς, δεῖ­ξε τὴν ται­νία σου καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Καὶ ὕ­στε­ρα ψά­ξε νὰ βρεῖς ποια­νοῦ παι­δὶ εἶ­σαι…»

       Τὸ πλά­νο ἄ­δεια­ζε κα­θὼς ὁ ἄν­τρας ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ στὴ θέ­ση του φα­νε­ρω­νό­ταν τὸ κε­νό, πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πια, πί­σω ἀ­πὸ τὰ φυ­λαγ­μέ­να κτί­ρια, τὸ πιὸ ἀ­κα­τοί­κη­το κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Χάρ­τες. Ἑ­βδο­μή­ντα ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πα­τά­κης, 2007).

Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Καβάλα, 1956). Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδόσει ἑπτὰ μυθιστορήματα καὶ μία συλλογὴ διηγημάτων. Συνεργάζεται γιὰ τὴν διοργάνωση σεμιναρίων μὲ τὴν Δημόσια Κεντρικὴ Βιβλιοθήκη Σερρῶν.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: