Δημήτρης Χριστόπουλος: Sunbeam θὰ πεῖ ἡλιαχτίδα


4333994031_a581e43c29


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Sunbeam θὰ πεῖ ἡ­λι­α­χτί­δα


01-HttaΛΙΑΧΤΙΔΑ ΤΗ ΒΑΦΤΙΣΑΝ, ἡ­λι­α­χτί­δα λέ­γα­νε καὶ τὸ ὁ­λο­καί­νουρ­γιο ἁ­μά­ξι, ποὺ ἀ­γό­ρα­σαν τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε, δέ­κα τοῦ Μάρ­τη. Ξαφ­νι­κὰ ἔ­γι­ναν μιὰ κα­νο­νι­κὴ τε­τρα­με­λὴς οἰ­κο­γέ­νεια, αὐ­τοί, ἡ κο­ρού­λα τους καὶ τὸ ἁ­μά­ξι. Ἀ­χώ­ρι­στα δε­μέ­νοι. Στὸ ἁ­μά­ξι τὴν τά­ι­ζαν, στὸ ἁ­μά­ξι τὴν να­νού­ρι­ζαν κά­νον­τας με­γά­λες βόλ­τες τὶς μέ­ρες ποὺ ὁ ἥ­λιος σπά­τα­λα ξό­δευ­ε τὶς ἀ­κτί­νες του στὸ παρ­μπρὶζ τυ­φλώ­νον­τας τὸν ὁ­δη­γό. Ἐ­κεῖ­νος –«Γιὸ τοῦ Ἥ­λιου», τὸν ἔ­λε­γαν χα­ϊ­δευ­τι­κὰ οἱ φί­λοι του– κά­πνι­ζε ἀ­νέ­με­λά το χόρ­το του ὀ­δη­γών­τας σὰν ἔμ­πει­ρος σο­φὲρ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι στὸ βο­λάν, καὶ ἡ Λε­μό­να δί­πλα του τα­χτά­ρι­ζε τὸ μω­ρὸ στὰ γό­να­τά της συν­το­νί­ζον­τας τὸ σφρι­γη­λὸ κορ­μί της μὲ τὸ τρα­γου­δά­κι –Τὸν γνω­ρί­ζε­τε τὸν Μάρ­τη,/ τὸν τρε­λὸ καὶ τὸν ἀν­τάρ­τη; /Ξη­με­ρώ­νει καὶ βρα­διά­ζει /κι ἑ­κα­τὸ γνῶ­μες ἀλ­λά­ζει– τό­τε ποὺ ἦ­ταν νέ­οι καὶ πε­τοῦ­σαν στὰ σύν­νε­φα. Ζω­ὴ ἐ­κτὸς ὁ­ρί­ων.

       Ἀ­πὸ τό­τε ἡ ζω­ὴ τρά­βη­ξε τὸν δρό­μο της καὶ δὲν ἀ­πο­γει­ώ­θη­κε ξα­νά. Τώ­ρα, ἡ Ἡ­λι­α­χτί­δα –ὥ­ρι­μη κο­πέ­λα πιὰ– φο­ρά­ει ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας, κά­θε­ται μὲ ἀ­σφά­λεια στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ Sunbeam καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­σφα­λὴς τὴν κα­θη­με­ρι­νή της βόλ­τα –ἐ­φό­σον ὁ και­ρὸς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει. «Κού­κλα μου» τὴ φω­νά­ζουν, ὅ­ταν ὁ ἥ­λιος λού­ζει τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὸ ἀγ­γε­λι­κό του φῶς· τῆς τρα­γου­δοῦν «you are my sunshine» καὶ κα­μα­ρώ­νουν γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της, λὲς καὶ ὁ χρό­νος στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν πέμ­πτων γε­νε­θλί­ων της. Πη­γαί­νουν μα­κρι­νοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ πάρ­κα μὲ λί­μνες καὶ κύ­κνους, σὲ δά­ση μὲ δέν­τρα ποὺ τρυ­ποῦν τὸν οὐ­ρα­νό, κά­θον­ται στὸ γρα­σί­δι, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ πι­κνίκ τους καὶ τὴν βγά­ζουν φω­το­γρα­φί­ες σὲ εἰ­δυλ­λια­κὰ ντε­κόρ, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σουν ἐ­πι­με­λῶς τὸ μα­κι­γι­άζ της. «Φτυ­στὴ ὁ μπαμ­πὰς της» τοὺς εἶ­πε τὶς προ­άλ­λες μιὰ κο­πέ­λα μ’ ἕ­να μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά, τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ ἔ­βα­ζε στὸ αὐ­το­κί­νη­το. «Νὰ μὴν τὸ ἀ­φή­νε­τε ἀ­πὸ τὰ μά­τια σας» τὴν συμ­βού­λε­ψαν ἐ­κεῖ­νοι σο­βα­ρά, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­σαν τὸν σαρ­κα­σμὸ στὴ φι­λο­φρό­νη­σή της.

       Τὸ ἁ­μά­ξι –γε­ρὴ λα­μα­ρί­να– τὸ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα σὲ ἄ­ρι­στη κα­τά­στα­ση. Οὔ­τε τοὺς πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ τὸ που­λή­σουν ἢ νὰ τὸ δώ­σουν γιὰ ἀ­πό­συρ­ση. Μιὰ μι­κρὴ γού­βα στὸ κα­πὸ φύ­λα­ξαν γιὰ ἐν­θύ­μιο καὶ μὲ ἕ­ναν ἥ­λιο κί­τρι­νο σὰν λε­μό­νι τὴν ἕν­τυ­σαν. Τὸ παρ­μπρίζ, ποὺ θρυμ­μα­τί­στη­κε πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια, μή­να Μάρ­τη –τὸν τρε­λὸ καὶ τὸν Ἀν­τάρ­τη–, τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν.

       Θὰ πε­ρά­σουν τὰ χρό­νια. Τὸν ἥ­λιο τώ­ρα τὸν σκε­πά­ζουν ἴ­σκιοι κι ἡ καρ­διὰ τους που­θε­νὰ δὲν βρί­σκει ἀ­να­πα­μό. Μό­νο ἡ Λε­μό­να κά­θε Μάρ­τη μὲς στ’ ἁ­μά­ξι ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ σι­γο­τρα­γου­δᾶ: Μιὰ βρον­τὴ κι ὁ ἥ­λιος χά­θη /μὲς στῆς συν­νε­φιᾶς τὰ βά­θη, /ρί­χνει καὶ χα­λά­ζι τώ­ρα, /πο­πο­πό, τί ἄ­γρια μπό­ρα! Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νοι γο­νεῖς καὶ γνω­ρί­ζουν τί πρέ­πει νὰ πρά­ξουν μὲ ἀ­σφά­λεια. Τὸ manual τῆς Abyss Creation τὸ το­νί­ζει μὲ ἔν­το­να το­νι­σμέ­να γράμ­μα­τα: Τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὸ κρύ­ο ἢ ἡ ζέ­στη ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἀλ­λοι­ώ­σουν τὴ σι­λι­κό­νη. Προ­σέ­χουν, γιὰ νὰ ἔ­χουν μὲς στὴν ἄ­δεια τους ζω­ή. Οἱ φθο­ρὲς ἀ­πὸ ἀ­λό­γι­στη χρή­ση δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἐγ­γύ­η­ση.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του, Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικὸ Fractal.


Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: