Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἀναπνοή


Solzenitsin,Aleksandr-Anapnoi-01


Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын)


 Ἀναπνοή

(Дыхание)


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΗ ΝΥΧΤΑ ἔ­ρι­ξε βρο­χού­λα καὶ τώ­ρα δι­α­σχί­ζου­νε τὸν οὐ­ρα­νὸ σύν­νε­φα. Ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ πέ­φτει κα­μιὰ ψι­χά­λα.

       Στέ­κο­μαι κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιὰ ποὺ χά­νει τὰ ἀν­θά­κια της καὶ ἀ­να­πνέ­ω. Ὄ­χι μό­νο ἡ μη­λιά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ χορ­τά­ρι ὁ­λό­γυ­ρα στα­λά­ζει με­τὰ τὴ βρο­χὴ – καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὄ­νο­μα γιὰ τὴ γλυ­κιὰ ἐ­κεί­νη μυ­ρω­διὰ ποὺ πο­τί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὴ ρου­φῶ μ’ ὅ­λη τὴ δύ­να­μη τῶν πνευ­μό­νων μου, αἰ­σθά­νο­μαι τὸ ἄ­ρω­μά της μ’ ὅ­λο μου τὸ στῆ­θος, ἀ­να­πνέ­ω, συ­νε­χῶς ἀ­να­πνέ­ω, πό­τε μ’ ἀ­νοι­χτά τα μά­τια, πό­τε μὲ κλει­στὰ – δὲν ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι, μᾶλ­λον, ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­κεί­νη ἡ μο­να­δι­κὴ μὰ ὡ­στό­σο πα­νά­κρι­βη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ μᾶς στε­ρεῖ ἡ φυ­λα­κή: ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἔ­τσι, ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἐ­δῶ. Κα­νέ­να φα­γη­τὸ στὴ γῆ, κα­νέ­να κρα­σί, οὔ­τε ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ τὸ φι­λὶ τῆς γυ­ναί­κας δὲν εἶ­ναι γιὰ μέ­να γλυ­κύ­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα, ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα πού ’­ναι λου­λου­δι­α­σμέ­νος, πού ’­ναι γε­μά­τος ὑ­γρα­σί­α καὶ φρε­σκά­δα.

       Ἂς εἶ­ναι μό­νον αὐ­τό – ἕ­νας κη­πά­κος μιὰ στα­λιά, στρι­μωγ­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ πεν­τα­ό­ρο­φα σπί­τια ποὺ μοιά­ζουν μὲ κλου­βιὰ θη­ρί­ων. Παύ­ω ν’ ἀ­κού­ω τὸ του­φε­κί­δι τῶν μο­το­σι­κλε­τῶν, τὸ οὐρ­λια­χτὸ ἀ­πὸ τὶς ρα­δι­ό­λες*, τὰ ντέ­φια τῶν με­γα­φώ­νων. Ὅ­σο μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα κά­ποι­ος ν’ ἀ­να­σαί­νει με­τὰ τὴ βρο­χὴ κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιά, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα ζεῖ!


* Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ: ραδιογραμμόφωνα.



Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Издательство Эксмо, Москва 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κι­σ­λο­­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ. Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: