Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Ὁ Γέρος καὶ ἡ Θάλασσα

02-Gkospontinof,Gkeorgki-OGerosKaiIThalassa-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ὁ Γέρος καὶ ἡ Θάλασσα

(Старецът и морето)


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΙΜΑΙ ΥΠΟΧΕΩΜΕΝΟΣ, ἀ­μέ­σως μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας νὰ πῶ ὅ­τι σὲ τού­τη δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται οὔ­τε κά­ποια θά­λασ­σα, οὔ­τε ψά­ρι δε­κα­ο­χτὼ πό­δια μα­κρύ. Καὶ ἐ­πι­πλέ­ον πο­τὲ δὲν συμ­πά­θη­σα, ποιός ξέ­ρει πό­σο, τὸν Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Ὅ­μως τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α θὰ ταί­ρια­ζε νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­φη­γη­θεῖ αὐ­τός, οὔ­τε κὰν μπο­ρῶ νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ για­τί. Μέ­νει νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω, ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­λη­θι­νὴ καὶ μά­λι­στα φρέ­σκια, ἂν καὶ ὅ­λοι οἱ πω­λη­τὲς ἱ­στο­ρι­ῶν, ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες με­τα­πρά­τες, θὰ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν τὸ ἴ­διο γιὰ τὴ δι­κή τους πρα­μά­τεια. Ἀρ­χί­ζου­με.

       Αὐ­τός, ἦ­ταν ἕ­νας γέ­ρος ποὺ ζοῦ­σε μό­νος στὸ σπί­τι του στὸ χω­ριό, καὶ ὁ­ρί­στε, ὀ­γδόν­τα τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα, εἶ­χε πει­σμώ­σει ὅ­τι δὲν θὰ που­λή­σει ἐ­τοῦ­το τὸ σπί­τι ὅ­σο εἶ­ναι ζων­τα­νός. Ἡ κό­ρη του, ἡ ὁ­ποί­α ζοῦ­σε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, εἶ­χε βρεῖ ἑ­ται­ρεί­α, ἡ ἑ­ται­ρεί­α εἶ­χε βρεῖ ἀ­γο­ρα­στές, οἱ ἀ­γο­ρα­στὲς ἦ­ταν Ἄγ­γλοι, τὰ χρή­μα­τα ἦ­ταν κα­λά, γυ­ρό­φερ­ναν καὶ ἄλ­λοι ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νοι. Τὸ σπί­τι ἦ­ταν σὲ κα­λὴ το­πο­θε­σί­α, σὲ ὕ­ψω­μα, μὲ θέ­α πρὸς τὸ βου­νὸ καὶ με­γά­λη εὐ­ά­ε­ρη αὐ­λή. Ἡ ἴ­δια ἡ κα­τα­σκευ­ή, ὅ­μως, ἄρ­χι­ζε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ πνέ­ει τὰ λο­ί­σθια, εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­να γε­ρὸ μά­ζε­μα, μιὰ ἀ­να­δι­ά­τα­ξη τῆς σκε­πῆς, κά­ποι­α δο­κά­ρια νὰ ἀλ­λα­χτοῦν. Ὁ γέ­ρος δὲν εἶ­χε πλέ­ον δυ­νά­μεις νὰ τὸ κά­νει μό­νος του, οὔ­τε χρή­μα­τα γιὰ νὰ φω­νά­ξει ἄλ­λον. Τὸ φθι­νό­πω­ρο πλη­σί­α­ζε καὶ μὲ τὴν πρώ­τη βρο­χή, σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες, ἡ ὑ­γρα­σί­α ἄρ­χι­ζε νὰ σέρ­νε­ται.

       Δὲν θὰ σὲ δώ­σω, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος. Θὰ που­λή­σω κά­ποι­α πράγ­μα­τα, θὰ συγ­κεν­τρώ­σω ζε­στὸ πα­ρα­δά­κι καὶ θὰ σὲ συμ­μα­ζέ­ψω. Ξα­πό­στελ­νε τὸν δή­μαρ­χο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν τὸ πεῖ­σμα του ἐ­λύ­γι­σε. Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς ὁ δή­μαρ­χος κου­βά­λη­σε καὶ τοὺς ἴ­διους τοὺς Ἄγ­γλους, ὅ­μως ὁ γέ­ρος δὲν φο­βή­θη­κε καὶ εὐ­γε­νι­κὰ τοὺς ἀ­πο­μά­κρυ­νε. Φέ­ρε καὶ ξέ­να στρα­τεύ­μα­τα, Πε­τρά­κη (ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὸν δή­μαρ­χο), ὅ­μως ἐ­μέ­να δὲν θὰ μὲ τρο­μά­ξε­τε. Πὲς σὲ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ψά­ξου­νε ἀλ­λοῦ γιὰ σπί­τι, ἐ­δῶ δὲν ἔ­χουν τί νὰ κά­νου­νε.

       Ὁ δή­μαρ­χος ἔ­λε­γε, ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι δί­νου­νε κα­λὰ λε­φτὰ καὶ ψι­θύ­ρι­σε τὸ πο­σό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ γέ­ρος οὔ­τε ποὺ εἶ­χε ἀν­τι­κρί­σει πο­τὲ στὴ ζω­ή του. Τὸ μέ­ρος τοὺς ἄ­ρε­σε, ἔ­λε­γε ὁ δή­μαρ­χος, σκο­τί­στη­καν γιὰ τὸ σπί­τι, θὰ τὸ γκρε­μί­σουν, αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ μό­νο του θὰ πέ­σει, ὁ­πό­τε πά­ρε τὰ λε­φτὰ καὶ πή­γαι­νε στὴν κό­ρη σου ὅ­σο ἀ­κό­μα σὲ θέ­λει.

       Τὸ σπί­τι δὲν εἶ­ναι δι­κό μου, τὸ ἔ­χτι­σε ὁ πα­τέ­ρας μου καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ τρό­πος, νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν τὸ δί­νει ἢ ἂν δὲν τὸ δί­νει, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος, γυρ­νοῦ­σε τὴν πλά­τη καὶ ’­ξα­φα­νι­ζό­ταν μέ­σα στὰ ψη­λὰ χορ­τά­ρια τῆς αὐ­λῆς.

       Δὲν θὰ σὲ δώ­σω, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε καὶ ἀ­πο­ροῦ­σε μὲ τὰ μυα­λὰ τῶν Ἄγ­γλων ποὺ πα­ρα­τᾶ­νε τὰ πα­τρι­κά τους σπί­τια «κα­τα­λαμ­βά­νον­τας» τὰ ξέ­να. Δι­ό­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ζοῦ­σαν ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, βρέ. Καὶ ἄν­τε τοὺς ζων­τα­νοὺς θὰ τοὺς δι­ώ­ξεις, θὰ τοὺς πλη­ρώ­σεις, ὁ ζων­τα­νὸς ἄν­θρω­πος εὔ­κο­λα ξε­γε­λι­έ­ται, μὰ τοὺς πε­θα­μέ­νους πῶς θὰ τοὺς δι­ώ­ξεις ἀ­πὸ ’­κεῖ μέ­σα, ἀ­πο­ροῦ­σε ὁ γέ­ρος.

       Οἱ βρο­χὲς ὅ­μως ἔ­γι­ναν ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνές, ἡ ὑ­γρα­σί­α πλέ­ον ἔ­πι­α­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ γω­νί­α καὶ τὸν βό­ρει­ο τοῖ­χο, τὰ χρή­μα­τα ἐ­ξα­νε­μί­στη­καν. Καὶ τό­τε, τὴν ὀ­γδο­η­κο­στὴ πέμ­πτη μέ­ρα, ὁ γέ­ρος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ που­λή­σει ὁ­τι­δή­πο­τε μπο­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του γιὰ νὰ σώ­σει τὸ σπί­τι. Βρῆ­κε κά­που ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι χαρ­τό­νι, τὸ ἔ­δε­σε μὲ σπάγ­γο στὴν πορ­τού­λα καὶ ἔ­γρα­ψε μὲ με­γά­λα γράμ­μα­τα «Πω­λεῖ­ται» καὶ πιὸ κά­τω μὲ μι­κρό­τε­ρα: «τη­λε­ό­ρα­ση».

       Μα­ζεύ­τη­κε στὸ σπί­τι καὶ ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σω χω­ρὶς αὐ­τήν, σκέ­φτη­κε. Ὅ­μως κα­νεὶς δὲν ζή­τη­σε νὰ ἀ­γο­ρά­σει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε τὴν ἑ­πό­με­νη, οὔ­τε τὴ με­θε­πό­με­νη μέ­ρα. Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, καὶ κοί­τα­ξε τὸ δω­μά­τιο, θὰ πρέ­πει νὰ που­λή­σω καὶ κά­τι ἄλ­λο. Στά­θη­κε στὸ τρα­πέ­ζι. Γιὰ μο­να­χὸ ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ ἦ­ταν πε­ριτ­τὴ πο­λυ­τέ­λεια. Πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ χαρ­τό­νι «καὶ γε­ρὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι μὲ δύ­ο κα­ρέ­κλες».

       Ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στὸ σπί­τι καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­πα­ψε νὰ τρώ­ει στὸ τρα­πέ­ζι. Τὸ εἶ­χε πιὰ ἀ­ναγ­γεί­λει, ἔ­πρε­πε νὰ συ­νη­θί­σει. Κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι καὶ ἔ­τρω­γε στὰ γό­να­τα, βι­α­στι­κὰ ὅ,τι εἶ­χε. Καὶ χω­ρὶς τρα­πέ­ζι γι­νό­ταν. Κα­νεὶς δὲν τὸ ἀ­γό­ρα­σε μέ­σα στὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν τρα­πέ­ζια. Τό­τε ἦρ­θε ἡ σει­ρὰ γιὰ τὸ κρε­βά­τι. Ἦ­ταν πα­λιό, σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ πολ­λὴ γε­ρὴ σού­στα καὶ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια. Ὁ γέ­ρος εἶ­πε, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας θὰ ἤ­θε­λε ἕ­να τέ­τοι­ο κρε­βά­τι. Πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ κομ­μά­τι χαρ­τό­νι «καὶ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια μὲ κύ­κνους».

       Ἔ­γρα­ψε αὐ­τὸ καὶ μό­λις μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο, τὸ κρε­βά­τι πλέ­ον δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­πως καὶ τὸ τρα­πέ­ζι, οἱ δύ­ο κα­ρέ­κλες καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Θὰ συ­νη­θί­σω, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς κοι­μᾶ­μαι ὅ­σο ἕ­να σπουρ­γι­τά­κι. Ἔ­βγα­λε τὸ στρῶ­μα στὸ πά­τω­μα, σκε­πά­στη­κε μὲ τὴ βε­λέν­τζα καὶ ἔ­τσι ξά­πλω­σε μέ­νον­τας ἄ­γρυ­πνος ὅ­λη νύ­χτα. Κα­νεὶς δὲν ἀ­γό­ρα­σε τὸ κρε­βά­τι μὲ τοὺς κύ­κνους.

       Κα­λά, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, δὲ θέ­λε­τε τη­λε­ό­ρα­ση, δὲ θέ­λε­τε τρα­πέ­ζι, δὲ θέ­λε­τε κρε­βά­τι… Τί θέ­λε­τε… Καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ τὸν μπου­φέ. Ὁ μπου­φὲς ἦ­ταν τὸ πιὸ πο­λύ­τι­μο πράγ­μα σὲ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο ξύ­λο κα­ρυ­διᾶς, σκα­λι­στός, δῶ­ρο ἀ­πὸ τοὺς κουμ­πά­ρους γιὰ τὸν γά­μο του, στὴν κά­τω ἀ­ρι­στε­ρὴ γω­νί­α ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Εἰς ἀ­νά­μνη­σιν, 1937». Ὁ γέ­ρος ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα πράγ­μα­τα, στοι­βαγ­μέ­να μὲ τὰ χρό­νια, πε­τσέ­τες καὶ ροῦ­χα φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τοὺς σκώ­ρους, πιά­τα καὶ κου­τά­λια. Τὰ ἀ­πό­θε­σε σὲ μιὰ γω­νιά. Στὸ τέ­λος ἔ­βγα­λε μιὰ ἀλ­λα­ξιὰ ροῦ­χα – και­νούρ­γιο που­κά­μι­σο καὶ ζα­κέ­τα, ἑ­τοι­μα­σμέ­να ἐκ τῶν προ­τέ­ρων γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του ντύ­σι­μο, ἔ­τσι ἔ­κα­ναν σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ μέ­ρη. Βγῆ­κε ἔ­ξω, φυ­σοῦ­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα τὴ μύ­τη του σ’ ἕ­να μαν­τή­λι καὶ μό­νο οἱ ὦ­μοι του ποὺ ἔ­τρε­μαν μπο­ροῦ­σαν νὰ μαρ­τυ­ρή­σουν ὅ­τι κλαί­ει. Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ χαρ­τό­νι «καὶ μπου­φὲς ἀ­πὸ κα­ρυ­διά, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει».

       Κα­νέ­νας δὲν ἤ­θε­λε μπου­φὲ ἀ­πὸ κα­ρυ­διά. Με­ρι­κὲς μέ­ρες με­τά, ὁ γέ­ρος ἀ­πο­φά­σι­σε γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πελ­πι­σμέ­νη κί­νη­ση. Δὲν εἶ­χε ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ὅ­πως δὲν εἶ­χε καὶ τί ἄλ­λο νὰ δι­α­θέ­σει. Κα­θά­ρι­σε κα­λὰ τὴ σόμ­πα ἀ­πὸ τὴ στά­χτη, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω μὲ μπροῦν­τζο τὴν ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὰ μπου­ριά, πῆ­ρε τὸ στι­λό, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ στὸ στρι­μωγ­μέ­νο ἄ­δει­ο μέ­ρος τοῦ χαρ­το­νιοῦ ἔ­γρα­ψε «καὶ σόμ­πα μὲ 2 κυ­βι­κὰ ξύ­λα».

       Σκέ­φτη­κε λί­γο καὶ πρό­σθε­σε στὸ κα­τώ­τε­ρο ση­μεῖ­ο μὲ πο­λὺ κα­κὸ γρα­φι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα «ἄλ­λο δὲν ἔ­χω».

       Δὲν ἄ­να­ψε ξα­νὰ τὴ σόμ­πα. Ἔ­τρω­γε στὰ γό­να­τα, κα­θό­ταν στὸ πά­τω­μα, δὲν ἄ­νοι­γε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, δὲν κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸν μπου­φέ, ξά­πλω­νε τὸ βρά­δυ κα­τα­γῆς, ἐ­νῶ τὸ πρω­ὶ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα κι­νοῦ­σε τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του. Μιὰ μέ­ρα βγῆ­κε, ση­μεί­ω­σε κά­τι ἀ­κό­μα στὸ χαρ­τό­νι καὶ μα­ζεύ­τη­κε.

       Ὁ Χει­μώ­νας ἀ­πο­δεί­χτη­κε κρύ­ος, γύ­ρω στὸν Δε­κέμ­βρη οἱ ἀ­γο­ρα­στὲς γιὰ τὸ σπί­τι μει­ώ­θη­καν ἀ­πό­το­μα, οἱ Ἄγ­γλοι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὰ πα­λά­τια τους, ὁ δή­μαρ­χος κου­βα­λή­θη­κε στὸν γιό του στὴν πό­λη, ἐ­νῶ τὰ τσα­κά­λια ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὶς ἔ­ρη­μες αὐ­λές. Ἐκεῖ κον­τά, ἀ­νή­με­ρα του Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου ἔ­πε­σε τὸ πρῶ­το χι­ό­νι καὶ ἀρ­γὰ κου­κού­λω­σε τὸ κομ­μά­τι χαρ­το­νιοῦ, ποὺ μι­σο­κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­τα.


Πω­λεῖ­ται τη­λε­ό­ρα­ση,

καὶ γε­ρὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι μὲ δύ­ο κα­ρέ­κλες,

καὶ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια μὲ κύ­κνους,

καὶ μπου­φὲς ἀ­πὸ κα­ρυ­διά, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει,

καὶ σόμ­πα μὲ 2 κυ­βι­κὰ ξύ­λα,

ἄλ­λο δὲν ἔ­χω.

Α.Τ. 1913-1996


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Кръстопът

http://crosspoint.mediabg.eu/?p=11717

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: