Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


01-Pappas,Sp.-Gk.Gkospontinof-Eisagogi-Eikona


Σπῦρος Ν. Παππᾶς


Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ

(Георги Господинов)


02-OmikronΓΚΕΟΡΓΚΙ ΓΚΟΣΠΟΝΤΙΝΟΦ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968) εἶ­ναι ἴ­σως ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος σύγ­χρο­νος συγ­γρα­φέ­ας τῆς Βουλ­γα­ρί­ας καὶ ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό (με­τὰ τὸ 1989). Σπού­δα­σε Βουλ­γα­ρι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σό­φιας «Ἅ­γιος Κλή­μης Ἀ­χρί­δος» («Св. Климент Охридски»). Εἶ­ναι συν­τά­κτης τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Λι­τε­ρα­τοῦ­ρεν Βέ­στνικ (Литературен Βестни), ἀρ­θρο­γρά­φος τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Ντνέβ­νικ (Дневник) καὶ συν­τά­κτης τοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ πα­ραρ­τή­μα­τος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Οrient Express τῆς Ὀξ­φόρ­δης. Εἶ­ναι Δι­δά­κτωρ τοῦ Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του τῆς Βουλ­γα­ρι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἐ­πι­στη­μῶν (БАН) καὶ ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2000 δί­δα­ξε στὸ Ἐ­θνι­κὸ Βουλ­γα­ρι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ (1998) καὶ σύγ­χρο­νη βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (1999-2000).

       Ἡ πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, Lapidarium (Лапидариум, 1992), ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου (1993), ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του, Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ), ἔ­λα­βε τὸ βρα­βεῖ­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Βουλ­γά­ρων Συγ­γρα­φέ­ων γιὰ τὸ κα­λύ­τε­ρο βι­βλί­ο τῆς χρο­νιᾶς (1996). Ἀ­κο­λού­θη­σε ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003), ἡ ὁ­ποί­α, μα­ζὶ μὲ τὶς δύ­ο προ­η­γού­με­νες καὶ ἕ­ναν ἀ­κό­μα και­νούρ­γιο ποι­η­τι­κὸ κύ­κλο, πε­ρι­ε­λή­φθη­σαν στὸν συγ­κεν­τρω­τι­κὸ τό­μο Μπαλάντες καὶ διαλύσεις (Балади и распади, 2007). Ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των του ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ στὰ γερ­μα­νι­κὰ ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Kleines morgendliches Ver­bre­chen (Droschl, 2010) καὶ ἔ­χει λά­βει ἐ­παι­νε­τι­κὲς κρι­τι­κὲς ἀ­πὸ τὶς με­γα­λύ­τε­ρες γερ­μα­νι­κὲς ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, καὶ στὴν ἀγ­γλό­φω­νη ἀν­θο­λο­γί­α New European Poets (Graywolf Press, USA, 2008).

       Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τοῦ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου D.J. (ἀρ­χι­κὰ τοῦ Don Juan) τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε τὸ πρῶ­το βρα­βεῖ­ο στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὸ κα­λύ­τε­ρο βουλ­γα­ρι­κὸ δρα­μα­τουρ­γι­κὸ κεί­με­νο («Икар» 2004), ἐ­νῶ τὸ δεύ­τε­ρο θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο του, Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вечерта, 2010), ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2011 ἀ­νά­με­σα σὲ 300 ἔρ­γα ἀ­πὸ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ φε­στι­βὰλ «hotINK at the LARK» τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­ξί­ζει ἐ­πί­σης νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ ὅ­τι ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­α «Ὀ­με­λέ­τα» («Омлет», σκη­νο­θε­σί­α: Ν. Κό­σε­βα) σὲ σε­νά­ριο τοῦ Γκ. Γκο­σπον­τί­νοφ, ἔ­λα­βε εἰ­δι­κὴ μνεί­α στὸ κο­ρυ­φαῖ­ο φε­στι­βὰλ ἀ­νε­ξάρ­τη­του κι­νη­μα­το­γρά­φου «Sundance» τὸ 2009.

       Ἂν καὶ πο­λύ­πλευ­ρος λο­γο­τέ­χνης, ἔ­χον­τας ἐ­πι­δεί­ξει πλού­σιο καὶ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο —πα­ρὰ τὸ σχε­τι­κὰ νε­α­ρὸ τῆς ἡ­λι­κί­ας του— σὲ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη (ποί­η­ση, δρα­μα­τουρ­γί­α, δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, σε­νά­ριο, δο­κί­μιο, κρι­τι­κή), εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ με­τα­μον­τέρ­νο, Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα (Естествен роман, 1999) —με­τα­φρα­σμέ­νο ἤ­δη σὲ δε­καεν­νέ­α γλώσ­σες— τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­καί­ως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων εὐ­νο­ϊ­κῶν κρί­σε­ων σὲ δι­ε­θνῆ ἔν­τυ­πα— ὡς «μη­χα­νὴ ἱ­στο­ρι­ῶν» (ἐφ. Le Courrier), «χι­ου­μο­ρι­στι­κό, με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σια­κό» (ἐφ. The Times), «ταυ­τό­χρο­να γή­ι­νο καὶ πνευ­μα­τῶ­δες» (ἐφ. The Guardian). Τὸ ἑ­πό­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011), βρέ­θη­κε σύν­το­μα στὴν πρώ­τη θέ­ση τῶν εὐ­πώ­λη­των βι­βλί­ων τῆς Βουλ­γα­ρί­ας (ἀ­πο­σπών­τας καὶ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖο Λο­γο­τε­χνί­ας, Βουλ­γα­ρι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τῆς Χρο­νιᾶς, 2013), ἐ­πι­τυγ­χά­νον­τας, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μα φο­ρά, τὸν δύ­σκο­λο συν­δυα­σμὸ τῆς ἐμ­πο­ρι­κό­τη­τας μὲ τὴν ποι­o­τι­κὴ γρα­φή, ποὺ ἔ­χουν κα­τα­στή­σει τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς δη­μο­φι­λέ­στε­ρους συγ­γρα­φεῖς στὴν πα­τρί­δα του καὶ τὸν πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο ἐκ­πρό­σω­πο τῆς σύγ­χρο­νης βουλ­γα­ρι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ (δὲν εἶ­ναι, ἄλ­λω­στε, τυ­χαῖ­ο τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἰ­τα­λι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ ἐν λό­γῳ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­κη­ρύ­χτη­κε ἀ­πὸ τὸν ἱ­στό­το­πο bookrepublic.it ὡς ἡ κα­λύ­τε­ρη ξε­νό­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση στὴν Ἰ­τα­λί­α γιὰ τὸ 2013, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο, βρέ­θη­κε στὴν τε­λι­κὴ πεν­τά­δα τῶν ὑ­πο­ψή­φι­ων βι­βλί­ων γιὰ τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἰ­τα­λι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο «Strega»).

       Ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω συ­στα­τι­κά, ποὺ συγ­κρο­τοῦν τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, αὐ­τοῦ τοῦ ξε­χω­ρι­στοῦ «χι­ου­μο­ρί­στα τῆς ἀ­πό­γνω­σης» (ἐφ. Neue Zurcher Zeitung) ἐν­το­πί­ζον­ται συμ­πυ­κνω­μέ­να καὶ στὴν πρώ­τη —με­τα­φρα­σμέ­νη σὲ ἑ­πτὰ γλώσ­σες— συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000), ὅ­που ἐ­κεῖ, μὲ «κο­φτε­ρὴ πέν­να καὶ εὐ­αί­σθη­το βλέμ­μα» (ἐφ. Le Nouvel Observateur) ὁ συγ­γρα­φέ­ας, μὲ κυ­ρί­αρ­χο φόν­το τὴν με­τὰ-κομ­μου­νι­στι­κὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ τὰ βι­ώ­μα­τα τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ξε­τυ­λί­γει μέ­σα ἀ­πὸ φαι­νο­με­νι­κὰ κοι­νό­τυ­πες ἱ­στο­ρί­ες, τὸ νῆ­μα τῶν χα­ρα­κτή­ρων του, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο χι­οῦ­μορ ὡς μέ­σο ἰ­σορ­ρο­πί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α (δὲν δι­στά­ζει, μά­λι­στα, νὰ ἐ­πι­στρα­τεύ­ει, κα­τὰ πε­ρί­πτω­ση, τὸ εὐ­έ­λι­κτο ὄ­χη­μα τῆς ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­ας καὶ τῆς ἀλ­λη­γο­ρί­ας) ἐ­πά­νω στὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ τοῦ ἰ­λα­ρο­τρα­γι­κοῦ, δι­α­τη­ρών­τας πάν­το­τε, μιὰ δι­εισ­δυ­τι­κή, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νη ὅ­σο καὶ συγ­χω­ρη­τι­κὴ ὀ­πτι­κή.

       Ἡ ἐν λό­γῳ συλ­λο­γή, με­τα­φρά­στη­κε τὸ 2007 στὰ ἀγ­γλι­κὰ (κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς Η.Π.Α. ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Νο­r­t­h­w­e­s­t­e­rn University Press) καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ Δι­ε­θνὲς Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γη­μά­των «Frank O’Connor», ἐ­νῶ θὰ πρέ­πει νὰ ση­μει­ώ­σο­με ὅ­τι τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, συμ­με­τεῖ­χε μὲ ἕ­να δι­ή­γη­μά του στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Best European Fiction 2010 (Dalkey Archive Press, ed. Alexander Hemon) στὶς Η.Π.Α.

       Κά­νον­τας ἐ­δῶ μιὰ ἁ­δρο­με­ρῆ ἀ­νά­λυ­ση τῶν —ἀ­νι­χνευ­ό­με­νων καὶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του— στοι­χεί­ων ποὺ συν­θέ­τουν τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, δι­α­πι­στώ­νο­με ὅ­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, κι­νοῦν­ται σὲ ἐ­πάλ­λη­λα ἐ­πί­πε­δα (τὰ ὁ­ποῖ­α πολ­λὲς φο­ρὲς θυ­μί­ζουν ἱ­στο­ρί­ες μέ­σα σὲ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες) καὶ ἐ­πι­φυ­λάσ­σουν συ­νή­θως ἕ­να ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ τέ­λος, δί­νον­τας τὴν εὐ­και­ρί­α στὸν ἀ­να­γνώ­στη γιὰ μιὰ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς με­τα-ἱ­στο­ρί­ας, καὶ τῶν πα­ρα­μέ­τρων ἐ­κεί­νων ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὑ­πο­νο­οῦν­ται πα­ρὰ ἐκ­δη­λώ­νον­ται, κα­θὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας, μὲ ἀ­φορ­μὴ συ­χνὰ ἕ­να προ­σχη­μα­τι­κὸ γε­γο­νὸς ἢ μιὰ ἱ­στο­ρί­α τῆς «ἄ­χα­ρης» κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, κα­τορ­θώ­νει, ἐν τέ­λει, νὰ με­τα­θέ­τει τὸ κέν­τρο βά­ρους τῶν ἀ­φη­γή­σε­ών του, ἀ­πὸ τὸ το­πι­κὸ καὶ εὐ­και­ρια­κὸ στὸ κα­θο­λι­κὸ καὶ ὑ­περ­χρο­νι­κό. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ, πραγ­μα­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση, ἀ­νε­πι­τή­δευ­τα, θέ­τον­τας μὲ εὔ­στο­χο τρό­πο ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τρο­φο­δο­τοῦν καὶ «ἐ­πα­νεκ­κι­νοῦν» δια­ρκῶς τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ «μυ­θο­λο­γί­α» του, ἐκ­φρά­ζον­τας μιὰ σχε­δὸν παι­δι­κὴ ἀ­πο­ρί­α γιὰ βε­βαι­ό­τη­τες καὶ αὐ­θεν­τί­ες (δὲν δι­στά­ζει συ­χνὰ νὰ δυ­σπι­στεῖ ἀ­κό­μα καὶ στὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό του) ἐ­νῶ κρα­τᾶ ἴ­σες ἀ­πο­στά­σεις στὰ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα, χω­ρὶς νὰ ὀ­λι­σθαί­νει στὴν ἠ­θι­κο­λο­γί­α καὶ δί­χως νὰ χά­νει τὴν ὑ­φέρ­που­σα με­λαγ­χο­λι­κή, ἄλ­λο­τε εἰ­ρω­νι­κὴ καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε (αὐ­το)ὑ­πο­νο­μευ­τι­κή του δι­ά­θε­ση.

       Ἡ γρα­φὴ τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, δι­α­κρί­νε­ται, ἐν γέ­νει, ἀ­πὸ πρω­το­τυ­πί­α καὶ ἀ­με­σό­τη­τα, τολ­μη­ρὴ σύλ­λη­ψη θε­μά­των μὲ μιὰ ἄ­νε­ση στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ στὸν πει­ρα­μα­τι­σμό, ποὺ ὑ­πο­δη­λώ­νει ἀ­φ’ ἑ­νὸς στέ­ρε­α γνώ­ση τῶν σύγ­χρο­νων λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των καὶ ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου γό­νι­μη ἀ­φο­μοί­ω­ση τῶν ἐ­πιρ­ρο­ῶν ποὺ ἔ­χει δε­χτεῖ ἀ­πὸ εὐ­ρω­παί­ους καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς (μὲ ἐμ­φα­νέ­στε­ρη ἐ­κεί­νη τοῦ Μπόρ­χες). Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ, κα­τα­φέρ­νει σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, νὰ δι­α­τη­ρεῖ ξε­κά­θα­ρο τὸ προ­σω­πι­κό του στίγ­μα, φα­νε­ρώ­νον­τας ἕ­να αὐ­θεν­τι­κὸ καὶ ζω­η­ρὸ τα­λέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν «ἐμ­πει­ρί­α» καὶ τὶς «ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες» τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς Εὐ­ρώ­πης (ἀ­πὸ ὅ­που ἀν­τλεῖ ἄ­φθο­νη πρώ­τη ὕ­λη) μὲ τὴ δυ­να­μι­κὴ καὶ τὰ ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα τῆς δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ τοῦ ὑ­πό­λοι­που κό­σμου, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο, ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­λεῖ­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει ἕ­ναν οὐ­σι­α­στι­κὸ λό­γο καὶ νὰ συν­τά­ξει τὸν προ­σω­πι­κό του «ὁ­δη­γὸ ἐ­πι­βί­ω­σης».

       Ἂς δοῦ­με, ὅ­μως, μὲ ποιόν τρό­πο, ὁ ἴ­διος, στὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα («Пред­истории») τῆς τρί­της βουλ­γα­ρι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν δι­η­γη­μά­των του, δί­νει μιὰ γλα­φυ­ρὴ εἰ­κό­να γιὰ τὴν παι­γνι­ώ­δη σχέ­ση του μὲ τὴ γρα­φή, τὸν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμό του, τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς ἐ­πι­λο­γὲς καὶ προ­θέ­σεις του, κα­θὼς καὶ τὴ βα­θύ­τε­ρη ὑ­πό­στα­ση τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων ἱ­στο­ρι­ῶν (ὅ­πως ὁ ἴ­διος ἐ­πι­μέ­νει στα­θε­ρὰ νὰ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ) εἰ­σά­γον­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἕ­ναν πα­ράλ­λη­λο —ὅ­σο καὶ ἀ­θέ­α­το— κό­σμο, μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νὸ ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης, ἕ­να φευ­γα­λέ­ο «προ­σπέ­ρα­σμα», τὴ στιγ­μὴ ὅ­που ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­χω­ρεῖ δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ προ­σκή­νιο, δί­νον­τας τὸν πρῶ­το λό­γο στὶς κα­θαυ­τὲς ἱ­στο­ρί­ες:


«[…] Καὶ για­τί δη­λα­δὴ Καὶ ἄλ­λες; Ποι­ά εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ λεί­πει στὴν ἀρ­χή; Καὶ ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­α; Σκέ­φτο­μαι, ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­σχέ­τως ἂν εἶ­ναι γιὰ μύ­γες, ἐ­ρω­τευ­μέ­νους ἢ γιὰ τὴν ψυ­χὴ ἑ­νὸς γου­ρου­νιοῦ τὰ Χρι­στού­γεν­να, εἶ­ναι ση­μαν­τι­κές. Κά­θε ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ καὶ νὰ ἀ­κου­σθεῖ […] Σὲ ἕ­να ση­μεῖ­ο τοῦ βι­βλί­ου, ὁ Γκα­ου­στὶν [ΣτΜ. alter ego τοῦ συγ­γρα­φέ­α] ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ ἂν στρα­τη­γι­κῶς ἔ­χο­με χά­σει τὸ παι­χνί­δι, οἱ ἄ­σκο­πες κι­νή­σεις τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μας πάν­τα θὰ ἀ­να­βάλ­λου­νε τὸ τέ­λος. […]

       »Για­τί ἱ­στο­ρί­ες, καὶ ὄ­χι δι­η­γή­μα­τα; Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι κα­λῶς δο­μη­μέ­νο, βου­τηγ­μέ­νο σὲ κα­νό­νες καὶ μὲ γρα­πτὴ πα­ρά­δο­ση. Ὅ­μως (κα­θα­ρῶς ἱ­στο­ρι­κά) ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τό. Εἶ­ναι ζων­τα­νή, καὶ ὡς ἐκ τού­του ἀ­τε­λής, ἀ­νέ­με­λη καὶ φθαρ­τή. Σὲ αὐ­τό, προ­σω­πι­κὰ ἐ­γὼ βρί­σκω ἀ­ξί­α. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δι­α­τη­ρεῖ ἀ­κό­μα τὴ μνή­μη τοῦ στό­μα­τος, τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν ξε­στό­μι­σε καὶ τοῦ ἀ­φτιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο βυ­θί­στη­κε.

       »Ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ καὶ ὡς ἑ­ξῆς: Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες – ἂν δε­χτοῦ­με, ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι μό­νο μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες, καὶ ἐ­πὶ τού­του, μα­κρὰν ἡ λι­γό­τε­ρο κα­λή. […] Τί ἄλ­λο; Οἱ μι­σὲς ἀ­πὸ τὶς ἐ­δῶ ἀ­φη­γή­σεις βα­σί­ζον­ται σὲ πράγ­μα­τα ποὺ συ­νέ­βη­σαν, καὶ οἱ ἄλ­λες μι­σὲς – σὲ ἐν­τε­λῶς φαν­τα­στι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό. Καὶ πά­λι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση ἐ­τοῦ­το δὲν εἶ­ναι ἔ­γνοι­α πα­ρὰ μό­νο τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Για­τί γρά­φτη­καν αὐ­τὲς οἱ λέ­ξεις; Καὶ τί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἤ­θε­λα νὰ πῶ; Σᾶς κρά­τη­σα (ἀ­φε­λὴς κί­νη­ση) γιὰ λί­γο στὸ κα­τώ­φλι, μέ­χρι νὰ βγῶ ἐ­γὼ κι ἐ­σεῖς νὰ μπεῖ­τε. Σὲ αὐ­τὴ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση, σὲ τού­τη τὴ συ­νάν­τη­ση καὶ τὸ προ­σπέ­ρα­σμα, βρί­σκε­ται κά­ποι­ες φο­ρὲς ὁ­λό­κλη­ρο τὸ νό­η­μα τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μας […].


Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, μὲ τὴν ἴ­δια ὡ­ρι­μό­τη­τα καὶ εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ἀ­πό­στα­ση δέ­κα τρι­ῶν ἐ­τῶν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2013, τὴν ἰ­σά­ξια, δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του, μὲ τί­τλο Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна) ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζον­ται με­τα­φρα­σμέ­να τὰ δι­η­γή­μα­τα: «Κ­ό­ρη», «Φαν­τά­σμα­τα» καὶ «Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ Θά­λασ­σα», ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη συλ­λο­γὴ Καὶ ἄλ­λες Ἱ­στο­ρί­ες, με­τα­φρά­ζον­ται: «Τὰ ἄ­σπρα σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας» καὶ «Παι­ώ­νι­ες καὶ Μὴ μὲ λη­σμό­νει».

       Γιὰ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βα­σι­κὲς με­λέ­τες (Ἀλ­μπέ­να Χρά­νο­βα, Георги Господинов: Разроявания, 2004· Μα­ριά­να Τον­το­ρό­βα, Гео­рги Господинов – от Гаустин до градинаря, 2009) καὶ ἔ­χουν ἐκ­πο­νη­θεῖ ἀρ­κε­τὲς ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς δι­α­τρι­βὲς (ΒΑ, ΜΑ) τό­σο στὴ Βουλ­γα­ρί­α ὅ­σο καὶ σὲ πα­νε­πι­στή­μια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (Γερ­μα­νί­α, Ρω­σί­α, Πο­λω­νί­α). Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2014, ὁ συγ­γρα­φέ­ας τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας «Ἰ­βὰν Βά­ζοφ» («Иван Вазов»), γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά του στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).


		
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: