Ἀντώνης Ζέρβας: Ἀπαρακολουθήτως


Zerbas,Antonis-Aparakolouthitos-Eikona-03a


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἀπα­ρα­κο­λου­θή­τως

 

01-TaphΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ εἶναι τί μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα», δή­λω­νε ὁ νέ­ος λό­γιος σ’ ­ἕ­ναν πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­πο­νι­ό­ταν ὅ­τι πα­ρὰ τὶς ἐν­θου­σι­α­στι­κὲς ὑ­πο­σχέ­σεις του, εἶ­χε κρα­τή­σει ἀ­νέν­δο­τη σι­ω­πὴ σὰν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο του.

       «Δη­λα­δὴ γιὰ σέ­να τὸ βι­βλί­ο δὲν εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κὸ γε­γο­νός!­», ἀ­πο­ροῦ­σε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας.

       «Μὰ κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε. Ὅ­λα γε­γο­νό­τα εἶ­ναι.»

       Θέ­λα­με ν’­ ἀν­δρώ­νον­ται οἱ γε­νι­ὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς πνευ­μα­τι­κὲς αὐ­θεν­τί­ες. Θέ­λα­με νὰ πι­στεύ­ου­με ὅ­τι ὅ­σο πιὸ στε­νὸς ἦ­ταν ὁ τό­πος, τό­σο βα­θύ­τε­ρες οἱ ρί­ζες του. Ὅ­πως ἕ­να θε­ό­ρα­το πλα­τά­νι στὴ μέ­ση μιᾶς μι­κρῆς αὐ­λῆς. Ἀλ­λὰ αὐ­λὲς καὶ πλα­τά­νια δὲν ὑ­πάρ­χουν πλέ­ον.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι, πῆ­γα νὰ ξε­να­γή­σω λί­γους φί­λους στὸν βυ­ζαν­τι­νὸ πλα­τα­νώ­να τοῦ Ἁι-Γιά­ννη, ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὸ χω­ριό μας, ὅ­που μοῦ ἀ­να­λο­γοῦν λί­γα προ­πα­το­ρι­κὰ στρέμ­μα­τα μὲ συ­κι­ές καὶ λι­ό­δεν­τρα. Ἡ θαυ­μά­σια θέ­ση εἶ­χε τε­λεί­ως ἀ­πο­ξε­ρα­θεῖ. Τὰ γι­γάν­τια πλα­τά­νια ἑ­τοι­μόρ­ρο­πα, που­θε­νὰ νε­ρό.

Α­ll c­h­a­n­g­ed, c­h­a­n­g­ed u­t­t­e­r­ly:

A t­e­r­r­i­b­le b­e­a­u­ty is b­o­rn.


       Εἴ­χα­με ἀ­κού­σει πὼς θὰ ὑ­πῆρ­χε πάν­τα μί­α τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν κα­ρα­δο­κού­σα­με γιὰ νὰ γί­νου­με ποι­η­τές. Οἱ ἀλ­λα­γὲς δὲν μᾶς ἔ­καμ­πταν, πι­στεύ­α­με στὴν ἀ­ναλ­λοί­ω­τη ἀ­λή­θεια.

       Ἡ ὑ­πό­κω­φη με­τα­βο­λὴ τῶν πό­λε­ων μπο­ρεῖ μὲ τὰ πολ­λὰ νὰ συ­νη­θί­ζε­ται, ὅ­πως ἡ αὐ­ξο­μεί­ω­ση τοῦ βή­μα­τος ἀ­να­λό­γως τοῦ ὕ­ψους τῶν σκα­λο­πα­τι­ῶν. Τὸ φυ­σι­κὸ ἐ­ξό­χω­ρο ὅ­μως, ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­νιου, σὲ φέρ­νει κα­τα­πρό­σω­πο μὲ τὸ νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων, ποὺ δὲν ἔ­χουν πιὰ κα­νέ­να νό­η­μα : U­t­t­e­r­ly= ὁ­λο­σχε­ρῶς, ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου.


Ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν, ἄλ­λα­ξαν ὁ­λο­σχε­ρῶς:

Μιὰ τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ ἦρ­θε στὸν κό­σμο.

 

Πο­τὲ δὲν εἶ­χα φαν­τα­σθεῖ πὼς οἱ λέ­ξεις θὰ κα­τέ­λη­γαν νὰ μὴν ἔ­χουν κα­νέ­να νό­η­μα γιὰ μᾶς, πα­ρ’ ­ὅ­λον ὅ­τι νο­μί­ζου­με πὼς τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με μὲ νό­η­μα.

       Ὁ ἄν­θρω­πος σή­με­ρα εἶ­ναι σὰν νὰ ψά­χνει κά­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα, δη­λα­δὴ κά­τι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, μι­λών­τας ἀ­στα­μά­τη­τα. Σὰν νὰ ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἀρ­κοῦν πιὰ οἱ λέ­ξεις. Μι­λή­θη­καν. Ὅ,τι εἶ­χαν νὰ δώ­σουν, τὸ ἔ­δω­σαν. Κα­νεὶς πλέ­ον δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λέ­ξεις. Κι ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν, δὲν ξέ­ρουν γιὰ τί πράγ­μα νοι­ά­ζον­ται.


       Ἡ τρο­με­ρὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α: Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά, Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).


		
Advertisements

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Τὰ Ἄσπρα Σώβρακα τῆς Ἱστορίας


04-Gkospontinof,Gk.-TaAspraSobrakaTisIstorias-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὰ Ἄ­σπρα Σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας

 

(Белите Гащи на Историята)

 

14-Alpha-Century_Mag_Illuminated_A_CuypΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ ἕ­να τί­πο­τα καὶ χω­ρὶς κα­μί­α μπου­γά­δα. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­που στὰ τέ­λη τοῦ ’70 ἐ­πει­δὴ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἤ­μουν πιὰ 9-10 χρο­νῶν καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, ζού­σα­με σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ αὐ­λή, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες πό­λεις τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ βρί­σκε­ται στὴ σκιὰ τοῦ πιὸ μι­κροῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ βου­νοῦ, τοῦ Σα­κάρ. Κά­πο­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη ἦ­ταν ξα­κου­στή, δι­ό­τι σὲ αὐ­τὴν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­τρε­φαν κα­μῆ­λες ἀν­τὶ γιὰ γα­ϊ­δού­ρια ἢ ἄλ­λα ὑ­πο­ζύ­για, ὅ­μως ἡ τε­λευ­ταί­α κα­μή­λα θὰ πρέ­πει νὰ πέ­θα­νε ἐ­κεῖ γύ­ρω στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ζού­σα­με σὲ τού­τη τὴ μι­κρὴ πό­λη δί­πλα στὸ πιὸ μι­κρὸ βου­νὸ (μι­κρό, ἀλ­λὰ βου­νό, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος) σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ δῶ­μα καὶ προ­θά­λα­μο καὶ αὐ­λί­τσα μὲ βρα­γι­ὲς ντο­μά­τες, δύ­ο κε­ρα­σι­ὲς δί­πλα στὸν φρά­χτη, ἀ­νά­με­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κρε­μό­ταν τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὸ ἅ­πλω­μα τῆς μπου­γά­δας, καὶ ἕ­ναν κου­βὰ μὲ ὀλ­λαν­δι­κὰ λου­λού­δια (τὸ κα­μά­ρι τῆς μά­νας μου, μὼβ πρὸς ἴν­τιγ­κο).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν στὴν πε­ρί­φρα­ξη πλη­σί­α­σε ὁ δι­πλα­νός μας, ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Δι­πλα­νός, δὲν εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ ται­ριά­ζει γιὰ τὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ἑ­βδο­μην­τά­ρης, γεν­νη­μέ­νος ἀ­ρι­στο­κρά­της, ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­κη­γό­ρος στὴ μι­κρὴ πό­λη. Φο­ροῦ­σε μιὰ θρυ­λι­κὴ ρόμ­πα καὶ εἶ­χε τὸ πα­ρω­νύ­μιο Μπαλ­ζάκ. Τὸ πα­ρω­νύ­μιο ὀ­φει­λό­ταν ἐν μέ­ρει στὸ ὅ­τι ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν γνώ­ρι­ζε τέ­λεια γαλ­λι­κὰ καὶ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸ πρω­τό­τυ­πο ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε γρά­ψει ὁ Μπαλ­ζάκ. Γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔμ­παι­νε πά­ραυ­τα στὴν το­πι­κὴ βί­βλο τῶν κα­τορ­θω­μά­των καὶ πο­λὺ δύ­σκο­λα κά­ποι­ος, κά­πο­τε, θὰ τὸν με­τα­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Καὶ τί ξέ­ρα­με τό­τε γιὰ τὸν Μπαλ­ζάκ; Ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος ἐ­ρα­στὴς καὶ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φὲ ἐ­νῶ ἔ­γρα­φε. Ἢ ὅ­τι ἔ­γρα­φε πο­λὺ ἐ­νῶ ἔ­πι­νε κα­φέ. Ὅ­πως καὶ νά ’χει, στὸ κε­φά­λι μου ἔ­μει­νε ἀ­πὸ τό­τε ὁ ἀ­ριθ­μὸς 42. Τώ­ρα, αὐ­τὸ ἦ­ταν 42 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ 42 κα­φέ­δες τὴν ἡ­μέ­ρα, δὲ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις τὰ νού­με­ρα προ­κα­λοῦ­σαν τὸν σε­βα­σμό. Καὶ αὐ­τὸς ὁ σε­βα­σμὸς με­τα­φε­ρό­ταν στὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Πα­ρα­τη­ρῆ­στε, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μπάρ­μπα-Κώ­στα, ἢ ἀ­κό­μα πιὸ χυ­δαῖα μπάρ­μπα-Κῶ­τσο. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ πα­ρέ­μει­νε ὣς τὸ τέ­λος ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν ὁ Μπαλ­ζάκ. Τὸ νὰ φο­ρᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ρόμ­πα, τό­τε ποὺ εἶ­χαν σὲ ἐ­κτί­μη­ση τὸ ἀ­δι­ά­βρο­χο, τὸ γού­νι­νο παλ­τὸ καὶ τὸ που­λό­βερ, ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας. Καὶ ἕ­ως σή­με­ρα τὴ θυ­μᾶ­μαι – μα­κριὰ κα­φε­τιὰ ρόμ­πα μὲ ἔν­το­νη γκρί­ζα μπορ­ντού­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πέ­τα, μὲ τρί­α με­γά­λα σεν­τε­φέ­νια κουμ­πιὰ καὶ ζω­νού­λα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­γε σὲ φοῦν­τες ποὺ θύ­μι­ζαν τὸ τε­λεί­ω­μα τῆς οὐ­ρᾶς τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ.

       Αὐ­τὴ ἡ ρόμ­πα τὸν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται ὕ­πο­πτος μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοῦ γεί­το­να ἐ­ξ’ ἀ­ρι­στε­ρῶν μας – ἑ­νὸς πο­λι­το­φύ­λα­κα ποὺ ἔ­φτα­σε λο­χί­ας, τὸν ὁ­ποῖ­ο φώ­να­ζαν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­λο­δι­κή του ἐ­πί­μο­νη θέ­λη­ση) καὶ γιὰ συν­το­μί­α Τσε­κα­τζή[1], ἐ­νῶ, ὅ­ταν δὲν ἤ­τα­νε κον­τά, Κα­ρα­βα­νά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πο­λι­το­φύ­λα­κες, τοὺς ὁ­ποί­ους πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­βλε­πες δί­χως στο­λή, καὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου βά­ζα­με κρυ­φὰ στοί­χη­μα ὅ­τι ἔ­χει στο­λὴ πι­τζά­μα μὲ ἐ­πω­μί­δες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη γιὰ πι­στο­λά­κι νυ­κτός. Ὁ ἀ­δελ­φός μου ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἐ­πί­σης, ὅ­τι σί­γου­ρα κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ πη­λί­κιο, κα­θώς, ὅ­ταν τὸ βρά­δυ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ον ὑ­πο­λο­χα­γὸ (καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἕ­νας λο­χί­ας) εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν κα­νο­νι­σμὸ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σει, καὶ ἡ ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς χω­ρὶς τὸ πη­λί­κιο εἶ­ναι ἀ­πρέ­πεια, αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ τὸ ἤ­ξε­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους, εἶ­χε βά­λει νὰ τοῦ γρά­ψουν μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «ὁ Τσε­κα­τζὴς πρέ­πει νὰ ἔ­χει ψυ­χρὴ λο­γι­κή, φλο­γε­ρὴ καρ­διὰ καὶ κα­θα­ρὰ χέ­ρια» καὶ ἀ­πὸ κά­τω – Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι. Ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ κά­ποι­ος ἔ­σβη­σε τὸ «ψὺ» ἀ­πὸ τὸ «ψυ­χρὴ» καὶ τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸ «αἴσ» καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­γι­νε ἄ­κρως κα­χύ­πο­πτος μὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τοὺς γεί­το­νές του. Λε­γό­ταν, ὅ­τι ὅ­λο το φθι­νό­πω­ρο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε στὴν αὐ­λὴ καὶ ἕ­ως ὅ­του πέ­σει τὸ πρῶ­το χι­ό­νι κοι­μό­ταν ἔ­ξω, μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα, ἐ­πει­δὴ στὸ ἐγ­χει­ρί­διο ἐγ­κλη­μα­το­λο­γί­ας, ἔ­γρα­φε, ὅ­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας ἐ­πι­στρέ­φει πάν­τα στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α.

       Καὶ ἔ­τσι, τὸ σπί­τι μας βρι­σκό­ταν στὴ νε­κρὴ ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸ σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν τοῦ Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Καὶ τὰ τρί­α σπί­τια, στὸ κέν­τρο ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ ἠ­χη­ρὸ ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο. Καὶ ἐ­νῶ γιὰ τὸν Μπαλ­ζὰκ γνω­ρί­ζα­με τί καὶ πῶς, γιὰ τὸ Σερ­γκί­εν­κο ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα δὲν ἔ­χω τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α, καὶ συ­νε­πῶς, πα­ρα­κα­λῶ ἐν­τε­λῶς σο­βα­ρά, ἂν κά­ποι­ος ξέ­ρει κά­τι γι’ αὐ­τό, ἂς ἐ­νη­με­ρώ­σει, θὰ χα­ρῶ νὰ τὸ μά­θω. Δι­ό­τι εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος, ὅ­τι κα­νέ­να ὄ­νο­μα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, εἰ­δι­κά το ὄ­νο­μα τοῦ δρό­μου ὅ­που με­γά­λω­σες – εἴ­τε εἶ­ναι Σερ­γκί­εν­κο, Μα­κά­ρεν­κο ἢ Κρι­βο­λάκ, ἔ­χει τὴ ση­μα­σί­α του στὴ δι­ά­πλα­ση τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας.


 

       Ὁ­ρί­στε, μνη­μο­νεύ­εις τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπαλ­ζὰκ καὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.

 


       Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν ὁ Μπαλ­ζὰκ πλη­σί­α­σε στὴν πε­ρί­φρα­ξη. Στά­θη­κε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά της, μέ­σα στὴ σε­βά­σμια ρόμ­πα του καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­νι­ω­σε ἄ­βο­λα ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν μὲ τὴ λε­κά­νη, φο­ρών­τας φα­νέ­λα καὶ μὲ ἕ­να κορ­δό­νι μὲ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νο στὸν ὦ­μο. Τό­τε ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν σι­γά, ἀλ­λὰ αὐ­στη­ρά, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ με­γά­λος ἄν­τρας καὶ λε­βέν­της νὰ ντρο­πι­ά­ζε­ται μὲ τὴ λε­κά­νη καὶ νὰ βά­ζει μαν­τα­λά­κια, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, σὰν κά­ποι­α κο­πε­λού­δα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴ νύ­χτα. Ἔ­πρε­πε, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὴ Σκύλ­λα τοῦ μπάρ­μπα-Κων­σταν­τὶν καὶ τὴ Χά­ρυ­βδη τῆς μά­νας μου.

       Τὸν σκέ­φτο­μαι, νὰ κρα­τᾶ τὸν φα­κὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια, ἀ­λη­θι­νὸ φό­βη­τρο γιὰ τὶς γά­τες καὶ νὰ ξε­γλι­στρά­ει μὲ τὴ με­γά­λη τσίγ­κι­νη λε­κά­νη πρὸς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸν φρά­χτη τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει γιὰ πό­σο και­ρὸ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν αὐ­τό, ἂν ἕ­να βρά­δυ ὁ ξά­γρυ­πνος Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς δὲν δι­έ­κρι­νε τὸν ὕ­πο­πτο φω­τι­σμό. Αὐ­τός, σὰν ἔμ­πει­ρος Τσε­κα­τζὴς δὲν ρί­χτη­κε κα­τα­πά­νω του ἀ­μέ­σως, πα­ρὰ μό­νο ἔ­τρι­ψε τὰ κα­θα­ρά του χέ­ρια, λέ­γον­τας: ἔ, Μπαλ­ζά­κο, τώ­ρα θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις μα­ζὶ μὲ ὅ­λο σου τὸ σό­ι. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ γε­ρὸ-μπουρ­ζου­άς, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ἔ­λε­γε, σκά­λι­ζε τὴ νύ­χτα στὴν αὐ­λὴ σὰν πον­τι­κός, γιὰ νὰ κρύ­ψει πό­τε κά­ποι­ον πο­λυ­γρα­φά­κο, πό­τε πε­ρί­στρο­φα, ἀ­κό­μη ἴ­σως καὶ λα­θραῖ­ο λά­δι· ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ζό­ρι μὲ τὸ λά­δι. (Ἐ­τοῦ­τες οἱ ρόμ­πες πῶς ἀ­γο­ρά­ζον­ται, ἐ;). Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα, μιὰ βι­α­στι­κὰ σχη­μα­τι­σμέ­νη ὁ­μά­δα κρού­σης, ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες (τό­σους δι­έ­θε­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη) ὑ­πὸ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ἴ­διου του Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­λα­βε θέ­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια μας. Ὅ­μως, ὅ­λη νύ­χτα δὲν φά­νη­κε κα­νεὶς (ἡ μά­να μου δὲν ἐ­πλέ­νε κά­θε μέ­ρα) καὶ ἔ­τσι τὸ χά­ρα­μα, ἡ ὁ­μά­δα πά­λι συ­νω­μο­τι­κά, σκορ­πί­στη­κε. Αὐ­τὸ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε καὶ τὴ δεύ­τε­ρη βρα­διά. Ἐ­νῶ γιὰ τὴν τρί­τη, ὁ Τσε­κα­τζὴς κου­βά­λη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἔλ­χο­βο πραγ­μα­τι­κὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ σκύ­λο. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα, ὁ πα­τέ­ρας μου βγῆ­κε μὲ τὴ λε­κά­νη, ξε­γλί­στρη­σε ὣς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἄ­να­ψε τὸν μι­κρὸ φα­κὸ καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ σκύ­λος γά­βγι­σε, οἱ προ­βο­λεῖς ἄ­να­ψαν καὶ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς, τὸν πε­ρι­κύ­κλω­σαν.

       Φαν­τα­στεῖ­τε τώ­ρα ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μνη­μει­ώ­δη καὶ ζω­η­ρὴ εἰ­κό­να. Ὁ σκύ­λος μὲ τὸ στό­μα ποὺ ἔ­χα­σκε, τό­νι­ζε τὴν πε­ρί­στα­ση. Τέσ­σε­ρις φι­γοῦ­ρες πο­λι­το­φυ­λά­κων μὲ στραμ­μέ­νους προ­βο­λεῖς. Λί­γο πιὸ μπρο­στὰ ἀ­π’ αὐ­τούς, ἡ ὁρ­μη­τι­κὴ φι­γού­ρα τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς κά­πως γερ­τὴ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ πι­στό­λι στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ ἄλ­λο τεν­τω­μέ­νο ἀ­φύ­σι­κα πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἄν­θρω­πος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρί­ξει χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν χτύ­πη­σε ὀ­βί­δα. Καὶ τέ­λος ὁ πα­τέ­ρας μου, μὲ πε­σμέ­νη λε­κά­νη, φο­ρών­τας ἄ­σπρα σώ­βρα­κα καὶ τὴ φυ­σιγ­γι­ο­θή­κη ἀ­πὸ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο. Μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ βολ­τά­ρω ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς τὶς φι­γοῦ­ρες καὶ νὰ τὶς τσιγ­κλί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Φω­τί­στη­καν τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν γει­το­νι­κῶν σπι­τι­ῶν, ἐ­μεῖς, μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου καὶ τὴ μά­να μου πη­δή­ξα­με στὸ κα­τώ­φλι. Τὸ ἑ­πό­με­νο δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­ταν οἱ φι­γοῦ­ρες ζων­τά­νε­ψαν καὶ ἡ εἰ­κό­να δι­α­λύ­θη­κε, ὁ Φέ­λιξ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι σὰν συγ­γνώ­μη, ὁ πα­τέ­ρας μου σύρ­θη­κε χω­ρὶς λε­κά­νη στὸ σπί­τι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ κλει­δώ­σα­με τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα ὁ πα­τέ­ρας μου μά­ζε­ψε κου­ρά­γιο καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στὴ μά­να μου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πλώ­σει καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς φορ­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως μὲ με­ρι­κὰ και­νούρ­για πα­ρα­τσού­κλια. Ἐ­νῶ ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α, ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α…


 

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ποι­ὰ ἄλ­λη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φοῦ συ­νέ­βη στὰ τέ­λη τοῦ ’70 σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, δί­πλα σε ἕ­να μι­κρό (το πιὸ μι­κρὸ) βου­νό, σὲ ἕ­να μι­κρὸ δρό­μο μὲ τὸ πομ­πῶ­δες ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο, στὴν οὐ­δέ­τε­ρη ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸν Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Μό­νο σὲ τέ­τοι­α μέ­ρη καὶ σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μές, με­τα­ξὺ στο­λῆς πο­λι­το­φύ­λα­κα καὶ μπουρ­ζου­α­ζι­κὴς ρόμ­πας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με γιὰ λί­γο το ἀ­λη­θι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Μᾶλ­λον, ὄ­χι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ κα­τ’ εὐ­θεί­αν τα ἄ­σπρα σώ­βρα­κά της. Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ροῦ­με νὰ θέ­λου­με.

 

1996

 


[1] ΣτΜ. — Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι (Фе́ликс Эдму́ндович Дзер­жи́н­ский, 1877-1926) ἦ­ταν ἡ­γε­τι­κὸ στέ­λε­χος τοῦ πο­λω­νι­κοῦ καὶ τοῦ ρω­σι­κοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος. Τὸ ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μυ­στι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τῶν μπολ­σε­βί­κων, στὶς 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν τά­ξη καὶ τὰ κε­κτη­μέ­να τῆς Ὀ­κτω­βρια­νῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀν­τε­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ δο­λι­ο­φθο­ρὲς ἐ­νάν­τια στὸ Σο­βι­ε­τι­κὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸ κρά­τος. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­δί­στα­κτη μυ­στι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α ποὺ εἶ­χε τὴ δο­μὴ πο­λι­το­φυ­λα­κῆς, ὀ­νο­μα­ζό­ταν «Τσε­κᾶ» (ЧК) ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χι­κά των λέ­ξε­ων «Чрезвычайная Комиссия» καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­να ἀ­νε­λέ­η­το κυ­νή­γι τῶν ἀν­τι­φρο­νούν­των καὶ τῶν λοι­πῶν «ἐ­χθρῶν του Λα­οῦ» ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των συ­νό­ρων.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Τάσος Ψάρρης: Ἡ προειδοποίηση


Psarris,Tasos-IProeidopoiisi-Eikona-01


Τά­σος Ψάρ­ρης


Ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_Alphabet-02 ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή. Εἶ­πε κα­λη­μέ­ρα χω­ρὶς πολ­λὴ δι­ά­θε­ση καὶ κά­θι­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       «Ἔ­κα­να μι­σὴ ὥ­ρα νὰ βρῶ πάρ­κινγκ. Μὴ μοῦ μι­λή­σει κα­νεὶς για­τί τὸν σκό­τω­σα.»

       Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει.

       Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ ἔ­ρι­ξαν μιὰ γρή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ συ­νέ­χι­σαν νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἦ­ταν μιὰ ἥ­συ­χη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κου­γό­ταν ἦ­ταν πλη­κτρο­λό­για ποὺ δού­λευ­αν στὸ φοὺλ καὶ μί­α ἡ δύ­ο τη­λε­φω­νι­κὲς συ­νο­μι­λί­ες.

       «Φί­λιπ­πε, σοῦ ἔ­χω στεί­λει ἕ­να email» τοῦ εἶ­πε σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας συ­νά­δελ­φος ποὺ κα­θό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τί του. «Ὅ­πο­τε μπο­ρεῖς ρι­ξ’ του μιὰ μα­τιά.»

       Ἐ­κεῖ­νος πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, πῆ­ρε ἕ­ναν βα­ρὺ σι­δε­ρέ­νιο δι­α­κο­ρευ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ κά­νει τρύ­πες στὰ χαρ­τιὰ καὶ χί­μη­ξε κα­τα­πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸν χτυ­πά­ει μὲ λύσ­σα στὸ κε­φά­λι. Τὸ αἷ­μα ἔ­τρε­χε πο­τά­μι. Ὁ συ­νά­δελ­φος σω­ρι­ά­στη­κε κα­τα­γῆς μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­νοιγ­μέ­νο στὰ δύ­ο.

       Στὸ βά­θος, κά­ποι­οι ὑ­πάλ­λη­λοι εἶ­χαν δι­α­κό­ψει τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους. Δυ­ὸ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Φί­λιπ­που ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ γρα­φεῖ­α εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τους ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι.

       «Ρὲ Φί­λιπ­πε, πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       Ἐ­κεῖ­νος πέ­τα­ξε τὸν δι­α­κο­ρευ­τὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη, σκού­πι­σε τὰ χέ­ρια στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ θέ­ση του. Ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς κά­λε­σε δυ­ὸ ὑ­παλ­λή­λους ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα γε­νι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν γιὰ νὰ πά­ρουν τὸ πτῶ­μα καὶ τὴν κα­θα­ρί­στρια γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ μο­κέ­τα.

       «Τὸν εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει, τὸν βλά­κα» εἶ­πε ὁ Φί­λιπ­πος περ­νών­τας στὸ σύ­στη­μα τὰ στοι­χεῖ­α τῶν πω­λή­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.



		

	

Κασσιανὴ Καγκουρίδη: Ἀπρόοπτο


Kagkouridi,Kassiani-Aproopto-Eikona-01

Κασσιανὴ Καγκουρίδη


Ἀ­πρό­ο­πτο


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΠΗΚΕ στὸ δω­μά­τιο, ἄ­να­ψε τὴ μι­κρὴ ἐ­πι­τρα­πέ­ζια Γκα­λὲ σὲ σχῆ­μα μα­νι­τα­ριοῦ μὲ χα­μη­λὸ πό­δι, καὶ ἔ­σκυ­ψε ψα­χου­λεύ­ον­τας τὴν τσάν­τα της. Ὁ Σερ­γκέ­ι Ντοῦ­σα ἄ­φη­σε τὸ βλέμ­μα του νὰ γλυ­στρήσει, πά­νω ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας, στὸ κε­νὸ ἀ­νά­με­σα στὴ μπλού­ζα καὶ τὸ τζίν της. Ἐ­κεί­νη ση­κώ­θη­κε κρα­τών­τας ἕ­να πο­λυ­χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νο ἀν­τί­τυ­πο τῶν ἐν­τυ­πώ­σε­ων τοῦ Blowitz ἀ­πὸ τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τοῦ 1884, χώ­θη­κε στὴν πο­λυ­θρό­να ἀ­κουμ­πών­τας μὲ τὴν πλά­τη στὸ ἕ­να μπρά­τσο καὶ ἅ­πλω­σε τὰ πό­δια της στὸ ἄλ­λο. Πρὶν ξε­κι­νή­σει τὸ δι­ά­βα­σμα ἔπια­σε νω­χε­λι­κὰ μιὰ τού­φα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά της μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι καὶ μὲ τὸ δε­ξὶ ἄγ­γι­ξε τὶς ἄ­κρες ἐ­πι­θε­ω­ρών­τάς τες. Κρά­τη­σε μιὰ τρί­χα καὶ ἔ­κο­ψε τὸ φθαρ­μέ­νο τμῆ­μα της μὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση.

       Ἡ ἄ­νοι­ξη ἔ­φτα­νε στὸ τέ­λος της, ἀλ­λὰ τὰ ἄν­θη στὸ βι­ο­λε­τί τῆς Πάρ­μας γέ­μι­ζαν ἀ­κό­μη τὰ δέν­τρα στὴν ἀ­σι­α­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ Βο­σπό­ρου. Ξα­πλω­μέ­νος σὲ ἕ­να κρε­βά­τι, δι­α­γώ­νια το­πο­θε­τη­μέ­νο στὸ με­γά­λο κα­θι­στι­κὸ μιᾶς πα­ρα­θα­λάσ­σιας ἔ­παυ­λης κά­ποι­ων φί­λων, ἔ­νι­ω­θε πό­νο καὶ ἀ­νί­α. Τὰ σεν­τό­νια δὲν ἔ­χα­ναν πο­τὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη ὑ­γρα­σί­α, τὸ στρῶ­μα ἀ­νέ­δι­δε μί­α μυ­ρω­διὰ βρεγ­μέ­νων μαλ­λι­ῶν ἀ­πὸ πρό­βα­τα, τὰ ἔ­πι­πλα ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­να μὲ λευ­κὰ ὑ­φά­σμα­τα· ἀ­νά­με­σά τους ἔ­στε­καν, πα­ρά­ται­ρα ἀ­κά­λυ­πτοι, ὁ ἴ­διος στὴ μπρού­τζι­νη κο­κέ­τα, ἕ­να κο­μο­δί­νο, μί­α ρο­τόν­τα ἀ­πὸ τρι­αν­τα­φυλ­λιά, καὶ ἡ πε­ρι­στα­σια­κή του νο­σο­κό­μα στὴν πο­λυ­θρό­να. Μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ἐ­χθρό­τη­τα τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὴν οἰ­κτί­ρει νο­ε­ρὰ ποὺ σπού­δα­ζε ξε­να­γὸς μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ μοι­ρά­ζει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς κάρ­τες μὲ τὴν Ἁ­γί­α Σο­φί­α νὰ γυ­α­λί­ζει στὰ χρώ­μα­τα τῆς ἴ­ρι­δας δη­μι­ουρ­γών­τας μί­α ψευ­δαί­σθη­ση τρισ­δι­ά­στα­του. Νὰ τὴν χλευά­ζει ποὺ τὸ τσά­ι της ἔ­μοια­ζε μὲ φαρ­μα­κε­ρὸ σι­ρό­πι. Νὰ τὴ θε­ω­ρεῖ ὑ­παί­τια ποὺ αὐ­τός, ὁ ἄλ­λο­τε προ­σω­πο­γρά­φος τοῦ ἀ­πρό­ο­πτου, δὲν εἶ­χε γρά­ψει οὔ­τε ἕ­να στί­χο. Νὰ θέ­λει νὰ δρα­πε­τεύ­σει. Τη­λε­φώ­νη­σε στὸ για­τρὸ καὶ ἐ­πέ­μει­νε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει τὴν ἑ­πο­μέ­νη.

       Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν στὶς πρῶ­τες πρω­ι­νὲς ὧ­ρες, ὅ­ταν ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὴ γει­το­νι­κὴ βί­λα. Κά­ποι­ος ἔ­σπα­σε τὸ τζά­μι τῆς μπαλ­κο­νό­πορ­τας καὶ ἔ­πε­σε στὴ θά­λασ­σα. Ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­να­τα­ρα­χή, πνι­χτὲς φω­νές, ἐ­νῶ ἡ μου­σι­κὴ στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα. Ἡ πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του, ἔ­τρι­ξε. Ὁ ποι­η­τὴς μι­σο­έ­κλει­σε τὰ μά­τια, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, ὥ­στε νὰ φαί­νε­ται ὅ­τι κοι­μᾶ­ται ἀλ­λά, ὡς ἀ­ό­ρα­τος πα­ρα­τη­ρη­τής, νὰ μπο­ρεῖ νὰ βλέ­πει μὲ ἄ­νε­ση ὅ,τι συμ­βαί­νει. Τὴν εἶ­δε ποὺ τρά­βη­ξε τὴ ρόμ­πα του ἀ­πὸ τὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, τὴν ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους, ἄ­νοι­ξε ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο στὸ ξύ­λι­νο σα­χνί­σι καὶ ἔ­σκυ­ψε νὰ δεῖ τί συμ­βαί­νει. Σὲ λί­γο τὸ ἔ­κλει­σε ἀ­θό­ρυ­βα, προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν πόρ­τα, ἀλ­λὰ κον­το­στά­θη­κε στιγ­μια­ῖα. Πῆ­ρε τὸ μπλόκ του ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ξε­φύλ­λι­σε τὶς κε­νὲς σε­λί­δες, τὸ ἄ­φη­σε γυ­ρί­ζον­τάς το ἀ­νά­πο­δα, καὶ βγῆ­κε ἀ­χνο­πα­τών­τας. Ὁ Ντοῦ­σα ξα­γρύ­πνη­σε.

       Ὁ για­τρὸς ἦλ­θε τὸ με­ση­μέ­ρι, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἔ­λει­πε, καὶ ὁ ἄρ­ρω­στος ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ κα­τέ­βει στὸ ἰ­σό­γει­ο νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει. Με­τὰ τὴ δι­α­βε­βαί­ω­ση ὅ­τι σὲ λί­γες μέ­ρες θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σχε­διά­σει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του ἄρ­χι­σε νὰ ρί­χνει σὲ μιὰ τσάν­τα που­κά­μι­σα, παν­τε­λό­νια, τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό του, τὰ γυα­λιά του, τέσ­σε­ρα βι­βλί­α, μί­α φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή, τὸν κα­πνό του, καὶ ὅ,τι ἔ­φτα­νε στὴν ἀ­κτί­να ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει τὸ χέ­ρι του. Ἕ­τοι­μος νὰ φύ­γει χω­ρὶς νὰ τὸν πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νείς. Πῆ­γε στὸ δω­μά­τιό της καὶ ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἕ­να ἀ­νε­παί­σθη­το ἄ­ρω­μα ὕ­πνου ἀ­πὸ τὸ ξέ­στρω­το κρε­βά­τι, ἕ­να μαῦ­ρο λι­νὸ μαν­τή­λι προί­κας μὲ πο­λύ­χρω­μα σταμ­πω­τὰ λου­λού­δια στὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, ἕ­νας ὑ­φα­σμά­τι­νος σω­ρὸς στὸ μπλέ τοῦ λα­ζου­ρί­τη στὸ πά­τω­μα. Τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ρόμ­πα του καὶ αὐ­θόρ­μη­τα ἔ­σκυ­ψε νὰ τὴ ση­κώ­σει. Ἕ­νας ὀ­ξὺς πό­νος στὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη σὰν μί­α με­γά­λη βε­λό­να νὰ σφη­νώ­θη­κε στὸ κέν­τρο τῆς μέ­σης του τὸν ἔ­ρι­ξε στὰ γό­να­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα ἄρ­χι­σε νὰ σέρ­νε­ται μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­νοι­χτὲς πά­νω στὸ πά­τω­μα, νὰ ἀ­γω­νί­ζε­ται νὰ με­τα­κι­νή­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα του χι­λι­ο­στὸ-χι­λι­ο­στό.

       Ἔ­τσι τὸν βρῆ­κε. Ἔ­σκυ­ψε πο­λὺ κον­τὰ σχε­δὸν ἀγ­γί­ζον­τας μὲ τὴ μύ­τη της τὴ δι­κή του. Στὸ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὸ βλέμ­μα της ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κλει­σε ἀ­πὸ πεῖ­σμα ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ πό­θο καὶ πα­ραί­τη­ση. Ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­κα­λιά­ρα μά­γισ­σα, μὲ τὸ ἔν­το­νο πε­ρί­γραμ­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σκο­τει­νὰ συ­ρια­κά της μά­τια, τὸν τύ­λι­ξε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὰ ἴ­δια σεν­τό­νια στὰ ὁ­ποῖα ξά­πλω­νε σὰν πα­νάρ­χαι­α μού­μια ἐ­δῶ καὶ δέ­κα μέ­ρες. Με­τὰ στε­ρέ­ω­σε τὴ ρόμ­πα του σὲ ἕ­να κι­νέ­ζι­κο κρε­μα­στή­ρι ἀ­πὸ μαύ­ρη λά­κα μὲ ἔν­θε­το φίλ­ντι­σι, τη­λε­φώ­νη­σε στὸ για­τρὸ καὶ ἔ­φυ­γε κλεί­νον­τας βι­α­στι­κὰ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Γύ­ρι­σε μὲ τὸ μού­χρω­μα, μπῆ­κε μέ­σα στὸ δω­μά­τιο, καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ φῶς.

       — Αὔ­ριο ὁ για­τρὸς θὰ στεί­λει μί­α ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α νο­σο­κό­μα νὰ σὲ προ­σέ­χει. Θὰ σοῦ δώ­σω, ὅ­μως, κά­τι γιὰ νὰ ἀν­τέ­ξεις τὸν πό­νο. Σὲ πει­ρά­ζει νὰ μεί­νεις μό­νος σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο σπί­τι;

       Ὁ ποι­η­τὴς συγ­κα­τά­νευ­σε ἀ­δύ­να­μα. Καὶ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἔ­φυ­γε, ὅ­ταν στὴν ἀ­πό­λυ­τη σι­γὴ οἱ αἰ­σθή­σεις του ἄρ­χι­σαν νὰ ὀ­ξύ­νον­ται καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ ἀμ­βλύ­νον­ται στὴν ἀ­χλὴ τοῦ ὀ­πι­ώ­δους μείγ­μα­τος, ἔ­πια­σε τὸ ἄ­δει­ο ση­μει­ω­μα­τά­ριο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει. Εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­σή του μό­λις μί­α νύ­χτα νὰ τὸ γε­μί­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Κασ­σια­νὴ Καγ­κου­ρί­δη (1976) Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια στὸ Μου­σεῖ­ο Ἀ­σι­α­τι­κῆς Τέ­χνης­ στην Κέρ­κυ­ρα, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἐκ­θέ­σεις καὶ δί­γλωσ­σες ἐκ­δό­σεις.



		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Φαντάσματα


03-Gkospontinof,Gkeorgki-Fantasmata-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Φαν­τά­σμα­τα

(Призраци)


16-AlphaΜΕΣΩΣ ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ φω­νή του ὅ­ταν μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Δὲν εἴ­χα­με ἀ­κού­σει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὴ Βουλ­γα­ρί­α, δη­λα­δή, ἀ­κρι­βῶς 14 χρό­νια. Σί­γου­ρα ἔ­χου­με ξε­χω­ρι­στὸ κέν­τρο μνή­μης γιὰ τὶς φω­νὲς τῶν φί­λων μας. Κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ στὸ ἴ­διο θρα­νί­ο, αὐ­τὸς ἦ­ταν βα­σι­λιὰς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ μη­δε­νι­κὸ στὰ λο­γο­τε­χνι­κά, ἐ­γὼ – τὸ ἀν­τί­θε­το. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­κά­λυ­ψε τοὺς ὑ­πο­λο­γι­στὲς «Πρά­βετς», ἐ­γὼ – τὶς γρα­φο­μη­χα­νὲς «Μα­ρί­τσα». Λί­γο πιὸ με­τά, γύ­ρω στὰ 1992, εἶ­πε ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σὲ τού­τη τὴ χώ­ρα – καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ Κα­να­δά. Ἀ­πὸ ὅ­σο γνώ­ρι­ζα, ἀ­πὸ κά­ποι­α γράμ­μα­τα ποὺ εἴ­χα­με ἀν­ταλ­λά­ξει, ἦ­ταν πλέ­ον ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­γραμ­μα­τι­στὴς λο­γι­σμι­κοῦ σὲ με­γά­λο γερ­μα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα. Ἔ­τσι συ­νέ­βη τό­τε, οἱ ἄ­ρι­στοι στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ἔ­φυ­γαν, ἐ­νῶ οἱ ἄ­ρι­στοι στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἔ­μει­ναν ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς δι­ε­θνοῦς ἀ­γο­ρᾶς.

       Αὐ­τός, λοι­πόν, ὁ φί­λος μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος πραγ­μα­τι­κὰ δὲν εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει ἕ­ως τώ­ρα, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Εἶ­πε, ὅ­τι βρί­σκε­ται στὴ Σό­φια γιὰ με­ρι­κὲς ὧ­ρες καὶ σὰν μα­νια­κοὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ συ­νεν­νο­ού­μα­στε γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης. Κι­νη­μα­το­γρά­φος «Ὀν­τε­όν» δὲν τοῦ ἔ­λε­γε τί­πο­τα (ἀλ­λὰ ναί, σί­γου­ρα τὸν θυ­μό­ταν ὡς «Ντρούζ­μπα»), ἔ­νι­ω­σα ὅ­τι ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­ταν γιὰ δύ­ο-τρί­α ἀ­κό­μα μέ­ρη τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ πρό­τει­να, καὶ ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους, αὐ­τὸς εἶ­πε νὰ βρε­θοῦ­με στὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο[1], ἐ­γὼ αὐ­το­μά­τως δέ­χτη­κα. Σὰν οἰ­κο­δε­σπό­της, τὸ ποῦ θὰ βρε­θοῦ­με, ἦ­ταν γιὰ μέ­να τὸ ἴ­διο ἀρ­κεῖ νὰ βό­λευ­ε τὸν ἐ­πι­σκέ­πτη. Τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή, πρὶν κλεί­σω, σκέ­φτη­κα καὶ σχε­δὸν φώ­να­ξα στὸ ἀ­κου­στι­κό:

       — Ἀλ­λὰ τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο δὲν ὑ­πάρ­χει πιά, θὰ τό ’­μα­θες…

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ἤ­δη κλεί­σει. Τὸν φαν­τά­στη­κα νὰ φτά­νει πρῶ­τος στὸ ραν­τε­βού, νὰ κοι­τά­ζει ἀ­νή­συ­χος, ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται μὴν τυ­χὸν καὶ μπέρ­δε­ψε τὴν πλα­τεί­α ἢ τὴν πό­λη. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴ δι­α­κρί­νεις ὁ­λά­κε­ρο μαυ­σω­λεῖ­ο; Τὸν φαν­τά­στη­κα ἀ­κό­μα, πῶς σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, πῆ­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ στα­μα­τή­σει κά­ποι­ον πε­ρα­στι­κό. Ἐ­πί­τη­δες δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν, κά­πως πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο, ποὺ νὰ θυ­μᾶ­ται…

       «Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μή­πως ξέ­ρε­τε ποῦ βρί­σκε­ται τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο; Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­δῶ…». Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν κοι­τᾶ κα­χύ­πο­τα — ἐ­τοῦ­τος ’­δῶ τρε­λὸς εἶ­ναι; ξέ­νος εἶ­ναι; ἢ μή­πως εἶ­ναι πά­λι κα­μιὰ κρυ­φὴ κά­με­ρα; προ­σπερ­νών­τας ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος.

       Γιὰ νὰ τὸν γλι­τώ­σω ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α κα­τά­στα­ση, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βια­στῶ, πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­τρε­ξα, καὶ ἔ­φτα­σα πρῶ­τος στὸ ση­μεῖ­ο τῆς συ­νάν­τη­σης. Ἐ­νῶ πε­ρί­με­να, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι πο­τέ μου δὲν εἶ­χα στα­θεῖ ἐ­δῶ πέ­ρα. Ἔ­νοι­ω­σα πα­ρά­ξε­να, σάν σέ… νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Πάν­το­τε ἀ­γα­ποῦ­σα νὰ βολ­τά­ρω στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α, εἰ­δι­κὰ ὅ­ταν εἶ­ναι πα­λιὰ καὶ ὁ θά­να­τος ἔ­χει με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φύ­ση, χορ­τά­ρια, δέν­τρα. Ὅ­μως ἡ αἴ­σθη­σή μου γιὰ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος —πά­λι θὰ πή­γαι­να νὰ πῶ νε­κρο­τα­φεῖ­ο— ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή. Νε­κρο­τα­φεῖ­ο μό­νο γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Κα­τοι­κί­α τοῦ ἐ­πέ­κει­να, στὴν ὁ­ποί­α σί­γου­ρα ἔρ­χον­ται γιὰ ἐ­πί­ση­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις ἀ­ό­ρα­τες ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες νε­κρῶν. Κα­τα­θέ­σεις στε­φά­νων μὲ πρω­τό­κολ­λο, ὑ­πο­γρα­φὲς γιὰ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­πω­φε­λεῖς συμ­φω­νί­ες, ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νες ἀγ­κα­λι­ὲς καὶ φι­λιά… «Οἱ δι­κές μας ἀ­δερ­φι­κὲς χῶ­ρες… Γιὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἰ­σχυ­ρὴ συ­νερ­γα­σί­α καὶ ἐ­νί­σχυ­ση τῆς…. ἀ­μοι­βαί­α βο­ή­θεια…. εἰ­ρή­νη στὸν κό­σμο… ἀν­τί­στα­ση στὶς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κὲς βλέ­ψεις…». Ἄ­ρα­γε, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­κεῖ, ἔ­τσι μι­λοῦν μὲ τὴν ἴ­δια ξύ­λι­νη γλώσ­σα; Ἄ­ρα­γε σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ὁ Ψυ­χρὸς Πό­λε­μος; Μή­πως ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη, ἐ­νῶ ὁ πα­ρά­δει­σος εἶ­ναι κά­τι σὰν κα­τά­στη­μα ἐ­πί­δει­ξης, σὰν αἰ­ώ­νιο ὑ­πό­δειγ­μα οἴ­κου[2]; Τὸ ἐ­πέ­κει­να πη­γαί­νει μὲ μιὰ γε­νιὰ πί­σω. Μά, τί ἄ­χα­ρη δου­λειά, σὰν πε­θά­νου­με ἐ­μεῖς, νὰ πρέ­πει καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο πά­λι νὰ ἀλ­λά­ξου­με τὸ σύ­στη­μα.

       Τέ­τοι­α πράγ­μα­τα εἶ­δα, κα­θὼς ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ἀρ­γά, τρι­γύ­ρι­ζα στὰ μι­κρο­κα­μω­μέ­να μο­νο­πά­τια δί­πλα στὸ ἀ­δεια­νὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Μαυ­σω­λεί­ου, ἀ­νοί­γον­τας δρό­μο στὶς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν φαν­τα­σμά­των.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­ος μὲ χτύ­πη­σε στὸν ὦ­μο, γύ­ρι­σα, ὁ φί­λος μου μὲ κοι­τοῦ­σε χα­ρού­με­νος καὶ συγ­χι­σμέ­νος. «Εἶ­χα ξε­χά­σει ὅ­τι γκρε­μί­σα­τε τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο.» Μοῦ χρει­ά­στη­κε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ «ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο», θυ­μή­θη­κα, χά­ρη­κα, τὸν ἀγ­κά­λια­σα καὶ τοῦ εἶ­πα σι­γα­νά: «Μὰ τὸ γκρε­μί­σα­με, δὲν βλέ­πεις ὅ­τι εἶ­σαι ἐ­δῶ…».


[1] ΣτΜ. — Τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο τοῦ Γκε­όρ­γκι Ντι­μι­τρὸφ (1882-1949) πρώ­του κομ­μου­νι­στῆ ἡ­γέ­τη τῆς Βουλ­γα­ρί­ας κα­τα­σκευ­ά­στη­κε τὸ 1949, σὲ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα κεν­τρι­κὸ ση­μεῖ­ο τῆς Σό­φιας, μέ­σα σὲ μό­λις ἕ­ξι ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του μὲ σκο­πὸ νὰ δε­χτεῖ τὴν τα­ρι­χευ­μέ­νη σω­ρό του. Με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ, ἡ σω­ρὸς τοῦ Βούλ­γα­ρου ἡ­γέ­τη ἀ­πο­τε­φρώ­θη­κε καὶ ἐν­τα­φι­ά­στη­κε τὸ 1990 στὸ Κεν­τρι­κὸ Κοι­μη­τή­ριο τῆς Σό­φιας, ἐ­νῶ τὸ ἐ­πι­βλη­τι­κὸ καὶ συμ­πα­γὲς Μαυ­σω­λεῖ­ο, ἀ­να­τι­νά­χτη­κε τὸ 1999 (ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες) μὲ ἀ­πό­φα­ση τῆς τό­τε βουλ­γα­ρι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ἔ­τσι νὰ ἐ­ξα­λεί­ψει ἕ­να ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ οἰ­κο­δό­μη­μα τοῦ πα­λαι­οῦ κα­θε­στῶ­τος.

[2] ΣτΜ. — Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­δῶ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ δύ­ο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὺς ὅ­ρους ἀ­πὸ τὸ «κα­τα­να­λω­τι­κὸ» πα­ρελ­θὸν τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ ὅ­μως, χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὸν ση­με­ρι­νὸ ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ «ἔλ­λει­ψη» (дефицит, deficit) πε­ρι­γρά­φει ἀ­κρι­βῶς τὸ φαι­νό­με­νο τῆς ἔλ­λει­ψης ἀ­γα­θῶν (λ.χ. μπα­νά­νες, ἑ­σπε­ρι­δο­ει­δῆ), τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ Κρά­τος δι­έ­θε­τε σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες πο­σό­τη­τες —καὶ ὡς ἐκ τού­του πα­ρου­σί­α­ζαν ἀ­νε­πάρ­κεια— ὑ­πὸ εἰ­δι­κὲς πε­ρι­στά­σεις καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες ἡ­μέ­ρες τοῦ χρό­νου (λ.χ. Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­ορ­τα­σμὸς 9ης Σε­πτεμ­βρί­ου) μὲ τοὺς κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ πε­ρι­μέ­νουν πολ­λὲς ὧ­ρες, στὶς οὐ­ρές, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­κτή­σουν τὰ μό­λις δύ­ο κι­λὰ ποὺ ἀ­να­λο­γοῦ­σαν στὸν κα­θέ­να, ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­πό­θη­τα αὐ­τὰ προ­ϊ­όν­τα.

       Τὰ «κα­τα­στή­μα­τα ἐ­πί­δει­ξης» (показни магазини, exhibition shops), πα­ρὰ τὴν, φαι­νο­με­νι­κῶς, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τη ὀ­νο­μα­σί­α τους, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να χρή­σι­μο «μον­τέ­λο» καὶ ἐρ­γα­λεῖ­ο προ­πα­γάν­δας, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ «ἐ­πι­δεί­ξουν» τὴν δυ­να­μι­κὴ τῆς χώ­ρας ὡς πρὸς τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα «πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­θε­σης» προ­ϊ­όν­των ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου, δί­νον­τας ἔ­τσι τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι «τὸ σύ­στη­μα δὲν ἀρ­κεῖ­ται στὴν κά­λυ­ψη τῶν ἁ­πλῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀ­ναγ­κῶν ἀλ­λὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τὸ εὖ ζῆν». Τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να κα­τα­στή­μα­τα λει­τουρ­γοῦ­σαν ὅ­λο τὸν χρό­νο καὶ «πα­ρου­σί­α­ζαν» τὰ προ­ϊ­όν­τα σὲ τι­μὲς ἀρ­κε­τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες (λ.χ. τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­κεῖ πω­λοῦ­σαν κα­ρό­τα ἢ πα­τά­τες ποὺ εἶ­χαν ἀ­παλ­λα­γεῖ προ­η­γου­μέ­νως ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, κα­θι­στοῦ­σε τὰ προ­ϊ­όν­τα αὐ­το­μά­τως “ἐ­κλε­κτὰ” ὥ­στε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται ἡ ὑ­ψη­λό­τε­ρη τι­μή τους) καὶ ἔ­δι­ναν τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ ποι­ο­τι­κοῦ ἀν­τι­σταθ­μί­σμα­τος, τὴν αἴ­σθη­ση τῆς «ποι­κι­λί­ας» καί, ἐν τέ­λει, τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῶν «ἐ­πι­λο­γῶν». Οὐ­σι­α­στι­κά, τὰ «κα­τα­στή­μα­τα ἐ­πί­δει­ξης» λει­τουρ­γοῦ­σαν ὡς «[…] βι­τρί­να τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ Κρά­τους, τὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­σῳ αὐ­τῶν, ἀ­φ’ ἑ­νὸς ἀ­πο­δεί­κνυ­ε ὅ­τι τὰ προ­ϊ­όν­τα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας εἶ­ναι ὄν­τως τὰ πλέ­ον ποι­ο­τι­κά, ἐ­νῶ ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου “ἐ­πι­δεί­κνυ­ε” ἕ­να δυ­νη­τι­κὸ μέλ­λον τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­με­νό­ταν νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ […]» (βλ. Пламена Фотева, Показен Магазин или за мавзолеите на социа­листи­ческо­то потребление, курсова работа, Софийски Университет “Св. Климент Охри­дски”, Катедра История и теория на култура,, Σό­φια, Φε­βρουά­ριος 2010, σ. 20). Στὸ ἴ­διο «εὐ­δαι­μο­νι­κὸ» μῆ­κος κύ­μα­τος, λει­τουρ­γοῦ­σαν —γιὰ τοὺς ὀ­λί­γους— στὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ τὰ κα­τα­στή­μα­τα «Кореком» —συν­το­μο­γρα­φί­α τῶν λέ­ξε­ων: Co(mptoir de) Re(presentation et de) Comm(erce)— τὰ ὁ­ποῖ­α δέ­χον­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ξέ­νο συ­νάλ­λαγ­μα (κα­τὰ προ­τί­μη­ση δολ­λά­ρια καὶ μάρ­κα) πω­λοῦ­σαν ἀ­φο­ρο­λό­γη­τα τὰ «ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να» δυ­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα (λ.χ. παν­τε­λό­νια jeans, σκω­τσέ­ζι­κο οὐ­ί­σκι, τσι­γά­ρα Marlboro, ἠ­λε­κτρι­κὰ εἴ­δη κλπ.) καὶ ἀ­πευ­θύ­νον­ταν κυ­ρί­ως στὴν κομ­μα­τι­κὴ νο­μεν­κλα­τού­ρα, στοὺς ξέ­νους ἐ­πι­σκέ­πτες καὶ σὲ ἐ­λά­χι­στα πρό­σω­πα τὰ ὁ­ποῖ­α λό­γῳ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος (π.χ. ναυ­τι­κοί, ὁ­δη­γοὶ φορ­τη­γῶν) εἶ­χαν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ νὰ δι­α­θέ­τουν συ­νάλ­λαγ­μα. Τὰ κα­τα­στή­μα­τα αὐ­τά, πα­ρό­τι ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὰ γιὰ ὅ­λο τὸν κό­σμο, δὲν ἐ­πέ­τρε­παν τὴν ἀ­γο­ρὰ σὲ ἄ­το­μα ποὺ —ἔ­στω καὶ ἂν δι­έ­θε­ταν, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο, τὸ ἀ­παι­τού­με­νο συ­νάλ­λαγ­μα— δὲν ἀ­νῆ­καν στὶς προ­α­να­φε­ρό­με­νες κα­τη­γο­ρί­ες τῶν προ­νο­μι­ού­χων, θέ­τον­τας πά­ραυ­τα τοὺς «πα­ρά­τολ­μους» ὑ­πο­ψή­φιους ἀ­γο­ρα­στὲς στὸ στό­χα­στρο τῶν ἀρ­χῶν.

      Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται εὔ­στο­χα, ἐ­ὰν στὴ με­τὰ θά­να­το ζω­ή, ὁ πα­ρά­δει­σος μοιά­ζει μὲ «κα­τά­στη­μα ἐ­πί­δει­ξης» ὅ­που ὅ­λα εἶ­ναι τα­κτο­ποι­η­μέ­να καὶ ἐ­ξι­δα­νι­κευ­μέ­να —ὑ­πο­νο­ών­τας ὅ­τι οἱ προ­νο­μι­οῦ­χοι θὰ τυγ­χά­νουν καὶ ἐ­κεῖ εἰ­δι­κῆς με­τα­χεί­ρι­σης— ἐ­νῶ γιὰ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους νε­κροὺς ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει «ἔλ­λει­ψη» ἄ­ρα καὶ δι­α­φο­ρὰ στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση, κα­τα­λύ­ον­τας ἔ­τσι σαρ­κα­στι­κά, τὴν πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νη ἰ­σό­τη­τα ὅ­λων μπρο­στὰ στὸ «δη­μο­κρα­τι­κὸ» γε­γο­νὸς τοῦ θα­νά­του.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Факел

http://www.fakel.bg/index.php?t=2982

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Τάσος Γουδέλης: Ἡ πρόταση


Goudelis,Tasos-IProtasi-Eikona-01


Τά­σος Γου­δέ­λης


Ἡ πρό­τα­ση


(μα­κρι­νό)


05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΟΝΤΑΝ στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Τοὺς ἔ­κρυ­βε κά­θε τό­σο ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ οἱ πε­λά­τες ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­νά­με­σά μας. Οἱ φρά­σεις τους, μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τοῦ φα­στ φούντ, ἔ­φθα­ναν μι­σές. «…Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α», ἔ­λε­γε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ πλα­στι­κὸ μπου­φὰν στὴν ξαν­θιά, βό­ρεια γυ­ναί­κα μὲ τὸ ντε­κολ­τέ, ποὺ τὸν ἄ­κου­γε μὲ προ­σο­χὴ χω­ρὶς ν’ ἀγ­γί­ζει τὸ φα­γη­τό της. «…μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α… Θέ­λουν τέ­λος πάν­των νὰ εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν…» Κά­ποι­οι πέ­ρα­σαν γε­λών­τας καὶ κά­λυ­ψαν τὰ λό­για τοῦ ἄν­τρα. «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ με­τα­φο­ρά…» ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ γυ­ναί­κα νὰ μι­λά­ει μὲ ἕ­να ὕ­φος εἰ­ρω­νι­κῆς ὑ­πο­τα­γῆς. Κά­τι εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μέ­σα στὸ παν­δαι­μό­νιο μιᾶς πα­ρέ­ας ἀ­νη­λί­κων μὲ τζό­κε­η κολ­λε­γί­ου, ποὺ εἶ­χε μπεῖ στὸ ρε­στο­ρὰν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ γιὸς μου εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του καὶ βι­α­ζό­ταν. Πε­ρά­σα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ τώ­ρα κά­πνι­ζε ἀ­μί­λη­το.


(κον­τι­νὸ)


Ὁ ἄν­τρας με­τα­κί­νη­σε κά­πως νευ­ρι­κά το φλι­τζά­νι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια πρὶν μι­λή­σει. Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ὁ σερ­βι­τό­ρος νὰ σκου­πί­σει τὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, ἀ­π’ ὅ­που εἶ­χαν μό­λις ση­κω­θεῖ δύ­ο θο­ρυ­βώ­δεις νε­α­ροί. Τὸ φὰ­στ φοὺντ ἦ­ταν γε­μά­το, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ἀ­κου­γό­ταν στὴ δι­α­πα­σῶν. «Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ βα­σα­νί­ζου­με. Εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ εὐ­και­ρί­α…» τῆς εἶ­πε κα­θὼς πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὰ δά­χτυ­λά της μὲ τὰ ἔν­το­να βαμ­μέ­να νύ­χια. Δὲν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὸ φα­γη­τό της. Ἡ φω­νή του σκε­πά­σθη­κε ἀ­πὸ τὰ γέ­λια μιᾶς κον­τι­νῆς πα­ρέ­ας, «…ἡ γυ­ναί­κα του δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἐ­ὰν αὐ­τὸ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀ­π’ ὅ,τι κα­τά­λα­βα, μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ δι­κή της ἰ­δέ­α. Δὲν μᾶς νοιά­ζει…» Γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση μιᾶς κο­πέ­λας ποὺ πέ­ρα­σε δί­πλα τους ἀ­φή­νον­τας ἕ­να δυ­να­τὸ ἄ­ρω­μα. Ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε νὰ μὴ μι­λᾶ, ἐ­νῶ ἕ­σφιγ­γε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴν μπύ­ρα. «Θέ­λουν, τέ­λος πάν­των, νὰ εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λι­ῶς θὰ ἔ­ψα­χναν γιὰ υἱ­ο­θε­σί­α…» «Ἐ­γὼ θὰ κά­νω τὴ… με­τα­φο­ρά, σὰν νὰ λέ­με», εἶ­πε ἡ ἄλ­λη σπά­ζον­τας τὴ σι­ω­πή της. «Πὲς τὸ ὅ­πως θές…» Τῆς ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο μὲ τὸ φαν­τα­χτε­ρὸ ἀ­να­πτή­ρα του. «Πά­λι κα­λὰ ποὺ ἐ­δῶ ἐ­πι­τρέ­πε­ται τὸ κά­πνι­σμα. Ἀ­κό­μα καὶ στὴ χώ­ρα σου τὸ ἔ­χουν ἀ­πα­γο­ρεύ­σει σὲ δη­μό­σιους χώ­ρους. Ἂν καὶ σεῖς Βαλ­κά­νια εἶ­σθε, ὅ­μως…» Σὰν νὰ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε ἕ­να δι­ά­λειμ­μα, καί­τοι ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ κρύ­ψει τὴν ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α του. «Ἐν­νιὰ μῆ­νες δὲν εἶ­ναι λί­γοι…» Ἡ φω­νή της εἶ­χε βρα­χνιά­σει τώ­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν κα­πνό. «Θὰ σὲ προ­σέ­ξουν σὰν νὰ εἶ­σαι τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σα θὰ ἔ­βγα­ζες στὸ ἴ­διο δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποῦ κά­νεις;» Πιὸ μα­κριά τους, ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ κα­πέ­λο τζό­κε­η, κά­νον­τας ἀ­στεί­ους μορ­φα­σμούς, πέ­τα­ξε στὸν ἀ­πέ­ναν­τί του μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα ποὺ εἶ­χε σχη­μα­τί­σει σὲ μπά­λα. Ἡ γυ­ναί­κα πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὴ σκη­νὴ ἀ­φη­ρη­μέ­νη.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἡ παρουσία (διηγήματα), ἐκδ. Κέδρος 2010.

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).




		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Ὁ Γέρος καὶ ἡ Θάλασσα

02-Gkospontinof,Gkeorgki-OGerosKaiIThalassa-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ὁ Γέρος καὶ ἡ Θάλασσα

(Старецът и морето)


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΙΜΑΙ ΥΠΟΧΕΩΜΕΝΟΣ, ἀ­μέ­σως μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας νὰ πῶ ὅ­τι σὲ τού­τη δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται οὔ­τε κά­ποια θά­λασ­σα, οὔ­τε ψά­ρι δε­κα­ο­χτὼ πό­δια μα­κρύ. Καὶ ἐ­πι­πλέ­ον πο­τὲ δὲν συμ­πά­θη­σα, ποιός ξέ­ρει πό­σο, τὸν Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Ὅ­μως τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α θὰ ταί­ρια­ζε νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­φη­γη­θεῖ αὐ­τός, οὔ­τε κὰν μπο­ρῶ νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ για­τί. Μέ­νει νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω, ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­λη­θι­νὴ καὶ μά­λι­στα φρέ­σκια, ἂν καὶ ὅ­λοι οἱ πω­λη­τὲς ἱ­στο­ρι­ῶν, ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες με­τα­πρά­τες, θὰ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν τὸ ἴ­διο γιὰ τὴ δι­κή τους πρα­μά­τεια. Ἀρ­χί­ζου­με.

       Αὐ­τός, ἦ­ταν ἕ­νας γέ­ρος ποὺ ζοῦ­σε μό­νος στὸ σπί­τι του στὸ χω­ριό, καὶ ὁ­ρί­στε, ὀ­γδόν­τα τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα, εἶ­χε πει­σμώ­σει ὅ­τι δὲν θὰ που­λή­σει ἐ­τοῦ­το τὸ σπί­τι ὅ­σο εἶ­ναι ζων­τα­νός. Ἡ κό­ρη του, ἡ ὁ­ποί­α ζοῦ­σε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, εἶ­χε βρεῖ ἑ­ται­ρεί­α, ἡ ἑ­ται­ρεί­α εἶ­χε βρεῖ ἀ­γο­ρα­στές, οἱ ἀ­γο­ρα­στὲς ἦ­ταν Ἄγ­γλοι, τὰ χρή­μα­τα ἦ­ταν κα­λά, γυ­ρό­φερ­ναν καὶ ἄλ­λοι ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νοι. Τὸ σπί­τι ἦ­ταν σὲ κα­λὴ το­πο­θε­σί­α, σὲ ὕ­ψω­μα, μὲ θέ­α πρὸς τὸ βου­νὸ καὶ με­γά­λη εὐ­ά­ε­ρη αὐ­λή. Ἡ ἴ­δια ἡ κα­τα­σκευ­ή, ὅ­μως, ἄρ­χι­ζε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ πνέ­ει τὰ λο­ί­σθια, εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­να γε­ρὸ μά­ζε­μα, μιὰ ἀ­να­δι­ά­τα­ξη τῆς σκε­πῆς, κά­ποι­α δο­κά­ρια νὰ ἀλ­λα­χτοῦν. Ὁ γέ­ρος δὲν εἶ­χε πλέ­ον δυ­νά­μεις νὰ τὸ κά­νει μό­νος του, οὔ­τε χρή­μα­τα γιὰ νὰ φω­νά­ξει ἄλ­λον. Τὸ φθι­νό­πω­ρο πλη­σί­α­ζε καὶ μὲ τὴν πρώ­τη βρο­χή, σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες, ἡ ὑ­γρα­σί­α ἄρ­χι­ζε νὰ σέρ­νε­ται.

       Δὲν θὰ σὲ δώ­σω, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος. Θὰ που­λή­σω κά­ποι­α πράγ­μα­τα, θὰ συγ­κεν­τρώ­σω ζε­στὸ πα­ρα­δά­κι καὶ θὰ σὲ συμ­μα­ζέ­ψω. Ξα­πό­στελ­νε τὸν δή­μαρ­χο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν τὸ πεῖ­σμα του ἐ­λύ­γι­σε. Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς ὁ δή­μαρ­χος κου­βά­λη­σε καὶ τοὺς ἴ­διους τοὺς Ἄγ­γλους, ὅ­μως ὁ γέ­ρος δὲν φο­βή­θη­κε καὶ εὐ­γε­νι­κὰ τοὺς ἀ­πο­μά­κρυ­νε. Φέ­ρε καὶ ξέ­να στρα­τεύ­μα­τα, Πε­τρά­κη (ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὸν δή­μαρ­χο), ὅ­μως ἐ­μέ­να δὲν θὰ μὲ τρο­μά­ξε­τε. Πὲς σὲ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ψά­ξου­νε ἀλ­λοῦ γιὰ σπί­τι, ἐ­δῶ δὲν ἔ­χουν τί νὰ κά­νου­νε.

       Ὁ δή­μαρ­χος ἔ­λε­γε, ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι δί­νου­νε κα­λὰ λε­φτὰ καὶ ψι­θύ­ρι­σε τὸ πο­σό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ γέ­ρος οὔ­τε ποὺ εἶ­χε ἀν­τι­κρί­σει πο­τὲ στὴ ζω­ή του. Τὸ μέ­ρος τοὺς ἄ­ρε­σε, ἔ­λε­γε ὁ δή­μαρ­χος, σκο­τί­στη­καν γιὰ τὸ σπί­τι, θὰ τὸ γκρε­μί­σουν, αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ μό­νο του θὰ πέ­σει, ὁ­πό­τε πά­ρε τὰ λε­φτὰ καὶ πή­γαι­νε στὴν κό­ρη σου ὅ­σο ἀ­κό­μα σὲ θέ­λει.

       Τὸ σπί­τι δὲν εἶ­ναι δι­κό μου, τὸ ἔ­χτι­σε ὁ πα­τέ­ρας μου καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ τρό­πος, νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν τὸ δί­νει ἢ ἂν δὲν τὸ δί­νει, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος, γυρ­νοῦ­σε τὴν πλά­τη καὶ ’­ξα­φα­νι­ζό­ταν μέ­σα στὰ ψη­λὰ χορ­τά­ρια τῆς αὐ­λῆς.

       Δὲν θὰ σὲ δώ­σω, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε καὶ ἀ­πο­ροῦ­σε μὲ τὰ μυα­λὰ τῶν Ἄγ­γλων ποὺ πα­ρα­τᾶ­νε τὰ πα­τρι­κά τους σπί­τια «κα­τα­λαμ­βά­νον­τας» τὰ ξέ­να. Δι­ό­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ζοῦ­σαν ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, βρέ. Καὶ ἄν­τε τοὺς ζων­τα­νοὺς θὰ τοὺς δι­ώ­ξεις, θὰ τοὺς πλη­ρώ­σεις, ὁ ζων­τα­νὸς ἄν­θρω­πος εὔ­κο­λα ξε­γε­λι­έ­ται, μὰ τοὺς πε­θα­μέ­νους πῶς θὰ τοὺς δι­ώ­ξεις ἀ­πὸ ’­κεῖ μέ­σα, ἀ­πο­ροῦ­σε ὁ γέ­ρος.

       Οἱ βρο­χὲς ὅ­μως ἔ­γι­ναν ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνές, ἡ ὑ­γρα­σί­α πλέ­ον ἔ­πι­α­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ γω­νί­α καὶ τὸν βό­ρει­ο τοῖ­χο, τὰ χρή­μα­τα ἐ­ξα­νε­μί­στη­καν. Καὶ τό­τε, τὴν ὀ­γδο­η­κο­στὴ πέμ­πτη μέ­ρα, ὁ γέ­ρος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ που­λή­σει ὁ­τι­δή­πο­τε μπο­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του γιὰ νὰ σώ­σει τὸ σπί­τι. Βρῆ­κε κά­που ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι χαρ­τό­νι, τὸ ἔ­δε­σε μὲ σπάγ­γο στὴν πορ­τού­λα καὶ ἔ­γρα­ψε μὲ με­γά­λα γράμ­μα­τα «Πω­λεῖ­ται» καὶ πιὸ κά­τω μὲ μι­κρό­τε­ρα: «τη­λε­ό­ρα­ση».

       Μα­ζεύ­τη­κε στὸ σπί­τι καὶ ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σω χω­ρὶς αὐ­τήν, σκέ­φτη­κε. Ὅ­μως κα­νεὶς δὲν ζή­τη­σε νὰ ἀ­γο­ρά­σει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε τὴν ἑ­πό­με­νη, οὔ­τε τὴ με­θε­πό­με­νη μέ­ρα. Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, καὶ κοί­τα­ξε τὸ δω­μά­τιο, θὰ πρέ­πει νὰ που­λή­σω καὶ κά­τι ἄλ­λο. Στά­θη­κε στὸ τρα­πέ­ζι. Γιὰ μο­να­χὸ ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ ἦ­ταν πε­ριτ­τὴ πο­λυ­τέ­λεια. Πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ χαρ­τό­νι «καὶ γε­ρὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι μὲ δύ­ο κα­ρέ­κλες».

       Ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στὸ σπί­τι καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­πα­ψε νὰ τρώ­ει στὸ τρα­πέ­ζι. Τὸ εἶ­χε πιὰ ἀ­ναγ­γεί­λει, ἔ­πρε­πε νὰ συ­νη­θί­σει. Κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι καὶ ἔ­τρω­γε στὰ γό­να­τα, βι­α­στι­κὰ ὅ,τι εἶ­χε. Καὶ χω­ρὶς τρα­πέ­ζι γι­νό­ταν. Κα­νεὶς δὲν τὸ ἀ­γό­ρα­σε μέ­σα στὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν τρα­πέ­ζια. Τό­τε ἦρ­θε ἡ σει­ρὰ γιὰ τὸ κρε­βά­τι. Ἦ­ταν πα­λιό, σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ πολ­λὴ γε­ρὴ σού­στα καὶ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια. Ὁ γέ­ρος εἶ­πε, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας θὰ ἤ­θε­λε ἕ­να τέ­τοι­ο κρε­βά­τι. Πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ κομ­μά­τι χαρ­τό­νι «καὶ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια μὲ κύ­κνους».

       Ἔ­γρα­ψε αὐ­τὸ καὶ μό­λις μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο, τὸ κρε­βά­τι πλέ­ον δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­πως καὶ τὸ τρα­πέ­ζι, οἱ δύ­ο κα­ρέ­κλες καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Θὰ συ­νη­θί­σω, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς κοι­μᾶ­μαι ὅ­σο ἕ­να σπουρ­γι­τά­κι. Ἔ­βγα­λε τὸ στρῶ­μα στὸ πά­τω­μα, σκε­πά­στη­κε μὲ τὴ βε­λέν­τζα καὶ ἔ­τσι ξά­πλω­σε μέ­νον­τας ἄ­γρυ­πνος ὅ­λη νύ­χτα. Κα­νεὶς δὲν ἀ­γό­ρα­σε τὸ κρε­βά­τι μὲ τοὺς κύ­κνους.

       Κα­λά, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, δὲ θέ­λε­τε τη­λε­ό­ρα­ση, δὲ θέ­λε­τε τρα­πέ­ζι, δὲ θέ­λε­τε κρε­βά­τι… Τί θέ­λε­τε… Καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ τὸν μπου­φέ. Ὁ μπου­φὲς ἦ­ταν τὸ πιὸ πο­λύ­τι­μο πράγ­μα σὲ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο ξύ­λο κα­ρυ­διᾶς, σκα­λι­στός, δῶ­ρο ἀ­πὸ τοὺς κουμ­πά­ρους γιὰ τὸν γά­μο του, στὴν κά­τω ἀ­ρι­στε­ρὴ γω­νί­α ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Εἰς ἀ­νά­μνη­σιν, 1937». Ὁ γέ­ρος ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα πράγ­μα­τα, στοι­βαγ­μέ­να μὲ τὰ χρό­νια, πε­τσέ­τες καὶ ροῦ­χα φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τοὺς σκώ­ρους, πιά­τα καὶ κου­τά­λια. Τὰ ἀ­πό­θε­σε σὲ μιὰ γω­νιά. Στὸ τέ­λος ἔ­βγα­λε μιὰ ἀλ­λα­ξιὰ ροῦ­χα – και­νούρ­γιο που­κά­μι­σο καὶ ζα­κέ­τα, ἑ­τοι­μα­σμέ­να ἐκ τῶν προ­τέ­ρων γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του ντύ­σι­μο, ἔ­τσι ἔ­κα­ναν σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ μέ­ρη. Βγῆ­κε ἔ­ξω, φυ­σοῦ­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα τὴ μύ­τη του σ’ ἕ­να μαν­τή­λι καὶ μό­νο οἱ ὦ­μοι του ποὺ ἔ­τρε­μαν μπο­ροῦ­σαν νὰ μαρ­τυ­ρή­σουν ὅ­τι κλαί­ει. Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ χαρ­τό­νι «καὶ μπου­φὲς ἀ­πὸ κα­ρυ­διά, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει».

       Κα­νέ­νας δὲν ἤ­θε­λε μπου­φὲ ἀ­πὸ κα­ρυ­διά. Με­ρι­κὲς μέ­ρες με­τά, ὁ γέ­ρος ἀ­πο­φά­σι­σε γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πελ­πι­σμέ­νη κί­νη­ση. Δὲν εἶ­χε ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ὅ­πως δὲν εἶ­χε καὶ τί ἄλ­λο νὰ δι­α­θέ­σει. Κα­θά­ρι­σε κα­λὰ τὴ σόμ­πα ἀ­πὸ τὴ στά­χτη, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω μὲ μπροῦν­τζο τὴν ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὰ μπου­ριά, πῆ­ρε τὸ στι­λό, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ στὸ στρι­μωγ­μέ­νο ἄ­δει­ο μέ­ρος τοῦ χαρ­το­νιοῦ ἔ­γρα­ψε «καὶ σόμ­πα μὲ 2 κυ­βι­κὰ ξύ­λα».

       Σκέ­φτη­κε λί­γο καὶ πρό­σθε­σε στὸ κα­τώ­τε­ρο ση­μεῖ­ο μὲ πο­λὺ κα­κὸ γρα­φι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα «ἄλ­λο δὲν ἔ­χω».

       Δὲν ἄ­να­ψε ξα­νὰ τὴ σόμ­πα. Ἔ­τρω­γε στὰ γό­να­τα, κα­θό­ταν στὸ πά­τω­μα, δὲν ἄ­νοι­γε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, δὲν κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸν μπου­φέ, ξά­πλω­νε τὸ βρά­δυ κα­τα­γῆς, ἐ­νῶ τὸ πρω­ὶ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα κι­νοῦ­σε τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του. Μιὰ μέ­ρα βγῆ­κε, ση­μεί­ω­σε κά­τι ἀ­κό­μα στὸ χαρ­τό­νι καὶ μα­ζεύ­τη­κε.

       Ὁ Χει­μώ­νας ἀ­πο­δεί­χτη­κε κρύ­ος, γύ­ρω στὸν Δε­κέμ­βρη οἱ ἀ­γο­ρα­στὲς γιὰ τὸ σπί­τι μει­ώ­θη­καν ἀ­πό­το­μα, οἱ Ἄγ­γλοι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὰ πα­λά­τια τους, ὁ δή­μαρ­χος κου­βα­λή­θη­κε στὸν γιό του στὴν πό­λη, ἐ­νῶ τὰ τσα­κά­λια ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὶς ἔ­ρη­μες αὐ­λές. Ἐκεῖ κον­τά, ἀ­νή­με­ρα του Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου ἔ­πε­σε τὸ πρῶ­το χι­ό­νι καὶ ἀρ­γὰ κου­κού­λω­σε τὸ κομ­μά­τι χαρ­το­νιοῦ, ποὺ μι­σο­κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­τα.


Πω­λεῖ­ται τη­λε­ό­ρα­ση,

καὶ γε­ρὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι μὲ δύ­ο κα­ρέ­κλες,

καὶ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια μὲ κύ­κνους,

καὶ μπου­φὲς ἀ­πὸ κα­ρυ­διά, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει,

καὶ σόμ­πα μὲ 2 κυ­βι­κὰ ξύ­λα,

ἄλ­λο δὲν ἔ­χω.

Α.Τ. 1913-1996


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Кръстопът

http://crosspoint.mediabg.eu/?p=11717

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).