Ἰωάννα Ντούλα: Μέταλλο ψυχρὸ

 

Ntoula,Ioanna-MetalloPsychro-Eikona-01


Ἰ­ω­άν­να Ντού­λα


Μέ­ταλ­λο ψυ­χρὸ


06-Delta-Chronica_Polonorum_DΕΝ ΞΕΡΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ, τοὺς τὸ δι­ευ­κρί­νι­σε, τί χρει­ά­ζο­μαι γιὰ νὰ μοιά­ζουν ὅ­λα φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Ὅ­λα νὰ πα­ρι­στά­νουν πὼς εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κά, ὅ­λα νὰ γί­νουν ὅ­πως εἴ­θι­σται. Οἱ ὁ­δη­γί­ες σα­φεῖς, τὸ κο­στού­μι μαῦ­ρο, τὸ που­κά­μι­σο λευ­κό, τὰ πα­πού­τσια μὲ κορ­δό­νι, κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­να.

       Στὴ ντου­λά­πα του βρί­σκει τὴ ρόμ­πα κρε­μα­σμέ­νη. Σκέ­φτε­ται νὰ μπεῖ ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα καὶ νὰ κα­θί­σει στὸ ξύ­λι­νο ρά­φι, ἀ­νά­με­σα σὲ τριμ­μέ­να παν­τε­λό­νια καὶ σκο­ρο­φα­γω­μέ­νες γρα­βά­τες. Νὰ κλεί­σει τὴν πόρ­τα. Νὰ τὰ κα­νο­νί­σει ὅ­λα ὡς συ­νή­θως, ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση. Μὲ ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­πο­τέ­φρω­ση καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­π’ εὐ­θεί­ας πα­ρά­δο­ση τῆς τε­φρο­δό­χου στὸ σπί­τι. Θά ’ρί­χνε τὴν τέ­φρα στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, θὰ ἔ­κλει­νε τὸ κα­πά­κι καὶ θὰ τρα­βοῦ­σε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἁ­πλό.

       Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις του στὴ γκαρ­σο­νι­έ­ρα τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου ἦ­ταν πάν­τα με­τρη­μέ­νες. Κά­τσε σὲ μιὰ με­ριά, πα­τέ­ρα. Ἡ στά­χτη ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο του στὸ πά­τω­μα μιὰ ζα­λι­σμέ­νη εὐ­θεί­α, ἕ­να σύρ­σι­μο δια­ρκὲς ἀ­πὸ τὶς μάλ­λι­νες παν­τό­φλες του χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι. Τὰ μά­τια του τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν, ἔ­κα­ναν γκὲλ στοὺς ἄ­δει­ους τοί­χους. Συγ­κεν­τρω­νό­ταν γιὰ ὥ­ρα στὸν σύρ­τη στὴν πόρ­τα, ἕ­να τό­σο μι­κρὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἀ­πὸ μέ­ταλ­λο ψυ­χρὸ ποὺ χώ­ρι­ζε τὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ­νον ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας βά­δι­ζε ἀ­στα­μά­τη­τα, τριά­ντα τε­τρα­γω­νι­κὰ ὅ­λα κι ὅ­λα, ὁ ἀ­έ­ρας ὁ ἴ­διος, οἱ κου­βέν­τες ἐ­λά­χι­στες. Μιὰ λί­στα ἀ­πὸ ἐ­ρω­τή­σεις, τὶς ἐ­ξαν­τλοῦ­σε στὸ πρῶ­το πεν­τά­λε­πτο καὶ ὕ­στε­ρα στε­κό­ταν μὲ τὸ ρο­λό­ι στὸ χέ­ρι, νὰ πε­ρά­σει λί­γο ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ μεί­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω, χω­ρὶς νὰ λέ­ει λέ­ξη, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ γε­μί­σει τὸ χρό­νο μὲ ἀ­τέ­λει­ω­τες παύ­σεις, νὰ ἀ­να­σά­νει λί­γη ἀ­πὸ τὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του, ὥ­σπου νὰ μπου­κώ­σει. Νὰ τὸν ἀ­φή­σει – ἀ­σφα­λή – πί­σω ἀ­πὸ τὴν θω­ρα­κι­σμέ­νη πόρ­τα.

       Ἀ­πέ­ναν­τί του τὸ κρε­βά­τι. Πη­γαι­νο­έρ­χε­ται στὸ χῶ­ρο, τριά­ντα τε­τρα­γω­νι­κὰ ὅ­λα κι ὅ­λα, ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να σεν­τό­νια. Ἐ­κεῖ τὸν βρῆ­κε, γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ι. Τὰ μά­τια μι­σά­νοι­χτα, τὰ βλέ­φα­ρα κο­κα­λω­μέ­να. Μπρο­στὰ στὸ κρε­βά­τι οἱ παν­τό­φλες του. Προ­σέ­χει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πὼς στρα­βο­πα­τοῦ­σε καὶ ἐ­κεῖ­νος πρὸς τὰ ἔ­ξω· ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὁ ἴ­διος. Βγά­ζει τὰ πα­πού­τσια του —σκέ­φτε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὰ ἀν­ταλ­λά­ξει μὲ τὰ και­νού­ρια μὲ τὸ κορ­δό­νι— καὶ γλι­στρά­ει τὰ πό­δια του στὴν φθαρ­μέ­νη τσό­χα, στὶς λακ­κοῦ­βες τῶν δι­κῶν του δα­χτύ­λων.

       Τε­λευ­ταῖα οἱ ἐ­ρω­τή­σεις ἦρ­θαν καὶ στέ­ρε­ψαν. Μιὰ στὸ τό­σο τοῦ τη­λε­φω­νοῦ­σε, ναί πα­τέ­ρα, θὰ πε­ρά­σω, τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν, ἐ­κεῖ­νος ὄ­χι. Ὅ­πως πάν­τα, πρῶ­τα τη­λε­φώ­νη­σε, ὕ­στε­ρα πῆ­γε καὶ στή­θη­κε ἀ­π’ ἔ­ξω. Χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι, φώ­να­ξε τὸ ὄ­νο­μά του, στὸ τέ­λος χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ κλει­δί. Ξε­κλεί­δω­σε τέσ­σε­ρις φο­ρὲς καὶ σκόν­τα­ψε στὰ μέ­τρα ἀ­σφα­λεί­ας. Αὐ­τὸς κλει­σμέ­νος ἔ­ξω, σὲ ἕ­να ἀν­τε­στραμ­μέ­νο τσι­μεν­τέ­νιο κλου­βί. Ἀ­πό­δρα­ση ἢ εἴ­σο­δος μὲ τ’ ἐμ­πο­δί­ων.

       Βρί­σκει τὸ ρο­λό­ι του, οἱ δεῖ­κτες ἀ­κί­νη­τοι, δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτε­ται, ἀρ­κεῖ νὰ τοῦ τὸ φο­ρέ­σει. Νὰ τό ‘χει στὸ χέ­ρι του, ἔ­τσι τοῦ ’­χουν πεῖ. Προ­σω­πι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ θὰ ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει μα­ζί του δὲν βρί­σκει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σκε­φτεῖ. Βγά­ζει τὰ τσι­γά­ρα ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του, ναί, αὐ­τὸ θὰ μπο­ροῦ­σε. Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του πα­κέ­το, μι­σό, χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νο. Πει­στι­κό, μᾶς κά­νει.

       Τὸν φαν­τά­ζε­ται ντυ­μέ­νο μὲ τὸ ὁ­λο­καί­νου­ριο κο­στού­μι, ξυ­ρι­σμέ­νο, ξα­πλω­μέ­νο, ἐν­τε­λῶς ἄ­καμ­πτο, ἀ­σφα­λῆ. Ὁ ἴ­διος θὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ κα­πά­κι —μὲ προ­σο­χή, νὰ ἐ­φαρ­μό­σει κα­λὰ— καὶ θὰ τὸν ἀ­φή­σει πί­σω του. Ὕ­στε­ρα θὰ γυ­ρί­σει στὴ μι­κρὴ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, νὰ βά­λει τὰ πράγ­μα­τα σὲ μιὰ σει­ρά. Θὰ ἀ­νοί­ξει τὰ πα­ρά­θυ­ρα, μό­λις νὰ μπεῖ μιὰ ρι­πὴ κρύ­ου ἀ­έ­ρα καὶ ὕ­στε­ρα θὰ κλει­στεῖ στοὺς τοί­χους της. Πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τσά­λι­νη πόρ­τα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Ντού­λα (Ἀ­θή­να 1981). Σπού­δα­σε Ἐ­φαρ­μο­σμέ­να Μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ ΕΜΠ καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸν τρα­πε­ζι­κὸ χῶ­ρο, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα φοι­τᾶ στὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Στὸ πα­ρελ­θὸν ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ ΕΚΕΒΙ. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Μὲ τὴν πλά­τη στὸν ἥ­λιο» ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­δρα­γό­ρας. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Στὴν ὄ­χθη τοῦ πά­γου» δι­α­κρί­θη­κε στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες καὶ θὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2014.


Advertisements