Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ Μπονζάι ὡς τεχνούργημα

Manousakis,Basilis-ToBonsaiOsTechnourgima-Eikona-02

 

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν δεύτερη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

 

Τὸ Μπον­ζά­ι ὡς τε­χνούρ­γη­μα


02-KappaΛΗΘΗΚΑ νὰ χω­ρέ­σω ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο εἶ­δος σὲ μπου­κά­λι 750 λέ­ξε­ων. Νὰ μι­λή­σω γιὰ τὸ ὕ­φος, τὴ δο­μή του, τὶς τε­χνι­κές του, τοὺς συγ­γρα­φι­κούς του τρό­πους ἢ ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α του. Καὶ σκέ­φτη­κα γρά­φον­τας ἐ­τοῦ­το ἐ­δῶ τὸ κεί­με­νο πὼς ἀν­τὶ νὰ τὰ πῶ ὅ­λα αὐ­τά, ποὺ σί­γου­ρα τὰ ἔ­χουν πεῖ ἢ θὰ τὰ ποῦν οἱ συ­νο­μι­λη­τές μου ἢ μπο­ρεῖ­τε καὶ νὰ τὰ δι­α­βά­σε­τε στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ ἔ­χουν στή­σει ὁ Γιά­ννης Πα­τί­λης μὲ τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ στη­ρί­ξω τὴν ἀ­πο­ψι­νὴ ὁ­μι­λί­α σὲ μιὰ ἀ­να­λο­γί­α ποὺ θὰ σᾶς δώ­σει κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου νὰ κα­τα­λά­βε­τε τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρος κό­σμος ἀ­σχο­λεῖ­ται καὶ κυ­ρί­ως καὶ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο: ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρος κό­σμος δι­α­βά­ζει.

       Τὸ δι­ή­γη­μα Μπον­ζά­ι, λοι­πόν, εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τὸ πλοῖ­ο ποὺ βλέ­που­με καὶ θαυ­μά­ζου­με το­πο­θε­τη­μέ­νο μέ­σα στὰ μπου­κα­λά­κια σὲ κά­ποι­α ὄ­μορ­φα μα­γα­ζιὰ μὲ εἴ­δη δώ­ρων τὸ κα­λο­καί­ρι κι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε: μὰ πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε ὁ συ­ναρ­μο­λο­γη­τής του νὰ τὸ φτιά­ξει μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια σὲ τό­σο μι­κρὸ χῶ­ρο; Κά­θε κα­τάρ­τι εἶ­ναι στὴ θέ­ση ποὺ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, τὰ ἱ­στί­α καὶ τὰ πα­νιὰ φου­σκω­μέ­να γιὰ νὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ τα­ξι­διοῦ, οἱ κά­βοι μα­ζε­μέ­νοι καὶ βλέ­που­με ἀ­κό­μα καὶ μι­κρὰ ἀν­θρω­πά­κια, κα­πε­τά­νιο στὸ τι­μό­νι τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἢ ναῦ­τες νὰ τεν­τώ­νουν τὰ σκοι­νιὰ ἐ­νί­ο­τε.

       Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­γὼ προ­σω­πι­κὰ θέ­λω νὰ στα­θῶ ἀ­πό­ψε καὶ ὁ­μο­λο­γῶ πὼς μὲ ἔ­χει συ­νε­πά­ρει στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος, τό­σο ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη συγ­γρα­φῆς ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη ἀ­νά­γνω­σής του. Τὸ Μπον­ζά­ι τα­ξι­δεύ­ει, ρέ­ει σὰν τὸ κα­ρά­βι μας στὸ νε­ρό, στὸ τι­μό­νι ὑ­πάρ­χει πρω­τα­γω­νι­στής, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες τὸν βο­η­θοῦν καὶ προ­ω­θοῦν τὴν ὑ­πό­θε­ση σὰν τοὺς προ­α­να­φερ­θέν­τες ναῦ­τες καὶ ὅ­μως ταυ­τό­χρο­να ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν γί­νον­ται στὴν ἀ­νοι­χτὴ θά­λασ­σα τῆς πλο­κῆς ἢ τὸν ὠ­κε­α­νὸ τῶν λέ­ξων, ἀλ­λὰ μέ­σα σὲ ἕ­να μπου­κά­λι καὶ πρέ­πει νὰ γί­νουν μὲ τό­ση ἀ­κρί­βεια ποὺ ἂν ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ βά­λει μιὰ λέ­ξη ἢ φρά­ση πα­ρα­πά­νω θὰ βρεῖ στὰ τοι­χώ­μα­τά του καὶ τὸ πλοῖ­ο του θὰ τσα­κι­στεῖ.

       Θὰ μοῦ πεῖ­τε τώ­ρα για­τί νὰ τσα­κι­στεῖ, νὰ χα­λά­σει τὸ δι­ή­γη­μα γιὰ με­ρι­κὲς λέ­ξεις πα­ρα­πά­νω; Δὲν ὑ­πο­νο­ῶ φυ­σι­κὰ ὅ­τι θὰ χα­λά­σει ἢ θὰ χά­σει τὴν ἀ­ξί­α του. Ἁ­πλῶς τὰ Μπον­ζά­ι εἶ­ναι ἔ­τσι δο­μη­μέ­να καὶ τὸ σκε­πτι­κό τους τό­σο αὐ­στη­ρὸ ποὺ οἱ ἴ­διοι οἱ συγ­γρα­φεῖς τους ἔ­χουν ἀ­πὸ πρὶν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς ἢ θὰ παί­ξουν μὲ τοὺς κα­νό­νες τους ἢ δὲν θὰ τὰ γρά­ψουν κα­θό­λου. Εἶ­ναι μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ἀ­φή­νε­ται ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει, ἀλ­λὰ κά­θε τό­σο με­τρά­ει λέ­ξεις γιὰ νὰ δεῖ ἂν τε­λι­κὰ μπο­ρεῖ νὰ πεῖ αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει, χω­ρὶς νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο. Σὲ πιά­νει ἄγ­χος, πι­στέψ­τε με, ἀλ­λὰ ἂν πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­φε­θεῖς στὴ μα­γεί­α τοῦ μι­κροῦ χώ­ρου, ὅ­πως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λέ­σου­με, τό­τε σί­γου­ρα θὰ γευ­τεῖς καὶ θὰ δι­α­κρί­νεις τὴν πλη­ρό­τη­τα ποὺ τε­λι­κὰ ἔ­χουν πολ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα, ἐ­νῶ φαι­νο­με­νι­κὰ δὲν τὴν ἔ­χουν λό­γῳ τῆς μι­κρῆς τους φόρ­μας.

       Τί κρύ­βουν, ὅ­μως, αὐ­τὰ τὰ τε­χνουρ­γή­μα­τα, για­τὶ πε­ρὶ αὐ­τοῦ πρό­κει­ται, ἀ­φοῦ πολ­λὲς φο­ρὲς μοιά­ζουν μὲ ἀν­τι­κεί­με­να σμι­λε­μέ­να μὲ τὸ χέ­ρι; Κρύ­βουν μα­ε­στρί­α σί­γου­ρα, εἰ­δάλ­λως πῶς ἀλ­λι­ῶς θὰ χω­ροῦ­σες ὁ­λό­κλη­ρο κό­σμο σὲ μιὰ πα­λά­μη λέ­ξεις; Κρύ­βουν νο­ή­μα­τα, ἀ­φοῦ τὰ πρὶν καὶ τὰ με­τὰ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς πα­ρα­λεί­πον­ται καὶ ὑ­πο­νο­οῦν­ται. Κρύ­βουν τὴ γλώσ­σα, ἀ­φοῦ αὐ­τὴ ξε­πη­δά­ει ἀ­πὸ μέ­σα τους μό­νο κα­τ’ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νάγ­κη καὶ γί­νε­ται ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὸν σκο­πὸ τοῦ με­γέ­θους. Κρύ­βουν σκέ­ψεις, ἀ­φοῦ ὁ συγ­γρα­φέ­ας τους δὲν θέ­λει ἢ δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς ποὺ σκέ­φτε­ται κι ἔ­τσι προ­σκα­λεῖ καὶ προ­κα­λεῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ τὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει. Καὶ τέ­λος, ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο ση­μαν­τι­κὸ μὲ τὰ προ­η­γού­με­να, κρύ­βουν τὶς ἴ­δι­ες τους τὶς λέ­ξεις, ἀ­φοῦ σὲ αὐ­τὰ τὸ λί­γο, τὸ ἐλ­λει­πτι­κό, εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α. L­e­ss is m­o­re, ὅ­πως λέ­ει καὶ τὸ γνω­στὸ σλόγ­καν. Καὶ εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α ποὺ μέ­νει στὸ μυα­λό, ἀ­φοῦ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἔ­χει κα­τα­να­λω­θεῖ σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο. Καὶ αὐ­τὸς ὁ ἀ­πό­η­χος εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α του, θὰ πρό­σθε­τα ἐ­γώ, καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ Μπον­ζά­ι ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρό­τα­ση ποὺ συ­νά­δει καὶ μὲ τὴν ἐ­πο­χή μας με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γία. Δι­δά­σκει με­τά­φρα­ση στην Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἔ­νω­ση. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νος (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον γιὰ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ το Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι.


		
Advertisements