Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Τοσωματηςτοσωματου


Grigoriadis,Thodoros-Tosomatistosomatou-Eikona-03


Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης

 

Το­σω­μα­της­το­σω­μα­του


02-KappaΛΑΙΕΙ ΚΑΙ ΟΥΡΛΙΑΖΕΙ τὸ κο­ρι­τσά­κι καὶ ση­κώ­νε­ται ἡ δό­λια νὰ τὸ δεῖ, για­τὶ κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι στὸ σπί­τι· τὸ παίρ­νει στὸ πλά­ι της, «Μα­μά, δὲν μὲ πι­στεύ­εις, ἦρ­θε πά­λι, ξα­νάρ­θε, κά­νε κά­τι, μα­νού­λα μου».

        Τὰ μά­τια τῆς μι­κρῆς ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ, καὶ πά­λι θὰ τὴν κρα­τά­ει στὴν ἀγ­κα­λιά της ὣς τὸ πρω­ὶ καὶ ὕ­στε­ρα δὲν θὰ τολ­μή­σει νὰ μι­λή­σει σὲ κα­νέ­ναν, σὲ ποι­όν νὰ μο­λο­γή­σει τὴν ἀ­τυ­χί­α της;

        Τῆς ἐ­ξη­γεῖ μὲ ἁ­πλὰ λό­για, «Μα­μά, εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας, ἔρ­χε­ται καὶ κά­θε­ται μέ­σα στὸ δω­μά­τιο, μὲ κοι­τά­ζει συ­νέ­χεια, καὶ ὕ­στε­ρα μοῦ λέ­ει, ἄ­νοι­ξε τὸ κορ­μί σου, κο­ρι­τσά­κι μου, νὰ ξα­ναμ­πῶ μέ­σα».

        «Εἶ­ναι τρε­λό το κο­ρί­τσι, Πα­να­γιά μου» ἔ­λε­γε κρυ­φὰ στὸ τά­μα τῆς Ἁ­γί­ας Βαρ­βά­ρας καὶ κρε­μοῦ­σε μί­α κλω­στί­τσα καὶ με­τὰ ἔ­παιρ­νε λί­γο ἅ­για­σμα καὶ κα­τέ­βαι­νε ντρο­πι­α­σμέ­νη τὸν δρό­μο.

        Ἡ μι­κρὴ ἔ­παι­ζε μὲ τὴ φι­λε­νά­δα της καί, κα­θὼς εἶ­δε τὴ μά­να της νὰ κα­τε­βαί­νει, ξα­νάτρε­ξε, «Μα­μά», τῆς ἔ­λε­γε «ἀ­πό­ψε εἶ­πα στὴ Μα­ρί­λη νὰ ἔρ­θει στὸ σπί­τι, ἄ­σε με νὰ κοι­μη­θῶ μα­ζί της».

        Ἡ μά­να τῆς Μα­ρί­λης πλη­σί­α­σε καὶ ἅρ­πα­ξε τὴν κό­ρη της λέ­γον­τας «Νὰ πᾶ­τε μά­να καὶ κό­ρη νὰ δι­α­βα­στεῖ­τε πρῶ­τα, ἕ­να χω­ριὸ βου­ί­ζει γιὰ τὰ κα­μώ­μα­τά σου καὶ σὺ μυα­λὸ δὲν ἔ­βα­λες, ἄ­πι­στη!».

        Ἡ μά­να πῆ­ρε ξα­νὰ τὴ μι­κρὴ καὶ γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι, κλεί­δω­σε τὰ δω­μά­τια καὶ εἶ­πε νὰ ξε­νυ­χτή­σει ἀ­πό­ψε, νὰ δεῖ ποῦ ἄρ­χι­ζε τὸ ὄ­νει­ρο καὶ ποῦ τέ­λει­ω­νε ἡ ἀ­λή­θεια, κι ἄς μὴν ἔ­κλει­νε μά­τι.

        Κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βα­τά­κι της καὶ ἤ­πι­ε ἕ­ναν κα­φὲ τῆς πα­ρη­γο­ριᾶς καὶ ὕ­στε­ρα ἔ­σβη­σε τὸ φῶς καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Πα­να­γιά μου» ἔ­λε­γε «μὲ ρί­ξα­νε σὲ λά­θος τό­πο καὶ λά­θος χρό­νια, τί πλη­ρώ­νω;

        »Τί πλη­ρώ­νω ἄ­ρα­γε, ὅ­ταν τὴ γέν­νη­σα, ἄν­τρα δὲν εἶ­χα γνω­ρί­σει καὶ κα­νεὶς δὲν μὲ πί­στευ­ε, καὶ τώ­ρα ἄν­τρας ἔρ­χε­ται νὰ πά­ρει τὸ παι­δί μου. Τί τρέ­λα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ δὲν ἔ­χει λο­γι­κό, τί πρά­ξη;».

        Καί, ὅ­πως στε­κό­ταν, μὲ μι­σό­κλει­στά τα μά­τια, στὸ σκο­τά­δι, εἶ­δε τὸ παι­δὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νή­συ­χο καὶ εἶ­δε τὸ πρό­σω­πό του νὰ φου­σκώ­νει καὶ τὸ σῶ­μα του νὰ με­γα­λώ­νει, καὶ νά σου ἕ­νας τε­ρά­στιος.

        Πε­λώ­ριος ἄν­τρας, νὰ ξυ­πνά­ει. Νὰ τῆς χα­μο­γε­λά­ει λέ­γον­τας «Δὲν πι­στεύ­εις τὴν κό­ρη μου τό­σα χρό­νια, στε­ρεῖς τὸ παι­δὶ ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σί­α μου, τὸ τυ­ραν­νᾶς καὶ τυ­ραν­νι­έ­σαι καὶ ἡ ἴ­δια, τα­λαί­πω­ρη».

        Καὶ ἦ­ταν ψη­λὸς ὁ ἄν­τρας ποὺ τῆς μί­λα­γε, ζω­η­ρὸς κι ἐ­ρω­τι­κός, κι ἄς μὴν εἶ­χε δεῖ ἄν­τρα σω­στὸ στὴ ζω­ή της· πλη­σί­α­ζε στὸ μέ­ρος της ἁ­πλώ­νον­τας πα­ρα­πο­νε­μέ­νος τὸ χέ­ρι του.

        «Ἄν μοῦ δώ­σεις πί­σω τὸ ὄ­νο­μα, ἂν μ’ ἀ­φή­σεις νὰ σὲ ἀ­γα­πή­σω ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, δὲν θὰ ἔ­χω λό­γο στὸ σῶμα ­τοῦ παι­διοῦ μας νὰ κα­τοι­κῶ καὶ νὰ τὸ τυ­ραν­νά­ω, ἄλ­λη θέ­ση στὸν κό­σμο δὲν ἔ­χω.»

        Πῶς στέ­κε­ται μὲ θρά­σος ἀ­πέ­ναν­τί της, ποὺ προ­δο­μέ­νη τὴν ἄ­φη­σε, ποὺ χω­ρὶς ἔ­ρω­τα καρ­πὸ τὴ γέ­μι­σε, ποὺ φευ­γά­τος δὲν ἄ­δεια­σε τὸ σπί­τι τό­σα χρό­νια; «Τί θέ­λεις νὰ κά­νω, ἥ­συ­χο ν’ ἀ­φή­σεις τὸ παι­δί.»

        Κι ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­κα­λά­ει νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει, νὰ τὸν δε­χτεῖ, νὰ τὸν πά­ρει κον­τά της, «Εἶ­μαι ὁ ἄν­τρας σου, για­τί δὲν τὸ πα­ρα­δέ­χε­σαι, σὲ ποι­όν ὅρ­κο ἔ­δω­σες νὰ μὴ μὲ ξα­να­δεῖς, σὲ ποι­ὸν τρα­νὸ ὑ­πέ­κυ­ψες;».

        «Δει­λὴ δὲν εἶ­μαι, σάρ­κα δὲν δί­νω οὔ­τε ψυ­χή, τὸ παι­δὶ ποὺ μὲ φόρ­τω­σες ἁ­μαρ­τί­α πλη­ρώ­νει δι­κή σου, για­τί χω­ρὶς τὸ ἔ­κα­νες, χω­ρὶς γυ­ναί­κα νὰ θέ­λεις, τὸ φόρ­τω­σες στὴν κοι­λιά μου, ἔ­σκα­ψες μέ­σα μου.»

        Ὁ ἄν­τρας γο­να­τί­ζει μπρο­στά της, «Ἀ­φοῦ μὲ ἔ­ρω­τα δὲν μπο­ρεῖς νὰ μὲ σώ­σεις, πά­ρε πί­σω ξα­νὰ τὴ ζω­ή μου, νὰ φύ­γω νὰ γι­α­τρευ­τῶ ἀ­πὸ τοῦ κό­σμου τὰ ἀ­νο­μή­ματα, τὰ λό­για καὶ τὶς λύ­πες».

        Σκύ­βει τὸ κε­φά­λι, κι ἐ­κεί­νη ἁρ­πά­ζει τὸ κα­λὸ μα­χαί­ρι, ποὺ ἡ μά­να της τὸν κό­κο­ρα ἔ­σφα­ζε, καὶ μιὰ καὶ δυ­ό τὸ κα­τε­βά­ζει στὸν σβέρ­κο του καὶ τὸ αἷ­μα τι­νά­ζε­ται καὶ γε­μί­ζει τὸ δω­μά­τιο.

        «Τώ­ρα θὰ ἡ­συ­χά­σεις, κο­ρι­τσά­κι μου» σκύ­βει καὶ τῆς λέ­ει «δὲν θὰ σὲ ἐ­νο­χλή­σει ξα­νά, στὸ κορ­μά­κι σου οὔ­τε μέ­σα οὔ­τε ἔ­ξω θὰ βρε­θεῖ, για­τί δὲν μοῦ μι­λᾶς, ψυ­χού­λα μου, ἔ­λα, σή­κω, σω­θή­κα­με».

        Για­τί δὲν μοῦ μι­λᾶς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Συλλογή διηγημάτων Χάρ­τες (ἐκδ. Πατάκης, 2007).

Θε­ό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Καβάλα, 1956) Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδόσει ἑπτὰ μυθιστορήματα καὶ μία συλλογὴ διηγημάτων. Συνεργάζεται γιὰ τὴν διοργάνωση σεμιναρίων μὲ τὴν Δημόσια Κεντρικὴ Βιβλιοθήκη Σερρῶν.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: