Θέμης Λιβεριάδης: Τὸ ξημέρωμα


Liberiadis,Themis-ToKsimeroma-Eikona-01c


Θέ­μης Λι­βε­ριά­δης


Τὸ ξη­μέ­ρω­μα


02-MiΟΥ ΤΟ ’ΛΕΓΑΝ καὶ δὲν τὸ πί­στευ­α, ὥ­σπου τὸ εἶ­δα μὲ τὰ μά­τια μου.

Λί­γο πρὶν ξη­με­ρώ­σει, ἐ­νῶ ἀ­κό­μα εἶ­ναι βα­θὺ σκο­τά­δι, στρί­βουν πρῶ­τα ἀ­πὸ τὴν ­πά­νω πό­λη στὴν ὁ­δὸ τοῦ Κάσ­σαν­δρου. Πιά­νουν σχε­δὸν ὅ­λο τὸ πλά­τος τοῦ δρό­μου. Συ­νή­θως τὰ συ­νο­δεύ­ει κι ἕ­να με­γά­λο σκυ­λί.

       Ὅ­ταν τὰ πρω­το­βλέ­πεις νὰ πλημ­μυ­ρί­ζουν τὸ κα­τά­στρω­μα τοῦ δρό­μου καὶ τὰ πε­ζο­δρό­μια δὲν πι­στεύ­εις τὰ μά­τια σου: τό­σα ζων­τα­νὰ μὲς στὴν καρ­διὰ τῆς νε­κρῆς πό­λης. Ἕ­να ἄ­σπρο πο­τά­μι ποὺ προ­χω­ρά­ει κα­τα­πά­νω σου.

       Ἤ­τα­νε πρώ­τη φο­ρὰ καὶ ­ξαφ­νι­α­σμέ­νος κυ­κλώ­θη­κα. Περ­νοῦ­σαν πλά­ι μου μὲ τὴ ζέ­στα τους καὶ τὴ βα­ριὰ τὴν μυ­ρω­διά τους. Ὅ­ταν βρέ­θη­κα στὴν μέ­ση δι­έ­κρι­να ἀ­π’ ἔ­ξω τὸ σκυ­λί. Μὲ εἶ­χε πιὰ κα­τα­λά­βει γιὰ κα­λά. Μύ­ρι­ζε μα­νι­α­σμέ­νο τὸ φό­βο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σε, κα­θὼς ση­κώ­νον­ταν στὰ πί­σω πό­δια, νὰ μὲ δι­α­κρί­νει μὲς στὸ κο­πά­δι.

       Πα­ρα­κα­λοῦ­σα νὰ μὴν τέ­λει­ω­νε ἐ­κεῖ­νο τὸ προ­χώ­ρη­μα. Ἡ βρώ­μα τους ἤ­τα­νε πιὰ δι­κή μου βρώ­μα. Μὲ προ­στά­τευ­ε καὶ τὴν ἤ­θε­λα. Καὶ ἡ προ­βιά τους τό­σο ζε­στὴ μὲς στὸ κρύ­ο ξη­μέ­ρω­μα.


Τὸ ἤ­ξε­ρα πὼς κά­πο­τε θὰ γί­νον­ταν κι αὐ­τό. Τώ­ρα τὸ μαῦ­ρο τὸ σκυ­λὶ μὲ πε­ρι­μέ­νει νὰ βγῶ ἀ­π’ τὸ σω­ρό. Ἔ­χει σου­βλε­ρὰ δόν­τια καὶ δυ­να­τὰ πό­δια. Θὰ ’­μαι πο­λὺ τυ­χε­ρὸς ἂν δὲν μὲ ξε­σχί­σει ὁ­λό­τε­λα. Ξέ­ρω πὼς δὲ θὰ τὸ πα­λέ­ψω. Ἔ­χει τὸ δί­κιο – ὅ­λο δι­κό του.

       Ὅ­σα μέ­νουν πιὰ ἀ­πὸ ’δῶ καὶ ’μ­πρὸς εἶ­ναι μιὰ ­ξευ­τε­λι­στι­κή δι­α­δι­κα­σί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βιβλίο πεζογραφίας Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν ­φι­γέ­νεια (ἐκδ. Ἑρμῆς, 1980).

Θέ­μης Λι­βε­ριά­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1940). Σπού­δα­σε νο­μι­κὰ καὶ βι­ο­μη­χα­νι­κὴ κο­στο­λό­γη­ση. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ πα­ρα­γω­γὸς λο­γο­τε­χνι­κῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων στὴ «Θεσ­σα­λο­νί­κη, Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα Εὐ­ρώ­πης 1997». Συ­νερ­γά­της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Στὴν λο­γο­τε­χνί­α πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1962 μὲ ποί­η­σή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Παν­σπου­δα­στι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Ἀ­σκή­σεις ἑ­τοι­μό­τη­τας (ποί­η­ση, ἔκδ. Ἑ­ξάν­τας, 1995), Προ­χω­ρών­τας στὸ δι­ά­δρο­μο (Ἁρ­μός, 2002), Ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α πλα­γιά­ζει σὲ μαῦ­ρο γρα­φεῖ­ο (ποί­η­ση, Ἁρ­μός, 2009) κ.ἄ.


					
Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: