Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Ἐσφαλμένη, καὶ μάλιστα ἐγκληματικὰ καλόψυχη, διαιτητική

.

Altenberg

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Ἐσφαλμένη, καὶ μάλιστα

ἐγκληματικὰ καλόψυχη, διαιτητική

.

(Falsche, Ja verbrecherisch gutmütige Diätetik)

 .

13-Taph-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_35,_initialΗΝ ΤΡΙΤΗ, 3η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἔ­λα­βε ἀ­πὸ ἕ­ναν προ­στά­τη του εἴ­κο­σι ἕ­να μπου­κά­λια ὑ­πέ­ρο­χη μαύ­ρη μπύ­ρα. Ἡ κα­μα­ρι­έ­ρα του, αὐ­τὴ ἡ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη ἀλ­τρου­ΐ­στρια, ἡ ὀ­λι­γαρ­κέ­στα­τη, σχε­δὸν μί­α ἁ­γί­α πραγ­μα­τι­κή, κοί­τα­ξε μὲ θλί­ψη καὶ λα­χτά­ρα τὸ λε­γό­με­νο νέ­κταρ τῶν Θε­ῶν καὶ εἶ­πε: «Εἴ­κο­σι θὰ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ γιὰ σᾶς! Ἀλ­λὰ οἱ πλού­σιοι δὲν χορ­ταί­νουν πο­τέ, πο­τέ, πο­τέ, καὶ δὲν αἰ­σθά­νον­ται πό­σο πο­λὺ λα­χτα­ροῦ­με αὐ­τὸ ποὺ τοὺς εἶ­ναι ἄ­χρη­στο, ποὺ τοὺς βλά­πτει ἴ­σως καὶ τοὺς εἶ­ναι ἀ­διά­φο­ρο!»

       Τῆς χά­ρι­σα ἀ­μέ­σως τρί­α μπου­κά­λια κι ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ ποὺ μοῦ δώ­ρι­σε μα­ζὶ ἕ­νας μαι­κή­νας. Κα­τὰ τὶς τέσ­σε­ρεις τὸ ἀ­πό­γευ­μα, ξε­θε­ω­μέ­νη στὴν κού­ρα­ση, λα­χτά­ρη­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της στρω­μα­τά­κι, νὰ μὴν ἀ­κού­ει τί­πο­τα γιὰ δου­λειά, νὰ κοι­μη­θεῖ μο­νά­χα τοῦ θα­να­τᾶ καὶ νὰ ξε­χά­σει, νὰ τὰ ξε­χά­σει ὅ­λα, ὅ­λα. Ὅ­μως ἡ φρι­χτὴ ζω­ὴ τὴν κρα­τοῦ­σε μὲ σι­δε­ρέ­νια μάν­τα­λα καὶ δὲν τὴν ἄ­φη­νε, τὴν ἔ­σπρω­χνε στὶς ἀ­παί­σι­ες ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της. «Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νη, κου­ρα­σμέ­νη, ὤ νὰ κοι­μό­μουν μο­να­χὰ μιὰ ὡ­ρού­λα.» Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε. Ἀ­δύ­να­τον. Τὴ συμ­βού­λε­ψαν νὰ κά­νει ἕ­να κρύ­ο ντούς. Δὲν θὰ τὴν βο­η­θοῦ­σε κα­θό­λου. Ὁ ὕ­πνος ὑ­πε­ρί­σχυ­ε μέ­σα της, κα­τέ­βαλ­λε τὴ «σκλη­ρή της ἀν­τί­στα­ση», τὴν πα­ρέ­λυ­ε. Στὸ τέ­λος κλο­νί­στη­κε καὶ γλί­στρη­σε στὸ γλυ­κὸ στρω­μα­τά­κι της. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἡ πλού­σια ἰ­δι­ο­κτή­τρια ρώ­τη­σε: «Ποῦ ἦ­ταν ἡ Τό­νη;! Ἑ­φτὰ δω­μά­τια μεῖ­ναν ἀ­συ­γύ­ρι­στα.» Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μέ­χρι τὶς ἑ­φτὰ τὸ βρά­δυ. Ἀ­πο­λύ­θη­κε γι’ αὐ­τό. «Μοῦ προ­σφέ­ρα­τε κά­τι ὄ­μορ­φο. Τὸ κά­να­τε γιὰ τὸ κα­λό μου, σᾶς συγ­χω­ρῶ!» Ἄ­φη­σε τὴν κα­λὴ δου­λειὰ καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε ἔ­κτο­τε σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο νη­φά­λι­ες σκέ­ψεις: «Αὐ­τοὶ οἱ ποι­η­τὲς εἶ­ναι ποι­η­τές, δὲ σκαμ­πά­ζουν ὅ­μως γρῦ ἀ­πὸ πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή. Ἡ λα­θε­μέ­νη, ἀ­νό­η­τη κα­λο­ψυ­χί­α τους μᾶς στέ­ρη­σε τὰ ὡ­ραῖ­α μας πό­στα, τὴν ἴ­δια μας τὴ ζω­ὴ μᾶς στέ­ρη­σε. Δὲν τοῦ κρα­τά­ω κα­κί­α, δὲν ξέ­ρει τί ση­μαί­νει δύ­σκο­λη ζω­ή, ζεῖ σ’ ἕ­ναν ἐν­τε­λῶς ξέ­χω­ρο κό­σμο. Εἶ­χε κα­λὸ σκο­πό, σί­γου­ρα. Ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να μαύ­ρη κα­λο­σύ­νη. Ὅ­μως τὸ πιὸ ἀ­νό­η­το εἶ­ναι ποὺ ἔ­χα­σα τὸ κα­λό μου πό­στο γιὰ τρί­α μπου­κά­λια μπύ­ρα. Τὸ νε­ρὸ δὲ θὰ μ’ ἔ­βλα­φτε, θὰ μὲ κρα­τοῦ­σε φρέ­σκια στὴ δου­λειά. Τώ­ρα δὲ γί­νε­ται τί­πο­τα. Γο­νά­τι­σα μπρο­στά του καὶ μοῦ ’­δω­σε πε­νήν­τα κο­ρό­νες. Ἀλ­λὰ τὸ κα­λό μου πό­στο τὸ ἔ­χα­σα. Δὲν πει­ρά­ζει. Ἤ­θε­λε τὸ κα­λό μου, αὐ­τὸ ση­μαί­νει, ἤ­θε­λε τὸ κα­κό μου. Ἔ­πρε­πε νὰ μοῦ εἶ­χε πεῖ: ‘Τὴν ἡ­μέ­ρα νὰ μὴν πί­νεις κα­θό­λου ἀλ­κο­όλ, σοῦ πα­ρα­λύ­ει τὴ δύ­να­μη γιὰ δου­λειά· νὰ πί­νεις τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτεις κα­τά­κο­πη στὸ κρε­βά­τι!’ Ποῦ νὰ τό ’ξε­ρα;! Ἔ­χα­σα τὸ κα­λό μου πό­στο γιὰ τρί­α μπου­κά­λια μπύ­ρα. Κρῖ­μα.»

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: D­er N­a­c­h­l­a­ss (Τὰ κα­τά­λοι­πα). S. F­i­s­c­h­er V­e­r­l­ag, B­e­r­l­in 1925, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Φωτογραφικὸ πορτραῖτο τοῦ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ ἀπὸ τὸν βιεννέζο φω­το­γράφο Charles Scolik (1854-1928).

 .

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: